πασχαλοκουλούρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πασχαλοκουλούρα < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πασχαλοκουλούρα θηλυκό
- ψωμί σε σχήμα κουλούρας, με κόκκινο αυγό, που παρασκευάζεται / διατίθεται το Πάσχα
- ※ μη μας ξυπνήσει από τις χαραμάδες του το φως του πρωινού, με την πασχαλοκουλούρα παραμάσχαλα και το τσουρέκι με το κόκκινο αυγό στη μέση (Βασίλης Βασιλικός, Τα δώρα της αγάπης, «Νέα Σύνορα», Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 1998, σελ. 133)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πασχαλοκουλούρα
|
|