κροκοπαραγωγός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κροκοπαραγωγός < κρόκ(ος) + -ο- + -παραγωγός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kɾo.ko.pa.ɾa.ɣoˈɣos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κρο‐κο‐πα‐ρα‐γω‐γός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κροκοπαραγωγός αρσενικό ή θηλυκό
- (επάγγελμα) άτομο το οποίο ασχολείται με την καλλιέργεια και την παραγωγή του φυτού κρόκος
- ※ Ο μέσος όρος καλλιεργήσιμης έκτασης ενός κροκοπαραγωγού είναι περίπου πέντε στρέμματα και η απόδοση αγγίζει τα 900 γραμμάρια το στρέμμα.
- Κρόκος: Ξεκίνησε η συγκομιδή του «θησαυρού» της Κοζάνης, protothema.gr, 22 Οκτωβρίου 2016
- ※ Στην ανάκτηση «χαμένων» αγορών, τη διείσδυση σε νέες και να προχωρήσουν σε «άνοιγμα» στο εσωτερικό, επιδιώκουν οι κροκοπαραγωγοί της Κοζάνης.
- Κροκοπαραγωγοί Κοζάνης: Ανάκτηση «χαμένων» αγορών, διείσδυση σε νέες, voria.gr, 1 Μαρτίου 2020
- ※ Σε αναζήτηση 2.000 στρεμμάτων καλλιέργειας κρόκου για φέτος το καλοκαίρι βρίσκεται ο Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Κροκοπαραγωγών λόγω αυξημένης ζήτησης, όπως τονίστηκε σε συνάντηση...
- 2.000 στρέμματα για καλλιέργεια κρόκου αναζητά ο Συνεταιρισμός Κροκοπαραγωγών, xronos-kozanis.gr, 2 Οκτωβρίου 2023
- ※ Ο μέσος όρος καλλιεργήσιμης έκτασης ενός κροκοπαραγωγού είναι περίπου πέντε στρέμματα και η απόδοση αγγίζει τα 900 γραμμάρια το στρέμμα.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κροκοπαραγωγός
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γιατρός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -παραγωγός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)