Ραϊνούλφος Ντρενγκώ
| Ραϊνούλφος Ντρενγκώ | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Γέννηση | 10ος αιώνας ή Δεκαετία του 990 (περίπου) Δουκάτο της Νορμανδίας |
| Θάνατος | 1045[1] Ιταλία |
| Χώρα πολιτογράφησης | Δουκάτο της Νορμανδίας |
| Θρησκεία | Καθολικισμός |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Old Norman |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | μισθοφόρος ιππότης |
| Οικογένεια | |
| Αδέλφια | Ασκλητίνος Α΄ Ντρενγκώ Οσμόνδος Ντρενγκώ Γιλβέρτος Μπυατέρ Ραδούλφος Ντρενγκώ |
| Συγγενείς | Σέργιος Δ΄ της Νεαπόλεως (κουνιάδος), Ριχάρδος Α΄ της Καπούης (ανιψιός), Ασκλητίνος Β΄ Ντρενγκώ (ανιψιός) και Ράινουλφ Τρινκανόκτε (ανιψιός) |
| Οικογένεια | Οικογένεια Καρέλ-Ντρενγκώ |

Ο Ραϊνούλφος Ντρενγκώ, γαλλ.: Rainulf Drengot (απεβ. το 1045) από τον Οίκο των Ντρένγκοτ ήταν Νορμανδός τυχοδιώκτης και μισθοφόρος στη νότια Ιταλία. Το 1030 έγινε ο πρώτος κόμης τής Αβέρσα, επίσης δούκας τής Γκαέτα το 1041 και πρίγκιπας τής Κάπουα.
Ο Ράινουλφ βρέθηκε στην νότιο Ιταλία, όταν εξορίστηκε από τον Ριχάρδο Β΄ για μία εγκληματική πράξη[2]. Μαζί με τους αδελφούς του Όσμοντ, Γιλβέρτο, Ασκλετίνο Α΄ και Ραλφ και με μια ομάδα 250 πολεμιστών, αποτελούμενη από άλλους εξόριστους, βρέθηκαν στα Ρωμαϊκά (Βυζαντινά) εδάφη τού Κατεπανάτο της Ιταλίας.
Το 1017 έφτασαν στη Νότιο Ιταλία (Mezzogiorno), η οποία ήταν σε κατάσταση αναρχίας· εκεί ενώθηκαν, σαν μισθοφόροι, με τις δυνάμεις τού Λομβαρδού Μέλο του Μπάρι, ο οποίος είχε επαναστατήσει εναντίον των Ρωμαίων (Βυζαντινών), αλλά ήταν επί τού παρόντος σε φυγή. Η πρώτη τους μεγάλη εμπλοκή με τον στρατό τού Ρωμαίου (Βυζαντινού) κατεπάνω Βασίλειου Βοιωάννη ήταν μία καταστροφή για τους Νορμανδούς, και κατέληξε σε ήττα. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε και ο αρχηγός τους, ο αδελφός του Ράινουλφ, Γιλβέρτος, έτσι ο Ράινουλφ ανέλαβε αρχηγός τους.
Αργότερα βοήθησαν τον Πανδόλφο Δ΄ πρίγκιπα τής Κάπουα, αλλά από καιρό σε καιρό τον εγκατέλειψαν, και πωλούσαν τις υπηρεσίες τους όσο μπορούσαν, ανάλογα με τις περιστάσεις, προσφέροντάς τες σε αυτόν που έδινε τα περισσότερα[3]. Σύντομα η ισορροπία δύναμης στη Λομβαρδική Καμπανία βρισκόταν στα χέρια των Νορμανδών[4]. Νορμανδικές ενισχύσεις και εντόπιοι κακοποιοί, οι οποίοι έβρισκαν καταφύγιο στο στρατόπεδο του Ράινουλφ χωρίς καμία ερώτηση, αύξαναν τον στρατό του.
Αργότερα ο Ράινουλφ υποστήριξε τον Ρωμαίο (Βυζαντινό) Σέργιο Δ΄ πρίγκιπα τής Νάπολης ενάντια στον Πανδόλφο Δ΄ πρίγκιπα τής Κάπουα. Το 1030 ο Σέργιος Δ΄ τού έδωσε το πρώην Ρωμαϊκό (Βυζαντινό) προπύργιο τής Αβέρσα βόρεια τής Νάπολης[5], με τον τίτλο τού κόμη και την αδελφή του σε γάμο[2]. Το 1034 αυτή η πρώτη σύζηγος απεβίωσε, και η Ράινουλφ νυμφεύτηκε την κόρη τού Σέργιου Γ΄ δούκα τού Αμάλφι, η οποία ήταν επίσης ανιψιά τού Πανδάλφου Δ΄ τής Κάπουα. Επέκτεινε την επικράτειά του εις βάρος τής μονής τού Μοντεκασσίνο. Ο τίτλος του στην Αβέρσα αναγνωρίστηκε το 1037 από τον βασιλιά Κορράδο Β΄ τής Γερμανίας[5]. Μετά την νίκη του επί των Ρωμαίων (Βυζαντινών) στη μάχη τού 1038, ανακήρυξε τον εαυτό του πρίγκιπα, επισημοποιώντας την ανεξαρτησία του από τη Νάπολη και από τους πρώην συμμάχους του στη Λομβαρδία. Κατέκτησε το πριγκιπάτο τής Κάπουα τού γείτονά του Πανδόλφου Δ΄, και ο Κορράδος Β΄ ενέκρινε την ένωση των δύο περιοχών, που αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη πολιτεία στη νότια Ιταλία. Το 1039 βρισκόταν στο πλευρό τού γουαϊμάρου Δ΄ πρίγκιπα τού Σαλέρνο και του βασιλιά Κορράδου Β΄.
Ο Ράινουλφ ήταν ένας από τους ηγέτες του αντιβυζαντινού συνασπισμού που εξεγέρθηκε στη νότια Ιταλία το 1040. Συμμετείχε στην αποφασιστική νίκη στη μάχη του Ολίβεντο τον Μάρτιο του 1041[6]. Το 1042, μετά τη νίκη του Νορμανδικού συμμάχου του, Γουλιέλμου του Σιδηρόχειρ, έλαβε, από τα προηγούμενα βυζαντινά εδάφη, την κυριαρχία επί του Σίποντο και του Μόντε Γκαργκάνο. Πέθανε τον Ιούνιο του 1045 και τον διαδέχθηκε ο ανιψιός του, Ασκλεττίνος.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Gran Enciclopèdia Catalana» (καταλανικά) Grup Enciclopèdia. 0054017.
- 1 2 Marjorie Chibnall, The Normans, (Blackwell Publishing, 2006), 76.
- ↑ Amatus of Montecassino, History of the Normans book I
- ↑ Amatus
- 1 2 John Beeler, Warfare in Feudal Europe, (Cornell University Press, 1971), 67.
- ↑ John Beeler, Warfare in Feudal Europe, 68.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Norman World: The first Norman rulers
- Lexikon des Mittlealters τόμ. VII, σελ. 422