close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

εργαστήριο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εργαστήριο τα εργαστήρια
      γενική του εργαστηρίου
& εργαστήριου
των εργαστηρίων
    αιτιατική το εργαστήριο τα εργαστήρια
     κλητική εργαστήριο εργαστήρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εργαστήριο < αρχαία ελληνική ἐργαστήριον

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eɾ.ɣaˈsti.ɾi.o/
Image
O Απόλλων στο εργαστήριο του Ηφαίστου, Diego Velasquez, 1630.
Image
Βιοχημικό εργαστήριο.

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εργαστήριο ουδέτερο

  1. το μέρος όπου εργάζεται ένας τεχνίτης ή καλλιτέχνης
      Ο μπακάλης της συνοικίας είχεν ακόμη ανοικτόν το εργαστήριόν του. Μετέβην και έφερα μίαν οκάν κρασί και αρκετά φουντούκια και εκαθίσαμεν επί αρκετήν ώραν πίνοντες ευθύμως παρά το θαυματουργόν τραπέζιον (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι, Α, 1894)
  2. το σύνολο των μαθητών και συνεργατών ενός καλλιτέχνη
    ο πίνακας αποδίδεται στο εργαστήριο του Τιντορέτο
  3. ονομασία για επαγγελματικές σχολές
    Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας
  4. το μέρος που είναι εξοπλισμένο με επιστημονικά όργανα και χρησιμοποιείται από έναν ή περισσότερους επιστήμονες για πειράματα και μετρήσεις
  5. δράση ή σειρά δράσεων εκπαιδευτικού ή βιωματικού χαρακτήρα, συνήθως σύντομης διάρκειας, με έμφαση στην αλληλεπίδραση μεταξύ των συμμετεχόντων

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]


Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]