Συνήθης νομοθετική διαδικασία (της Ε.Ε.)
Συνήθης νομοθετική διαδικασία (της Ε.Ε.)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Συνήθης νομοθετική διαδικασία (αγγλικά ordinary legislative proceedure) είναι η διαδικασία που χρησιμοποιείται τις περισσότερες φορές για την έκδοση ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Περιλαμβάνει συνεργασία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωκοινοβουλίου ώστε να δημιουργηθεί και να εγκριθεί ένας νόμος.
Βήματα της διαδικασίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Βάση των άρθρων 289 και 294 της Συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης η διαδικασία είναι η εξής:
Αρχικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει μία νέα νομοθετική πράξη (με βάση τις προτεραιότητες που έχει θέσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο). Αυτό το δικαίωμα της Επιτροπής ονομάζεται δικαίωμα πρωτοβουλίας, που κατέχει αποκλειστικά. Ωστόσο, άλλα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολίτες μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να υποβάλει μία συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση.
Έπειτα, η νομοθετική πρόταση διαβιβάζεται στο Ευρωκοινοβούλιο (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) και στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να γίνει ανάγνωση (δηλαδή εξέταση) της πρότασης. Το Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από δημοκρατικά εκλεγμένους εκπροσώπους των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συζητά και ψηφίζει επί της νομοθετικής πρότασης. Ταυτόχρονα, στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μία ομάδα εργασίας εμπειρογνωμόνων και η Επιτροπή Μόνιμων Αντιπροσώπων (Ε.Μ.Α.) εξετάζει την πρόταση κατά την ανάγνωση.
Στην Συνήθης νομοθετική διαδικασία, υπάρχουν 2 αναγνώσεις. Κατά την 1η ανάγνωση, το Ευρωκοινοβούλιο διατυπώνει μία θέση αποδεχόμενο ή τροποποιώντας την νομοθετική πρόταση. Ενώ, το Συμβούλιο της Ε.Ε. μπορεί να εγκρίνει (και άρα εκδίδεται η νομοθετική πράξη) ή να προτείνει τροποποιήσεις στην θέση του Ευρωκοινοβουλίου, και στην τελευταία περίπτωση περνάμε στην 2η ανάγνωση. Εκεί, είτε το Ευρωκοινοβούλιο εγκρίνει (και άρα εκδίδεται η νομοθετική πράξη), απορρίπτει ή προτείνει τροπολογίες (το κείμενο επιστρέφει στο Συμβούλιο για εξέταση των τροποποιήσεων) στη θέση του Συμβουλίου. Στην τελευταία περίπτωση, το Συμβούλιο είτε εγκρίνει τις τροπολογίες (η πράξη εκδίδεται) είτε δεν τις εγκρίνει όλες και άρα συγκαλείται επιτροπή συνδιαλλαγής.