close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μουσική της Μακεδονίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Τραγούδια από τη Μακεδονία)
Image
Φωτογραφία του 1916 που απεικονίζει μουσικούς Αθίγγανους στη Θεσσαλονίκη να παίζουν ζουρνά και νταούλι κατά τη διάρκεια γλεντιού. Η ζυγιά ζουρνά–νταούλι αποτέλεσε το κυρίαρχο μουσικό ηχόχρωμα στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο και τις αρχές του 20ού αιώνα. Η χρήση της ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στις περιοχές της Νάουσας, του Ρουμλουκιού, των Γιαννιτσών, της Γουμένισσας, στα βόρεια χωριά της Θεσσαλονίκης, καθώς και στην Ηράκλεια και το Σιδηρόκαστρο. Επιπλέον, απαντούσε συχνά στα νότια χωριά της Δράμας και στα δυτικά χωριά της Καβάλας, στους πρόποδες του Παγγαίου όρους.

Η μουσική παράδοση της Μακεδονίας ανήκει στα γενικότερα μουσικά ιδιώματα της ηπειρωτικής Ελλάδας, ωστόσο παρουσιάζει μια έντονη ανομοιογένεια, η οποία απορρέει από τις ποικίλες εξωτερικές επιρροές που υπήρξαν στο πέρασμα του χρόνου. Οι επιρροές αυτές προήλθαν τόσο από τους γειτονικούς λαούς όσο και από τους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, ενώ η ιδιαίτερη γεωμορφολογία του χώρου συνέβαλε επίσης στην διαμόρφωση του μουσικού τοπίου. Συνολικά, οι μουσικοί ρυθμοί και οι στιχουργικές θεματολογίες της Μακεδονίας αποτελούν τον αναγκαίο ενδιάμεσο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην μουσική παράδοση της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, και δευτερευόντως της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου, με εκείνη της Θράκης και της Κωνσταντινούπολης, ενώ σε μικρότερο βαθμό και με την βορειοδυτική Μικρά Ασία. Χωρίς την ενδελεχή μελέτη αυτής της μουσικής παράδοσης, η ανάλυση και η κατανόηση της εξέλιξης του παραδοσιακού ελληνικού τραγουδιού κατά τη διάρκεια των αιώνων καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής.

Στα ορεινά και νότια τμήματα της Μακεδονίας παρατηρούνται συγγενικές μουσικές σχέσεις, οι οποίες, ανάλογα με τα εκάστοτε γεωγραφικά και ιστορικά σύνορα, συνδέονται στενά με τις μουσικές παραδόσεις της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Στις περιοχές αυτές διαμορφώθηκε ισχυρή παράδοση ιστορικών και κλέφτικων τραγουδιών. Αντιθέτως, τα αστικά κέντρα της Μακεδονίας, όπως η Βέροια, η Κοζάνη, η Σιάτιστα, η Φλώρινα και η Καστοριά, παρουσιάζουν έντονα και διακριτά τοπικά μουσικά χαρακτηριστικά, τα οποία αντανακλούν τη μακρά αστική τους παράδοση και τις ιδιαίτερες κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες ανάπτυξής τους. Η Χαλκιδική, παρά τη γεωγραφική της εγγύτητα προς την Κεντρική Μακεδονία, εμφανίζει περισσότερες ανατολικές επιρροές, γεγονός που συνδέεται με τον ιστορικό της ρόλο ως θαλάσσιου κόμβου επικοινωνίας με την Κωνσταντινούπολη και τα μικρασιατικά παράλια. Ωστόσο, στην ενδοχώρα της διατηρούνται έντονα στοιχεία της τοπικής στεριανής μουσικής παράδοσης.

Συνολικά, η μουσική και φωνητική παράδοση της Μακεδονίας χαρακτηρίζεται από εξαιρετικό πλούτο και μεγάλη ποικιλία σε πρωτογενείς ρυθμούς, μελωδικές δομές και στιχουργικά σχήματα. Η έντονη αυτή ανομοιογένεια, που διαπιστώνεται τόσο μεταξύ διαφορετικών νομών όσο και μεταξύ γειτονικών περιοχών, ακόμη και από χωριό σε χωριό, αποτελεί άμεσο απότοκο της μακράς, σύνθετης και συχνά ταραχώδους ιστορικής πορείας της ακριτικής αυτής περιοχής.

Γεωγραφική αναφορά

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή των Γρεβενών παρουσιάζει μουσικό ιδίωμα με ηχόχρωμα σαφώς επηρεασμένο από τη Θεσσαλία και την Ήπειρο, το οποίο, ωστόσο, διατηρεί διακριτά τοπικά χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα πασχαλιάτικα τραγούδια των περισσότερων χωριών, όπου οι γυναίκες, χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων, αποδίδουν παραλογές και ακριτικά τραγούδια που διατηρήθηκαν επί αιώνες μέσω της προφορικής παράδοσης του αγράμματου πληθυσμού. Τα τραγούδια αυτά πραγματεύονται κυρίως ιστορικά και πολεμικά θέματα, αφηγούμενα είτε δραματικά πολεμικά γεγονότα της βυζαντινής περιόδου είτε τη δράση των κλεφτών και αρματολών κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, οι οποίοι δρούσαν από τα ορεινά καταφύγιά τους εναντίον της οθωμανικής διοίκησης. Όσα τραγούδια αποδίδονται με οργανική συνοδεία ερμηνεύονται συνήθως με κλαρίνο, βιολί, λαούτο και ντέφι, δηλαδή με τη χαρακτηριστική ηπειρώτικη ορχήστρα, ή αλλιώς αστική μακεδονική.

Άμεση συνάφεια με τη μουσική παράδοση των Γρεβενών παρουσιάζουν το δυτικό και το νότιο τμήμα της περιοχής της Κοζάνης, τα οποία εκτείνονται στους ορεινούς όγκους του Βοΐου και του Ασκίου. Στις περιοχές αυτές ο πληθυσμός ήταν κατά κύριο λόγο ελληνόφωνος και ανέπτυξε πλούσια λαογραφική και εθιμική παράδοση, ιδίως στα αστικά και ημιαστικά κέντρα, όπως η Σιάτιστα, η Εράτυρα, το Σισάνι και το Βογατσικό. Τα τοπικά τραγούδια πραγματεύονται κυρίως τη ζωή και την καθημερινότητα, ενώ απαντούν επίσης τραγούδια της αγάπης, του γάμου και ιστορικού περιεχομένου. Η μουσική συνοδεία χαρακτηρίζεται από τη χρήση χάλκινων πνευστών, όπως η κορνέτα, η τούμπα, το τρομπόνι και η τρομπέτα, σε συνδυασμό με το κλαρίνο και το νταούλι.

Στις πόλεις της Κοζάνης και της Καστοριάς παρατηρούνται σε μεγάλο βαθμό κοινά μουσικά χαρακτηριστικά, με κυρίαρχο στοιχείο τις ομάδες μουσικών χάλκινων πνευστών, γνωστές ως κομπανίες. Η περιοχή διατηρεί έως σήμερα ισχυρή παράδοση στις ορχήστρες χάλκινων πνευστών, οι οποίες κατέχουν πρωτεύουσα θέση στο μουσικό τοπίο της Δυτικής Μακεδονίας. Τα περισσότερα αστικά τραγούδια της Κοζάνης και της Καστοριάς έχουν κοινωνικό και σατιρικό χαρακτήρα, συχνά με έντονα σκωπτικά ή και βωμολοχικά στοιχεία, και ερμηνεύονται κυρίως κατά την περίοδο της Αποκριάς, στο πλαίσιο εθίμων όπως τα Ραγκουτσάρια της Καστοριάς και οι Φανοί της Κοζάνης.

Η περιοχή της Φλώρινας παρουσιάζει ιδιαίτερα μουσικά χαρακτηριστικά, τα οποία διαμορφώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τη γεωγραφική της εγγύτητα προς την Ήπειρο. Στο πλαίσιο αυτό, απαντάται το αστικό μακεδονικό ηχόχρωμα, το οποίο συνδυάζεται με σλαβόφωνα τραγούδια. Παράλληλα, σε ορισμένους οικισμούς με βλάχικο ή αρβανίτικο πληθυσμό, όπως το Πολυπόταμο και το Πισοδέρι, υπήρχαν και ελληνόφωνα τραγούδια.

Κεντρική Μακεδονία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περιοχή της Πέλλας απαντάται έντονα η παράδοση των μπαντών χάλκινων πνευστών, ιδίως στην Έδεσσα και στην Αλμωπία, όπου τα χάλκινα όργανα κατέχουν εξέχουσα θέση στη μουσική ζωή της περιοχής. Εκεί αναπτύχθηκε μακρά παράδοση δεξιοτεχνίας, με γνωστούς και επιδέξιους μουσικούς, οι οποίοι συνήθως δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο οργανωμένων κομπανιών. Η προσαρμογή των χάλκινων πνευστών στην περιοχή τοποθετείται χρονικά στην περίοδο 1916–1918 και συνδέεται με την παρουσία γαλλικών στρατευμάτων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ η παρουσία τους καταγράφεται πιο πριν, με την δημιουργία ελληνικής φιλαρμονικής ορχήστρας στην Έδεσσα το 1905. Ο επιβλητικός ήχος και οι ιδιαίτερες ακουστικές δυνατότητες των οργάνων αυτών συνέβαλαν στην ταχεία ενσωμάτωσή τους από τους ντόπιους στην μουσική τους παράδοση. Στην περιοχή των Γιαννιτσών κυριαρχούσε παραδοσιακά η ζυγιά ζουρνάς–νταούλι, καθώς και η γκάιντα, ένα μουσικό σχήμα που απαντά και στη γειτονική Γουμένισσα. Οι ζουρνατζήδες της Γουμένισσας ήταν διάσημοι σε όλο τον μακεδονικό χώρο, και η περιοχή έχει μεγάλη παράδοση στο συγκεκριμένο όργανο. Τα Γιαννιτσά και η Γουμένισσα, ως αστικά κέντρα με στενούς και διαχρονικούς δεσμούς ήδη από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, παρουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό ομοιόμορφη λαογραφική παράδοση, η οποία εκτείνεται από τη μουσική έως τα ήθη και τα έθιμα. Το τοπικό τραγουδιστικό ρεπερτόριο επικεντρώνεται κυρίως σε θέματα αγάπης, έρωτα και καθημερινής ζωής.

Αντίστοιχα πλούσια και ποικιλόμορφη είναι η μουσική παράδοση της Ημαθίας. Η Νάουσα, πόλη με ιδιαίτερα πλούσια και σπάνια εθιμική ζωή, αποτέλεσε ιστορικά νησίδα ελληνοφωνίας μέσα σε ένα ευρύτερο σλαβόφωνο περιβάλλον. Τα τραγούδια και οι χοροί της παρουσιάζουν πρωτογενή χαρακτηριστικά και συγγένεια με τη μουσική της υπαίθρου, με κυρίαρχη οργανική συνοδεία τη ζυγιά ζουρνάς–νταούλι. Κατά τις αρχές του 20ού αιώνα εντάχθηκαν σταδιακά και τα χάλκινα πνευστά. Το ρεπερτόριο της Νάουσας περιλαμβάνει κυρίως ιστορικά, κοινωνικά και σκωπτικά τραγούδια, άμεσα συνδεδεμένα με το λαϊκό δρώμενο του Γενίτσαρου και της Μπούλας. Η μουσική παράδοση της γειτονικής Βέροιας εμφανίζεται περισσότερο αστική και παρουσιάζει σαφείς συγγένειες με την οθωμανική μουσική παράδοση. Στην περιοχή αυτή κυριαρχούν όργανα όπως το βιολί, το ούτι, το κανονάκι και το τουμπελέκι. Ανατολικά της Βέροιας εκτείνεται το Ρουμλούκι, μια εκτεταμένη πεδινή περιοχή με όρια από τη Βέροια έως τη Χαλάστρα και από τα Πιέρια έως την παλαιά λίμνη των Γιαννιτσών. Το Ρουμλούκι περιλαμβάνει περίπου πενήντα χωριά και χαρακτηρίζεται από ενιαία μουσική, χορευτική και φωνητική παράδοση, με βαθιές ιστορικές ρίζες που διατηρήθηκαν σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτες στον χρόνο. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αποτελούν οι γυναικείοι χοροί, τα πασχαλιάτικα τραγούδια και η τοπική ζυγιά ζουρνάδων και νταουλιού, με έντονα υποβλητικό και αρχέγονο ηχόχρωμα. Στο δυτικό τμήμα της Ημαθίας, στον ορεινό όγκο του Βερμίου, οικισμοί όπως το Ξηρολίβαδο, το Σέλι και η Κουμαριά υπήρξαν κατά κύριο λόγο βλαχόφωνοι και παρουσιάζουν μουσικές παραδόσεις συγγενικές με εκείνες των Βλάχων της Πίνδου. Αντιθέτως, χωριά όπως η Φυτεία, το Τρίλοφο και το Αρκοχώρι εμφανίζουν μουσικά χαρακτηριστικά πιο κοντά στη Νάουσα και τη Βέροια. Τέλος, ορισμένοι οικισμοί στα νότια της Ημαθίας, όπως το Δάσκιο, το Πολύδενδρο, τα Ριζώματα, η Χαράδρα, τα Ασώματα και η Συκιά, κτισμένοι στους πρόποδες των Πιερίων, διατηρούν ιδιαίτερη και αρχαιότροπη μουσική παράδοση, η οποία περιλαμβάνει τη χρήση της γκάιντας και του νταχαρέ, καθώς και τραγούδια που αποδίδονταν αποκλειστικά με τη φωνή.

Στην ορεινή Πιερία, κυρίαρχο μουσικό όργανο υπήρξε η γκάιντα, ενώ το τοπικό ρεπερτόριο εμφανίζει έντονες ομοιότητες με το θεσσαλοηπειρώτικο μουσικό ιδίωμα. Οι ομοιότητες αυτές αποδίδονται κυρίως στη γεωγραφική εγγύτητα με τη Θεσσαλία, χωρίς ωστόσο να απουσιάζουν διακριτά τοπικά χαρακτηριστικά. Αντίθετα, η πεδινή Πιερία, με βασικούς οικισμούς το Λιτόχωρο, τον Νέο Παντελεήμονα, τον Κολινδρό και την Κονταριώτισσα, ανέπτυξε μια περισσότερο αστική μουσική παράδοση, ενταγμένη στο ευρύτερο μακεδονικό μουσικό πλαίσιο.

Η Χαλκιδική, λόγω των πρώιμων και συστηματικών εμπορικών και πολιτισμικών επαφών με τα νησιά του Αιγαίου, παρουσιάζει μουσικά στοιχεία συγγενή με τη νησιωτική και τη μικρασιατική παράδοση, διατηρώντας παράλληλα επιρροές από τη στεριανή μουσική. Στους παραθαλάσσιους οικισμούς κυριαρχεί το οργανικό σχήμα βιολί–λαούτο, ενώ σπανιότερα απαντώνται το κλαρίνο και το νταούλι. Στην ενδοχώρα, όπως στον Πολύγυρο, απαντάται και η γκάιντα.

Συγγενική, αλλά όχι ταυτόσημη, είναι και η μουσική παράδοση της περιοχής της Θεσσαλονίκης, η οποία παρουσιάζει επιμέρους τοπικές διαφοροποιήσεις. Στις περιοχές νοτίως των λιμνών Κορώνειας και Βόλβης, η μουσική παράδοση των χωριών, όπως η Επανομή, τα Βασιλικά, ο Τρίλοφος, η Γερακαρού, η Κοκκαλού, τα Βρασνά και ο Σταυρός, εμφανίζει σαφείς ομοιότητες με εκείνη της Χαλκιδικής. Αντίθετα, βορείως των λιμνών, η εικόνα διαφοροποιείται. Η μουσική παράδοση της Χαλάστρας παρουσιάζει κοινά μοτίβα με τα χωριά του Ρουμλουκιού, ενώ στην περιοχή του Λαγκαδά διαμορφώθηκε ένα ιδιαίτερο τοπικό ιδίωμα, με τη ζυγιά ζουρνά–νταούλι να κατέχει πρωτεύοντα ρόλο και δευτερευόντως να απαντώνται το κλαρίνο, το βιολί, το ούτι και το νταούλι. Ανατολικά του Λαγκαδά βρίσκεται η κωμόπολη του Σοχού, η οποία παρουσιάζει ταυτόσημη μουσική παράδοση με τη γειτονική Νιγρίτα Σερρών. Χαρακτηριστικά του Σοχού είναι τα μακρόσυρτα ιστορικά ή σκωπτικά τραγούδια, τα οποία αποδίδονται είτε α καπέλα είτε με συνοδεία ζουρνά. Τα τραγούδια αυτά συνδέονται άμεσα με την πλούσια τοπική λαογραφία και τα έθιμα της περιοχής, όπως το καρναβάλι του Σοχού ή με τους αγώνες πάλης με λάδι, αποτελώντας βασικό στοιχείο της πολιτισμικής ταυτότητας της κοινότητας.

Η μουσική παράδοση της περιοχής της Νιγρίτας, των χωριών της Ζίχνης, της Αλιστράτης και των Δαρνακοχωρίων, τα οποία αποτελούνταν από τους οικισμούς Χρυσό, Πεντάπολη, Άγιο Πνεύμα, Ζελή, Νέο Σούλι και Εμμανουήλ Παππάς,[1] συγκροτεί μια σχετικά ομοιόμορφη μουσική ενότητα, συγγενική με εκείνη των χωριών του Παγγαίου Καβάλας, η οποία χαρακτηρίζεται από πλούσιο ρεπερτόριο τραγουδιών και χορών. Κυρίαρχα οργανικά σχήματα στην ευρύτερη αυτή περιοχή υπήρξαν η ζυγιά ζουρνάς–νταούλι και το κλαρίνο–νταούλι. Στην κωμόπολη της Αλιστράτης, στο ανατολικό τμήμα του νομού Σερρών, επικρατούσαν η γκάιντα και ο νταχαρές, ενώ ο ελληνικός πληθυσμός της περιοχής ήταν δίγλωσσος. Ως αποτέλεσμα, διασώζονται έως σήμερα τόσο ελληνόφωνα όσο και σλαβόφωνα τραγούδια. Οι πληθυσμοί βορείως της πόλης των Σερρών ήταν κατά βάση σλαβόφωνοι. Μετά την ένταξη της περιοχής στο ελληνικό κράτος, και κυρίως κατά τον 20ό αιώνα, οι κάτοικοι πολλών χωριών προχώρησαν στη μετάφραση των παραδοσιακών τους τραγουδιών στα ελληνικά, διατηρώντας ωστόσο τις παλαιότερες μελωδίες. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν τα χωριά Ορεινή, Βαμβακόφυτο, Ξηρότοπος και Μελενικίτσι. Στην περιοχή παρατηρείται διαφοροποίηση ως προς τα χρησιμοποιούμενα όργανα: σε ορισμένα χωριά κυριαρχεί η γκάιντα, σε άλλα η ζυγιά ζουρνάς–νταούλι, ενώ σε ορισμένες κοινότητες επικρατούσαν τα έγχορδα όργανα, όπως στο Άγκιστρο, όπου ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος ο ταμπουράς.

Ανατολική Μακεδονία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βορειοδυτικό τμήμα της περιοχής της Δράμας διατηρεί μια διακριτή μουσική παράδοση, η οποία επιβιώνει έως και σήμερα. Σε χωριά όπως ο Βώλακας, η Καλή Βρύση, η Καλλιθέα και η Μικρόπολη απαντάται η ζυγιά γκάιντα–νταχαρές, ενώ σε άλλα, όπως το Μοναστηράκι, ο Ξηροπόταμος, οι Πύργοι και η Πετρούσσα, συναντάται η ζυγιά μακεδονική λύρα – νταχαρές. Οι κοινότητες αυτές υπήρξαν στο παρελθόν κυρίως σλαβόφωνες· ωστόσο, από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, με τη θεσμική οργάνωση της ελληνικής παιδείας στην περιοχή, δημιουργήθηκαν και ελληνόφωνα τραγούδια, τα οποία ενσωματώθηκαν στο τοπικό ρεπερτόριο. Η κωμόπολη της Προσοτσάνης παρουσίαζε ιδιαίτερη μουσική φυσιογνωμία, καθώς αποτέλεσε βλάχικο κέντρο. Στο πλαίσιο αυτό, επικρατούσαν όργανα όπως το κλαρίνο, το βιολί και το ντέφι. Αντίστοιχα, τα ελληνόφωνα χωριά της Δράμας, το Δοξάτο, η Χωριστή και η Αδριανή, καθώς και η ίδια η πόλη της Δράμας, ανέπτυξαν μια μουσική παράδοση συγγενική με εκείνη του Παγγαίου, αλλά με έντονα τοπικά χαρακτηριστικά. Στις περιοχές αυτές απαντάται η αστική μακεδονική ορχήστρα, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα κάνουν την εμφάνισή τους και τα χάλκινα πνευστά όργανα.

Τέλος, η μουσική παράδοση της περιοχής της Καβάλας συνδέεται κυρίως με τα ντόπια ελληνόφωνα χωριά του Παγγαίου, καθώς και με την Πετροπηγή, το μοναδικό χριστιανικό χωριό της περιοχής της Χρυσούπολης με ντόπιο πληθυσμό, δεδομένου ότι οι υπόλοιποι οικισμοί ήταν κατά το παρελθόν μουσουλμανικοί. Στα χωριά του Παγγαίου κυριαρχούσε η ζυγιά ζουρνάς–νταούλι, συνοδευόμενη από πλούσιο τραγουδιστικό ρεπερτόριο, ενώ ο μακεδονικός συρτός αποτελούσε τον βασικό χορό της περιοχής.

  • "Λυτός" (Φλώρινα)
  • "Άσπρα μου περιστέρια"
  • "Ας χαμήλωναν τα βουνά" (Μακεδονία)
  • "Ζάραμο" (Φλώρινα)
  • "Με μήνυσε μια αρχόντισσα" (Κεφάτο τραγούδι σε ρυθμό τετράσημο)
  • "Μακεδονικός χορός"

Ο παραδοσιακός "Μακεδονικός χορός" ένα από τα ελληνικά παραδοσιακά άσματα που η ρίζα τους ξεκινάει από τους ακρίτες υπερασπιστές του Βυζαντίου. Ο στίχος του είναι γραμμένος σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, η μουσική του στηρίζεται στη δωρική κλίμακα των αρχαίων ελληνικών τρόπων όπου και είναι γραμμένο, ο δε ρυθμός του είναι 2 τετάρτων και χορεύεται σε ρυθμό χασάπικο.

Τραγούδια και χοροί ανά νομό

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέλλα

Κιλκίς

Γρεβενά

Καστοριά

Πιερία

  1. «Δαρνακοχώρια». www.darnakas.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Σεπτεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2017.