υπερδιασπορέας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπερδιασπορέας < υπερ- + διασπορέας (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική superspreader)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπερδιασπορέας αρσενικό
- (επιδημιολογία, νεολογισμός) άτομο που μεταδίδει έναν μολυσματικό παράγοντα σε πολύ περισσότερα άτομα από τον μέσο όρο, επιταχύνοντας έτσι τη διασπορά μιας νόσου σε έναν πληθυσμό
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπερδιασπορέας
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αμφορέας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επιδημιολογία (νέα ελληνικά)
- Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)