παρετυμολογία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παρετυμολογία, (μαρτυρείται από το 1874)[1] < λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική paretimologia < par(a) + etimologia[2] Διαφορετική η ελληνιστική[3] ή μεσαιωνική[4] παρετυμολογία (ετυμολόγηση, απλή ετυμολογική αναφορά)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pa.ɾe.ti.mo.loˈʝi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐ρε‐τυ‐μο‐λο‐γί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παρετυμολογία θηλυκό
- (γλωσσολογία) η λανθασμένη ετυμολογία μιας λέξης που βασίζεται σε συμπτωματικές ομοιότητες και όχι σε επιστημονική ανάλυση
Συγγενικά
[επεξεργασία]- παρετυμολογικά / παρετυμολογικώς
- παρετυμολογικός
- παρετυμολογώ
- → δείτε τη λέξη ετυμολογία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παρετυμολογία
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ παρετυμολογία, σελ.783, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
- ↑ paretimologia - Vocabolario Treccani online, Istituto della Enciclopedia Italiana (Istituto Treccani).
- ↑ παρετυμολογία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ παρετυμολογία - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]| λόγια μεσαιωνική ελληνική με αρχαία κλίση | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | παρετυμολογία | αἱ | παρετυμολογίαι | ||||
| γενική | τῆς | παρετυμολογίας | τῶν | παρετυμολογιῶν | ||||
| δοτική | τῇ | παρετυμολογίᾳ | ταῖς | παρετυμολογίαις | ||||
| αιτιατική | τὴν | παρετυμολογίαν | τὰς | παρετυμολογίας | ||||
| κλητική ὦ! | παρετυμολογία | παρετυμολογίαι | ||||||
| Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | ||||||||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παρετυμολογία < παρά + ελληνιστική κοινή ἐτυμολογία < {ἐτυμολογέω < αρχαία ελληνική ἔτυμος + λέγω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παρετυμολογία θηλυκό
- (γλωσσολογία) ετυμολόγηση, αναφορά στην ετυμολογία της λέξης
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- δεν έχει σχέση με τη νέα ελληνική σημασία της λέξης παρετυμολογία
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ s.v. παρετυμολογία - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Γλωσσολογία (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)