close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

φωναγγειογραφία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φωναγγειογραφία οι φωναγγειογραφίες
      γενική της φωναγγειογραφίας των φωναγγειογραφιών
    αιτιατική τη φωναγγειογραφία τις φωναγγειογραφίες
     κλητική φωναγγειογραφία φωναγγειογραφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φωναγγειογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική phonangiographie < phon(o)- (< αρχαία ελληνική φωνή) + angio- (< αρχαία ελληνική ἀγγεῖον) + -graphie (< αρχαία ελληνική -γραφία). Αναλύεται σε φων(ή) + αγγεί(ο) + -ο- + -γραφία (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fo.naŋ.ɟi.o.ɣɾaˈfi.a/

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φωναγγειογραφία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]