βλαστοκύτταρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βλαστοκύτταρο < βλαστός + -ο- + κύτταρο (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική blastocyte)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βλαστοκύτταρο ουδέτερο
- (βιολογία, ιατρική) πρωτογενές κύτταρο χωρίς εξειδίκευση, ικανό να αυτοανανεώνεται επʼ άπειρον και να διαφοροποιείται σε διάφορους τύπους κυττάρων, αποτελώντας βασική πηγή για την ανάπτυξη ιστών και για εφαρμογές στην αναγεννητική ιατρική
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βλαστοκύτταρο
Πηγές
[επεξεργασία]- βλαστοκύτταρα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)