αυτοανανεώνομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυτοανανεώνομαι < αυτο- + ανανεώνομαι
Ρήμα
[επεξεργασία]αυτοανανεώνομαι
Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αυτοανανεώνομαι | αυτοανανεωνόμουν(α) | θα αυτοανανεώνομαι | να αυτοανανεώνομαι | ||
| β' ενικ. | αυτοανανεώνεσαι | αυτοανανεωνόσουν(α) | θα αυτοανανεώνεσαι | να αυτοανανεώνεσαι | (αυτοανανεώνου) | |
| γ' ενικ. | αυτοανανεώνεται | αυτοανανεωνόταν(ε) | θα αυτοανανεώνεται | να αυτοανανεώνεται | ||
| α' πληθ. | αυτοανανεωνόμαστε | αυτοανανεωνόμαστε αυτοανανεωνόμασταν |
θα αυτοανανεωνόμαστε | να αυτοανανεωνόμαστε | ||
| β' πληθ. | αυτοανανεώνεστε | αυτοανανεωνόσαστε αυτοανανεωνόσασταν |
θα αυτοανανεώνεστε | να αυτοανανεώνεστε | (αυτοανανεώνεστε) | |
| γ' πληθ. | αυτοανανεώνονται | αυτοανανεώνονταν αυτοανανεωνόντουσαν |
θα αυτοανανεώνονται | να αυτοανανεώνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αυτοανανεώθηκα | θα αυτοανανεωθώ | να αυτοανανεωθώ | αυτοανανεωθεί | ||
| β' ενικ. | αυτοανανεώθηκες | θα αυτοανανεωθείς | να αυτοανανεωθείς | αυτοανανεώσου | ||
| γ' ενικ. | αυτοανανεώθηκε | θα αυτοανανεωθεί | να αυτοανανεωθεί | |||
| α' πληθ. | αυτοανανεωθήκαμε | θα αυτοανανεωθούμε | να αυτοανανεωθούμε | |||
| β' πληθ. | αυτοανανεωθήκατε | θα αυτοανανεωθείτε | να αυτοανανεωθείτε | αυτοανανεωθείτε | ||
| γ' πληθ. | αυτοανανεώθηκαν αυτοανανεωθήκαν(ε) |
θα αυτοανανεωθούν(ε) | να αυτοανανεωθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αυτοανανεωθεί | είχα αυτοανανεωθεί | θα έχω αυτοανανεωθεί | να έχω αυτοανανεωθεί | αυτοανανεωμένος | |
| β' ενικ. | έχεις αυτοανανεωθεί | είχες αυτοανανεωθεί | θα έχεις αυτοανανεωθεί | να έχεις αυτοανανεωθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αυτοανανεωθεί | είχε αυτοανανεωθεί | θα έχει αυτοανανεωθεί | να έχει αυτοανανεωθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αυτοανανεωθεί | είχαμε αυτοανανεωθεί | θα έχουμε αυτοανανεωθεί | να έχουμε αυτοανανεωθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αυτοανανεωθεί | είχατε αυτοανανεωθεί | θα έχετε αυτοανανεωθεί | να έχετε αυτοανανεωθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αυτοανανεωθεί | είχαν αυτοανανεωθεί | θα έχουν αυτοανανεωθεί | να έχουν αυτοανανεωθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυτοανανεώνομαι
|
|