close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΑΡΝΙΑ - ΟΙ ΚΥΡΑΔΕΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΑΡΝΙΑ - ΟΙ ΚΥΡΑΔΕΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

Κεφάλαιο 11 (τελευταίο). "Πίσω ξανά"

 

Image

Φωτογραφία από εδώ


Στον πανέμορφο υποθαλάσσιο κήπο, όπου είχε συντελεστεί η προδοσία, συγκεντρώθηκαν οι Θαλασσινοί άρχοντες και οι επισκέπτες τους. Μα σήμερα κανείς δεν είχε μάτια για τις ομορφιές. Στάθηκαν όλοι πάνω από τα χείλη της δίνης, που περιστρεφόταν γαλήνια σα φτιαγμένη από γκρίζο σύννεφο.

«Ξέρετε τι είναι αυτό» άρχισε η Αύρα κι η φωνή της γινόταν όλο και πιο δυνατή και σταθερή. Όλοι κούνησαν το κεφάλι τους.

«Μια χρονοδίνη» είπε σοκαρισμένη η Αλμύρα.

«Την άνοιξε η πονηρή αδελφή μας με το γαμπρό μας, μ’ ένα χρονοσπόρο που πήραν κρυφά μια νύχτα από τη Μαϊμού γριά Μάγισσα. Τη συνάντησαν στην ακρογιαλιά και της έδωσαν ποιος ξέρει τι ανεκτίμητους θησαυρούς του Βυθού. Μα ό,τι θησαυρούς κι αν της έδωσαν, για μας έχει μεγαλύτερη αξία το Βυθισμένο Κιούπι!».

Οι τέσσερις φίλοι άκουγαν με ιδιαίτερη προσοχή· ώστε γι’ αυτό η Μάγισσα παραπλάνησε το στρατηγό κι εκείνους είχε προσπαθήσει να τους ξεκάνει – δεν είχαν καμιά αμφιβολία πως οι Ύαινες ήταν τα τσιράκια της.

«Σ’ αυτή τη χρονοδίνη έριξαν τον πρίγκιπα Ύαλο, που ήρθε να με ζητήσει σε γάμο. Τον παρέσυραν εδώ, δήθεν για περίπατο, μαζί με τους εννιά πιστούς του συντρόφους. Τους έριξαν μέσα με τη βοήθεια του Καρχαρία και των Καβουριών. Σ’ αυτή τη δίνη πέταξαν και το Βυθισμένο Κιούπι. Και πιστεύω, αδελφή μου Φουρτούνα, πως εδώ μέσα βρίσκεται κι ο σύζυγός σου, ο Ζέφυρος».

«Πώς τα ξέρεις όλ’ αυτά;» ρώτησε η Πικρίσσα.

Η Αύρα χαμήλωσε το μελαγχολικό βλέμμα της.

«Τους άκουσα να τα λένε πριν τη συνάντησή μας στην Αίθουσα των Θρόνων με τον πρίγκιπα Ύαλο και τη συνοδεία του. Με κατάλαβαν και με απείλησαν πως, αν τους αποκαλύψω, λατρευτέ μου πατέρα, θα σε σκοτώσουν!».

Ο Πρωτέας χάιδεψε τη θυγατέρα του στα μακριά βιολετιά μαλλιά της.

«Όπως είδες», χαμογέλασε τρυφερά, «δεν είναι και τόσο εύκολο».

«Πού να το ξέρω; Αιώνες τώρα που ζούμε, ποτέ δε σε είδα να πολεμάς· δεν ήξερα τι δυνάμεις έχεις».

«Και ποιος ήταν ο σκοπός τους;» ρώτησε η Κοραλλένια.

«Η εξουσία» αποκρίθηκε η Αύρα. «Πόλεμος με τους Λαμπηδόνες και παράλληλα δεύτερο και μεγαλύτερο θανατικό από την εξάντληση του Αλατιού, θα κάνανε το Βασίλειό μας να καταρρεύσει! Σκόπευαν να εξοντώσουν ύπουλα τον πατέρα, να ξεφορτωθούν όσες αδελφές μας και όσους πρίγκιπες θα έμεναν ζωντανοί απ’ τις μάχες, κι έπειτα, με μια σειρά προσεχτικά σχεδιασμένους εμφύλιους πολέμους, να κατακτήσουν ένα ένα όλα τα Βασίλεια της Θάλασσας. Τότε θα ξανάφερναν στον Κόσμο μας το Βυθισμένο Κιούπι – γι’ αυτό και δεν έκλεισαν τη χρονοδίνη, αλλά τη φρουρούσαν – και η ζωή στις Θάλασσες και τους Ωκεανούς θα ξανάβρισκε σιγά σιγά την ισορροπία της…».

Η Αύρα ολοκλήρωσε τη διήγησή της, μα όλοι παρέμεναν σιωπηλοί. Δε φαντάζονταν τέτοια σκληρότητα, απληστία και δίψα για την εξουσία.

«Ξέρω πως δηλητηρίαζαν κρυφά με φαρμακερά φύκια το φαγητό μου» πρόσθεσε η Αύρα. «Νόμιζαν πως δεν το ’χα καταλάβει… Γι’ αυτό εξασθενούσα και χλόμιαζα μέρα με τη μέρα».

Όλες οι Θαλασσοκυράδες πλησίασαν και την έσφιξαν στην αγκαλιά τους. Οι τέσσερις φίλοι ένιωσαν συγκινημένοι. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν τις άγριες πρώτες αδελφές, τη Θάλασσα, την Αλμύρα, τη Φουρτούνα και την Πικρίσσα, να μαλακώνουν την έκφρασή τους και να συμπεριφέρονται με τρυφερότητα.

Ο πρίγκιπας Βορέας ξερόβηξε τραβώντας την προσοχή τους.

«Συγχωρέστε με» είπε, «μα νομίζω πως πρέπει να φέρουμε πίσω εκείνους και εκείνα που χάσαμε».

«Πώς όμως;» αναρωτήθηκε ο Εύδροσος. «Πού οδηγεί η χρονοδίνη και πώς θα γυρίσει πίσω όποιος πέσει μέσα;».

«Επιτρέπετε;» είπε ο Αλή σηκώνοντας το χέρι του.

«Και βέβαια, Ειλικρινή, Γιε του Αδάμ» είπε με σεβασμό ο Πρωτέας.

Το αγόρι έβαλε το χέρι στην τσέπη του και το έβγαλε με τη χούφτα γεμάτη μικρούς κόκκινους στρογγυλούς καρπούς.

«Οι καρποί της επιστροφής» είπε με θαυμασμό ο Πολεμιστής Ήλιος. «Από το θάμνο Πίσω ξανά… Τους έχω ακούσει σα θρύλο, μα δεν τους είχα δει ποτέ μέχρι τώρα».

«Είναι το δώρο του Ασλάν για την επιστροφή των αιχμαλώτων και την αποκατάσταση της ζωής στο Αλμυρό Νερό» είπε το Μικρό Άνθος και πρόσφερε γεμάτη τη δική της χούφτα. Το ίδιο έκαναν κι ο Οπάλιος με το Τζαμάλ.

Οι τολμηροί πρίγκιπες Ακύμαντος και Πορφύριος, σύζυγοι της Αλμύρας και της Πικρίσσας, πήραν μερικούς καρπούς. Έλαβαν μ’ ένα βλέμμα την έγκριση του Πρωτέα και βυθίστηκαν στη δίνη.

***

Το εσωτερικό της χρονοδίνης έμοιαζε να βγάζει σ’ έναν άλλο Κόσμο. Κολύμπησαν με βία, σαν ένα αόρατο πελώριο κύμα να τους ανάγκαζε να περιστρέφονται – κολύμπησαν και κολύμπησαν, τους φάνηκε πως πέρασαν ώρες κι άρχισαν ν’ απελπίζονται. Μα κάποια στιγμή ξέφεξε κάτι σαν πλάτωμα κι η περιδίνηση σταμάτησε.

Σ’ εκείνο το πλάτωμα, παγιδευμένοι ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του χρόνου, αμίλητοι και θλιμμένοι, βρίσκονταν οι εννιά εξαφανισμένοι Λαμπηδόνες κι ο πρίγκιπας Ζέφυρος. Δεν υπήρχε νερό εκεί, ούτε αλμυρό ούτε γλυκό, κι ο Ζέφυρος, παρά την ικανότητά του ν’ αναπνέει και στη Στεριά – όπως όλοι οι άρχοντες κι οι αρχόντισσες του Βασίλειου της Θάλασσας – είχε πια αρχίσει να υποφέρει από δύσπνοια.

Μόλις τους είδε χαμογέλασε ανακουφισμένος κι οι Λαμπηδόνες αναπήδησαν και ξέσπασαν σε πανηγυρισμούς. Οι δυο πρίγκιπες αγκάλιασαν το συγγενή τους και χαιρέτισαν εγκάρδια τους Λαμπηδόνες.

Πρόσφεραν στον καθένα από ένα μαγικό καρπό, έφαγαν κι εκείνοι και με μιας βρέθηκαν πίσω, έξω απ’ τα χείλη της δίνης, στο Κοραλλένιο Παλάτι.

Οι Θαλασσοκυράδες έπλεξαν φυσαλίδες γύρω απ’ τους Λαμπηδόνες βοηθώντας τους ν’ αναπνέουν. Όμως αμέσως κατάλαβαν, και πιο πολύ η Βασίλισσα Ίριδα, που ένιωσε μια κρυάδα, πως κάτι δεν πήγαινε καλά· ο πρίγκιπας Ύαλος δεν ήταν μαζί τους.

«Πού είναι ο γιος μου;» ρώτησε η Βασίλισσα.

Οι εννιά στρατιώτες υποκλίθηκαν κι ο πιο θαρραλέος ανέλαβε να της εξηγήσει.

«Μεγαλειοτάτη», είπε λυπημένα, «ο πρίγκιπάς μας φαίνεται πως παγιδεύτηκε στην άλλη έξοδο της δίνης. Παρά τις προσπάθειές μας, δεν μπορέσαμε να ξαναβγούμε, για να τον αναζητήσουμε. Τώρα όμως νομίζω πως μπορούμε να πάμε!».

«Και πού είναι η άλλη έξοδος;» ρώτησε η Βασίλισσα.

«Σ’ έναν Κόσμο που ίσως να είναι ο Κόσμος των Γιων του Αδάμ και των Θυγατέρων της Εύας». Κοίταξε τα τρία ξαδερφάκια που στέκονταν δίπλα τους κι άκουγαν με προσοχή. «Βρεθήκαμε εκεί αναπάντεχα, σε μιαν απέραντη έρημο, μέσα σε μια Μάχη ανάμεσα στους Ναρνιανούς, τους Γιους του Αδάμ και ορδές ολόκληρες από βδελυρά πλάσματα του Υποχθόνιου Κόσμου».

«Η Μάχη με το Στρατό του Σκοταδιού» ψιθύρισαν έκπληκτα τα παιδιά.

«Η Μάχη με τους Ανθρώπους!» είπαν οι κάτοικοι του μαγικού Κόσμου.

Μόνο ο Οπάλιος κοίταζε και δε μιλούσε. Η λαμπερή καρδιά του αναβόσβηνε με ρυθμό πολυβόλου και τα μάτια του είχαν αρχίσει να βουρκώνουν. Ήταν δυνατόν να συνέβαινε αυτό που υποπτευόταν;

«Αυτή η Μάχη έγινε πριν δέκα χρόνια» είπε ο Πολεμιστής Ήλιος.

«Ξέραμε γι’ αυτή τη Μάχη» πήρε το λόγο ένας δεύτερος Λαμπηδόνας. «Ναι, εκεί βρεθήκαμε. Εμφανίστηκε ο Ασλάν με τη Βασίλισσα Σούζαν της Νάρνια και σταμάτησαν τον πόλεμο. Εκεί σκοτώθηκαν οι αντίπαλοι Βασιλιάδες κι έγινες Βασιλιάς εσύ, γενναίε Πολεμιστή Ήλιε, που είναι τιμή μας να σε συναντούμε».

Η Βασίλισσα Ίριδα περίμενε ψύχραιμα και υπομονετικά να μάθει πού ήταν το παιδί της.

«Όταν τέλειωσε η Μάχη, όλοι τράπηκαν σε φυγή» συνέχισε ένας τρίτος πολεμιστής. «Μπήκαν στις πύλες μεταξύ των Κόσμων και γύρισαν στη Νάρνια. Τρέξαμε κι εμείς μαζί τους, αλλά μας άρπαξε η δίνη και παγιδευτήκαμε μέσα μέχρι τη σωτήρια επέμβασή σας, άρχοντές μου».

«Ο πρίγκιπάς μας μάλλον πληγώθηκε και δεν μπόρεσε να επιστρέψει» είπε ο πρώτος Λαμπηδόνας που είχε μιλήσει. «Διαπιστώσαμε την απουσία του όταν είχαμε ήδη φυλακιστεί στη δίνη».

Ο Οπάλιος σήκωσε το χέρι του. Η Βασίλισσα της Λαμπαδίας του έκανε νόημα να μιλήσει. Είχε ήδη κι εκείνη καταλάβει την αλήθεια.

«Ο μπαμπάς μου είχε λάβει μέρος σ’ αυτή τη Μάχη» ψιθύρισε το παιδί με σπασμένη φωνή. «Πριν δέκα χρόνια».

Η Βασίλισσα τον πήρε δακρυσμένη στην αγκαλιά της.

«Ο πατέρας μου πέθανε όμως» συνέχισε το αγόρι. Και ξαφνικά τα όμορφα μάτια του άστραψαν κι η καρδιά του έλαμψε απότομα σα μικροσκοπικός ήλιος. «Όχι, δεν πέθανε» είπε. «Κάποιοι από τη γενιά του ξεπρόβαλαν ξαφνικά και τον πήραν. Έτσι μου είπε η μητέρα μου».

Κοίταξε ικετευτικά τη Βασίλισσα και τους Λαμπηδόνες πολεμιστές.

«Σας παρακαλώ, ίσως προλαβαίνετε» είπε.

Οι Λαμπηδόνες πήραν μαζί τους μαγικούς καρπούς και πήδησαν στη δίνη. Κολύμπησαν με μακροβούτια βάζοντας όλη τη δύναμή τους, στροβιλιζόμενοι ανάμεσα στα γκρίζα τοιχώματα. Και ξαφνικά βγήκαν στη Σπηλιά της Μάχης.

Ο πρίγκιπας, ξαπλωμένος και εξαντλημένος, κρατούσε σφιχτά το χέρι της αγαπημένης του, που τον είχε περιθάλψει αρκετές μέρες. Οι πληγές του δε μπορούσαν να κλείσουν. Τα βλέφαρά του έγερναν. Η κοπέλα θρηνούσε απαρηγόρητη.

Της έπιασαν απαλά το χέρι και το απομάκρυναν απ’ το δικό του. Τη στιγμή που ο πρίγκιπας λιποθυμούσε, τον σήκωσαν στα χέρια τους και χάθηκαν στο στενό άνοιγμα, ανάμεσα σε περίτεχνες κολώνες από σταλακτίτες, απ’ όπου πέρασαν αρχικά και οι τέσσερις φίλοι στη Νάρνια. Εκείνοι όμως έφαγαν τους καρπούς της επιστροφής κι αντί για τη Νάρνια ξαναβγήκαν στο Κοραλλένιο Παλάτι.

«Γρήγορα, στους γιατρούς» πρόσταξε ο Πρωτέας.

Ο Ζέφυρος παρέλαβε τον τραυματία και κολύμπησε γοργά προς την πόρτα. Εκεί τον παρέδωσε στους Τρίτωνες, που έπλεξαν γύρω του μια φυσαλίδα κι αναχώρησαν για να τον οδηγήσουν στα ιατρεία.

Ο Οπάλιος έκλαιγε από συγκίνηση.

«Θα ζήσει» του είπε με βεβαιότητα ο Πρωτέας. «Ο πατέρας σου θα είναι κοντά σου. Κι εσύ είσαι ένας πρίγκιπας της Λαμπαδίας!».

«Και πού είναι το Βυθισμένο Κιούπι;» ρώτησε η Κοραλλένια.

«Δεν το είδαμε πουθενά» είπαν οι Λαμπηδόνες. «Μπορεί να είναι οπουδήποτε».

«Όχι» είπε ο Ζέφυρος επιστρέφοντας. «Είναι εκεί όπου βγήκατε κι εσείς. Η δίνη δεν έχει άλλη έξοδο».

Η Αύρα πλησίασε τα τρία ξαδέρφια.

«Εσείς θα το φέρετε» του είπε. «Πρώτα όμως έχουμε να κάνουμε κάτι ακόμη… Οπάλιε, καλέ μου πρίγκιπα, ο πατέρας σου είχε έρθει να ζητήσει το χέρι μου. Βλέπω όμως τώρα πως μια άλλη άξια γυναίκα κέρδισε τη φωτεινή καρδιά του».

«Η μητέρα μου πέθανε, αρχόντισσά μου» απάντησε μέσα στο κλάμα του το αγόρι.

«Ίσως την προλάβουμε, αν έχω καταλάβει πώς χρησιμοποιούσαν τη δίνη τα ύπουλα αδέρφια μου».

Του άπλωσε το χέρι κι εκείνος κατάλαβε και της έδωσε έναν κόκκινο καρπό. Εκείνη τον πήρε, σφίγγοντας για ένα δευτερόλεπτο με αγάπη το τρεμάμενο από την αγωνία χέρι του.

«Μισό λεπτό» έκανε ο πρίγκιπας Πορφύριος. «Πώς ξέρουμε ότι θα βγει στο σωστό τόπο και χρόνο;».

«Ας το αφήσουμε στη φροντίδα του Ασλάν» απάντησε ο Πρωτέας.

«Όπως φρόντισε να βγούμε στο σωστό τόπο και χρόνο, όταν περάσαμε από τη σχισμή της σπηλιάς!» συμπλήρωσε η Τορπεκάι.

Η Θαλασσοκυρά έσφιξε στην παλάμη της τον καρπό της επιστροφής και βούτηξε στη δίνη. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ξαναβγήκε, κρατώντας στην αγκαλιά της, λιπόθυμη, τη μητέρα του Οπάλιου, που έκαιγε από πυρετό.

«Μαμά» ψέλλισε το αγόρι συγκινημένο κι έπεσε στα γόνατα.

Η Αύρα την έδωσε στο Βορέα κι εκείνος τη μετέφερε στα ιατρεία, πλέκοντας μια φυσαλίδα γύρω της.

Ο Οπάλιος πήρε το λευκό χέρι της Αύρας και το φίλησε. Εκείνη το τράβηξε και, αντί γι’ αυτό, τον έσφιξε στην αγκαλιά της με τρυφερότητα.

Τώρα ήξερε ο μικρός βασανισμένος πρίγκιπας και η καρδιά του άστραφτε και πήγαινε να σπάσει από την πρωτόγνωρη χαρά και τη συγκίνηση που την κατάκλυζε: η νεράιδα που πήρε τη μαμά του δεν ήταν νεράιδα· και δεν την οδήγησε στον Κάτω Κόσμο, μα στο Βασίλειο της Θάλασσας, στη θεραπεία της, στον αγαπημένο της και στο παιδί της!

«Και τώρα η σειρά σας» είπε η Αύρα στα τρία ξαδέρφια. Εκείνα την κοίταξαν ενθουσιασμένα. «Το Βυθισμένο Κιούπι δε βρέθηκε μέχρι τώρα. Αυτό, ένα μόνο πράγμα μπορεί να σημαίνει: είναι ακόμα στο δικό σας το χρόνο, κάπου πεταμένο στο πεδίο της Μάχης».

«Τώρα μάλιστα!» μουρμούρισε ο Αλή. «Άντε βρες το».

«Θα το βρούμε» είπε ο Τζαμάλ. Αγκάλιασε τους φίλους του. «Νομίζω πως ήρθε η ώρα να πάμε σπίτι!».

***

Τα τρία ξαδέρφια – ο Μαχητής, ο Ειλικρινής και το Μικρό Άνθος – χαιρέτισαν ένα προς ένα τις Βασίλισσες και τους Βασιλιάδες, τις πριγκίπισσες και τους πρίγκιπες του μαγικού Κόσμου, όπου είχαν ζήσει την πιο ανέλπιστη περιπέτεια. Δε θα τους ξεχνούσαν, όπως και η Νάρνια, η Λαμπαδία και το Βασίλειο του Αλμυρού Νερού δε θα ξεχνούσαν τα τρία Παιδιά του Αδάμ και της Εύας, που είχαν βοηθήσει με το πείσμα και την εντιμότητά τους να κρατηθεί η ειρήνη και η ισορροπία σε Στεριά και Θάλασσα.

Έφαγαν από ένα μαγικό καρπό και βούτηξαν στη δίνη. Με μιας οι καρποί του νόστου τους έφεραν στη Σπηλιά της Μάχης. Κοντά τους είχε ταξιδέψει και ο Ακύμαντος, που, μόλις πάτησε στη στεριά, η ψαρίσια ουρά του μετατράπηκε σ’ ένα ζευγάρι πόδια.

Τη στιγμή εκείνη ο στρατιώτης Μπόρις σήκωνε από μια σχισμή του βράχου, κοντά στην είσοδο της Σπηλιάς, ένα πολύ μικρό κιούπι εκπληκτικά στολισμένο με ζωγραφιές από τον Κόσμο της Θάλασσας. Το είδε να προεξέχει μέσα σ’ ένα σωρό από αλάτι, που το κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο. Καθώς το σήκωσε, το Κιούπι άρχισε να χύνει χοντροκομμένο αλάτι. Έβγαζε, έβγαζε και κάλυψε τις αρβύλες του στρατιώτη σα να ’ταν χιόνι! Οι συνάδελφοί του ξέσπασαν σε γέλια.

Ο νεαρός φαντάρος γύρισε το κιούπι στρέφοντας το άνοιγμα προς τα πάνω. Το αλάτι σταμάτησε να πέφτει. Κοίταξε μέσα· ήταν γεμάτο αλάτι. Πώς όμως μπορούσε να ρίχνει τόσες ποσότητες κι επιπλέον να παραμένει γεμάτο ώς τα χείλη;

Και τότε τρία παιδιά – δυο αγόρια κι ένα κορίτσι – κι ένας θεόρατος πολεμιστής με αρχαία φορεσιά φάνηκαν να ξεπροβάλλουν ανάμεσα σε δυο στενές κολώνες από σταλακτίτες. Οι στρατιώτες άρπαξαν τα όπλα. Μα ο άντρας μίλησε ευγενικά απλώνοντας το χέρι.

«Αυτό είναι δικό μου, καλέ μου στρατιώτη» είπε κι έπιασε το αγγείο με τα μακριά του δάχτυλα.

Ο Μπόρις, ασυναίσθητα, του άφησε το κιούπι. Ο πολεμιστής έβαλε στο στόμα του έναν μικρό κόκκινο καρπό κι έγινε άφαντος από τα μάτια τους, σα να τον ρούφηξε μια δύναμη πίσω από το στενό άνοιγμα με τους σταλακτίτες.

«Τελικά, χωράει και μεγάλος» μονολόγησε ο Τζαμάλ, μα κανένας δεν το πρόσεξε.

Οι Αμερικανοί στρατιώτες είχαν μείνει άφωνοι. Τα τρία παιδιά στέκονταν μπροστά τους φορώντας φινετσάτα μεταξωτά ρούχα, κρατώντας μικρές ασπίδες και ζωσμένα καλοδουλεμένα ξίφη στο μέγεθός τους.

Ο Μπόρις ύψωσε το χέρι κι οι συνάδελφοί του χαμήλωσαν τα όπλα τους. Ο νεαρός φαντάρος έσκυψε και πλησίασε το πρόσωπό του με τα γαλανά μάτια στα τρία ξαδέρφια, που περίμεναν ζαρωμένα τις εξελίξεις. Δεν περίμεναν να βρεθούν ολομόναχα μπροστά στους Απίστους – δε φαινόταν να είχε περάσει ούτε ένα λεπτό από τη στιγμή που τρύπωσαν στην πύλη για να τους ξεφύγουν και βρέθηκαν στη Νάρνια… Και τα μικρά τους όπλα, αρχαίας τεχνολογίας, δύσκολα θα μπορούσαν ν’ ανταγωνιστούν τα πυροβόλα!

Μα ο ξανθός στρατιώτης μίλησε ήρεμα, με τα λίγα αραβικά που είχε μάθει τόσον καιρό που είχε μείνει στο Αφγανιστάν, στην ανάπαυλα του πολέμου, που τον απεχθανόταν:

«Μη φοβάστε, παιδιά. Δε θα σας κάνει κανείς κακό. Από πού ήρθατε;».

«Δε θα μας πιστέψεις» είπε σκληρά ο Τζαμάλ με μάτια που πέταξαν αστραπές, ενώ τα δάχτυλά του έπιασαν τη λαβή του σπαθιού του, που κρεμόταν στο πλευρό του.

«Αν ήρθατε από τη Νάρνια, θα σας πιστέψω» είπε ο στρατιώτης.

«Ξέρεις τη Νάρνια;» ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια του ο Αλή.

Το παλικάρι κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Στα μάτια του φάνηκε συγκίνηση.

«Έχεις πάει κι εσύ;» ρώτησε η Τορπεκάι.

«Όχι, αλλά γνώρισα τον Ασλάν μέσα σ’ ένα ουρανοξύστη στο Σαν Φρανσίσκο. Και θα ’θελα πολύ ν’ ακούσω τι έζησαν εκεί τρία ηρωικά παιδιά, γιατί μάλλον πως είναι το πιο παραμυθένιο μέρος που υπάρχει!...».

«Δε λες τίποτα!» σφύριξε ο Τζαμάλ και τα μάτια του τώρα έλαμψαν. Χαμογέλασε ενθουσιασμένος, άνοιξε τα μικρά του μπράτσα και οι δυο καλύτεροί του φίλοι, τα πρωτοξαδέρφια του, έπεσαν στην αγκαλιά του.

***

Εκείνη τη μέρα τα τρία παιδιά από ένα φτωχό χωριό, χαμένο στην έρημο και στη φρίκη του πολέμου, έγιναν φίλοι με μια παρέα στρατιώτες, που η πολιτική και η μοχθηρία των μεγάλων τους είχε παγιδεύσει και τους είχε φέρει τόσο μακριά από την πατρίδα τους, να πολεμήσουν και να κατακτήσουν έναν ξένο λαό, με τον οποίο δεν τους χώριζε τίποτα.

Είδαν τώρα τους Άπιστους από τη Δύση σαν ανθρώπους, όχι σαν θηρία. Ανάμεσά τους σίγουρα υπήρχαν και θηρία – όπως κι ανάμεσα στους δικούς τους πολεμιστές – μα τούτοι εδώ οι φαντάροι ήταν άνθρωποι με καλοσύνη και μισούσαν τον πόλεμο και δεν έβλεπαν την ώρα να γυρίσουν στο σπίτι τους, όπως κι εκείνα γύρισαν στο δικό τους.

Τα παιδιά διηγήθηκαν την περιπέτειά τους κι ο Μπόρις τους διηγήθηκε τη δική του. Κι οι συνάδελφοί του τον άκουγαν αποσβολωμένοι, γιατί δεν περίμεναν πως αυτός ο μαλθακός Ρωσοαμερικάνος, που μεγάλωσε στο Σαν Φρανσίσκο, είχε γευτεί μια σταγόνα από την παραμυθένια αλήθεια που κρύβεται στις εσοχές του Κόσμου, ανάμεσα στους Κόσμους. Μετά απ’ αυτό, δε θα τον έβλεπαν ποτέ πια όπως τον έβλεπαν μέχρι τότε.

Καθώς χώριζαν και τα τρία παιδιά ξεκινούσαν για το χωριό τους, για τους γονείς τους, που θα τα ’χαν τώρα αναζητήσει και που δε θα πίστευαν με τίποτα την ιστορία τους (είχαν βέβαια τα ρούχα, τα σπαθιά και τις ασπίδες για να τους δείξουν, που θα τα φύλαγαν ως πολύτιμο θησαυρό για τα δικά τους παιδιά και τα εγγόνια τους), για τη γιαγιά τους, που κάποτε είχε παρακαλέσει το Θεό της να προστατέψει τους πέντε γιους της στη Μάχη με το Στρατό του Σκοταδιού (και οι τρεις απ’ αυτούς τους πέντε ήταν τώρα οι πατεράδες των τριών φίλων μας), ο Μπόρις ξεκρέμασε από το λαιμό του ένα φυλαχτό με ασημένια αλυσίδα και τους το χάρισε.

«Δυστυχώς έχω ένα μόνο» τους είπε και το πέρασε στο λαιμό της Τορπεκάι. «Ελπίζω να μη σε πειράζει και να μην πειράξει και τους δικούς σου. Είναι ό,τι πολυτιμότερο έχω αυτή τη στιγμή κοντά μου: δυο μεγάλοι ήρωες της παράδοσής μου, που θυσιάστηκαν γι’ αυτά που αγαπούσαν – λέγονται άη Γιώργης και άη Δημήτρης. Ας μείνει σαν ενθύμιο της γνωριμίας μας και σημάδι της φιλίας σας, όταν μεγαλώσετε».

Η Τορπεκάι άνοιξε το καπάκι του κομψού φυλαχτού και τα τρία παιδιά άφησαν ένα μικρό επιφώνημα σαστισμένα. Μέσα βρίσκονταν δυο μικρές λεπτεπίλεπτες εικονίτσες, που έδειχναν δυο νεαρούς καβαλάρηδες, ντυμένους με πανοπλίες και οπλισμένους με ασπίδες και δόρατα. Ήταν πανέμορφοι, χωρίς γένια, το πρόσωπό τους έλαμπε και τα μαλλιά τους έμοιαζαν στεφανωμένα από κατάλευκο φως. Ο ένας ίππευε λευκό άλογο και ο άλλος κοκκινωπό. Και πίσω τους υψωνόταν ένα βουνό, που τους θύμιζε το Γαλάζιο Βουνό της Νάρνια, εκεί που, με τη βοήθεια δυο καβαλάρηδων, είχαν κάνει την κυριότερη, μέχρι τότε, επιλογή της ζωής τους.

 

ΤΕΛΟΣ

 

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

Κεφάλαιο 10. Οι συνωμότες

 

Ένα μεγαλόσωμο Ζώο βημάτισε απαλά στην Αίθουσα των Θρόνων του Κοραλλένιου Παλατιού· ο Μεγάλος Πρωτέας ο Θαλασσοκράτορας ανασήκωσε το σκεφτικό λευκοφόρο κεφάλι του. Τα μάτια του έλαμψαν από χαρά και τα χείλη του χαμογέλασαν για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό.

«Ασλάν, Φίλε μου».

Κολύμπησε με την ψαρίσια ουρά του, έφτασε κοντά του και του χάιδεψε την παχιά χαίτη.

«Αιώνες έχω να σε δω. Ήρθες να βοηθήσεις;».

«Έστειλα μερικά αθώα και αγνά πλάσματα να βοηθήσουν» απάντησε το Λιοντάρι. «Και συγχρόνως να βοηθηθούν και τα ίδια, νικώντας τις αδυναμίες τους, αν το θέλουν, κι ανακαλύπτοντας τις αρετές τους».

«Όπως πάντα» σχολίασε ο Βασιλιάς της Θάλασσας. Το Λιοντάρι έγνεψε καταφατικά.

«Πού είναι ο πρίγκιπας Ζέφυρος;» ρώτησε.

«Χάθηκε κι αυτός εδώ και δυο μέρες. Οι γαμπροί και οι κόρες μου εξοπλίζονται για πόλεμο – πιστεύουν πως ο μικρός Λαμπηδόνας που είχε έρθει τον έβλαψε».

«Ο πρίγκιπας Ζέφυρος δεν είπε πως θα ερευνήσει τον τόπο όπου δέχτηκαν επίθεση οι επισκέπτες σου;» ρώτησε ο Ασλάν.

«Ακριβώς. Το έκανε μαζί με τον Ούριο. Εκείνος μου είπε πως δε βρήκαν τίποτα».

«Άρα ο Ζέφυρος χάθηκε μετά την αναχώρηση των παιδιών. Κι έπειτα, γιατί να τον βλάψουν; Εκείνοι πρότειναν αυτή την έρευνα. Ο Ζέφυρος θα έκανε ακριβώς αυτό που πρότειναν οι τέσσερις φίλοι».

Ο Πρωτέας στάθηκε απέναντί του.

«Γιατί δε μου λες την απάντηση;» παραπονέθηκε.

«Δεν είναι παιχνίδι» τον βεβαίωσε το Λιοντάρι. «Ή, αν είναι, είναι το παιχνίδι της ελευθερίας». Ο Πρωτέας ένευσε. «Σε λίγο θα ξανάρθουν» είπε ο Ασλάν. «Θα έχουν και παρέα. Βοήθησέ τους. Εκείνοι θα δώσουν τη λύση. Αλλά πρέπει να τη δεχτείτε, αλλιώς θα χυθεί άδικα πολύ αίμα».

***

Δέκα Κρυστάλλινες Πεταλούδες αναχώρησαν από το Συννεφένιο Παλάτι και πέταξαν πέρα από τα Γαλάζια Βουνά, μακριά από το ουράνιο τόξο, που πάνω του βρίσκεται χτισμένο το πιο εντυπωσιακό Βασίλειο του Κόσμου, η Λαμπαδία.

Πέρασαν και πάλι βουνά, ποτάμια, λίμνες και κάμπους, προς την αντίθετη κατεύθυνση από την πρώτη φορά. Μπροστά τους ξεπρόβαλαν τα υπέροχα τοπία της Νάρνια, οι φρεσκοοργωμένοι κάμποι, οι καταπράσινοι λόφοι και τα πυκνά δάση. Είδαν χωριά διαφόρων Ειδών σφηνωμένα εδώ κι εκεί, Σάτυρους, Φαύνους, Νάνους, Κένταυρους, Νύμφες και νοήμονα Ζώα, σπίτια πάνω σε Δέντρα ή σκαμμένα μέσα σε λόφους, φωλιές, αποικίες και μικρές κοινωνίες, ένα κανονικό παράδεισο που έσφυζε από ζωή γεμάτη ποικιλία.

Από μακριά ανάτειλε το Κάιρ Πάραβελ. Οι τέσσερις φίλοι δεν ήξεραν την ιστορία του, πως το χτίσιμό του χάνεται στην αχλή του μύθου και πως εκεί στέφθηκαν και κατοίκησαν οι Τέσσερις Υψηλοί Βασιλιάδες – τέσσερις, σαν κι εκείνους που πολέμησαν τη Λευκή Μάγισσα, ελευθέρωσαν τη Νάρνια κι έλαβαν το στέμμα περίπου στην ίδια ηλικία μ’ εκείνους. Δεν τα γνώριζαν οι τέσσερις φίλοι, όμως έμειναν άναυδοι από τη μεγαλοπρέπειά του, προπάντων όταν πέρασαν τις πανέμορφες θεόρατες πύλες του. Δεν ήταν τόσο εξωπραγματικό, όσο το Κοραλλένιο και το Συννεφένιο Παλάτι, όμως όλα τα παλάτια των παραμυθιών, αν συνδύαζαν την ομορφιά τους, δεν πλησίαζαν το μεγαλείο, την πολυτέλεια και την καλαισθησία του. Σίγουρα κανένα γήινο παλάτι δε συγκρινόταν μαζί του.

Στη Βασιλική Αίθουσά του στέκουν οι Τέσσερις Αρχαίοι Θρόνοι, οι Θρόνοι των Υψηλών Βασιλιάδων. Η ανόητη χλιδή που κυριαρχούσε όσο βασίλευε ο Μονόκερως Βασιλιάς Χρύσιππος είχε αφαιρεθεί προσεχτικά κι ο διάκοσμος τώρα ήταν λιτός και σεμνός, αν και το Παλάτι παρέμενε από τη φύση του ασύγκριτα πολυτελές. Ο Κένταυρος Πολεμιστής Ήλιος έλαβε το στέμμα και κατοίκησε σ’ αυτό μετά από αίτηση όλων των Ειδών της Νάρνια, αφού ο Βασιλιάς Χρύσιππος είχε δολοφονηθεί από τον αντίπαλό του, το Μινώταυρο Βασιλιά Ροκ, κι εκείνος με τη σειρά του σκοτώθηκε από το βέλος της Υψηλής Βασίλισσας Σούζαν, όταν προσπάθησε να εμποδίσει την ειρήνευση με τους Ανθρώπους.

Στους δύο από τους Τέσσερις Θρόνους κάθονται ο Βασιλιάς και η Βασίλισσα Φλογέα, ενώ στον τρίτο η πριγκίπισσα Κρυσταλίνα. Όταν κάποτε παντρευτεί η Κρυσταλίνα, στον τέταρτο Θρόνο θα καθίσει ο σύζυγός της, μέχρι να γίνουν εκείνοι βασιλικό ζεύγος και να καθίσουν στους δυο πρώτους Θρόνους.

Μπροστά σ’ αυτούς τους Θρόνους παρουσιάστηκε η πρεσβεία από τη Λαμπαδία: η Βασίλισσα Ίριδα, με το αχειροποίητο στέμμα της από ουράνιο τόξο, ο στρατηγός Ουράνιος, τέσσερις ανώτεροι αξιωματικοί Λαμπηδόνες, ο Οπάλιος και τα τρία Παιδιά του Αδάμ και της Εύας.

Ο Πολεμιστής Ήλιος τους έδειξε όμορφους μικρούς θρόνους, προς τιμήν των επισκεπτών, όπου κάθονταν όποιοι ζητούσαν ακρόαση. Κάθισαν εκεί και η Βασίλισσα της Λαμπαδίας πήρε το λόγο:

«Μεγαλειότατοι, ο Λαός μου σας ευγνωμονεί για την προσπάθειά σας να διαφυλαχθεί η ειρήνη. Και βρισκόμαστε εδώ για να ζητήσουμε δεύτερη φορά τη βοήθειά σας, μετά από προτροπή του Ασλάν, του Φίλου και Οδηγού όλων μας».

Το βασιλικό ζεύγος άκουσε με προσοχή όλη την ιστορία.

«Φυσικά και θα έρθω» είπε ο Βασιλιάς. Οι περιπέτειες της κόρης του, δέκα χρόνια πριν, και η επαφή του με τις αδυναμίες, τις ευαισθησίες και τα όποια προβλήματα του Λαού του είχαν μαλακώσει την τραχύτητά του. «Όμως ελπίζω να μου επιτρέψετε να μην έρθω μόνος».

«Μπορείτε να πάρετε όποιους θέλετε μαζί σας» είπε η Ίριδα.

«Ελπίζω μόνο να μη θεωρηθεί απειλή» παρατήρησε ο Ουράνιος.

«Δε νομίζω να συμβεί κάτι τέτοιο» είπε ο Βασιλιάς και στράφηκε στην πριγκίπισσα. «Αγαπημένη μου κόρη, θα μου κάνεις τη χάρη να έρθεις μαζί μου;».

Η Κρυσταλίνα κοκκίνισε.

«Και βέβαια, πατέρα» απάντησε. «Θα ήταν χαρά και τιμή μου να βοηθήσω».

***

Ο Πολεμιστής Ήλιος φύσηξε το βούκινό του στ’ ακροθαλάσσι και σε λίγο φάνηκε μια μεγάλη φρουρά από Τρίτωνες, που είχαν ήδη σταλεί από τον Πρωτέα και περίμεναν.

Χαιρετήθηκαν με σεβασμό. Οι Τρίτωνες κατασκεύασαν φυσαλίδες και τα πλάσματα της στεριάς τους ακολούθησαν στα βαθιά. Ήταν εφτά: η Βασίλισσα Ίριδα, ο Πολεμιστής Ήλιος κι η Κρυσταλλίνα και οι τέσσερις φίλοι.

Η Βασίλισσα της Λαμπαδίας φορούσε το αχειροποίητο στέμμα της, μα αρνήθηκε να συνοδευτεί από πολεμιστές Λαμπηδόνες ή να φορέσει τα όπλα της. Αντίθετα, ο Πολεμιστής Ήλιος και η Κρυσταλίνα φορούσαν το στέμμα και την πανοπλία τους και οι τέσσερις φίλοι τις μικρές ασπίδες και τα σπαθιά τους.

Στο Κοραλλένιο Παλάτι τους υποδέχτηκαν με επιφυλάξεις. Ο θρόνος του πρίγκιπα Ζέφυρου, άδειος και σκεπασμένος μ’ ένα μωβ ύφασμα, έμοιαζε να καταγγέλλει την παρουσία τους και να ζητάει δικαιοσύνη ή εκδίκηση. Μόνο η Αύρα ήταν απαθής. Μα ο Βασιλιάς Πρωτέας συγκρατούσε τη μανιασμένη οργή των παιδιών του.

«Σεβαστέ μου Πολεμιστή Ήλιε», είπε ο Πρωτέας, «σοφέ και γενναίε Βασιλιά της Νάρνια, σε καλωσορίζω στο Βασίλειό μας μαζί με τους συνοδούς σου. Βασίλισσα Ίριδα, ξέρεις πως είναι δύσκολος καιρός για να περνάς το κατώφλι του Κοραλλένιου Παλατιού».

«Ακριβώς γι’ αυτό έκρινα πως πρέπει οπωσδήποτε να το περάσω, Μεγαλειότατε», είπε ευγενικά η Βασίλισσα της Λαμπαδίας, «για να δείτε πως δεν κρύβω τίποτα και πως επιθυμώ, μαζί με το Λαό μου, τη δικαιοσύνη και την ειρήνη».

Οι Θαλασσοκυράδες κι οι σύζυγοί τους πήγαν ν’ αρχίσουν διαμαρτυρίες, μα μια κίνηση του Πρωτέα επανέφερε την τάξη.

«Θα κάνω ό,τι μου πεις, Πολεμιστή Ήλιε» είπε στον Κένταυρο. «Πώς προτείνεις να βρεθεί η αλήθεια;».

«Πρέπει να ξέρετε», πήρε το λόγο η Θάλασσα, «πως δεν έχουμε χρόνο για θεωρίες. Το Αλάτι λιγοστεύει και το Βυθισμένο Κιούπι πρέπει να βρεθεί σύντομα».

«Αυτά τα τέσσερα έντιμα παιδιά, Μεγαλειότατε», είπε ο Πολεμιστής Ήλιος, «θα μας βοηθήσουν όλους να μάθουμε την αλήθεια και να φέρουμε πίσω ό,τι και όποιον έχουμε χάσει».

«Σας ακούμε λοιπόν, μικροί πρεσβευτές».

Οι τέσσερις φίλοι κοιτάχτηκαν με δισταγμό. Δεν έτρεμαν πια από φόβο, όπως την πρώτη φορά που οδηγήθηκαν σ’ αυτή την Αίθουσα, μα και πάλι δεν ήξεραν πώς να μιλήσουν.

«Λοιπόν;» ρώτησε αδημονώντας η Αλμύρα.

Ο Οπάλιος πρόσεξε πως η Αύρα είχε χαμηλώσει τα θλιμμένα μάτια της.

«Πριγκίπισσα Αύρα» – πήρε το λόγο – «μήπως ξέρεις κάτι γι’ αυτό που μας βασανίζει;».

«Πώς τολμάς;» ούρλιαξε ο Ούριος. Η ευγένεια και η γλυκύτητα, που ήξεραν οι τέσσερις φίλοι, είχαν εξαφανιστεί από το πρόσωπό του.

Η Αύρα σήκωσε το βλέμμα της. Έπρεπε ν’ αποφασίσει. Έβλεπε μπροστά της τη μόνη ελπίδα, όχι μόνο να λάμψει η αλήθεια, μα και να επιβιώσουν.

«Όλα τα ξέρω» απάντησε, κι η φωνή της, απαλή σαν το όνομά της, ακούστηκε για πρώτη φορά.

Οι πρεσβευτές πρόσεξαν τον Ούριο και τη Νηνεμία πώς ταράχτηκαν. Η Αύρα άπλωσε το λεπτό της χέρι κι έδειξε το πριγκιπικό ζευγάρι.

«Αυτοί είναι οι ένοχοι» είπε αποφασιστικά. «Πιάστε τους και ερευνήστε τον κρυμμένο κήπο, εκεί που κινδύνευσαν οι αναπάντεχοι φίλοι μας!».

Η Νηνεμία, μ’ ένα τίναγμα της ουράς της, κρύφτηκε πίσω από το θρόνο του πατέρα της. Ο Ούριος τράβηξε το σπαθί του και κινήθηκε προς την Αύρα, που ζάρωσε ξεφωνίζοντας από τρόμο. Αστραπιαία ο Εύδροσος, σύζυγος της Κοραλλένιας, τον άρπαξε από τους ώμους και τον τράβηξε πίσω.

Ο συνωμότης μούγκρισε οργισμένα και ξεφεύγοντας στράφηκε πως τους τέσσερις φίλους υψώνοντας το ξίφος του. Το σπαθί του Πολεμιστή Ήλιου του έφραξε το δρόμο.

Όλοι έσυραν τα όπλα τους – εκτός από τα παιδιά, που είχαν κερώσει – και περικύκλωσαν τους δυο μονομάχους. Η φυσαλίδα του Πολεμιστή Ήλιου έσπασε με μιας κι ο Κενταυροβασιλιάς αγωνιζόταν αδυνατώντας να αναπνεύσει. Μα στριφογύριζαν τόσο γρήγορα ξιφομαχώντας, που κανείς δε μπορούσε να τους σταματήσει.

Κανείς, εκτός από τον Πρωτέα. Το ισχυρότερο θαλάσσιο πλάσμα αυτού του παράξενου Κόσμου άπλωσε το χέρι του κι έσφιξε αποφασιστικά τη γροθιά του. Ο Ούριος τα ’χασε, σαν τα δάχτυλα του πεθερού του να σφίγγονταν γύρω απ’ το λαιμό του. Το σπαθί του έπεσε. Ο Πρωτέας τράβηξε το χέρι του κι ο συνωμότης τινάχτηκε προς τα πίσω κι έσκασε στον τοίχο. Σώθηκε έτσι από τη λεπίδα του αντιπάλου του, που κατευθυνόταν προς την καρδιά του πριν ακόμη απ’ τον αφοπλισμό του.

Η Αύρα έκανε μια κίνηση με τα δάχτυλά της και μια καινούργια φυσαλίδα τύλιξε τον Κένταυρο, δίνοντάς του ξανά τη δυνατότητα ν’ ανασάνει. Η Κρυσταλίνα έπεσε στην αγκαλιά του κι οι δυο φυσαλίδες τους ενώθηκαν σε μία.

Οι πρίγκιπες ακινητοποίησαν τον Ούριο και οι Θαλασσοκυράδες τη Νηνεμία. Στρατιώτες και θαλάσσια όντα μπήκαν στην αίθουσα ανήσυχα, για να προστατεύσουν τους άρχοντές τους. Τα τέσσερα παιδιά πιάστηκαν χέρι με χέρι και ξεφύσηξαν ανακουφισμένα. Δόξα τω Θεώ, ο κίνδυνος είχε περάσει!

 

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

Κεφάλαιο 9. Αποκαλύψεις

 

«Η Μάγισσα μου έδειξε την αλήθεια» είπε ο στρατηγός Ουράνιος όταν συναντήθηκαν. «Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι Θαλασσινοί αιχμαλώτισαν τους Λαμπηδόνες!».

«Όμως εμείς είδαμε τον Ασλάν, το Μεγάλο Λιοντάρι» αποκρίθηκε ο Τζαμάλ. «Και ο Ασλάν είναι πιο αξιόπιστος από τη Μάγισσα· δεν είναι;».

«Και πώς ξέρω ότι είδατε στ’ αλήθεια τον Ασλάν;».

Ο στρατηγός ήταν αμετάπειστος. Είχε τόση έξαψη κι η καρδιά του ήταν τόσο κόκκινη, που τα παιδιά σκέφτηκαν πως, αν δεν είχαν έρθει πρώτα στη συνάντησή τους, ίσως να τα εγκατέλειπε εκεί, στην ερημιά και τους κινδύνους, και να έσπευδε να γυρίσει στην Λαμπαδία, για να κηρύξει εκ νέου τον πόλεμο στο Βασίλειο της Θάλασσας. Ο Οπάλιος πλησίασε και τον κοίταξε θαρρετά στα μάτια.

«Συγχωρέστε με, στρατηγέ, αλλά νομίζω πως ο θυμός ή η επιρροή της Μάγισσας έχει θολώσει την κρίση σας» είπε με σταθερή φωνή, σα να ’χε ενηλικιωθεί ξαφνικά.

Ο στρατηγός ξαφνιάστηκε.

«Σα ν’ ακούω τον πρίγκιπα Ύαλο» μονολόγησε. Το ίδιο συλλογίστηκαν κι οι σύντροφοί του. «Μίλα, αγόρι».

«Είδατε τα Κριάρια που μας έφεραν ώς εδώ και που περίμεναν να φανείτε πριν αναχωρήσουν. Βλέπετε την ταλαιπωρία μας από την επίθεση που δεχτήκαμε – σίγουρα δεν ήταν τυχαία!».

«Οι Ύαινες μας ρίχτηκαν για να μας εμποδίσουν να πάμε στον Ασλάν!» πετάχτηκε ο Τζαμάλ.

«Και τέλος» συνέχισε ο Οπάλιος «βλέπετε από την ίδια την καρδιά μου, καρδιά Λαμπηδόνα, πως δε λέω ψέματα. Γιατί λοιπόν πιστεύετε τη Μάγισσα, που θέλησε να σας ξεγελάσει, κι όχι εμένα;».

«Να οι καρποί της επιστροφής» είπε η Τορπεκάι κι έβγαλε μια χούφτα από το τσεπάκι της.

Ο στρατηγός πήρε έναν και τον κοίταξε καλά καλά.

«Πρώτη φορά βλέπω κάτι τέτοιο» είπε στρυφνά· «ούτε κι έχω ξανακούσει την ύπαρξή του».

«Γιατί δεν είστε από τη Νάρνια» επέμεινε ο Τζαμάλ. Είχε αρχίσει να θυμώνει. Ήταν αποφασισμένος να πάει στο Βασιλιά της Νάρνια, έστω και μόνος του.

Ωστόσο, ο μικρός Αλή μονομαχούσε συνοφρυωμένος με μια έμμονη σκέψη:

“Να φάω τώρα ένα καρπό και να ξαναγυρίσω στην πραγματική ζωή μου ή να περιμένω την ώρα που θα μείνω μόνος;”.

Ένιωθε το άγγιγμα των μικρών καρπών που είχε στην τσέπη του· αδύνατο ν’ απομακρύνει το μυαλό του απ’ αυτούς.

Ο στρατηγός είδε το σκεφτικό του ύφος.

«Εσύ τι λες, Ειλικρινή;» τον ρώτησε. Είχε ακούσει το όνομα που του είχαν δώσει οι Θαλασσινοί.

Ο Αλή δάκρυσε. Πόσο γρήγορα είχε προδώσει το καινούργιο όνομά του! Μάλλον κατά τύχη είπε την αλήθεια τότε.

Μα όχι, πάντα έλεγε την αλήθεια, μέχρι πριν λίγο, που άρχισε να κρύβει από τα ξαδέρφια του την πρόθεσή του.

“Ναι, πάντα έλεγες την αλήθεια” του είπε η καρδιά του, “όταν δεν κινδύνευες· τώρα που κινδυνεύεις φάνηκε τι φούσκα είσαι, έτοιμη να σκάσει!”.

Χαμήλωσε το κεφάλι χωρίς ν’ απαντήσει στο στρατηγό κι από τα μάτια του ανάβλυσαν μερικά δάκρυα.

Όμως αυτά τα δάκρυα φάνηκε να έκαμψαν το στρατηγό.

«Πρέπει να μιλήσουμε στη Βασίλισσα» είπε ήρεμα, σα να συνήλθε. Καβάλησε την Πεταλούδα του κι έδωσε το σύνθημα για αναχώρηση.

«Ένα μόνο ξέχασα να ρωτήσω τον Ασλάν, στην ταραχή μου» είπε ο Οπάλιος στο Τζαμάλ. «Ποιος ήταν ο πατέρας μου και πώς βρέθηκαν δέκα Λαμπηδόνες στη Μάχη με τους Ανθρώπους χωρίς να το μάθουν ποτέ στη Λαμπαδία».

***

Στο Συννεφένιο Παλάτι, η Βασίλισσα Ίριδα άκουσε με περίσκεψη το τόλμημα και τις αποκαλύψεις του πιστού στρατηγού και των τεσσάρων επισκεπτών της.

«Ένας Θαλασσινός πρίγκιπας έριξε τον πρίγκιπα Ύαλο σε μια χρονοδίνη» είπε με λίγα λόγια ο Ουράνιος.

«Και ποιος είναι αυτός ο πρίγκιπας;» ρώτησε η Βασίλισσα.

«Ο Ούριος, ο σύζυγος της Θαλασσοκυράς Νηνεμίας» απάντησε με οργή ο στρατηγός.

Οι λαμπερές καρδιές τους αναβόσβηναν ταραγμένες. Το ίδιο και του Οπάλιου, μα με διαφορετικό τρόπο – άλλα συναισθήματα, άλλος ρυθμός.

«Ψέματα!» πετάχτηκε ο Τζαμάλ. «Ο Ούριος και η Νηνεμία είναι σχεδόν οι μόνοι στο Κοραλλένιο Παλάτι που μας σεβάστηκαν και προσφέρθηκαν να μας βοηθήσουν».

«Σας ξεγέλασαν» αποφάνθηκε ο στρατηγός.

«Ας ηρεμήσουμε» είπε η Βασίλισσα. Σηκώθηκε από τη θέση της στο στρογγυλό τραπέζι και βημάτισε πάνω κάτω. Κατόπιν στάθηκε και μίλησε επίσημα και σοφά:

«Στρατηγέ Ουράνιε, είσαι ένας από τους πιο συνετούς πολεμιστές της Λαμπαδίας. Δε θα σε τιμωρήσω που παράκουσες τις εντολές μου και κατέφυγες στη μαύρη μαγεία, αλλά σε παρακαλώ να μην επαναληφθεί». Ο στρατηγός χαμήλωσε το κεφάλι παραδεχόμενος το σφάλμα του. «Αντίθετα, τα παιδιά αυτά φέρθηκαν πολύ πιο ώριμα. Διακινδύνευσαν να κάνουν λάθος, όπως κι εσύ, αλλά αναζητώντας απάντηση στο Καλό και στο Φως κι όχι στο Κακό και στο Σκοτάδι. Η απάντηση που πήραν είναι πιο αξιόπιστη από τη δική σου». Πήρε ανάσα. «Θα μπορούσα να πάω η ίδια στα Γαλάζια Βουνά και να προσγειωθώ στην κατοικία του Οδηγού με την Κρυστάλλινη Πεταλούδα μου. Αλλά δε χρειάζεται, γιατί εμπιστεύομαι την κρίση και την ειλικρίνεια των τεσσάρων αυτών παιδιών».

Ο Αλή έσφιξε τα δόντια του. Ανυπομονούσε να βρεθεί στο δωμάτιό του και να δαγκώσει τον πολύτιμο μαγικό καρπό. Ταραζόταν όταν άκουγε για ειλικρίνεια. Ευτυχώς που δε φαινόταν η καρδιά του, σαν των Λαμπηδόνων! Κι όμως, σκεφτόταν, ίσως κάποια απ’ αυτά τα παραμυθένια πλάσματα διάβαζαν τη σκέψη του και καταλάβαιναν τη δειλία του, που τον έκανε έτοιμο να εγκαταλείψει και να προδώσει.

Δεν ήξερε πως και σ’ αυτό το μαγικό Κόσμο ελάχιστα πλάσματα μπορούσαν να διαβάζουν τη σκέψη. Και οι Λαμπηδόνες δεν ήταν ανάμεσά τους.

«Η Μάγισσα σου έδειξε τον πρίγκιπα Ούριο να ρίχνει τον Ύαλό μας και τους συνοδούς του σε μια χρονοδίνη» συνέχισε η Βασίλισσα. «Ο Ασλάν είπε στους φίλους μας πως η Μάγισσα σου είπε τη μισή αλήθεια. Στο Βασίλειο της Θάλασσας σίγουρα υπάρχει ένας προδότης! Έτσι μόνο εξηγείται η επίθεση που δέχτηκαν τα παιδιά, αλλά και η ίδια η εξαφάνιση του πρίγκιπά μας και η κλοπή του πολύτιμου αγγείου των Θαλασσινών».

«Και ποιο είναι το συμπέρασμά σου, Βασίλισσά μου;» ρώτησε μουδιασμένα ο στρατηγός.

Η Βασίλισσα μέτρησε καλά τα λόγια της πριν μιλήσει:

«Η Νηνεμία και ο Ούριος, ο σύζυγός της, είναι προδότες».

Τα τέσσερα παιδιά ξέσπασαν σε διαμαρτυρίες. Η σοφή Βασίλισσα τα καθησύχασε.

«Η Μάγισσα έδειξε στο στρατηγό μας τη μισή αλήθεια» είπε. «Άρα αυτά που είδε δεν είναι εντελώς ψέματα. Ο Ούριος ξεφορτώθηκε τους Λαμπηδόνες πετώντας τους στη χρονοδίνη. Είναι μισή αλήθεια, γιατί η γριά Μαϊμού έκανε το στρατηγό να πιστέψει πως ήταν μια συνωμοσία των Θαλασσοκυράδων, ενώ στ’ αλήθεια ήταν μια συνωμοσία του πριγκιπικού ζεύγους ενάντια στις υπόλοιπες Θαλασσοκυράδες και στον ίδιο το Βασιλιά Πρωτέα!».

«Συγχωρέστε με, Μεγαλειοτάτη», είπε η Τορπεκάι, «μα πώς ξέρετε ότι η Νηνεμία εμπλέκεται στη συνομωσία;».

«Ένας Θαλασσινός σύζυγος δε θα ενεργούσε μόνος του» είπε η Βασίλισσα. «Θα ήταν τελείως ανίσχυρος. Ούριος και Νηνεμία πάνε πάντα μαζί. Μαζί δεν προσφέρθηκαν να σας βοηθήσουν; Το έκαναν για να σας παραπλανήσουν. Είπατε πως σας έκρυψαν τον τομέα του Παλατιού όπου έγινε το κακό. Κι οι δυο μαζί σας ξεναγούσαν, μα στην πραγματικότητα σας ξεγελούσαν».

Τα παιδιά κούνησαν το κεφάλι τους, εκτός απ’ τον Αλή, που ήταν βυθισμένος στις δικές του σκέψεις· άρχιζαν να διακρίνουν την αλήθεια.

«Αν επρόκειτο για μια συνωμοσία των Θαλασσοκυράδων» συνέχισε η Βασίλισσα, «θα σας σκότωναν επιτόπου, μπροστά σε όλους, και δε θα σας έκαναν επίθεση στα κρυφά, μόνο αφού κατάλαβαν πως είχατε ανακαλύψει το άγνωστο μέρος στο Κοραλλένιο Παλάτι». Σκέφτηκε. «Ο Ασλάν τα γνώριζε αυτά» κατέληξε. «Οι μαγικοί καρποί δόθηκαν για να επιστρέψουν οι Λαμπηδόνες από ’κεί που τους οδήγησε η χρονοδίνη».

«Δηλαδή πού;» ρώτησε ο Τζαμάλ.

«Δεν το ξέρω» απάντησε η Ίριδα. «Αυτό που ξέρω», στράφηκε στο στρατηγό, που παρακολουθούσε αμίλητος, «είναι ότι δεν πρέπει να γίνει πόλεμος. Ας ακολουθήσουμε τις οδηγίες του Ασλάν κι ας συνοδεύσουμε τα παιδιά στον Πολεμιστή Ήλιο, στο Κάιρ Πάραβελ».

***

Στο δωμάτιο του, ο Αλή έβγαλε από την τσέπη του ένα κόκκινο μικρό καρπό. Ήταν μια μπουκίτσα μακριά από το σπίτι του, την αγκαλιά της μαμάς και του μπαμπά του, την ακίνδυνη φυσιολογική ζωή του.

Ακίνδυνη; τον ρώτησε η καρδιά του. Μήπως δε γίνεται πόλεμος στον τόπο του; Μήπως χιλιάδες δε σκοτώνονται από τα στρατεύματα των Απίστων; Μήπως στην πραγματικότητα κινδυνεύει λιγότερο στη Λαμπαδία;

Σφίχτηκε. Πλησίασε τον καρπό στο στόμα του και τα μάτια του βούρκωσαν ξανά. Κι όταν τον ρωτήσουν οι δικοί του πού είναι τα ξαδερφάκια του, τι θα τους πει; Όταν τον ρωτήσει η γιαγιά του; Όταν τον ρωτήσουν οι μαμάδες κι οι μπαμπάδες του Τζαμάλ και της Τορπεκάι;

Τι θα πει; “Τους παράτησα σ’ ένα μαγικό Βασίλειο γεμάτο πεινασμένες Ύαινες που τρέχουν τα σάλια τους, επιθετικές Γοργόνες που ιππεύουν Δράκους, Καρχαρίες και γιγάντια Καβούρια”;

Κούνησε το κεφάλι. Όχι, δεν πρέπει να μείνει άλλο εκεί – όχι, δεν πρέπει να παρατήσει τους φίλους του, πρέπει να μείνει μαζί τους μέχρι το τέλος.

Στο κάτω κάτω, είναι ο Ειλικρινής! Όσο ο Τζαμάλ είναι ο Μαχητής κι η Τορπεκάι είναι το Μικρό Άνθος· το πολύτιμο Μικρό Άνθος που ομορφαίνει τη ζωή όλων στο χωριό του.

Αν οι φίλοι του ξαναγυρίσουν, πώς θα τους κοιτάξει στα μάτια; Αν δεν ξαναγυρίσουν – το χειρότερο – πώς θα κοιτάξει στα μάτια όλο τον κόσμο; Πώς θα κοιτάξει στα μάτια την οικογένειά του; Πώς θα κοιτάξει στα μάτια τον εαυτό του;

“Να ξέρεις πως όποιος γυρίσει πίσω τρώγοντας το μαγικό καρπό της επιστροφής, δε μπορεί να επιστρέψει εκεί απ’ όπου έφυγε” είχε πει ο Ασλάν. Αν μετανιώσει, δε θα μπορεί να κάνει πίσω.

«Το ’χω πάρει απόφαση πως είμαι μαμμόθρεφτο και δειλός, ατζαμής κι αδέξιος» μουρμούρισε μονολογώντας. «Φάνηκε και στις μάχες! Βέβαια, πολέμησα τα Καβούρια και τις Ύαινες και σκότωσα μάλιστα μερικές απ’ αυτές. Δεν παράλυσα, ούτε πέταξα το σπαθί μου, ούτε το ’βαλα στα πόδια – μήπως δεν είμαι και τόσο δειλός τελικά;». Χαμογέλασε οικτίροντας τον εαυτό του. «Η καρδιά μου όμως έτρεμε, ενώ των άλλων όχι».

«Γενναίος δεν είναι εκείνος που δε φοβάται…», άκουσε μια φωνή που του φάνηκε ίδια με του Ασλάν· αναπήδησε. «…αλλ’ αυτός που νικάει το φόβο του και ρισκάρει γι’ αυτά που αγαπάει».

Κοίταξε γύρω· κανείς. Ιδέα του ήταν;

“Όχι, Αλή” μονολόγησε νοερά. “Δεν ξέρω αν το κάνεις επειδή είσαι γενναίος ή επειδή είσαι πάρα πάρα πολύ δειλός, αλλά θα μείνεις εδώ όσο κι εκείνοι. Θα γυρίσεις πίσω μαζί τους ή δε θα γυρίσεις καθόλου!”.

Κι έβαλε ξανά, λυτρωμένος και συγκινημένος, το μαγικό σποράκι στην τσέπη της μεταξωτής ενδυμασίας από τη Λαμπαδία που φορούσε.

 

Τι σημαίνει «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται…»

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ Δύο από τα πιο γνωστά τροπάρια της Μ. Εβδομάδας είναι τα «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται» και «Τον νυμφώνα Σου βλέπω»....

Image