close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

κροκοπαραγωγός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η κροκοπαραγωγός οι κροκοπαραγωγοί
      γενική του/της κροκοπαραγωγού των κροκοπαραγωγών
    αιτιατική τον/την κροκοπαραγωγό τους/τις κροκοπαραγωγούς
     κλητική κροκοπαραγωγέ κροκοπαραγωγοί
Κατηγορία όπως «γιατρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κροκοπαραγωγός < κρόκ(ος) + -ο- + -παραγωγός

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɾo.ko.pa.ɾa.ɣoˈɣos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κροκοπαραγωγός

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κροκοπαραγωγός αρσενικό ή θηλυκό

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]