Ριχάρδος Α΄ της Καπούης
| Ριχάρδος Α΄ της Καπούης | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Γέννηση | 1025 (περίπου) Δουκάτο της Νορμανδίας |
| Θάνατος | 1078 Κάπουα |
| Κατοικία | Αβέρσα Κάπουα |
| Χώρα πολιτογράφησης | Δουκάτο της Νορμανδίας |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Old Norman |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | στρατιωτικός |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Fredesenda de Hauteville[1] |
| Τέκνα | Ιορδάνης Α΄ της Καπούης Ιωνάθαν της Καρινόλα Limpiasa |
| Γονείς | Ασκλητίνος Α΄ Ντρενγκώ |
| Αδέλφια | Ασκλητίνος Β΄ Ντρενγκώ Ρανούλφος του Καϊάτσο |
| Συγγενείς | Ραϊνούλφος Ντρενγκώ (θείος), Τανκρέδος του Ωτβίλ (πεθερός), Ροβέρτος Γυισκάρδος (κουνιάδος), Ρογήρος Α΄ της Σικελίας (κουνιάδος) και Σέργιος ΣΤ΄ της Νεαπόλεως (γαμπρός) |
| Οικογένεια | Οικογένεια Καρέλ-Ντρενγκώ |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Πόλεμοι/μάχες | Μάχη του Τσιβιτάτε |

Ο Ριχάρδος Α΄, γαλλ.: Richard Drengot d' Aversa (απεβ. 1078) από τον Οίκο των Ντρένγκοτ ήταν κόμης τής Αβέρσα (1049–1078), πρίγκιπας τής Κάπουα (1058–1078, ως Ριχάρδος Α΄) και δούκας της Γκαέτα (1064–1078).
Πρώιμη σταδιοδρομία στην Ιταλία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Ριχάρδος Α΄, ο οποίος καταγόταν από κοντά στη Ντιέπ στο Πεΐ ντε Κω στην ανατολική Νορμανδία, ήταν γιος του Ασκλετίνου Α΄ κόμη τής Aτσερέντσα, και νεότερος αδελφός τού Ασκλετίνου Β΄ κόμη τής Αβέρσα, και ανιψιός τού Ραϊνούλφος Ντρενγκώ. [2] Ο Ριχάρδος Α΄ έφτασε στη Νότια Ιταλία λίγο μετά το τέλος τού Ράινουλφ το 1045, συνοδευόμενος από 40 Νορμανδούς ιππότες. [3] Όταν έφθασε για πρώτη φορά στην Aβέρσα, σύμφωνα με τον Αμάτους του Μοντεκασίνo, ο Ριχάρδος Α΄ επευφημήθηκε από τους ανθρώπους που τον ακολουθούσαν, σαν να ήταν κόμης. [4] Περιγράφεται ως εντυπωσιακά όμορφος, ένας νεαρός άνδρας με ανοιχτόχρωμο δέρμα, ο οποίος ίππευε ένα άλογο τόσο μικρό, που τα πόδια του σχεδόν άγγιζαν το έδαφος. [a] [4] Αλλά η προσοχή που συγκέντρωσε, ενόχλησε τον εξάδελφό του, Ράινουλφ Tρινκανόκτε, τον κυβερνώντα κόμη της Aβέρσα, που τού ζήτησε να φύγει. [4] Στη συνέχεια ο Ριχάρδος Α΄ ανέλαβε υπηρεσία στον Ονφρουά των Ωτβίλ, αδελφό του Ντρόγκο των Ωτβίλ κόμη τής Απουλίας, ο οποίος τού φέρθηκε με μεγάλο σεβασμό και τιμή. [4]
Όταν ο Σαρούλο τού Τζεντσάνo, οπαδός τού -αδελφού τού Ριχάρδου Α΄- Ασκλετίνου Β΄ (απεβ. π. 1045), ανακάλυψε ότι ο Ριχάρδος Α΄ ήταν με τον Ονφρουά, πλησίασε τον Ριχάρδο Α΄ και τού ζήτησε να έρθει στο Τζεντσάνο, το οποίο είχε κυβερνήσει ο αδελφός του. [4] Ο Ριχάρδος ήρθε, και οι κάτοικοι τής πόλης τον δέχθηκαν ως κύριό τους, δίνοντάς του την εξουσία στην πόλη. [4] Με τη βοήθεια τού Σαρούλο, η λεηλασία και η λαφυραγωγία τού Ριχάρδου τον έκαναν αρκετά ισχυρό, ώστε ο Ράινουλφ, σε μία προσπάθεια να κατευνάσει τον Ριχάρδο, τού έδωσε ως επιχορήγηση εκτάσεις, που προηγουμένως κατείχε ο αδελφός του Ασκλετίνος. [5] Στη συνέχεια ασχολήθηκε με τον Ντρόγκo, αλλά αυτή τη φορά ήταν λιγότερο επιτυχής, διότι ο Ντρόγκo συνέλαβε και φυλάκισε τον Ριχάρδο, θέτοντας τον Ριχάρδο στο έλεος τού Ντρόγκo. [5] Ο Ριχάρδος παρέμεινε εκεί, μέχρι που απεβίωσε ο Ράινουλφ αφήνοντας έναν νήπιο γιο, τον Χέρμαν, ο οποίος χρειαζόταν έναν επίτροπο για να κυβερνήσει. [5] Ο επικυρίαρχος τής Αβέρσα και τής Απουλίας, ο Γουαϊμάρος Δ΄ πρίγκιπας τού Σαλέρνo, επέτυχε την απελευθέρωση τού Ριχάρδου Α΄, και τον όρισε επίτροπο τού Χέρμαν το 1048. Ωστόσο σύντομα ο Χέρμαν εξαφανίστηκε από τα αρχεία, και ο Ριχάρδος Α΄ ονόμασε τον εαυτό του κόμη. [5]
Κόμης τής Αβέρσα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ήταν παρών το 1053 στη μάχη του Τσιβιτάτε, όπου διοικούσε τη δεξιά πτέρυγα κατά των Λομβαρδών τοή παπικού στρατού. [6] Επιτέθηκε πρώτος εκείνη την ημέρα, και κατέβαλε το σώμα των Λομβαρδών, καταδιώκοντάς τους σε μεγάλη απόσταση, προτού γυρίσει πίσω για να βοηθήσει τον Ονφρουά και τον Ροβέρτο Γυισκάρδο. [6] Η μάχη έληξε με αποφασιστική νίκη των Νορμανδών. [6] Οι πολίτες παρέδωσαν αμέσως τον πάπα Λέοντα Θ΄ στους Νορμανδούς, οι οποίοι τού φέρθηκαν με τον μέγιστο σεβασμό, ενώ παρόλα αυτοί συνόδευσαν τον πάπα στο Μπενεβέντο, όπου κρατήθηκε μέχρι λίγο πριν από το τέλος του το 1054. [7] Μία σειρά θανάτων κατά την περίοδο 1054–1056, αυτή τού πάπα Λέοντα Θ΄ χωρίς άμεσο διάδοχο, τού Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ' Μονομάχου που δημιούργησε στην Κωνσταντινούπολη εσωτερικές διαμάχες, και του βασιλιά Ερρίκου Γ΄ τής Γερμανίας αφήνοντας ένα παιδί ως διάδοχο, έδωσε στους Νορμανδούς σχεδόν ελευθερία στη Νότια Ιταλία. [7] Ο Ριχάρδος Α΄ επιζητούσε συνεχώς την εδαφική επέκταση μέσω τού πολέμου εναντίον των Λομβαρδών γειτόνων του, τού Πανδόλφου ΣΤ΄ πρίγκιπα τής Κάπουα και τού γιου και διαδόχου τού Γουαϊμάρου, Γισούλφου Β΄ πρίγκιπα τού Σαλέρνο. [8] Έσπρωξε πίσω τα σύνορα τού τελευταίου, μέχρις ότου απέμεινε από το άλλοτε μεγάλο πριγκιπάτο μόνο η πόλη τού Σαλέρνο· και όταν ο αδύναμος πρίγκιπας τής Κάπουα απεβίωσε το 1057, ο Ριχάρδος Α΄ πολιόρκησε αμέσως την Κάπουα, και πήρε τον πριγκιπικό τίτλο (1058) από τον αδελφό τού Πανδόλφου ΣΤ΄, τον Λανδούλφο Η΄, αλλά άφησε τα κλειδιά τής πόλης στα χέρια των Λομβαρδών για τουλάχιστον άλλα τέσσερα χρόνια, μέχρι τις 12 Μαΐου 1062 [9]
Πρίγκιπας τής Κάπουα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σχέσεις με τη Γκαέτα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Ριχάρδος Α΄ αρραβώνιασε την κόρη του με τον γιο τού Ατενούλφου Α΄ δούκα τής Γκαέτα, αλλά όταν ο νέος απεβίωσε πριν γίνει ο γάμος, ζήτησε ούτως ή άλλως την προίκα. [9] Ο δούκας αρνήθηκε, και κατά συνέπεια ο Ριχάρδος Α΄ πολιόρκησε και πήρε το Ακίνο. [10] Πριν ακόμη ολοκληρωθεί η πολιορκία τού Ακίνο, ο Ριχάρδος Α΄ ως πρίγκιπας τής Κάπουα, επισκέφθηκε το αβαείο τού Μόντε Κασίνο με μία μικρή δύναμη, για να ευχαριστήσει τον Άγιο Βενέδικτο [11] Τον υποδέχτηκαν με κάθε μεγαλοπρέπεια και τελετή, και με τη σειρά του εξέδωσε παροχή προστασίας στην ιδιοκτησία τής Μονής. [12] Το μοναστήρι βρισκόταν προηγουμένως υπό τον έλεγχο τού φανατικά αντι-Νορμανδού ηγουμένου Φρειδερίκου της Λωρραίνης, ο οποίος αντικαταστάθηκε όταν απεβίωσε ο πάπας Στέφανος Θ΄, έτσι οι Νορμανδοί έγιναν δεκτοί θερμά. [13] Αλλά ο Δεζιδέριος τού Μπενεβέντο, ο νέος ηγούμενος τού Moντε Κασίνo, ζήτησε από τον Ριχάρδο Α΄ να αποσπάσει 4000 σου από τον δούκα Ατενούλφο Α΄, τα οποία, μετά από αρκετές εβδομάδες προσπάθειας, ο δούκας τελικά πλήρωσε. [14]
Το 1062 ο Ριχάρδος Α΄ έστειλε τον γιο του Ιορδάνη (Α΄) να πάρει τη Γκαέτα από τον Ατενούλφο Β΄, αλλά στον Ατενούλφο Β΄ επετράπη να συνεχίσει την προσωπική του κυριαρχία μέχρι το 1064. Πάντως εκείνη τη χρονιά ο Ριχάρδος Α΄ και ο Ιορδάνης οικειοποιήθηκαν τους δουκικούς και υπατικούς τίτλους των ηγεμόνων τής Γκαέτα. Ο Ριχάρδος Α΄ κατέπνιξε μία μετέπειτα εξέγερση του Ατενούλφου Β΄.
Σχέσεις με τον παπισμό
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τον Φεβρουάριο του 1059 ο Χίλντεμπραντ, ο μελλοντικός πάπας Γρηγόριος Ζ΄, τότε μόνο υψηλόβαθμο μέλος τής παπικής Κουρίας, ταξίδευσε στην Κάπουα, για να ζητήσει τη βοήθεια τού Ριχάρδου Α΄ για λογαριασμό τού μεταρρυθμιστή πάπα Νικολάου Β΄ εναντίον τού αντιπάπα Βενέδικτου Ι΄. [15] Σύντομα ο Ριχάρδος Α΄ πολιόρκησε τον Βενέδικτο Ι΄ στη Γκαλερία, και το 1059 ο Νικόλαος Β΄ συγκάλεσε Σύνοδο στο Μέλφι, όπου επιβεβαίωσε τον Ροβέρτο Γυισκάρδο ως δούκα τής Απουλίας, τής Καλαβρίας και τής Σικελίας, και τον Ριχάρδο Α΄ ως κόμη της Αβέρσας και πρίγκιπα τής Κάπουα. [15] Ο Ριχάρδος Α΄ ορκίστηκε πίστη στον πάπα και σεβασμό για την παπική επικράτεια, μεταμορφώνοντας πλήρως την πολιτική υποτέλεια τής νότιας Ιταλίας, και αφαιρώντας τούς λίγους εναπομείναντες ανεξάρτητους Ρωμαίους (Βυζαντινούς) και Λομβαρδούς πρίγκιπες και τον βασιλιά τής Γερμανίας από τον χάρτη. [15]
Το 1061, και πάλι κατόπιν αιτήματος τού Χίλντεμπραντ, εγκατέστησε στρατιωτικά τον παπικό υποψήφιο των μεταρρυθμιστών Αλέξανδρο Β΄ ενάντια στις αξιώσεις ενός αντιπάπα, αυτή τη φορά τού Ονώριου Β΄. Έγινε γρήγορα αναγορευτής παπών, αν και το 1066, έχοντας ακόμα την επιθυμία να επεκτείνει τη δύναμή του προς όλες τις κατευθύνσεις, βάδισε στην ίδια τη Ρώμη, αλλά νικήθηκε από τους Τοσκανούς συμμάχους τού πάπα.
Το 1071, όταν ο Ροβέρτος Γυισκάρδος ήταν μακριά και πολιορκούσε το Παλέρμο, οι κύριοι βαρόνοι του, ο Αβελάρδος και ο Χέρμαν, γιοι τού αδελφού του Ονφρουά, ο Πέτρος κύριος τού Tράνι και ο κύριος τού Τζιοβινάτσo επαναστάτησαν με την υποστήριξη τού Ριχάρδου Α΄ τής Κάπουα και τού Γισούλφος τού Σαλέρνo. Αν και ο Ροβέρτος γρήγορα διέλυσε όλες τις απειλές για τη δύναμή του από το εσωτερικό, αρρώστησε, και δεν μπόρεσε να κάνει μία εκστρατεία εναντίον τού Ριχάρδου Α΄, ο οποίος σύντομα επιβεβαιώθηκε στην ιδιοκτησία του και συμμάχησε με τον νέο πάπα, Γρηγόριο Ζ΄ Χίλντεμπραντ.
Το 1076, ως απάντηση στην εκτόπιση τού πάπα από τον βασιλιά Ερρίκο Δ΄, ο Ροβέρτος και ο Ριχάρδος Α΄ έστειλαν ο καθένας πρεσβευτές στον άλλον. Συναντήθηκαν στη μέση τού δρόμου, και κανόνισαν μία συνάντηση των δύο ηγεμόνων στο Mόντε Κασίνo αργότερα εκείνο το έτος. Δημιουργήθηκε μία συμμαχία, και ο πάπας αφόρισε τον βασιλιά και αποδείχθηκε ικανός να φροντίσει τον εαυτό του. Οι δύο Νορμανδοί ηγέτες κάθισαν, για να πολιορκήσουν τον Γισούλφο στο Σαλέρνο. Η πολιορκία ήταν επιτυχής, και ο Γισούλφος κατέφυγε στην Κάπουα, όπου προσπάθησε να ξεσηκώσει τον Ριχάρδο Α΄ εναντίον τού Ροβέρτου, ο οποίος είχε κρατήσει το Σαλέρνo, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Ριχάρδος Α΄ άρχισε να πολιορκεί τη Νάπολη, ακόμη ανεξάρτητη, με τη βοήθεια ενός ναυτικού αποκλεισμού από τον Ροβέρτο. Στη συνέχεια, στις 3 Μαρτίου 1078, ο πάπας αφόρισε τον Ροβέρτο και τον Ριχάρδο Α΄, και αμέσως μετά ο Ριχάρδος Α΄ ασθένησε βαριά στην Κάπουα. Γρήγορα συμφιλιώθηκε με την Εκκλησία και απεβίωσε. Ο μεγαλύτερος γιος του, ο προαναφερθείς Ιορδάνης (Α΄), ο οποίος είχε εισβάλει σε εκκλησιαστικές περιοχές στο Αμπρούτσι εκείνη την εποχή, ταξίδεψε στη Ρώμη για να ανανεώσει την πίστη του στον πάπα, και να επικυριωθεί στους τίτλους και τις κτήσεις τού πατέρα του. Η Νάπολη παρέμεινε απόρθητη.
Οικογένεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Ριχάρδος νυμφεύτηκα τη Φρεντεσέντε των Ωτβίλ, κόρη του Ταγκρέδου και αδελφή του Ροβέρτου Γυισκάρδου δούκα της Απουλίας. [16] Μαζί είχαν τέκνα:
- Ιορδάνης Α΄, πρίγκιπας τής Κάπουα[17].
- Ιωνάθαν, κόμης τής Καρινόλα [18].
- Βαρθολομαίος, κόμης τής Καρινόλα [18].
- μία ανώνυμη κόρη, παντρεύτηκε τον Γουλιέλμο τού Μποντρέιγ [19].
- μία ανώνυμη κόρη, παντρεύτηκε τον Λάντο της Γκαέτα [20]
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ The eleventh-century warhorse was usually smaller, usually no taller than 12 hands; 14 to 15 hands at the largest. By comparison, 10 hands is the size of a modern Shetland pony while 12 is still a pony. A modern small Hunter is 14 hands. The size of medieval warhorses are based contemporary illustrations showing the knights riding "long" with the stirrups hanging well below the horse's midsection. See John France, Western warfare in the age of the Crusades, 1000-1300 (Ithaca, NY: Cornell University Press, 1999), p. 23.
Βιβλιογραφικές αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ p70424.htm#i704233. Ανακτήθηκε στις 7 Αυγούστου 2020.
- ↑ G.A. Loud, The Age of Robert Guiscard: Southern Italy and the Norman Conquest (New York: Longman, 2000), p. 1
- ↑ John Julius Norwich, The Normans in the South 1016-1130 (London: Longmans, 1967), pp. 68–9
- 1 2 3 4 5 6 The History of the Normans by Amatus of Montecassino, trans. Prescott N. Dunbar, ed. Graham A Loud (Woodbridge: Boydell Press, 2004), p. 84
- 1 2 3 4 John Julius Norwich, The Normans in the South 1016-1130 (London: Longmans, 1967), p. 79
- 1 2 3 G.A. Loud, The Age of Robert Guiscard: Southern Italy and the Norman Conquest (New York: Longman, 2000), p. 119
- 1 2 G.A. Loud, The Age of Robert Guiscard: Southern Italy and the Norman Conquest (New York: Longman, 2000), p. 120
- ↑ John Julius Norwich, The Normans in the South 1016-1130 (London: Longmans, 1967), pp. 108–09
- 1 2 John Julius Norwich, The Normans in the South 1016-1130 (London: Longmans, 1967), p. 109
- ↑ John Julius Norwich, The Normans in the South 1016-1130 (London: Longmans, 1967), pp. 109–10
- ↑ The History of the Normans by Amatus of Montecassino, trans. Prescott N. Dunbar, ed. Graham A Loud (Woodbridge: Boydell Press, 2004), p. 115
- ↑ G. A. Loud, The Latin Church in Norman Italy (Cambridge; New York: Cambridge University Press, 2007), p. 71
- ↑ John Julius Norwich, The Normans in the South 1016-1130 (London: Longmans, 1967), p. 110
- ↑ John Julius Norwich, The Normans in the South 1016-1130 (London: Longmans, 1967), p. 112
- 1 2 3 John Julius Norwich, The Normans in the South 1016-1130 (London: Longmans, 1967), p. 124
- ↑ G.A. Loud, The Age of Robert Guiscard: Southern Italy and the Norman Conquest (New York: Longman, 2000), pp. 235, 299
- ↑ John Julius Norwich, The Normans in the South 1016-1130 (London: Longmans, 1967), pp. 214, 234
- 1 2 Elisabeth M C Van Houts, The Normans in Europe (Manchester; New York: Manchester University Press, 2000), p. 299
- ↑ Einar Joranson, 'The Inception of the Career of the Normans in Italy: Legend and History', Speculum, Vol. 23, No. 3 (Jul., 1948), p. 389
- ↑ The History of the Normans by Amatus of Montecassino, trans. Prescott N. Dunbar, ed. Graham A Loud (Woodbridge: Boydell Press, 2004), p. 155, n. 29
Περαιτέρω ανάγνωση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Chalandon, Ferdinand . Histoire de la domination normande en Italie et en Sicile . Παρίσι, 1907.
- Δυνατά, GA "A Calendar of the Diplomas of the Norman Princes of Capua". Papers of the British School at Rome 49 (1981), 99–143.
- Skinner, Patricia. Οικογενειακή εξουσία στη Νότια Ιταλία: Το Δουκάτο της Γκαέτα και οι γείτονές της, 850–1139 . Cambridge, 1995.