στα καλά καθούμενα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]στα καλά καθούμενα
- (προφορικό) (συνήθως για δυσάρεστα γεγονότα) χωρίς να το περιμένουμε, και δίχως προφανή αιτία
- ※ Δεν πεθαίνει ο άνθρωπος στα καλά καθούμενα. ( ⌘ Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
- ※ Ίσως την είχε δυσαρεστήσει η χωριατιά μου να πεταχτώ έτσι στα καλά καθούμενα και να προσφέρω εκατό ευρώ σαν κουραδόμαγκας που ήθελε να κάνει τον σπουδαίο. Έσκυψα πάνω της, «Συγχώρεσέ με» της είπα «αν φέρθηκα με απρέπεια, αλλά έχω πιει πολύ». (Θανάσης Χειμωνάς, Η μπλε ώρα, εκδ. Πατάκης, 2016)
- ≈ συνώνυμα: απροσδόκητα, ξαφνικά, αναπάντεχα, απρόσμενα, ανέλπιστα
- άλλες μορφές: στα καλά του καθουμένου, στα καλά των καθουμένων
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στα καλά καθούμενα
|
Πηγές
[επεξεργασία]- καθούμενος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- καθούμενος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας