close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπουλούκμπασης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μπουλούκμπασης οι μπουλουκμπασήδες
      γενική του μπουλούκμπαση των μπουλουκμπασήδων
    αιτιατική τον μπουλούκμπαση τους μπουλουκμπασήδες
     κλητική μπουλούκμπαση μπουλουκμπασήδες
Και άλλοι ιδιωματικοί πληθυντικοί: μπουλουκμπασάδες, μπουλουκμπασιάδες.
Κατηγορία όπως «μπουλούκμπασης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπουλούκμπασης < τουρκική bölükbaşı (αξιωματικός των γενιτσάρων)

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπουλούκμπασης αρσενικό (πληθυντικοί: μπουλουκμπασήδες, μπουλουκμπασάδες, μπουλουκμπασιάδες)

  • (ιστορία, αξίωμα, ιδιωματικό, παρωχημένο) επικεφαλής (μικρής) στρατιωτικής ομάδας, «λοχαγός»
      Έκοψε Τούρκους άπειρους, κι εφτά μπουλουκμπασήδες
    πλην το σπαθί του έσπασεν απάνω ’πό την χούφταν,
    κι έπεσ’ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
    Ο θάνατος του Διάκου, δημοτικό τραγούδι, Fauriel Claude, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1999, τ.Α΄,σελ. 221-222.
      Ἦλθε τότε ἐκ μέρους τοῦ Ἀχμέτ Ντέμ ὁ μπουλούκμπασης, ποὺ τὸν συνώδευεν ὅταν ἐπεσκέφθὴ πρὸ καιροῦ τὸν Δηληγιάννην (Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις τόμος 3, «Μέλισσα», Εκδοτικός Οίκος Ακαδημίας, 1957, σελ. 115)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]