νεοέλληνας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νεοέλληνας < νεο- + Έλληνας < αρχαία ελληνική Ἕλλην
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νεοέλληνας αρσενικό (θηλυκό: νεοελληνίδα)
- (ιστορία) ο Έλληνας της νεότερης εποχής
- (μειωτικό) ο στερεοτυπικός σύγχρονος Έλληνας με τις θεωρούμενες προβληματικές νοοτροπίες του και τις παθογένειές του
- ※ Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισμα (στο νοσοκομείο της Ρόδου), 10/3/20211, Protagon.gr )
Συγγενικά
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη Έλληνας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- νεοέλληνας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα νεο- (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)