close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πολιορκία της Ρώμης (537-538)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πολιορκία της Ρώμης (537-538)
Image
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Η πρώτη πολιορκία τής Ρώμης κατά τη διάρκεια τού Γοτθικού Πολέμου διήρκεσε έναν χρόνο και εννέα ημέρες, από τις 2 Μαρτίου 537έως τις 12 Μαρτίου 538. Οι Ανατολικοί Ρωμαίοι διοικούνταν από τον Βελισάριο, έναν από τούς πιο διάσημους και επιτυχημένους Ρωμαίους στρατηγούς. Η πολιορκία ήταν η πρώτη σημαντική σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων των δύο αντιπάλων, και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επακόλουθη εξέλιξη τού πολέμου.

Image
Η Πύλη Ασιναρία, μέσω τής οποίας ο στρατός τής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εισήλθε στη Ρώμη.

Με τη βόρεια Αφρική πάλι στα ρωμαϊκά χέρια μετά τον επιτυχημένο Βανδαλικό Πόλεμο, ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ έστρεψε το βλέμμα του στην Ιταλία, με την παλαιά πρωτεύουσα, τη Ρώμη.

Στα τέλη τού 5ου αι., η χερσόνησος είχε τεθεί υπό τον έλεγχο των Οστρογότθων, οι οποίοι, αν και συνέχιζαν να αναγνωρίζουν την επικυριαρχία τής Αυτοκρατορίας, είχαν ιδρύσει ένα πρακτικά ανεξάρτητο βασίλειο. Ωστόσο, μετά το τέλος τού ιδρυτή του, τού ικανού Θεοδώριχου τού Μεγάλου, το 526, η Ιταλία περιήλθε σε αναταραχή. Ο Ιουστινιανός Α΄ εκμεταλλεύτηκε αυτό το γεγονός, για να παρέμβει στις υποθέσεις τού κράτους των Οστρογότθων.

Το 535 ο Ρωμαίος στρατηγός Μούνδος εισέβαλε στη Δαλματία, και ο Βελισάριος με στρατό 7.500 ανδρών κατέλαβε εύκολα τη Σικελία. Από εκεί, τον Ιούνιο του επόμενου έτους, πέρασε στην Ιταλία, στο Ρήγιο. Μετά από 20 ημέρες πολιορκίας, οι Ρωμαίοι πολιόρκησαν και εισήλθαν στη Νάπολη στις αρχές Νοεμβρίου. Μετά την ανάκτηση τής Νάπολης, οι Γότθοι, οι οποίοι ήταν εξοργισμένοι με την αδράνεια τού βασιλιά τους, Θεοδάδου, συγκεντρώθηκαν σε συμβούλιο, και εξέλεξαν τον Ουίτιγη ως νέο βασιλιά τους. Ο Θεοδάδος, ο οποίος διέφυγε από τη Ρώμη στη Ραβέννα, δολοφονήθηκε από έναν πράκτορα τού Ουίτιγη καθ' οδόν. Εν τω μεταξύ, ο Ουίτιγης συγκάλεσε συμβούλιο στη Ρώμη, όπου αποφασίστηκε να μην επιδιώξει άμεση αντιπαράθεση με τον Βελισάριο, αλλά να περιμένει μέχρι να συγκεντρωθεί ο κύριος στρατός, που βρισκόταν στα βόρεια. Ο Ουίτιγης αναχώρησε στη συνέχεια από τη Ρώμη για τη Ραβέννα, αφήνοντας μία φρουρά 4.000 ανδρών για να ασφαλίσει την πόλη.

Παρ' όλα αυτά, οι πολίτες τής Ρώμης υποστήριξαν αποφασιστικά τον Βελισάριο, και υπό το φως τής άλωσης τής Νάπολης, δεν ήταν πρόθυμοι να υποστηρίξουν τούς κινδύνους μίας πολιορκίας. Έτσι, μία αντιπροσωπεία εκ μέρους τού πάπα Σιλβέριου και επιφανών πολιτών στάλθηκε στον Βελισάριο. Η φρουρά των Οστρογότθων γρήγορα συνειδητοποίησε, ότι με τον πληθυσμό εχθρικό, η θέση της ήταν επισφαλής. Έτσι στις 9 Δεκεμβρίου 536 ο Βελισάριος εισήλθε και στη Ρώμη μέσω τής νότιας Πύλης Ασιναρίας ως επικεφαλής στρατού 5.000 ανδρών, ενώ η φρουρά των Οστρογότθων έφευγε από την πόλη μέσω τής βόρειας Πύλης Φλαμινίας, και κατευθυνόταν βόρεια προς τη Ραβέννα. Μετά από 60 χρόνια, η Ρώμη βρέθηκε και πάλι σε Ρωμαϊκά χέρια.

Τον Φεβρουάριο τού 537, ο Ουίτιγης έστειλε τον διοικητή του Βάκι στην Πύλη Σαλαρία, για να παρακαλέσει τούς πολίτες τής Ρώμης να μην εγκαταλείψουν τούς Γότθους. Η ομιλία του ήταν αναποτελεσματική, και η πολιορκία ξεκίνησε την επόμενη ημέρα.

Image
Τα Αυρηλιανά Τείχη τής Ρώμης όπως ήταν τον 6ο αι. Οι τοποθεσίες των γοτθικών στρατοπέδων είναι σημειωμένες.

Ο Βελισάριος, με τη μικρή του δύναμη, δεν μπόρεσε να συνεχίσει την πορεία του βόρεια προς τη Ραβέννα, καθώς οι δυνάμεις των Οστρογότθων ήταν κατά πολύ περισσότερες από τις δικές του. Αντ' αυτού εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, προετοιμαζόμενος για την αναπόφευκτη αντεπίθεση. Έστησε το αρχηγείο του στον Πινκιανό λόφο, στα βόρεια τής πόλης, και άρχισε να επισκευάζει τα τείχη τής πόλης. Έσκαψε μία τάφρο στην εξωτερική πλευρά, ενισχύθηκε το φρούριο τού Μαυσωλείου τού Αδριανού, περάστηκε μία αλυσίδα στον Τίβερη, στρατολογήθηκαν πολίτες, και στήθηκαν αποθέματα εφοδίων. Ο πληθυσμός τής πόλης, γνωρίζοντας ότι η πολιορκία από την οποία προσπαθούσαν να ξεφύγουν γινόταν αναπόφευκτη, άρχισε να δείχνει σημάδια δυσαρέσκειας.

Ο στρατός των Οστρογότθων βάδισε προς τη Ρώμη, και κατάφερε να περάσει τον ποταμό Άνιο στη Γέφυρα Σαλαρία, όπου οι αμυνόμενοι Ρωμαίοι εγκατέλειψαν τις οχυρώσεις τους και τράπηκαν σε φυγή. Την επόμενη ημέρα, οι Ρωμαίοι μόλις που σώθηκαν από την καταστροφή, όταν ο Βελισάριος, αγνοώντας τη φυγή των δυνάμεών του, προχώρησε προς τη γέφυρα με ένα απόσπασμα των Βουκελαρίων του. Βρίσκοντας τούς Γότθους ήδη στην κατοχή τής οχυρωμένης γέφυρας, ο Βελισάριος και η συνοδεία του ενεπλάκησαν σε σφοδρή μάχη, και υπέστησαν μεγάλες απώλειες πριν απεγκλωβιστούν.

Η Ρώμη ήταν πολύ μεγάλη για να την περικυκλώσουν πλήρως οι Γότθοι. Έτσι, έστησαν επτά στρατόπεδα, με θέα τις κύριες πύλες και τις οδούς πρόσβασης στην πόλη, προκειμένου να την λιμοκτονήσουν. Έξι από αυτά βρίσκονταν ανατολικά τού ποταμού, και ένα στη δυτική πλευρά, στο Campus Neronis, κοντά στον Βατικανό λόφο. Αυτό άφησε τη νότια πλευρά τής πόλης ανοικτή. Οι Γότθοι στη συνέχεια προχώρησαν στο μπλοκάρισμα των υδραγωγείων που τροφοδοτούσαν την πόλη με νερό, απαραίτητο τόσο για πόση, όσο και για τη λειτουργία των αλευρόμυλων. Οι μύλοι βρίσκονταν στον Ιανίκουλο λόφο, και παρείχαν το μεγαλύτερο μέρος τού ψωμιού για την πόλη. Αν και ο Βελισάριος κατάφερε να αντιμετωπίσει το τελευταίο πρόβλημα κατασκευάζοντας πλωτούς μύλους στο ρέμα τού Τίβερη, οι δυσκολίες για τούς πολίτες μεγάλωναν καθημερινά. Αντιλαμβανόμενος αυτή τη δυσαρέσκεια, ο Ουίτιγης προσπάθησε να επιτύχει την παράδοση τής πόλης, υποσχόμενος στον Ρωμαϊκό στρατό ελεύθερη διέλευση, αλλά ο Βελισάριος αρνήθηκε την προσφορά, λέγοντας στον εχθρό του:

Η πρώτη μεγάλη επίθεση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγο μετά την απόρριψη των προτάσεών του, ο Ουίτιγης εξαπέλυσε μία μαζική επίθεση στην πόλη. Οι μηχανικοί του είχαν κατασκευάσει τέσσερις μεγάλους πολιορκητικούς πύργους, οι οποίοι άρχισαν να μετακινούνται προς τα βόρεια τείχη τής πόλης, κοντά στην Πύλη Σαλαρία, με ομάδες βοδιών. Ο Προκόπιος περιγράφει τι συνέβη στη συνέχεια:

Ο λόγος για το ξέσπασμα του Βελισάριου ήταν αρχικά ασαφής, αλλά καθώς οι Γότθοι πλησίαζαν την τάφρο, τράβηξε το τόξο του και πυροβόλησε, τον έναν μετά τον άλλον, τρεις Οστρογότθους ιππείς. Οι στρατιώτες στα τείχη το θεώρησαν αυτό ως οιωνό νίκης, και άρχισαν να φωνάζουν πανηγυρίζοντας. Τότε ο Βελισάριος αποκάλυψε τη σκέψη του, καθώς διέταξε τούς τοξότες του να επικεντρώσουν τα πυρά τους στα εκτεθειμένα βόδια, τα οποία οι Γότθοι είχαν τόσο απερίσκεπτα φέρει σε απόσταση βολής τόξου από τα τείχη. Τα βόδια εξοντώθηκαν γρήγορα, και οι τέσσερις πύργοι έμειναν εκεί, άχρηστοι, μπροστά στα τείχη.

Image
Το Μαυσωλείο τού Αδριανού ήταν το θέατρο μίας σφοδρής μάχης μεταξύ Ρωμαίων και Γότθων.

Ο Ουίτιγης άφησε στη συνέχεια μία μεγάλη δύναμη, για να κρατήσει τούς αμυνόμενους απασχολημένους, και επιτέθηκε στα τείχη στα νοτιοανατολικά, στην περιοχή τής Πύλης Πραινεστίνης, γνωστής ως Βιβάριον, όπου οι οχυρώσεις ήταν χαμηλότερες. Μία ταυτόχρονη επίθεση πραγματοποιήθηκε στη δυτική πλευρά, στο Μαυσωλείο τού Αδριανού και στην Πύλη Κορνηλία. Εκεί οι μάχες ήταν ιδιαίτερα σφοδρές. Τελικά, μετά από μία σκληρή μάχη, οι Γότθοι απωθήθηκαν, αλλά η κατάσταση στο Βιβάριον ήταν σοβαρή. Οι αμυνόμενοι, υπό τον Βέσσα και τον Περάνιο, πιέζονταν πολύ, και στάλθηκαν στον Βελισάριο για βοήθεια. Ο Βελισάριος ήρθε, συνοδευόμενος από μερικούς από τούς Βουκελαρίους του. Μόλις οι Γότθοι παραβίασαν το τείχος, διέταξε μερικούς στρατιώτες να τούς επιτεθούν πριν προλάβουν να σχηματιστούν, αλλά με την πλειοψηφία των στρατευμάτων του, όρμησε έξω από την πύλη. Αιφνιδιάζοντας τούς Γότθους, οι άνδρες του τούς απώθησαν, και έκαψαν τις πολιορκητικές τους μηχανές. Ταυτόχρονα, τυχαία ή σκόπιμα, οι Ρωμαίοι στην Πύλη Σαλαρία επιχείρησαν επίσης μία έξοδο, και κατάφεραν επίσης να καταστρέψουν πολλές από τις πολιορκητικές μηχανές. Η πρώτη προσπάθεια των Γότθων να εισβάλουν στην πόλη είχε αποτύχει, και ο στρατός τους υποχώρησε στα στρατόπεδά τους.

Οι Ρωμαϊκές επιτυχίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την επιτυχία αυτή, ο Βελισάριος γνώριζε πολύ καλά ότι η κατάστασή του ήταν ακόμη επικίνδυνη. Γι' αυτό έγραψε μία επιστολή στον Ιουστινιανό Α΄, ζητώντας βοήθεια. Πράγματι, ο Ιουστινιανός Α΄ είχε ήδη στείλει ενισχύσεις υπό τούς χιλίαρχους Μαρτίνο και Βαλεριανό, αλλά είχαν καθυστερήσει στην Ελλάδα λόγω κακοκαιρίας. Στην επιστολή του, ο Βελισάριος πρόσθεσε επίσης προειδοποιητικά λόγια σχετικά με την αφοσίωση τού πληθυσμού: «Και παρόλο που προς το παρόν οι Ρωμαίοι είναι ευνοϊκά διακείμενοι απέναντί μας, όταν όμως τα προβλήματά τους παραταθούν, πιθανότατα δεν θα διστάσουν να επιλέξουν την πορεία που είναι καλύτερη για τα δικά τους συμφέροντα. [...] Επιπλέον, οι Ρωμαίοι θα αναγκαστούν από την πείνα να κάνουν πολλά πράγματα, που θα προτιμούσαν να μην κάνουν». Από φόβο προδοσίας, ελήφθησαν ακραία μέτρα από τον Βελισάριο: Ο πάπας Σιλβέριος καθαιρέθηκε λόγω υποψιών για διαπραγματεύσεις με τούς Γότθους, και αντικαταστάθηκε από τον Βιγίλιο, οι κλειδαριές και τα κλειδιά των πυλών άλλαζαν «δύο φορές το μήνα», οι φρουροί που βρίσκονταν σε βάρδια πύλης εναλλάσσονταν τακτικά, και δημιουργήθηκαν περίπολοι.

Εν τω μεταξύ ο Ουίτιγης, εξοργισμένος από την αποτυχία του, έστειλε διαταγές στη Ραβέννα να σκοτώσει τούς συγκλητικούς που είχε κρατήσει ομήρους εκεί, και επιπλέον, αποφάσισε να ολοκληρώσει την απομόνωση τής πολιορκημένης πόλης αποκόπτοντάς την από τη θάλασσα. Οι Γότθοι κατέλαβαν το Portus Claudii στην Όστια, το οποίο είχε μείνει αφύλακτο από τούς Ρωμαίους. Ως αποτέλεσμα, αν και οι Ρωμαίοι διατήρησαν τον έλεγχο τής ίδιας τής Όστιας, η κατάσταση τού εφοδιασμού τους επιδεινώθηκε, καθώς τα εφόδια έπρεπε να εκφορτωθούν στο Άντιο και από εκεί να μεταφερθούν με κόπο στη Ρώμη. Ευτυχώς για τούς πολιορκημένους, 20 ημέρες αργότερα οι υποσχεμένες ενισχύσεις, 1600 ιππείς, έφθασαν και μπόρεσαν να εισέλθουν στην πόλη. Ο Βελισάριος είχε πλέον στη διάθεσή του μία καλά εκπαιδευμένη, πειθαρχημένη και κινητή δύναμη, και άρχισε να χρησιμοποιεί το ιππικό του σε επιδρομές εναντίον των Γότθων. Πάντα, οι Ρωμαίοι ιππείς, κυρίως Ούννου ή Σλαβικής καταγωγής και έμπειροι τοξότες, πλησίαζαν τούς Γότθους, οι οποίοι βασίζονταν κυρίως στη μάχη σώμα με σώμα, και δεν διέθεταν όπλα από απόσταση, έριχναν μία βροχή από βέλη και υποχωρούσαν στα τείχη, όταν τούς καταδίωκαν. Εκεί βαλλίστρες και καταπέλτες περίμεναν και απωθούσαν τούς Γότθους με μεγάλες απώλειες. Έτσι, η ανώτερη κινητικότητα και η ισχύς πυρός τού Ρωμαϊκού ιππικού χρησιμοποιήθηκαν με μεγάλη αποτελεσματικότητα, προκαλώντας σοβαρές απώλειες στους Γότθους, με ελάχιστες Ρωμαϊκές απώλειες.

Οι Γότθοι επιτυγχανουν τη νίκη σε ανοιχτή μάχη

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτές οι επιτυχίες ενθάρρυναν σε μεγάλο βαθμό τον στρατό και τον λαό, οι οποίοι τώρα άσκησαν πίεση στον Βελισάριο να προχωρήσει σε ανοιχτή μάχη. Αρχικά ο Βελισάριος αρνήθηκε λόγω τής ακόμη μεγάλης αριθμητικής διαφοράς, αλλά τελικά πείστηκε, και έκανε τις προετοιμασίες του ανάλογα. Η κύρια δύναμη, υπό τη διοίκησή του, θα εκστράτευε από την Πίνκια και τη Σαλάρια Πύλη στα βόρεια, ενώ ένα μικρότερο απόσπασμα ιππικού υπό τον Βαλεντίνο, μαζί με το μεγαλύτερο μέρος των ένοπλων πολιτών, θα αντιμετώπιζε τη μεγάλη γοτθική δύναμη, που είχε στρατοπεδεύσει δυτικά τού Τίβερη, και θα την εμπόδιζε να συμμετάσχει στη μάχη, χωρίς ωστόσο να εμπλακεί σε άμεση μάχη. Αρχικά, λόγω τής κακής ποιότητας τού Ρωμαϊκού πεζικού, ο Βελισάριος επιθυμούσε η μάχη να περιοριστεί σε ιππική συμπλοκή, αλλά πείστηκε από τις παρακλήσεις δύο σωματοφυλάκων του, τού Πρινσίπιου και τού Ταρμούτου, και τοποθέτησε ένα μεγάλο σώμα πεζικού του κάτω από αυτούς ως εφεδρεία και σημείο συγκέντρωσης για το ιππικό.

Ο Ουίτιγης, από την πλευρά του, ανέπτυξε τον στρατό του με τον τυπικό τρόπο, με το πεζικό στο κέντρο και το ιππικό στα πλευρά. Όταν ξεκίνησε η μάχη, το ρωμαϊκό ιππικό χρησιμοποίησε για άλλη μία φορά τις γνωστές του τακτικές, κατακλύζοντας την πυκνή μάζα των γοτθικών στρατευμάτων με βέλη, και υποχωρώντας χωρίς επαφή. Έτσι, προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στους Γότθους, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν σε αυτές τις τακτικές, και μέχρι το μεσημέρι, οι Ρωμαίοι φαινόταν κοντά στη νίκη. Στο Πεδίο τού Νέρωνα, στην άλλη πλευρά τού Τίβερη, οι Ρωμαίοι επιχείρησαν μία ξαφνική επίθεση στους Γότθους, και λόγω τού σοκ και τού μεγάλου αριθμού, οι Γότθοι κατατροπώθηκαν, και κατέφυγαν στους λόφους για ασφάλεια. Αλλά η πλειοψηφία τού Ρωμαϊκού στρατού εκεί, όπως αναφέρθηκε, αποτελούνταν από απειθάρχητους πολίτες, οι οποίοι σύντομα έχασαν κάθε ίχνος τάξης, παρά τις προσπάθειες τού Βαλεντίνου και των αξιωματικών του, και λεηλάτησαν το εγκαταλελειμμένο γοτθικό στρατόπεδο. Αυτή η σύγχυση έδωσε στους Γότθους τον χρόνο να ανασυνταχθούν, και επιτιθέμενοι για άλλη μία φορά, έδιωξαν τούς Ρωμαίους πίσω με μεγάλες απώλειες. Εν τω μεταξύ, στην ανατολική πλευρά τού Τίβερη, οι Ρωμαίοι είχαν φθάσει στα γοτθικά στρατόπεδα. Η αντίσταση ήταν σφοδρή, και η ήδη μικρή ρωμαϊκή δύναμη υπέστη απώλειες σε μάχη σώμα με σώμα. Έτσι, όταν το γοτθικό ιππικό στη δεξιά πτέρυγα αντιλήφθηκε την αδυναμία των αντιπάλων του, κινήθηκε εναντίον τους και τούς κατατρόπωσε. Σύντομα οι Ρωμαίοι τράπηκαν σε πλήρη φυγή, και το πεζικό, το οποίο υποτίθεται ότι θα ενεργούσε ακριβώς σε μία τέτοια περίπτωση ως αμυντικό προπέτασμα, διαλύθηκε παρά την ανδρεία τού Πρινσίπιου και τού Ταρμούτου, και εντάχθηκε στη φυγή για την ασφάλεια των τειχών.

Η Ρωμαϊκή άνοδος και το τέλος της πολιορκίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Και οι βάρβαροι είπαν: «[...] σας παραδίδουμε τη Σικελία, όσο μεγάλη και αν είναι και τόσο πλούσια, δεδομένου ότι χωρίς αυτήν δεν μπορείτε να κατέχετε τη Λιβύη με ασφάλεια». 7

Και ο Βελισάριος απάντησε: «Και εμείς από την πλευρά μας επιτρέπουμε στους Γότθους να έχουν ολόκληρη τη Βρετανία, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη από τη Σικελία, και ήταν υποτελής στους Ρωμαίους στα αρχαία χρόνια. Διότι είναι δίκαιο να ανταμείβουμε ισότιμα εκείνους που κάνουν πρώτοι μια καλή πράξη, ή εκτελούν μία καλοσύνη».

Οι βάρβαροι: «Λοιπόν, αν σας κάνουμε μία πρόταση και για την Καμπανία ή για την ίδια τη Νάπολη, θα την ακούσετε;»

Βελισάριος: «Όχι, διότι δεν έχουμε την εξουσία να διαχειριζόμαστε τις υποθέσεις του Αυτοκράτορα με τρόπο, που δεν είναι σύμφωνος με την επιθυμία του».

Διάλογος μεταξύ του Βελισάριου και της γοτθικής πρεσβείας
Προκόπιου, Περί του Γοτθικού Πολέμου II.VI

Οι Γότθοι, που υπέφεραν επίσης, όπως και οι πολιορκημένοι, από ασθένειες και λιμό, κατέφυγαν τώρα στη διπλωματία. Μία πρεσβεία τριών ατόμων στάλθηκε στον Βελισάριο, και προσφέρθηκε να παραδώσει τη Σικελία και τη νότια Ιταλία (οι οποίες βρίσκονταν ήδη σε ρωμαϊκά χέρια) με αντάλλαγμα την υποχώρηση των Ρωμαίων. Ο διάλογος, όπως διασώζεται από τον Προκόπιο, καταδεικνύει ξεκάθαρα την αντίστροφη κατάσταση των δύο μερών, με τούς απεσταλμένους να ισχυρίζονται ότι αδικήθηκαν και να προσφέρουν εδάφη, και τον Βελισάριο να είναι ασφαλής στη θέση του, να απορρίπτει τούς ισχυρισμούς των Γότθων, ακόμη και να κάνει σαρκαστικά σχόλια στις προτάσεις τους. Παρ' όλα αυτά, κανονίστηκε μία τρίμηνη ανακωχή, προκειμένου οι Γότθοι απεσταλμένοι να ταξιδεύσουν στην Κωνσταντινούπολη για διαπραγματεύσεις. Ο Βελισάριος το εκμεταλλεύτηκε, και μετέφερε τούς 3.000 Ισαύρους, οι οποίοι είχαν αποβιβαστεί στην Όστια, μαζί με μεγάλη ποσότητα προμηθειών, με ασφάλεια στη Ρώμη. Κατά τη διάρκεια τής ανακωχής, η κατάσταση των Γότθων επιδεινώθηκε λόγω έλλειψης εφοδίων, και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Πόρτο, το οποίο καταλήφθηκε αμέσως από μία φρουρά των Ισαύρων, καθώς και την πόλη Κεντουμκέλα (σύγχρονη Τσιβιταβέκια) και το Αλβάνο. Έτσι, μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου, οι Γότθοι ήταν ουσιαστικά περικυκλωμένοι από ρωμαϊκά αποσπάσματα, και οι δρόμοι ανεφοδιασμού τους ουσιαστικά κόπηκαν. Οι Γότθοι διαμαρτυρήθηκαν γι' αυτές τις ενέργειες, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Βελισάριος έστειλε ακόμη και έναν από τούς καλύτερους στρατηγούς του, τον Ιωάννη, με 2.000 άνδρες προς το Πικηνόν, με διαταγές να αποφύγουν τη σύγκρουση, αλλά, όταν διαταχθεί να κινηθεί, να καταλάβει ή να λεηλατήσει οποιοδήποτε οχυρό συναντήσει, και να μην αφήσει κανένα εχθρικό οχυρό στα νώτα του.

Λίγο αργότερα, η εκεχειρία διακόπηκε ανεπανόρθωτα από τούς Γότθους, όταν επιχείρησαν να εισέλθουν κρυφά στην πόλη. Αρχικά, προσπάθησαν να το κάνουν χρησιμοποιώντας το υδραγωγείο Aqua Virgo. Δυστυχώς γι' αυτούς, οι δάδες που χρησιμοποίησαν για να το εξερευνήσουν, εντοπίστηκαν από έναν φρουρό στην κοντινή Πύλη Πινκιανή. Το υδραγωγείο τέθηκε υπό στενή φρούρηση, και οι Γότθοι αντιλαμβανόμενοι αυτό, δεν έκαναν κάποια προσπάθεια να το χρησιμοποιήσουν ξανά. Λίγο αργότερα, μία ξαφνική επίθεση εναντίον τής ίδιας Πύλης αποκρούστηκε από τούς φρουρούς υπό την διοίκηση τού Iλδίγερ, γαμπρού τής Αντωνίνας. Αργότερα, με τη βοήθεια δύο πληρωμένων Ρωμαίων πρακτόρων, προσπάθησαν να ναρκώσουν τούς φρουρούς σε ένα τμήμα των τειχών κοντά στον Άγιο Πέτρο, και να εισέλθουν στην πόλη χωρίς αντίσταση, αλλά ένας από τούς πράκτορες αποκάλυψε το σχέδιο στον Βελισάριο, και αυτή η προσπάθεια επίσης ματαιώθηκε.

Σε αντίποινα, ο Βελισάριος διέταξε τον Ιωάννη να κινηθεί προς το Πικηνόν. Ο Ιωάννης, αφού νίκησε μία γοτθική δύναμη υπό τον Ούλιθο, θείο τού Ουίτιγη, ήταν ελεύθερος να περιπλανηθεί στην επαρχία κατά βούληση. Ωστόσο, δεν υπάκουσε στις οδηγίες τού Βελισάριου και δεν επιχείρησε να καταλάβει τις οχυρωμένες πόλεις Αυξινόν (σύγχρονο Όζιμο) και Ουρβίνον (σύγχρονο Ουρμπίνο), κρίνοντας ότι ήταν πολύ ισχυρές. Αντ' αυτού τις παρέκαμψε, και κατευθύνθηκε προς το Αριμίνιον (Ρίμινι), προσκεκλημένος εκεί από τον τοπικό ρωμαϊκό πληθυσμό. Η κατάληψη τού Αριμίνιου σήμαινε ότι οι Ρωμαίοι είχαν ουσιαστικά κόψει την Ιταλία στα δύο, αλλά επιπλέον, η πόλη απείχε μόλις μία ημέρα πορεία από τη γοτθική πρωτεύουσα Ραβέννα. Έτσι, στην είδηση τής πτώσης τού Αριμίνιου, ο Ουίτιγης αποφάσισε να υποχωρήσει βιαστικά προς την πρωτεύουσά του. Έπειτα από 374 ημέρες μετά την έναρξη τής πολιορκίας, οι Γότθοι έκαψαν τα στρατόπεδά τους και εγκατέλειψαν τη Ρώμη, βαδίζοντας βορειοανατολικά κατά μήκος τής Φλαμινίας Οδού. Αλλά ο Βελισάριος οδήγησε τις δυνάμεις του, και περίμενε μέχρι να διασχίσει ο μισός γοτθικός στρατός τη Μιλβία Γέφυρα, πριν επιτεθεί στους υπόλοιπους. Μετά από αρχικά σφοδρή αντίσταση, οι Γότθοι τελικά κατέρρευσαν, και πολλοί σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν στο ποτάμι.

Μετά τη νίκη τους επί ενός αριθμητικά πολύ ανώτερου εχθρού, οι Ρωμαίοι απέκτησαν το επάνω χέρι. Έφθασαν ενισχύσεις υπό τον Ναρσή, οι οποίες επέτρεψαν στον Βελισάριο να καταλάβει πολλά γοτθικά οχυρά, και να ελέγξει το μεγαλύτερο μέρος τής Ιταλίας νότια τού ποταμού Πάδου μέχρι το τέλος τού 539. Τελικά, η ίδια η Ραβέννα καταλήφθηκε με δόλο τον Μάιο τού 540, και ο πόλεμος φαινόταν να έχει ουσιαστικά τελειώσει. Ωστόσο, πολύ σύντομα, οι Γότθοι, υπό την ικανή ηγεσία τού νέου βασιλιά τους Τωτίλα, κατάφεραν να αντιστρέψουν την κατάσταση, μέχρι που η θέση τής Αυτοκρατορίας στην Ιταλία σχεδόν κατέρρευσε. Το 546 η Ρώμη πολιορκήθηκε ξανά από τον Τωτίλα, και αυτή τη φορά ο Βελισάριος δεν μπόρεσε να αποτρέψει την πτώση της. Η πόλη ανακαταλήφθηκε από τούς Αυτοκρατορικούς λίγο αργότερα, και ο Τωτίλας αναγκάστηκε να την πολιορκήσει ξανά το 549. Παρά την πτώση τής πόλης, ο θρίαμβος τού Τωτίλα έμελλε να είναι σύντομος. Η άφιξη τού Ναρσή το 551 σηματοδότησε την αρχή τού τέλους για τούς Γότθους, και στη Μάχη των Ταγινών το 552 οι Γότθοι ηττήθηκαν, και ο Τωτίλας σκοτώθηκε. Το 553 ο τελευταίος Οστρογότθος βασιλιάς, ο Τεΐας, ηττήθηκε. Αν και αρκετές πόλεις στο βορρά συνέχισαν την αντίσταση μέχρι τις αρχές τής δεκαετίας τού 560, η γοτθική δύναμη διαλύθηκε οριστικά.

Οι Γοτθικοί Πόλεμοι, και ιδιαίτερα η πολιορκία, είχαν καταστροφικές επιπτώσεις στον πληθυσμό τής πόλης. Σύμφωνα με μία εκτίμηση, ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 90%, σε περίπου 30.000 μέχρι το έτος 550. Από τα αρχικά 13 υδραγωγεία, μόνο δύο παρέμειναν λειτουργικά, και η κατοικημένη περιοχή ήταν το 10% αυτής στην ακμή της. [1]

  1. Bury (1923), Ch.
  • Procopius, De Bello Gothico, Τόμοι I & II
  • Bury, John Bagnell (1923). History of the Later Roman Empire Vols. I & II. Macmillan & Co., Ltd.
  • Richard Ernest Dupuy; Trevor Nevitt Dupuy (1993). The Harper Encyclopedia of Military History: from 3500 BC to the present. HarperCollins. ISBN 978-0-06-270056-8. Retrieved 11 March 2011.
  • Hughes, Ian (2009). Belisarius: The Last Roman General. Yardley, PA: Westholme Publishing, LLC. ISBN 978-1-59416-528-3.
  • Lillington-Martin, Christopher 2013b «Ο Προκόπιος για τον αγώνα για τη Δάρα και τη Ρώμη» στο: War and Warfare in Late Antiquity: Current Perspectives (Late Antique Archaeology 8.1–8.2 2010–11) των Sarantis A. και Christie N. επιμ. (Brill, Leiden 2013), σελ. 599–630
  • 2013a, "La defensa de Roma por Belisario" στο: Justiniano I el Grande (Desperta Ferro) επιμέλεια Alberto Pérez Rubio, 18 (Ιούλιος 2013), σελ. 40–45,