Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014
Ο Καβάφης του Ξενόπουλου ΙΙI
Ο κριτικός Ξενόπουλος
Ο Ξενόπουλος ακολουθεί σε όλα τα κείμενά του, συντομότερα και εκτενέστερα, συγκινησιακής ή κριτικής διάθεσης, την ίδια ρητορική. Αρχικά συμφωνεί με τον αυστηρό κριτή, αν πρόκειται για απαντήσεις σε σχόλια, ή με τις διατυπωμένες επικρίσεις για την ποίηση του Καβάφη, αν πρόκειται για τα κριτικά κείμενα, παραθέτοντας παρελκυστικά σχόλια και επιμέρους υπερασπιστικές ενστάσεις. Στη συνέχεια, περιορίζει το καβαφικό σώμα σε ένα μικρό αριθμό ποιημάτων. Απαραίτητη σε αυτό το σημείο, αν δεν έχει αποτελέσει το ξεκίνημα, είναι η υπόμνηση της δικής του συμβολής με εκείνο το πρώτο άρθρο του. Στα συναισθηματικής φύσης κείμενα, αναφέρεται και στις δυο πρώτες συναντήσεις τους. Ως προς τα ποιήματα, είναι πάντοτε τα ίδια. Τα οκτώ, που παραθέτει στο πρώτο άρθρο του, και τα άλλα εννέα στη δεύτερη ομιλία, 30 χρόνια αργότερα, όπου τέσσερα επαναλαμβάνονται. Σύνολο 13, γραμμένα τα 8 στην περίοδο 1893-1901, δυο το 1910 και ένα το 1917. Όσα ψευδοϊστορικά και ιστορικοφανή, τα προσλαμβάνει, από κοινού με τα υπόλοιπα που ξεχωρίζει, ως ποιήματα υπαρξιακής αγωνίας. Αυτά εγκωμιάζει, αλλά και πάλι, μετά επιφυλάξεων.
Στα εν λόγω δυο κείμενα, παραθέτει τα ποιήματα με συνοδευτικό σχολιασμό. Έτσι παρακάμπτει την πάγια δυσκολία της κριτικής να εκφραστεί επί του συνολικού έργου. Δεν παραλείπει να σχολιάσει ρυθμό, στιχουργία και γλώσσα, αλλά ως πεδία στα οποία ο Καβάφης δεν διεκδικεί μια αξιόλογη θέση. Αρετές βρίσκει στην εικονοποιία και την οικονομία του ποιήματος. Από εκεί και πέρα, διαβάζει τα ποιήματα ως δοκίμια, αναλύοντας θαυμαστικά το στοχαστικό τους περιεχόμενο. Το πρώτο άρθρο, που υποτίθεται ότι στοχεύει στην ανάδειξη του ποιητή, καταλήγει με την απόφανση: “Θα ήτο δικαιωματικώτερα πολίτης εις των Ιδεών την Πόλιν.” Και 30 χρόνια αργότερα, ξεκινά τη μία και μοναδική μετά το θάνατο του Καβάφη, επαναλαμβανόμενη ομιλία του, ακριβώς από το σημείο που τελείωνε το άρθρο, από τη φιλοσοφία και το σκοπό της, “να συνδιαλλάξη τον Άνθρωπο με το Θάνατο.” Ο τίτλος της διάλεξης, «Το ανθρώπινο στην ποίηση του Καβάφη», αναφέρεται στην ανθρώπινη δυστυχία, που, όπως αναπτύσσει, αντέχουμε είτε με τους λογικούς τρόπους της φιλοσοφίας είτε με τους συγκινησιακούς της ποίησης. Να θυμίσουμε ότι το Αριστείο του απονεμήθηκε για το θεατρικό έργο του, «Το ανθρώπινο», που είχε γράψει επηρεασμένος από την αρρώστια και το θάνατο του φίλου του Δημητρακόπουλου από καρκίνο (28/7/1922). Μετά μακριά εισαγωγή, με συγκαταβατική, χαλαρά υπερασπιστική, αναφορά στα “ανήθικα” και τα ιστορικά ποιήματα, έρχεται στο ανθρώπινο στοιχείο που βρίσκουμε στην ποίησή του. Στα ποιήματα που παραθέτει υποδεικνύει την ανθρώπινη δυστυχία, στην οποία έκαστο αναφέρεται. Επιμένει σε εκείνα που τον αγγίζουν προσωπικά, επανερχόμενος για πολλοστή φορά στα περίφημα «Τείχη».
Μία αφιέρωση
Κατ’ εξαίρεση, ένα λήμμα της Βιβλιογραφίας αφορά αφιέρωση του Ξενόπουλου στον Καβάφη. Στη συλλογή διηγημάτων, «Ο Μινώταυρος κι άλλα νέα διηγήματα (1921-1924)», του αφιερώνει το ομότιτλο (στα Άπαντα Ξενόπουλου από τις εκδ. Βλάσση η αφιέρωση έχει απαλειφθεί). Στομφώδης η αφιέρωση, “Στον ποιητή Κ. Π. Καβάφη, τον μεγάλο και αγαπημένο μου, αφιέρωμα”, γεννά το ερώτημα, τυχόν σκοπιμότητας. Η συλλογή εκδόθηκε το 1925, όταν ο Καβάφης είναι το πρόσωπο της ημέρας σε Αλεξάνδρεια και Αθήνα, με πολλούς νέους Αποστόλους του έργου του. Αναμενόμενο, ο Ξενόπουλος να διεκδικεί δάφνες για την πρωτιά της “ανακάλυψής” του. Ιδιαίτερα, όταν πρόκειται για μία έκδοση από οίκο της Αλεξάνδρειας, τα Γράμματα, που έχει ως πρώτο κοινό τους Αιγυπτιώτες. Ο κτητικός χαρακτήρας της αφιέρωσης συνιστά κι αυτός έναν τρόπο διεκδίκησης των οφειλόμενων στο κριτικό του αισθητήριο. Ύστερα, δεν αποκλείεται ο Καβάφης να είχε μεσολαβήσει στον εκδότη Στέφανο Πάργα για την έκδοση, καθώς ο αιγυπτιώτικος κύκλος γνωριμιών του Ξενόπουλου μάλλον περιοριζόταν σε κάποιες αθηναϊκές φιλίες. Δυο ακόμη βιβλία, που τύπωσε στην Αλεξάνδρεια, το 1923 το μυθιστόρημα «Ισαβέλλα» και το 1926 «Ο τρελλός με τους κόκκινους κρίνους» είναι από τον εκδοτικό οίκο του Άγγελου Κασιγόνη, τον οποίο γνώριζε πριν εκείνος εγκατασταθεί στην Αλεξάνδρεια.
Σχετικά με το διήγημα, ο Σαββίδης σχολιάζει πως πρόκειται για “το πιο τολμηρό από κοινωνιολογική, ψυχογραφική, μα και σεξουαλικήν άποψη”, παροτρύνοντας “να εξεταστεί κριτικά ως ποιόν βαθμό ο Ξενόπουλος μπορεί να ταύτιζε τον πρωταγωνιστή του διηγήματός του με τον Καβάφη.” Στη συλλογή συγκεντρώνονται 12 διηγήματα, όπου το ομότιτλο είναι το εκτενέστερο. Το διήγημα «Ο Μινώταυρος» έχει μία μικρή προϊστορία. Πρωτοεκδόθηκε σε συνέχειες στην πρωινή καθημερινή εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος», που ξεκίνησε στις 17 Ιουν. 1923, με τον Ξενόπουλο να γράφει το φιλολογικό χρονογράφημα. Συνολικά, 22 συνέχειες, 26/9/1923-17/10/1923, όπου, στην τελευταία, υπάρχει σημείωση ότι “γράφτηκε τον Γενάρη του 1922”. Παρότι στην εφημερίδα δημοσιεύονται, από τον πρώτο χρόνο, ποιήματα του Καβάφη και άρθρα που κάνουν αναφορά στην ποίησή του, τα οποία βιβλιογραφούνται, το διήγημα διαφεύγει. Και δικαίως, αφού σε αυτήν την πρώτη δημοσίευση δεν υπάρχει η αφιέρωση στον Καβάφη. Σε αντίθεση με άλλα διηγήματα της συλλογής, καθώς και της τακτικής του Ξενόπουλου να ανθολογεί το ίδιο διήγημα σε περισσότερες συλλογές, αυτό δεν αναδημοσιεύτηκε. Ίσως, ακριβώς, λόγω του τολμηρού του χαρακτήρα. Το γεγονός, πάντως, ότι γράφτηκε τρία χρόνια πριν την έκδοση της συλλογής, επιτρέπει την εικασία, με άλλες διαθέσεις ο Ξενόπουλος να έστησε την υπόθεση του διηγήματος και με άλλες να πρόσθεσε την αφιέρωση. Στις αρχές του 1922, είναι νωπή η διάλεξη του Άγρα, που, αρχικά, θα πρέπει να τον δυσαρέστησε, καθώς ένας νεότερος τον παραγκώνιζε προβάλλοντας πρώτος σε ένα νεότερο κοινό τον Καβάφη. Ασχέτως αν στο κείμενο της ομιλίας του, άνοιξη 1923, την παρουσιάζει ενθουσιωδώς, δράττοντας της ευκαιρίας να υπενθυμίσει το πρώτο άρθρο του. Άλλωστε, λειτουργώντας με περίσκεψη, δεν θα παρευρισκόταν στην εκδήλωση. Δεν είχε πάρει ακόμη το πολυπόθητο Αριστείο, πρώτο βήμα προς τον ακαδημαϊκό θώκο.
Το διήγημα φέρει τον υπότιτλο «Μια πολύ παλιά ζακυθινή ιστορία» και “αντί προλόγου”, σημείωμα, που τοποθετεί την ιστορία 130 χρόνια πίσω, δηλαδή στα 1792. Αλληγορικός ο τίτλος, παραπέμπει στο μύθο του Μινώταυρου και του Θησέα, ενώ, για το στήσιμο της υπόθεσης, ο συγγραφέας πορίζεται και από το μύθο του Δούρειου Ίππου και του πονηρού Οδυσσέα. Ο Μινώταυρος του διηγήματος είναι “ο άρχοντας Κούρπας”, που ορίζει μία ολόκληρη γειτονιά. Το παλάτι του φράζει με τον ψηλό τοίχο του περιβολιού το κεντρικό καντούνι. “Αμποδάει τον αέρα, τον ήλιο, το φως, τη λευτεριά...”. “Απ’ ό,τι έκαναν, ό,τι έβγαζαν ήταν υποχρεωμένοι να στέλνουν και στο παλάτι...”. “Άμα δεν έδινε κανείς το πράμα του ή το κορίτσι του με το καλό, του το ’παιρνε με τη βία.” “Ήταν εν’ άγραφο αρχοντικό δικαίωμα, ένα προνόμιο παλιό, ένα φέουδο αλλιώτικο, που η αρχή του χανόταν στα σκοτάδια του μεσαίωνα: ένας φόρος αίματος παρθενικού.”
Σε αντίθεση με τη θυσία στον Μινώταυρο, που ήταν 14 αγόρια και κορίτσια ευγενών οικογενειών, ο Ζακύνθιος άρχοντας αρκείτο σε “κορασιδούλες, δεκατεσσάρω χρονώ”, άντε δεκαπέντε. Με “πρόσωπο πολύ παιδιάτικο, αγνό, αθώο”, που έδειχναν ακόμη μικρότερες. Ειδάλλως, ο συγγραφέας θα ξεπερνούσε τα όρια της ελευθεριότητας, που επιτρέπει “η παλιά ζακυθινή ιστορία”. Τον Αφέντη τον περιγράφει με τους χαρακτηρισμούς, “ένας έκφυλος, άσωτος, λάγνος”. Στο ερώτημα του Σαββίδη, απαντάει η περιγραφή του: “Ήταν ψηλός, μάλλον αδύνατος, άσπρος σα φιλντισένιος, γεμάτος φλεβίτες γαλάζιες και μαβιές, με μαύρα μάτια κάτω από πυκνά φρύδια και με μακρουλό πρόσωπο ολωσδιόλου ξυρισμένο... Η λαγνεία – το κυριότερό του χαρακτηριστικό – ενέδρευε θα ’λεγες στη μύτη, την πελώρια, ευκολοκίνητη και φουσκωμένη στα πλάγια...” Η μύτη του Καβάφη αποτέλεσε το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό του, που ενέπνευσε τους γελοιογράφους.
Αντιμέτωπος με τον Αφέντη βρίσκεται ένας νιόπαντρος “σκαφτιάς”, ο Τζώρτζης, που δεν βρήκε τη γυναίκα του παρθένα και θέλει να εκδικηθεί. Ο συγγραφέας δίνει διδακτικό επίχρισμα στην ιστορία του. “Τρακόσια χρόνια πλακωμένοι”, που σημαίνει αναδρομή στην αρχή της Ενετοκρατίας, “οποια αντίσταση κάποιος αποτολμά καταπνίγεται σαν ανταρσία κι επανάσταση.” Το 1792, όμως, έρχονται τα νέα από τη Φράντζα. “Στα Παρίσια, οι ξυπόλυτοι σηκώσανε μεγάλο ρεμπελιό. Κάνανε γιουρούσι στην Μπαστίλλια”. Στην Ζάκυνθο, οι Γάλλοι έρχονται πέντε χρόνια αργότερα και γίνονται δεκτοί ως ελευθερωτές. Ο “σκαφτιάς” θα βάλει σε πράξη το παράδειγμά τους. Ως άλλος Οδυσσέας, θα μπει με δόλο στο παλάτι και θα βάλει φωτιά. Ο ψηλός τοίχος θα γκρεμιστεί. Όλοι οι φοβισμένοι της γειτονιάς θα πιστέψουν ότι είναι Θεού έργο. Κατά τα άλλα, και τον Τζώρτζη τον βάζουν σε πειρασμό οι κορασίδες. “Τις καθίζει στα γόνατά του.” “Το θερμό, το πονηρό σωματάκι που κρατούσε, δεν του ’κανε καρδιά να τ’ αφήσει.” Πιστεύει, όμως, πως μόνο αν βρει τη δύναμη να αντισταθεί στον πειρασμό, θα μπορέσει να εκδικηθεί, να κάψει το παλάτι και να γκρεμίσει τον τοίχο που φράζει το καντούνι.
Άραγε, ως ποιο βαθμό ο “σκαφτιάς” μπορεί να αντανακλά βιώματα του συγγραφέα. Μήπως ο Ξενόπουλος, με το δίπολο των ηρώων, συνομιλεί με τον ποιητή, διαγκωνιζόμενος μαζί του στο πεδίο της ελευθεριότητας. Ο Αφέντης έχει αφεθεί στην ασέλγεια. Ο Τζώρτζης πολεμάει τον Διάβολο. Τελικά, νικάει, ρίχνει τα “Τείχη”. Ένας εναλλακτικός τίτλος του διηγήματος θα μπορούσε να είναι, τα “Τείχη”, οπότε και η αναφορά στον Καβάφη θα γινόταν ευθεία. Μένει ερώτημα το πώς “ταίριαζε” στη ζωή του Ξενόπουλου το εν λόγω ποίημα. Σύμφωνα με “κουσέλια της δεκαετίας του ’60, που πρόλαβε” ο Σαββίδης, ο Ξενόπουλος “έχει τη φήμη του παιδεραστή”. Βεβαίως, οι φήμες για τους συγγραφείς αποτελούν συχνά απόρροια άκρατου ή, καμιά φορά και ψευδούς βιογραφισμού. Όσο για σήμερα, η σημασία ορισμένων λέξεων με σεξουαλικό περιεχόμενο έχει μετακυλίσει μάλλον σκοπίμως. Έτσι, ο παιδόφιλος, που σημαίνει ο αγαπών τα παιδιά, ταυτίστηκε με τον παιδεραστή, και η ομοφυλία με την ομοφυλοφιλία, για να αποκαθαρθούν του κακόσημου φορτίου τους οι δεύτερες. Μόνο που έτσι, οι πρώτες έμειναν χωρίς εννοιολογικό αντίκρισμα. Διατηρώντας τις λέξεις μακριά από στρεβλωτικές σκοπιμότητες, θα λέγαμε ότι ο Ξενόπουλος στάθηκε δια βίου παιδόφιλος, από τα 27 του αρχισυντάκτης της «Διάπλασης των παίδων» και μετά το 1941 εκδότης. Μοναδική παραχώρηση προς μία οιονεί παιδεραστία, ο έρωτάς του για την μικρούλα Τίτα, “το κοριτσάκι της Διαπλάσεως”, που κατέληξε σε γάμο με την απόλυτα συμβατή διαφορά ηλικίας των 13 χρόνων.
Ένα πρόχειρο συμπέρασμα θα ήταν πως ο Ξενόπουλος ως κριτικός του Καβάφη δείχνει ανεπαρκής. Ένα δεύτερο, πιο ενδιαφέρον για εμάς σήμερα, είναι πως η γνωριμία συγγραφέα-κριτικού καθιστά αδύνατη την ανασύνθεση της σχέσης τους με βάση μόνο τα κριτικά κείμενα. Στοιχεία δευτερογενή, συχνά εξωλογοτεχνικά, όχι μόνο συμπληρώνουν την εικόνα, αλλά επιτρέπουν σωστότερη στάθμιση των κριτικών κειμένων. Αν ο Ξενόπουλος ασχολείτο με τον Καβάφη αργότερα, χωρίς γνωριμία και επιστολικές επαφές, απηλλαγμένος από τη διεκδίκηση κριτικών πρωτείων, η κριτική του θα κόμιζε παρατηρήσεις με αντοχή στο χρόνο. Ιδίως, αν δεν διηύθυνε το περιοδικό “των παίδων” και αν δεν ήταν Ακαδημαϊκός, δηλαδή αν μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερα για το σύνολο των καβαφικών ποιημάτων.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/6/2014.
Ο Καβάφης του Ξενόπουλου ΙΙ
Επιστολικές επαφές
Την ευχαρίστηση της γνωριμίας, ο Καβάφης την διατήρησε, επιστρέφοντας στην Αλεξάνδρεια, ενώ του Ξενόπουλου την έσβησαν οι βιοτικές μέριμνες. Αυτό τουλάχιστον τεκμαίρεται από την αλληλογραφία τους, που ο Σαββίδης αναδημοσιεύει στο βιβλίο του. Ακόμη μία αλληλογραφία του Καβάφη, μετά εκείνη με τον Φόρστερ, που διασώθηκε χάρις στην επιμέλειά του. Ισχνή, περιορίζεται στην περίοδο 1901-1908, με μόνο μία επιστολή του Καβάφη και ένα ευχαριστήριο σημείωμα του Ξενόπουλου στα μεταγενέστερα χρόνια. Σε αυτήν την περίοδο, σώζονται τέσσερις επιστολές Ξενόπουλου, η μία προ της δημοσίευσης του πρώτου άρθρου του και τρεις μετά (26/1/1906, 21/2/1906, 14/2/1907), και τέσσερα σχέδια επιστολών του Καβάφη, όλα μετά τη δημοσίευση. Στην πρώτη επιστολή Ξενόπουλου, αναφέρονται δυο, μη σωζόμενες, επιστολές Καβάφη. Η αλληλογραφία περιορίζεται στις συγγραφικές ενασχολήσεις τους και την εκατέρωθεν αποστολή των πονημάτων τους, κυρίως των συλλογών του Ξενόπουλου και των συνδρομών που ο Καβάφης μπορεί να εξασφαλίσει γι’ αυτές. Όπως και στην αλληλογραφία με τον Φόρστερ, πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα απουσιάζουν. Ενδεικτικά, ο Ξενόπουλος, στην πρώτη επιστολή του, με ημερομηνία 23 Φεβ. 1902, δεν αναφέρει τη γέννηση της κόρης του, στις 5 Φεβρ.
Η πρώτη επιστολή Καβάφη θα πρέπει να στάλθηκε κοντά στην ημερομηνία επιστροφής του στην Αλεξάνδρεια, η δεύτερη προς το τέλος του 1901, όταν αρχίζει να απογοητεύεται με τη σιωπή του νέου του φίλου. Σε αυτές εσωκλείει χειρόγραφα ποιήματα, καθώς και αντίτιμο 12 φράγκων για 4 συνδρομές της δεύτερης συλλογής διηγημάτων του Ξενόπουλου. Στην επιστολή του, ο Ξενόπουλος δικαιολογείται για τη σιωπή του, διαβεβαιώνοντας για τον θαυμασμό του. Για το αληθές του λόγου, αναφέρει ότι έχει ήδη παραδώσει στον Μιχαηλίδη άρθρο για την ποίησή του, που θα δημοσιευτεί στα «Παναθήναια». Οι δικαιολογίες, πως κωλυσιέργησε να δώσει το άρθρο, γιατί φοβόταν άρνηση του εκδότη, δείχνουν μάλλον προσχηματικές. Το γεγονός ότι το άρθρο δημοσιεύθηκε πολύ αργότερα, στις 30 Νοε. 1903, αφήνει το ενδεχόμενο να μην είχε καν γραφεί. Ενδιαμέσως, μπορεί να υπήρξαν κι άλλες επιστολές Καβάφη, ενώ πραγματοποιείται το δεύτερο ταξίδι του στην Αθήνα (Αυγ.-Οκτ. 1903), και μία δεύτερη επίσκεψη στην καινούρια κατοικία του Ξενόπουλου, που ενδέχεται να μην ήταν η μοναδική.
Αμέσως μετά τη δημοσίευση του άρθρου, ο Καβάφης τον ευχαριστεί με ένα ολιγόλογο δελτάριο, στο οποίο απαντά ο Ξενόπουλος κι αυτός με δελτάριο. Αμφότερα μη σωζόμενα. Σώζεται, όμως, σχέδιο αχρονολόγητης επιστολής του Καβάφη, όπου διαβεβαιώνει τον Ξενόπουλο ότι “του ήρεσε πολύ” το άρθρο, αλλά “ηρκέσθην εις δυο λέξεις” δια να μη τον ενοχλήσει με επιστολή. Αυτές οι επιστολικές επαφές τους καθρεφτίζουν τις σχέσεις συγγραφέα-κριτικού. Το άρθρο μάλλον απογοήτευσε τον ποιητή, που θα το ανέμενε, όπως το είχε προαναγγείλει ο Ξενόπουλος, στο ύψος των εγκωμίων του. Από την πλευρά του ο κριτικός, πρέπει να θεώρησε ότι στάθηκε γενναιόδωρος και να περίμενε αντίστοιχες ευχαριστίες. Πάντως, ο Καβάφης, είτε από ευγένεια είτε από σκοπιμότητα, διατηρεί το φιλικό κλίμα. Αν και η φράση “να σας επαναλάβω πόσην χαράν με προξενεί το ότι εκτιμάτε – το ότι εκτιμά κριτικός ως σείς – τα ποιήματά μου”, μάλλον ενέχει ειρωνική απόχρωση.
Το δεύτερο ταξίδι
Οι πληροφορίες για το δεύτερο ταξίδι του Καβάφη στην Αθήνα είναι λιγοστές. Στο χρονολόγιο του Τσίρκα αναφέρεται ότι στις 22 Ιουν. 1903 ζήτησε άδεια για ταξίδι στο εξωτερικό και του δόθηκε τρίμηνη, αρχόμενη στις 3 Αυγ. Όπως και στο πρώτο ταξίδι, έρχεται με τον αδελφό του Αλέξανδρο. Γνωρίζεται με τον Λάμπρο Πορφύρα. Συνάντηση για την οποία δεν δίνεται κανένα στοιχείο. Ενδεχομένως, ο Ξενόπουλος να παρευρισκόταν, καθώς στο άρθρο του αναφέρει τον Πορφύρα ως παράδειγμα λογίου των Αθηνών με τον οποίο συγκρίνει τον Καβάφη. Πάντως, τον Ξενόπουλο “τον επισκέφθηκε παρά την περιπαθή εμπλοκή του με τον ελάσσονα ποιητή, και συνεργάτη των «Παναθηναίων», Αλέξανδρο Μαυρουδή”, όπως σχολιάζει ο Σαββίδης. Μήπως θα ήταν ακριβέστερο ότι τον επισκέφθηκε ακριβώς λόγω του Μαυρουδή ή έστω, λόγω και εκείνου;
Ο Μαυρουδής, ως συνεργάτης των «Παναθηναίων», παρουσιάζεται μόλις το 1905. Ως εκκολαπτόμενος, όμως, θεατρικός συγγραφέας, είναι από νωρίς μέλος της συντροφιάς Ξενόπουλου-Πολύβιου Δημητρακόπουλου. Αργότερα, “σταδιοδρόμησε ως εφήμερος δραματουργός στο Παρίσι”, όπως αναφέρει στο Χρονολόγιο ο Δασκαλόπουλος. Όχι και τόσο εφήμερος, αφού, επί μία εικοσαετία, θεατρικά έργα του παρουσιάζονταν στη σκηνή και κάποια γυρίζονταν ταινίες σε δικό του σενάριο. Ο Ξενόπουλος αναφέρει την επίσκεψη του Καβάφη σπίτι του σε επιφυλλίδα, που δημοσιεύει μία εβδομάδα μετά το θάνατό του: “Ύστερα ήλθε κ’ εκείνος στο σπίτι μου, στο ίδιο σπίτι, που ήξερε και θυμόταν... Τι αναμνήσεις, τι σπαραγμός, μα και τι ευτυχία! Έβλεπα τον άνθρωπο που είχε ζήσει τόσο δυνατά...” Ένα ταξίδι και ένας έρωτας, λοιπόν, που έδωσαν αφορμή για ποικίλες εικασίες. Θα συμφωνούσαμε με την παρατήρηση του Κώστα Ουράνη πως “ο Ξενόπουλος δεν έζησε δυνατά” και ίσως, η φράση του να κρύβει και κάποιο φθόνο.
Αφανείς θιασώτες
Ο Ξενόπουλος αναφέρεται για πρώτη φορά στον Καβάφη με την ευκαιρία της παρουσίασης του Ημερολογίου του Σκόκου του 1903, στο τεύχος της 30ης Νοεμ. 1902 των «Παναθηναίων». Τον χαρακτηρίζει “ιδιόρρυθμο”, “καινότροπο” και “βαθύ ποιητή”, ενώ το δημοσιευμένο ποίημα, «Το πρώτο σκαλί», “θαυμάσιον” μεν αλλά “μαλλιαρόν”. Κοντά ένα μήνα αργότερα, στις 25 Σεπ. 1903, δημοσιεύεται το ποίημα, «Δέησις», του Καβάφη στην εφημερίδα του Δημήτρη Κακλαμάνου «Το Νέον Άστυ» και μετά δυο μέρες, ακολουθεί ανυπόγραφο δημοσίευμα, με τίτλο «Η σπανία ποίησις». Ο Σαββίδης θεωρεί “την απόδοση της πατρότητάς του στον Ξενόπουλο εύλογη”, καθώς εκείνος, στην πρώτη επιστολή του, διατείνεται πως το άρθρο του ήθελε αρχικά να το δημοσιεύσει σε κάποια εφημερίδα. Πιστεύουμε, ωστόσο, ότι ο Ξενόπουλος δεν θα το δημοσίευε ανυπόγραφο. Ανεπιφύλακτα εγκωμιαστικό αυτό το δημοσίευμα, διαφοροποιείται από το γνωστό άρθρο του Ξενόπουλου στα «Παναθήναια» σε ορισμένες επιμέρους παρατηρήσεις: Εκείνος εγκωμιάζει τον Πορφύρα, το δημοσίευμα τον ειρωνεύεται – εκείνος αποκαλεί έμπορο τον Καβάφη, το δημοσίευμα φιλόλογο – εκείνος αποφεύγει τους υπερθετικούς επιθετικούς προσδιορισμούς, το δημοσίευμα χαρακτηρίζει τον Καβάφη “εξαιρετικόν ποιητήν” και τα ποιήματά του “τέλεια”. Μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Ξενόπουλου, ακολουθεί δεύτερο ανυπόγραφο σημείωμα στο «Νέον Άστυ», στις 6 Δεκ. 1903, αναφερόμενο στο άρθρο, το πιθανότερο από τον ίδιο συντάκτη. Πιστεύουμε πως και τις δυο φορές πρόκειται για τον Κακλαμάνο, που γνώριζε τα ποιήματα του Καβάφη τουλάχιστον από το 1896, που δημοσιεύθηκαν δυο στο «Άστυ».
Ενίοτε, ακόμη και ένας επιθετικός προσδιορισμός μπορεί να είναι ενδεικτικός του συγγραφικού ύφους. Ο Ξενόπουλος, από το πρώτο σημείωμα μέχρι και την πρώτη παρουσίαση στη «Νέα Εστία» 28 χρόνια αργότερα, χαρακτηρίζει τον Καβάφη “ιδιόρρυθμο”, και αλλού, εναλλακτικά,“περίεργο”. Ενώ, στο δημοσίευμα αναφέρεται ως “παράδοξος ποιητική προσωπικότης”. Όπως και να έχει, ο Κακλαμάνος, μαζί με τους Μιχαηλίδη και Σκόκο, είναι από τους πρώτους θιασώτες του Καβάφη στην Αθήνα. Ο Μιχαηλίδης, στα «Παναθήναια», δημοσιεύει ποίημα του Καβάφη στο τεύχος της 31ης Αυγ. 1901, δηλαδή ένα μήνα μετά την αναχώρησή του ποιητή από την Αθήνα, δυο ποιήματα μέσα στο 1904 και στην τετραετία, 1905-1908, ένα ποίημα κατ’ έτος. Αντίστοιχα, στο Ημερολόγιο του Σκόκου δημοσιεύονται ποιήματά του μέχρι και τον τόμο του 1907. Και στις δυο περιπτώσεις έχουμε μία κοντά δεκαετή συνεργασία του Καβάφη (στα «Παναθήναια» 1901-1908, Σκόκου 1898-1907). Σε αντίθεση, όμως, με τον Ξενόπουλο, αυτοί οι τρεις δεν το διαλάλησαν και η Καβαφολογία τους προσπέρασε. Όπως προσπέρασε και τους διευθυντές δυο άλλων περιοδικών, που τον καλοσυσταίνουν στις αναμνήσεις τους από την Αίγυπτο. Το 1894 ο Φραγκίσκος Πρίντεζης, το 1896, ο Γεώργιος Τσοκόπουλος.
Βιβλιογραφικά
Στο Γενικό Ευρετήριο της Βιβλιογραφίας Καβάφη, το όνομα του Ξενόπουλου, από το 1902 μέχρι τον θάνατό του, 24 Ιαν. 1951, αναφέρεται σε 32 λήμματα. Αν επεκταθούμε μέχρι και το επετειακό 1953, συμπεριλαμβάνουμε τέσσερις αναδρομικές αναφορές (το άρθρο του Δημαρά, «Ο τεχνικός της κριτικής», στο μεταθανάτιο αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» στον Ξενόπουλο, Χριστούγεννα 1951, επιστολή του Ξενόπουλου προς την Κατίνα Παπά με ημερομηνία 12/5/1922, αναδημοσίευση του πρώτου άρθρου του στο αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» του 1953 και ένα δημοσίευμα, που αμφισβητεί τα πρωτεία του στην ανακάλυψη του Καβάφη). Τα λήμματα φτάνουν τα 36. Σε 24 από αυτά, ο Ξενόπουλος είναι ο συγγραφέας, ενώ στα υπόλοιπα μνημονεύεται.
Θα προσθέταμε μία νεκρολογία του Καβάφη από τον Ξενόπουλο, στη «Διάπλαση των παίδων», που υποδεικνύει ο Σαββίδης, αλλά παραμένει αβιβλιογράφητη. Ακόμη, 12 ανυπόγραφα κείμενα στη «Νέα Εστία» (το εισαγωγικό σημείωμα στο πρώτο ποίημα Καβάφη, που δημοσιεύεται στις 1/1/1930, και 11 σημειώματα της στήλης «Περιοδικά και εφημερίδες» κατά την πρώτη περίοδο, με διευθυντή τον Ξενόπουλο, στα οποία αναφέρεται ο Καβάφης και οι σύγχρονοί τους τα απέδιδαν στον Ξενόπουλο). Συνολικά, 37 είναι του Ξενόπουλου. Αριθμός που, σε συνδυασμό με την χρονολογική κατανομή τους, δημιουργεί την εντύπωση διαρκούς ενασχόλησης με τον Καβάφη. Εν μέρει, αυτό αληθεύει. Το άρθρο του 1903 τον εμπλέκει στην υπόθεση Καβάφη, ιδίως στις επιθέσεις εναντίον του. Είναι ενδεικτικό ότι επτά κείμενα (από το 1906 έως το 1944) συνιστούν απαντήσεις σε δημοσιεύματα εχθρικά ή και απλώς αυστηρά για τον Καβάφη, στις οποίες εκείνος υπερασπίζεται τον Καβάφη ή και εαυτόν, όπου αναφέρεται.
Μετά το πρώτο άρθρο του Ξενόπουλου, την επομένη του εγκωμιαστικού σημειώματος στο «Νέον Άστυ», δημοσιεύεται το πρώτο περιγελαστικό σχόλιο για την ποίηση του Καβάφη στο περιοδικό «Ο Νουμάς». Ένα τετράστιχο του εκδότη Δ. Ταγκόπουλου: “Θαυμάζει ο Ξερνόπουλος / τον Κώστα τον Καβάφη / γιατί ένα ποίημα / τον κάθε χρόνο γράφει”. Το θυμάται ο Ξενόπουλος 40 χρόνια αργότερα, απαντώντας σε δημοσίευμα του Γ. Ι. Φουσάρα. Μέσα στην επόμενη τριετία, μετρούμε δυο παρόμοια σχόλια, με έναυσμα ποιήματα του Καβάφη στα «Παναθήναια»: Στις 15/8/1904 δημοσιεύεται το «Φωνές», στις 17/8/1904, στην εφημερίδα του Γεωργίου Πωπ «Αθήναι» υπάρχει ανώνυμο σχόλιο, εστιασμένο στη γλώσσα, “Τόσον μαλλιαρή πλέον, ώστε και να μη κτενίζεται καν εις ομοιοκαταληξίας και μέτρον”. Στις 15/6/1906, το «Bασιλεύς Δημήτριος», στις 24/9/1906, ψευδώνυμο κοροϊδευτικό σχόλιο στο «Νουμά», στο οποίο σπεύδει να απαντήσει, υπό μορφή επιστολής, ο Ξενόπουλος, καθόσον αναφέρεται ονομαστικά ως εκείνος που ανακήρυξε τον Καβάφη “βαρβάτο ποιητή”. Ο Σαββίδης χαρακτηρίζει την απάντηση μειλίχια, επικαλούμενος επαινετικό σχόλιο του Δημαρά για τον Ξενόπουλο, ότι “μας διδάσκει πως να λέμε το σωστό χωρίς να γινόμαστε χυδαίοι”. Η απάντηση δείχνει περισσότερο σαν αναδίπλωση. Αρχικά, συμπλέει με τους χλευαστές, επαναλαμβάνοντας στη συνέχεια το επιχείρημα του άρθρου του, ότι ο Καβάφης έχει γράψει πέντε-έξη ποιήματα “μεγάλα”, με κορυφαίο, τα «Τείχη».
Αραιότερα, όποτε δίνεται αφορμή από δημοσίευμα ή βιβλίο, επανέρχεται. Τη συνεχή ανάμιξή του στην υπόθεση Καβάφη δείχνουν και άλλες ενέργειες, όπως η υπογραφή του σε διαμαρτυρία διανοουμένων (11/4/1924), αλλά και τρεις συνεντεύξεις του (σε έρευνα για τον Καβάφη του Μ. Βαϊάνου 21/5/1924, στο περιοδικό «Παναιγύπτια» 29/2/1936, στην Τερέντσιο 1/5/1949), που έχουν κύριο θέμα τον Καβάφη. Ενδεικτική είναι και η καβαφική σχολιογραφία στο περιοδικό του. Με εξαίρεση ένα ειρωνικό σχόλιο γενικώς για τους λογίους της Αλεξάνδρειας, όπου οι βολές πιάνουν και τον Καβάφη, τα υπόλοιπα τάσσονται στο πλευρό όσων τον θαυμάζουν, στρεφόμενα κατά υβριστών του, όπως ο Ταγκόπουλος, ή και διορθώνοντας αυστηρές κριτικές για επιμέρους ποιήματα όπως του Μαλάνου.
Ο Ξενόπουλος δεν δηλώνει μόνο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Προβάλλει την προσωπική τους σχέση, με κείμενα συναισθηματικά φορτισμένα, όπως εκείνο για το τελευταίο ταξίδι του Καβάφη στην Αθήνα και οι τρεις νεκρολογίες. Ενδεικτική σχετικά είναι και η επιστολή στην φίλη του Κατίνα Παπά. Όσο για τα κείμενα του κριτικού Ξενόπουλου, καταλαμβάνουν 11 λήμματα: Το πρώτο σχόλιο του 1902, δυο γενικόλογες αναφορές περί νεοελληνικής ποίησης και αλεξανδρινής λογοτεχνίας, το εισαγωγικό σημείωμα για το πρώτο ποίημα Καβάφη στη «Νέα Εστία», υπογεγραμμένο από την σύνταξη του περιοδικού, και επτά λήμματα, που αντιστοιχούν σε τρία κείμενα. Αυτά είναι το πρώτο άρθρο και δυο ομιλίες, με τις αναδημοσιεύσεις τους (τρεις φορές δημοσιεύτηκε το πρώτο άρθρο, 1903, 1933 και 1953 στα αντίστοιχα αφιερώματα της «Νέας Εστίας», άπαξ η δεύτερη ομιλία και τρις η τρίτη). Το ειδολογικό φάσμα των κειμένων συμπληρώνεται με μία αφιέρωση διηγήματος του Ξενόπουλου στον Καβάφη.
Λανθάνον Ιωβηλαίο
Θυμίζουμε πως η πρώτη ομιλία προοριζόταν για τιμητική εκδήλωση στην Αλεξάνδρεια, το “Ιωβηλαίο” του κατά τον Ξενόπουλο, πιθανώς Απρ. 1923. Λανθάνει στα Χρονολόγια. Ίσως την ματαίωσε ο θάνατος του αδελφού του, Τζων, στις 9 Φεβρ. 1923. Παρότι ο Ξενόπουλος είχε προσκληθεί από την οργανωτική επιτροπή, δεν σκόπευε να παρευρεθεί. Έστειλε το κείμενο της ομιλίας του, που δημοσιεύθηκε δυο χρόνια αργότερα στο περιοδικό του Βαϊάνου «Νέα Τέχνη». Φόρτος εργασίας ή συντηρητική στάση; Ενώ, η δεύτερη, με τίτλο, «Το ανθρώπινο στην ποίηση του Καβάφη», πραγματοποιήθηκε στο Ελληνικό Ωδείο στις 29/11/1933, επαναλήφθηκε με αλλαγές στις 30/4/1940 στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στις 8/6/1943 στο Θέατρο Κυβέλη. Δημοσιεύθηκαν τα κείμενα της πρώτης και της τρίτης μορφής, για την ενδιάμεση υπάρχουν αναφορές στον Τύπο.
Ο Ξενόπουλος, στην πρώτη συναγωγή κριτικών κειμένων του, το 1923, δεν περιλαμβάνει το άρθρο του 1903. Στην δεύτερη, το 1937, περιλαμβάνει το πρώτο και εκείνο της δεύτερης ομιλίας. Και πράγματι, το κείμενο της πρώτης ομιλίας δεν συνιστά κριτική αποτίμηση. Μνημονεύει το πρώτο άρθρο του, εξομολογούμενος τους αλλοτινούς φόβους του για το πώς θα αντιδρούσε ο κύκλος του περιοδικού, οι αναγνώστες, ακόμη και ο ίδιος ο ποιητής, αλλά και για το κατά πόσο ο χρόνος θα δικαίωνε την κρίση του. Αυτή η περιπόθητη δικαίωση ήρθε, όπως αναφέρει, σε μία γιορτή προς τιμή του Καβάφη, που έγινε προ δυο χρόνων στην Αθήνα. Τον δικαίωσαν όσα είπε ο ομιλητής αλλά κυρίως η αντίδραση του νεαρού ακροατηρίου. Δεν ονοματίζει τον ομιλητή, μόνο τον περιγράφει: “Νέος λογοτέχνης, από τους καλύτερους, τους κριτικώτερους της γενεάς του, – αγέννητος ίσως όταν πρωτόγραφα εγώ στα «Παναθήναια»”. Αγέννητος όχι, αλλά μόλις τετραετής. Πρόκειται για τον Τέλλο Άγρα και την διάλεξή του στο Ελληνικό Ωδείο στις 30 Μαρ. 1921. Συμπληρώνει την εικόνα με την απαγγελία ποιημάτων: “Δίπλα του, μια νέα κοπέλα, αισθαντική, φιλολογικά μορφωμένη και γυμνασμένη στη θεατρική τέχνη, τ’ απάγγειλε θαυμάσια.” Είναι η Μπατιστάτου του θιάσου του Βασιλικού Θεάτρου. Σε κρεσέντο η κατακλείδα: “Α, τι χαρά που μπορώ τώρα να φωνάζω ως τ’ αστέρια την αγάπη μου και τον θαυμασμό μου για τον Καβάφη!”
Το αξιοπερίεργο για τους δύο αυτούς κριτικούς της καβαφικής ποίησης είναι το εξής: Λίγο αργότερα, στο καβαφικό περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη» (1926 - 1931), ενώ ο Ξενόπουλος απουσιάζει ως συνεργάτης, ο Άγρας, αντιστρόφως, συναντάται ανάμεσα στους τακτικούς συνεργάτες. Η απάντηση στο γιατί ο Ξενόπουλος εξαιρείται, μένει μετέωρη.
Συνέχεια και τέλος την επόμενη Κυριακή.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/6/2014.
Ιστορίες της Θεσσαλονίκης
Γιώργος Γκόζης
«Αφήστε με να ολοκληρώσω»
Εκδόσεις Πόλις
Μάρτιος 2014
Ακριβώς πριν δώδεκα χρόνια, Μάρτιο 2002, μία τριάδα κριτικών χαιρέτιζε την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Θεσσαλονικιού Γιώργου Γκόζη, που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Επρόκειτο για την αφρόκρεμα της κριτικής, όχι λόγω των προσώπων, για τα οποία ο καθένας μπορεί να έχει τη δική του άποψη, αλλά με βάση τις έγκριτες εφημερίδες, στις οποίες τότε δημοσιεύονταν τα κείμενά τους. Δεν ήταν μία απλώς ευμενής υποδοχή. Συνιστούσε ομόφωνη επιδοκιμασία, η οποία συνεχίστηκε με άλλες κριτικές που ακολούθησαν. Επρόκειτο για ομοβροντία επαίνων, που έθετε υψηλές απαιτήσεις για το επόμενο βιβλίο του. Τώρα, κατά πόσο το ανέβασμα του πήχη των προσδοκιών συνέτεινε στην καθυστέρηση της δεύτερης εμφάνισης του εν λόγω πρωτοεμφανιζόμενου, μένει ζητούμενο.
Υπάρχουν περιπτώσεις που η καλή υποδοχή οδήγησε σε καθυστερημένη επανεμφάνιση ή, ακόμη, και σε σιωπή. Ένα καλό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Γιάννη Πατσώνη, που εξέδωσε στην ίδια ηλικία με τον Γκόζη, αλλά είκοσι χρόνια νωρίτερα, το 1982 και μετά το 1984, δυο ολιγοσέλιδες συλλογές και από τότε σιώπησε. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησε το πάλεμα με τη γραφή. Θεσσαλονικιός κι εκείνος. Γενικότερα, παρόμοιες συγγραφικές συμπεριφορές απαντώνται σε ευαίσθητους Βορειοελλαδίτες. Σε αντίθεση με τους Αθηναίους, που, όταν τύχουν θερμής υποδοχής, αντιδρούν “υγιώς”, εκδίδοντας, στη συνέχεια, με σταθερή τακτικότητα. Μπορεί να υποχωρούν ποιοτικώς, αλλά εγγράφονται στους επαγγελματίες συγγραφείς. Αν διαθέτουν, επιπροσθέτως, τις πλάτες ενός δραστήριου εκδότη, γίνονται μόνιμοι τρόφιμοι των ΜΜΕ. Αρχικά των πολιτιστικών σελίδων και εκπομπών, αργότερα και με βάση τους ρυθμούς που αυξάνεται η αναγνωρισιμότητά τους, κοινώς η φασαρία που κάνουν γύρω από το πρόσωπό τους, βγαίνουν και στα τηλεπαράθυρα.
Ο τίτλος του πρώτου βιβλίου του Γκόζη, «Ο νυχτερινός στο βάθος», κρυπτικός στην πολυσημία του, προσιδιάζει σε εκείνη τη συλλογή των έντεκα διηγημάτων. Είναι ένας τίτλος τελείως διαφορετικός από τον πρόσφατο. Δικαιολογημένα, άλλωστε, αφού το δεύτερο βιβλίο του είναι εντελώς άλλης σύλληψης. Ουδόλως κρυπτικός ο νέος τίτλος, καθώς πρόκειται για την αγανακτισμένη κραυγή των προσκεκλημένων στις πάσης φύσεως τηλεοπτικές εκπομπές, που αντηχεί στα αυτιά όλων μας. Ιδιαίτερα στις εκπομπές πολιτικού περιεχομένου, στις οποίες χρωματίζεται με υστερικούς τόνους, καθίσταται, για τον μη εθισμένο τηλεθεατή, σχεδόν εφιαλτική. Με αυτόν τον εμφατικό τίτλο, επιλέγει ο Γκόζης να δηλώσει την αλλαγή συγγραφικής πλεύσης, που θα πρέπει να απηχεί και αλλαγή ρότας στην προσωπική του ζωή. Σύμφωνα με τα βιογραφικά στο “αυτάκι” των δυο βιβλίων του, αφού ολοκλήρωσε, μεταπτυχιακού συμπεριλαμβανομένου, σπουδές Θεολογίας, βρήκε δουλειά σε ναυτιλιακό γραφείο. Ίσως, βοήθησε η κατοχή τριών ξένων γλωσσών, που αναφέρεται στο πρώτο βιογραφικό. Οπότε, πιθανώς, και λόγω γλωσσομάθειας, απωλέσαμε έναν δυνάμει επίλεκτο διηγηματογράφο και κερδίσαμε έναν καυστικό και χυμώδη πεζογράφο. Η διαφορετική, πάντως, θυμική διάθεση, που χαρακτηρίζει το πρόσφατο βιβλίο, θα πρέπει να αποδοθεί στη γενικότερη μόλυνση της παγκοσμιοποίησης, στην οποία ο συγγραφέας μένει σήμερα περισσότερο έκθετος λόγω των επαγγελματικών του απασχολήσεων. Ο καινούριος Γκόζης φαίνεται πως αδυνατεί “να λύσει τους κάβους” και να ανοιχθεί στην υπεραισθητή “ράδα”, γράφοντας ένα διήγημα όπως το υποβλητικό «Κατάφωτη η Σύναξις», δημοσιευμένο το 2000, όταν ακόμη, τουλάχιστον η Θεσσαλονίκη, διέσωζε την ψυχή της.
Ουσιαστικά, ο τίτλος του βιβλίου αποτελεί τον τίτλο του κειμένου στο οπισθόφυλλο, που έχει ως θέμα τα τηλεπαράθυρα και την ακατάσχετη πολυλογία των προσκεκλημένων. Το λεκτικό μαστίγωμα, που τους επιφυλάσσει ο συγγραφέας, προετοιμάζει για τη στροφή του στη σάτιρα. Ο Γκόζης, με ένα παιχνίδισμα αυτοσαρκασμού στο τέλος του εν λόγω κειμένου, ζητά εμμέσως την ανοχή μας για το βιβλίο που τελικά ολοκλήρωσε. Όχι, όμως, με δέκα ετών καθυστέρηση, όπως αναφέρει, αλλά με δώδεκα. Εκτός κι αν απαιτούνται δυο χρόνια για την κάθοδο ενός Βορειοελλαδίτη συγγραφέα στην αθηναϊκή εκδοτική παλαίστρα. Όπως και να έχει, πρόκειται για μία συλλογή δέκα οκτώ ιστοριών, χωρίς αναφορά καμίας προδημοσίευσης. Ενώ, στο πρώτο βιβλίο, τα εννέα από τα έντεκα διηγήματα είχαν δημοσιευθεί μέσα σε μια τετραετία πριν την έκδοσή του. Συν τη βράβευση ενός από αυτά σε διαγωνισμό διηγήματος του 2001, όπου, σε αντίθεση με τους σημερινούς, η κριτική επιτροπή, τουλάχιστον ορισμένα από τα μέλη της, διέθετε αισθητικό κριτήριο. Άρα, η δηκτική διακωμώδηση των δημόσιων ηθών, που, σε κάποιες από τις καινούριες ιστορίες, μορφοποιείται σε οργίλη σάτιρα, για την οποία ελάχιστα προϊδέαζε η υπονομευτική ειρωνεία σε ορισμένα από τα παλαιότερα διηγήματα, καλλιεργήθηκε, χωρίς έξωθεν ενθάρρυνση, κατά μόνας.
Από μία άποψη, ο σατιριστής είναι ένας ανεπιθύμητος έως και αποσυνάγωγος, αφού καυτηριάζει τρέχουσες συμπεριφορές. Παρομοίως, ο νοσταλγός παλαιότερων εποχών συχνά κηρύσσεται απόβλητος ως παρωχημένος. Ο Γκόζης περισώζεται, ιδίως όταν επαναφέρει μνήμες της εφηβείας με σκωπτικό τόνο. Αντιθέτως, όταν ενδίδει στη νοσταλγική εντρύφηση, οι ιστορίες του βουλιάζουν στο συναισθηματισμό. Ακόμη και ιστορίες, που έγινε προσπάθεια να αναδειχθούν με μορφικές διαφοροποιήσεις, όπως η επιστολική «...και δε με λες, σ’ αρέσει ο πουρές;» ή η παραμυθικής υφής, σύμφωνα και με τον τίτλο της, «Παραμύθι για ένα Αγόρι».
Αυτή η δεύτερη ιστορία θα πρέπει, κατά τις ενδείξεις, να έδωσε την ιδέα του εξωφύλλου. Ευρηματικό όσο και εντυπωσιακό, αφού πρόκειται για λεπτομέρεια φωτογραφίας του Γερμανού Άλφρεντ Αϊζενστάντ, που πολιτογραφήθηκε Αμερικανός τις παραμονές του τελευταίου Πολέμου και στάθηκε ο διασημότερος φωτογράφος του περιοδικού «Λάιφ». Κοντά εκατό χρόνια έζησε ο Αϊζενστάντ, την αθανασία όμως την κέρδισε με ένα κλικ, εκείνο που απαθανάτισε τον ενθουσιασμό για τη λήξη του Πολέμου με το φιλί ενός ναύτη σε άγνωστή του νοσοκόμα, ανάμεσα στο πλήθος, στο Τάιμς Σκουέρ της Νέας Υόρκης. Με βάση το όνομα του φωτογράφου, χωρίς επεξηγηματική λεζάντα, η επιλογή της φωτογραφίας χρεώνεται στην ταλαντούχο μακετίστρια Μαρία Τσουμαχίδου. Με βάση, όμως, το θέμα, δείχνει τον συγγραφέα. Τα παιδιά με τα γεμάτα αγωνία, ίσως και τρόμο, μάτια, που κοιτάζουν μετωπικά τον φακό, παρακολουθούν, σε μία υπαίθρια παράσταση, τον Άι-Γιώργη να σκοτώνει τον Δράκο. Όχι στη Θεσσαλονίκη αλλά στο Παρίσι, πριν πενήντα χρόνια.
Ανηλεής δείχνεται ο σατιρικός λόγος, όταν επικεντρώνεται, όπως το κείμενο του οπισθόφυλλου, σε τύπους και καταστάσεις πανελληνίως σήμερα αναγνωρίσιμους. Λ.χ., στο διήγημα, με τον εύστοχο τίτλο, «Θεράπων υπουργός», κατά το “θεράπων ιατρός”, προβάλλεται ένα πρότυπο υπουργού, που προκύπτει από τον διαπαιδαγωγημένο ως κομματικό θεράποντα, ενώ στο διήγημα «Το Πλοίο της Αγάπης», όπως αποκαλούν οι φαντάροι, προσπαθώντας να διατηρήσουν το χιούμορ τους, “το σκουπιδιάρικο στο στρατό”, η σάτιρα βρίσκει πρόσφορο στόχο στην ελεεινή κατάσταση, που επικρατεί στο στρατόπεδο. Ασχέτως αν ο λόγος, επιδιώκοντας να γίνει καυστικός, εκπίπτει στον ωμό ρεαλισμό, εξαντλώντας την περιγραφική του δεινότητα στην λεπτομερή απόδοση αηδιαστικών σκηνών. Και πάλι, όμως, αφηγηματικά το αποτέλεσμα είναι πιο ικανοποιητικό από την ελλοχεύουσα παρεκτροπή μίας διδακτικής τάσης, που δεν αποφεύγεται στη σκιαγράφηση ενός άλλου είδους ανθρώπου, που βγαίνει στα τηλεπαράθυρα. Του “αυτόπτη” μάρτυρα, στο ομότιτλο διήγημα. Όχι του συμπτωματικά αυτόπτη, αλλά του συστηματικού, που λαχταράει την τηλεοπτική δημοσιότητα. Αυτός είναι ικανός πολλές φορές να περιγράφει “και ό,τι δεν συμβαίνει” ή αν σταθεί τυχερός και έχει συμβεί, να το διογκώνει, ώστε να κριθεί άξιο για περισσότερο τηλεοπτικό χρόνο, άρα και μεγαλύτερη δική του δημόσια έκθεση.
Εκτός από χαρακτηριστικούς τύπους, σε ορισμένες ιστορίες, στο στόχαστρο βρίσκονται κάποιες καταστάσεις, που, κατά μία οπτική, αγγίζουν τα όρια της νοσηρότητας. Ο αφηγητής παριστάνει ότι εξυμνεί τις συγκεκριμένες συνθήκες, ενώ, με τις υπερβάλλουσες λεκτικές διατυπώσεις, που επιστρατεύει, τονίζει τη γελοιότητα των προσώπων. Δυο ιστορίες με κωμικά ευρήματα αφορούν περιστάσεις, που έχουν σχετικά πρόσφατα προκύψει ως απότοκα της ψηφιακής τεχνολογίας. Το «Τηλεκηδείες live» και κυρίως, το «Ακηδία.com» διαθέτουν την οικονομία του διηγήματος και διασκεδαστικές ατάκες. Κάτι που δεν ισχύει για δυο άλλα διηγήματα, που καταπιάνονται με το επίσης καινοφανές θέμα διδασκαλίας της συγγραφικής τέχνης. Τα μαθήματα δημιουργικής γραφής είναι τόσο της μόδας, από τότε που τα εισαγάγαμε, που αποτελούν ταμπού για τη σάτιρα. Πόσω μάλλον από νεότερο συγγραφέα. Ο Γκόζης το αποτολμά στο «Ασκήσεις Δημιουργικής Αντί-Γραφής», αλλά αρκείται σε μία ξεδοντιασμένη παρωδία. Ενώ το «Συνταγή μαγειρικής: Διηγήματα ρολάκι» τραβάει εις μάκρος με άσφαιρα πυρά και λογοπαίγνια. Κι όμως, σε τέτοια θέματα, που απαιτούν πνευματώδη ανάπτυξη, δοκιμάζεται ο σατιριστής και όχι στους εύκολους στόχους, όπως, για παράδειγμα, ο Έλληνας σύζυγος που εζήλωσε τις επιδόσεις του Τούρκου “πηδηχταρά” και υποβλήθηκε σε «Αποκοπή χαλινού».
Ως το μοναδικό, ίσως, σταθερό σημείο στις μυθοπλασίες του, τις παλαιές και τις πρόσφατες, προβάλλει η Θεσσαλονίκη. Είναι η όψη της πόλης από την οπτική γωνία ενός που άρχισε να την περπατάει αρχές δεκαετίας του ’80. Στις αμιγώς θεσσαλονικιώτικες ιστορίες, ο Γκόζης δείχνει τη μεγάλη αφηγηματική του άνεση και το λεκτικό εύρος που διαθέτει. Αυτές δεν στήνονται, όπως οι παλαιότερες της γενέτειρας, γύρω από κάποιο συμβάν ή τις κινήσεις ενός χαρακτηριστικού προσώπου. Εδώ αφορούν, σύμφωνα και με τον συγκεντρωτικό τίτλο τριών εξ αυτών, “τις φυλές της πόλης”, τις οποίες ζωντανεύει μυθοπλαστικά με οίστρο ο συγγραφέας. Στη Θεσσαλονίκη του, μία ανδροκρατούμενη πόλη, το παρεμπόριο στις πλατείες το έχουν αναλάβει “οι Πρίγκιπες”, τις επικίνδυνες σφήνες οι “Παπόβιοι Άγγελοι”, ενώ το επίλεκτο κοινό, το πλέον “ενθουσιώδες και εκδηλωτικό”, στα δυο ανοιχτά θέατρα του Κ.Θ.Β.Ε., το απαρτίζουν οι “Εφοπλιστές του Βουνού”, μία όλως ιδιαίτερη περίπτωση τζαμπατζίδων. Σε μία άλλη τριάδα ιστοριών, αντανακλάται η πόλη σε εκείνη τη “μεταβατική” για τη χώρα δεκαετία. Συμμετέχουμε νοερά σε διαδρομές με το λεωφορείο και σε περιπάτους. Σαν σε μαγική εικόνα, προβάλλουν τα αλλοτινά καφέ και τα μπαράκια, με τους θαμώνες τους. Κάθε στέκι και μία άλλη “φυλή”, με σήμα κατατεθέν τους επώνυμους της εποχής. Λ.χ., τον Τάκη Κανελλόπουλο ή τον Κωστή Μοσκώφ.
Μία από τις ιστορίες, το «Play Bouzouki», ξεφεύγει από την οικονομία που επιβάλλει η μυθοπλαστική σύνθεση. Αυτή στρέφεται γύρω από τις “φυλές” των ημερήσιων θερινών εκδρομέων. Πιο συγκεκριμένα, των συνεπιβατών στο λεωφορείο με προορισμό “την κοινοτική πλαζ Επανωμής στο Κτήμα του Καραγκιόζη”. Υπαρκτό το τοπωνύμιο, αν και αγνώστου σε μας ετυμολογίας, δείχνει περισσότερο ως μυθοπλαστικό εύρημα. Η εξιστόρηση όσων συμβαίνουν εντός του λεωφορείου κατά τη διαδρομή διαστέλλεται, αποτελώντας το κυρίως θέμα. Η ιστορία μακραίνει, δοκιμάζοντας τις αντοχές της, με την περιγραφή της κασέτας, που αποτελεί τη μία και μοναδική μουσική υπόκρουση. Παρατίθεται πλήρης αναφορά τραγουδιστών και ασμάτων. Ονόματα και στίχοι που σήμερα, τουλάχιστον για τον κάτοικο πρωτευούσης, είναι παντελώς άγνωστα. Κι όμως, ακόμη κι αν τα ονόματα δεν κουβαλούν το αναλογούν συγκινησιακό φορτίο, ο σχολιασμός της κάθε περίπτωσης, πάντοτε σε χιουμοριστική σύζευξη με τα λόγια των τραγουδιών, φτιάχνει στο ακέραιο την ατμόσφαιρα. Παρεμπιπτόντως, όποιος γκάγκαρος κριτικός αποκαλεί παρόμοιες ιστορίες ηθογραφία είναι άγευστος ποιήσεως.
Ο Γιώργος Γκόζης ολοκλήρωσε, έστω και με καθυστέρηση, το βιβλίο του. Μόνο που δεν ήταν αυτό που εμείς περιμέναμε. Ωστόσο, με τις πρόσφατες ιστορίες του έδειξε κι άλλες εμμονές και διαφορετικές ικανότητες. Έτσι εμφανίζεται μετέωρος μεν, αλλά ενδιαφέρων. Κάπου μεταξύ Αγιολογίας και Ναυτιλίας, μεταξύ θεσσαλονικιώτικης μυθολογίας και σάτιρας, τον περιμένουμε να ξαναδώσει δυναμικά το παρόν. Όμως αυτή τη φορά σε λιγότερο από δώδεκα χρόνια.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημρίδα "Η Εποχή" στις 15/6/2014.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.



