Μάχη των Χρυσών Σπιρουνιών
| Μάχη των Χρυσών Σπιρουνιών | |
|---|---|
| Τόπος | |
Η Μάχη των Χρυσών Σπιρουνιών, γαλλ. Bataille des éperons d'or, ολλανδ.: Guldensporenslag, ή Μάχη του Κουρτραί του 1302, ήταν μία στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ του βασιλικού στρατού της Γαλλίας και των επαναστατικών δυνάμεων της κομητείας της Φλάνδρας στις 11 Ιουλίου 1302, κατά τη διάρκεια του Γαλλο-Φλαμανδικού Πολέμου των ετών 1297–1305. Πραγματοποιήθηκε κοντά στην πόλη Κόρτραϊκ στο σημερινό Βέλγιο, και είχε ως αποτέλεσμα μία απροσδόκητη νίκη για τους Φλαμανδούς.
Στις 18 Μαΐου 1302, μετά από δύο χρόνια γαλλικής στρατιωτικής κατοχής και αρκετά χρόνια αναταραχής, πολλές πόλεις στη Φλάνδρα επαναστάτησαν κατά της γαλλικής κυριαρχίας, και η τοπική πολιτοφυλακή σφαγίασε πολλούς Γάλλους στην πόλη της Μπρυζ. Ο βασιλιάς Φίλιππος Δ΄ της Γαλλίας οργάνωσε αμέσως μία εκστρατεία 8.000 στρατιωτών, συμπεριλαμβανομένων 2.500 ένοπλων ανδρών, υπό τον Ροβέρτο Β΄ κόμη του Αρτουά για να καταστείλει την εξέγερση. Εν τω μεταξύ, 9.400 άνδρες από τις πολιτικές πολιτοφυλακές αρκετών φλαμανδικών πόλεων συγκεντρώθηκαν, για να αντιμετωπίσουν την αναμενόμενη γαλλική επίθεση.
Όταν οι δύο στρατοί συναντήθηκαν έξω από την πόλη Κόρτραϊκ στις 11 Ιουλίου, οι εφορμήσεις του ιππικού των έφιππων Γάλλων ανδρών εν όπλω δεν μπόρεσαν να νικήσουν τον σχηματισμό λόγχης του θωρακισμένου και καλά εκπαιδευμένου πεζικού της Φλαμανδικής πολιτοφυλακής. Το αποτέλεσμα ήταν η ήττα των Γάλλων ευγενών, οι οποίοι υπέστησαν βαριές απώλειες στα χέρια των Φλαμανδών. Τα 500 ζευγάρια σπιρούνια που πήραν οι Φλαμανδοί από τους Γάλλους ιππείς, έδωσαν στη μάχη το δημοφιλές της όνομα. Η μάχη ήταν ένα διάσημο πρώιμο παράδειγμα ενός στρατού πεζικού, που νίκησε μία εχθρική δύναμη που βασιζόταν στο βαρύ ιππικό, μέσω της αριθμητικά ανώτερης δύναμής της, του περιβάλλοντος, και εκμεταλλευόμενου την υπερβολική αυτοπεποίθηση των εχθρών της.
Ενώ η Γαλλία είχε νικήσει στον Γαλλο-Φλαμανδικό Πόλεμο, η μάχη των Χρυσών Σπιρουνιών έγινε ένα σημαντικό πολιτιστικό σημείο αναφοράς για το Φλαμανδικό Κίνημα κατά τον 19ο και 20ό αι. Το 1973 η ημερομηνία της μάχης επιλέχθηκε ως επίσημη αργία της Φλαμανδικής Κοινότητας στο Βέλγιο. Μία ταινία του 1985 με τίτλο Το Λιοντάρι της Φλάνδρας (De leeuw van Vlaanderen) απεικονίζει ένα όραμα της μάχης, και των πολιτικών γεγονότων που την προκάλεσαν. [1]
Φόντο
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι απαρχές του Γαλλο-Φλαμανδικού Πολέμου (1297–1305) μπορούν να ανιχνευθούν στην άνοδο του Φιλίππου Δ΄ «του Ωραίου» στον γαλλικό θρόνο το 1285. Ο Φίλιππος Δ΄ ήλπιζε να ανακτήσει τον έλεγχο της κομητείας της Φλάνδρας, μίας ημι-ανεξάρτητης πολιτείας που θεωρητικά αποτελούσε μέρος του βασιλείου της Γαλλίας, και πιθανώς ακόμη και να την προσαρτήσει στις γαίες του στέμματος της Γαλλίας. [2] Τη δεκαετία του 1290 ο Φίλιππος Δ΄ προσπάθησε να κερδίσει την υποστήριξη της Φλαμανδικής αριστοκρατίας, και κατάφερε να κερδίσει την υποταγή ορισμένων τοπικών ευγενών, συμπεριλαμβανομένου του Ιωάννη Β΄ των Αβέν (κόμη του Αινώ, της Ολλανδίας και της Ζηλανδίας). Του αντιτάχθηκε μία φατρία με επικεφαλής τον Φλαμανδό ιππότη Γκυ ντε Νταμπιέρ, ο οποίος επιχείρησε να συνάψει συμμαχία γάμου με τους Άγγλους εναντίον του Φιλίππου Δ΄. [2] Ωστόσο στη Φλάνδρα πολλές από τις πόλεις ήταν χωρισμένες σε παρατάξεις γνωστές ως «Κρίνα» (Leliaerts), οι οποίες ήταν φιλογαλλικές, και σε «Λιοντάρια» (Liebaards), τα οποία αργότερα θα αναφέρονταν ως «Νύχια» (Klauwaerts), με επικεφαλής τον Πίτερ ντε Κόνινκ στην Μπρυζ, και επιδίωκαν την ανεξαρτησία. [3]

Τον Ιούνιο του 1297 οι Γάλλοι εισέβαλαν στη Φλάνδρα, και σημείωσαν γρήγορες επιτυχίες. Ο βασιλιάς Εδουάρδος Α΄ της Αγγλίας βρισκόταν σε πόλεμο εναντίον του Φιλίππου Δ΄ για τρία χρόνια, αλλά αναγκάστηκε να αποσύρει το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής του από τη Γαλλία, για να αντιμετωπίσει τον Α΄ Πόλεμο της Σκωτικής Ανεξαρτησίας. Ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τη Γαλλία, που οδήγησαν στη συνθήκη του Μοντρέιγ του 1299, ενώ οι Φλαμανδοί και οι Γάλλοι υπέγραψαν την Ανακωχή του Σιντ-Μπάαφς-Βάιβε του 1297, μία προσωρινή ανακωχή που σταμάτησε τη σύγκρουσή τους. [2] Όταν η εκεχειρία έληξε τον Ιανουάριο του 1300, ο Εδουάρδος Α΄ είχε μόλις νυμφευτεί την αδελφή του Φιλίππου Δ΄, τη Μαργαρίτα, και οι Γάλλοι εισέβαλαν ξανά στη Φλάνδρα. Μέχρι τον Μάιο, είχαν τον πλήρη έλεγχο της κομητείας. Ο Γκυ ντε Νταμπιέρ φυλακίστηκε, και ο ίδιος ο Φίλιππος Δ΄ περιόδευσε στη Φλάνδρα, ενώ παράλληλα εγκαθίδρυε έναν διοικητικό μηχανισμό υπό γαλλικό έλεγχο. [2]
Όταν ο Φίλιππος Δ΄ έφυγε από τη Φλάνδρα, ξεκίνησαν ξανά αναταραχές στη φλαμανδική πόλη της Μπρυζ, με τη μορφή εξέγερσης εναντίον του νέου Γάλλου κυβερνήτη, Ιακώβου ντε Σατιγιόν. Στις 18 Μαΐου 1302 οι επαναστατημένοι πολίτες που είχαν εγκαταλείψει την Μπριζ επέστρεψαν στην πόλη, και δολοφόνησαν κάθε Γάλλο που βρήκαν, μία πράξη γνωστή ως «Όρθρος της Μπριζ». [4] Με τον Γκυ ντε Νταμπιέρ ακόμα φυλακισμένο, η διοίκηση της εξέγερσης έπεσε στους συμμάχους του, Ιωάννη Α΄ ντε Νταμπιέρ και Γκυ ντε Ναμύρ. [4] Οι περισσότερες πόλεις της κομητείας της Φλάνδρας συμφώνησαν να συμμετάσχουν στην εξέγερση της Μπρυζ, εκτός από την πόλη της Γάνδης που αρνήθηκε να συμμετάσχει. Το μεγαλύτερο μέρος της Φλαμανδικής αριστοκρατίας τάχθηκε επίσης με το μέρος των Γάλλων, [4] φοβούμενοι αυτό που αντιλαμβάνονταν ως προσπάθεια των κατώτερων τάξεων να καταλάβουν την εξουσία.
Δυνάμεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Για να καταστείλει την εξέγερση, ο Φίλιππος Δ΄ έστειλε μία ισχυρή δύναμη με επικεφαλής τον Ροβέρτο Β΄ κόμη του Αρτουά να βαδίσει προς την Μπρυζ. Ενάντια στους Γάλλους, οι Φλαμανδοί υπό τον Γουλιέλμο του Γύλιχ παρέταξαν έναν στρατό κυρίως πεζικού, που προερχόταν κυρίως από την Μπρυζ, τη Δυτική Φλάνδρα και τα ανατολικά της κομητείας. Η πόλη της Υπρ έστειλε ένα απόσπασμα 500 ανδρών υπό τον Γιαν φαν Ρένες, και παρά την άρνηση της πόλης τους να συμμετάσχει στην εξέγερση, ο Γιαν Μπόρλουτ έφτασε με 700 εθελοντές από τη Γάνδη. [5]
Οι φλαμανδικές δυνάμεις ήταν κυρίως πολιτοφυλακές της πόλης, οι οποίες ήταν καλά εξοπλισμένες και εκπαιδευμένες. [6] Η πολιτοφυλακή πολεμούσε κυρίως ως πεζικό, ήταν οργανωμένη κατά συντεχνίες και ήταν εξοπλισμένη με ατσάλινα κράνη, θωρακισμένα όπλα, [6] λόγχες, δόρατα, τόξα, βαλλίστρες και το γκέντενταγκ (goedendag), ένα ειδικά φλαμανδικό όπλο κατασκευασμένο από ένα παχύ, 1,5 μ. ξύλινο άξονα, που στην κορυφή είχε ένα ατσάλινο καρφί. [6] Όλα τα φλαμανδικά στρατεύματα στη μάχη είχαν κράνη, προστασία λαιμού, σιδερένια ή ατσάλινα γάντια και αποτελεσματικά όπλα, αν και δεν είχαν όλοι την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν θωράκιση. [7] Ήταν μία καλά οργανωμένη δύναμη 8.000-10.000 πεζών, καθώς και τετρακοσίων ευγενών που ενεργούσαν ως αξιωματικοί, και οι αστικές πολιτοφυλακές της εποχής υπερηφανεύονταν για την τακτική εκπαίδευση και προετοιμασία τους. [8] Περίπου 900 Φλαμανδοί ήταν εκπαιδευμένοι τοξότες. [9] Η Φλαμανδική πολιτοφυλακή σχημάτισε σχηματισμό γραμμής εναντίον του γαλλικού ιππικού με γκέντενταγκ και λόγχες στραμμένες προς τα έξω. [6] Λόγω του υψηλού ποσοστού αποστασιών μεταξύ της Φλαμανδικής αριστοκρατίας, υπήρχαν λίγοι ιππότες στην πλευρά των Φλαμανδών. Τα Χρονικά της Γάνδης ισχυρίζονται ότι υπήρχαν μόνο δέκα ιππείς στη φλαμανδική δύναμη. [5]
Αντίθετα οι Γάλλοι παρέταξαν έναν στρατό που σχηματίστηκε γύρω από έναν πυρήνα 2.500 ευγενών ιππέων, συμπεριλαμβανομένων ιπποτών και ακολούθων, παραταγμένων σε δέκα σχηματισμούς των 250 θωρακισμένων ιππέων. [10] [11] Κατά την ανάπτυξη για τη μάχη, χωρίστηκαν σε τρία σώματα, εκ των οποίων τα δύο πρώτα ήταν για επίθεση, και το τρίτο για να λειτουργήσει ως οπισθοφυλακή και εφεδρεία. [11] Υποστηρίζονταν από περίπου 5.500 πεζούς, ένα μείγμα τοξοτών, λογχοφόρων και ελαφρύ πεζικ'ο. [10] Οι Γάλλοι είχαν περίπου 1.000 τοξότες, οι περισσότεροι από τους οποίους προέρχονταν από το βασίλειο της Γαλλίας και ίσως μερικές εκατοντάδες στρατολογημένοι από τη βόρεια Ιταλία και την Ισπανία. [9] Η τότε στρατιωτική θεωρία εκτιμούσε κάθε ιππότη ως ίσο με περίπου δέκα πεζούς. [8]
Μάχη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]



Οι συνδυασμένες φλαμανδικές δυνάμεις συναντήθηκαν στο Κόρτραϊκ στις 26 Ιουνίου, και πολιόρκησαν το τοπικό κάστρο, το οποίο στέγαζε μία γαλλική φρουρά. Προβλέποντας μία γαλλική προσπάθεια να σπάσουν την πολιορκία, ετοιμάστηκαν να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς τους σε μάχη πεδίου. Το μέγεθος της γαλλικής αντίδρασης ήταν εντυπωσιακό, με 3.000 ιππότες και 4.000-5.000 πεζούς να αποτελούν μία αποδεκτή εκτίμηση. Οι Φλαμανδοί τελικά επέλεξαν να σπάσουν την πολιορκία, και οι δύο δυνάμεις συγκρούστηκαν στις 11 Ιουλίου σε ένα ανοιχτό πεδίο δίπλα στο ρέμα Γκρένινγκε. [5]
Το πεδίο κοντά στο Κόρτραϊκ το διέσχιζαν από πολυάριθμα χαντάκια και ρυάκια, που είχαν σκαφτεί από τους Φλαμανδούς, καθώς συγκεντρωνόταν ο στρατός του Φιλίππου Δ΄. Μερικά αποστραγγίστηκαν από τον ποταμό Λέιε (ή Λυς), ενώ άλλα κρύφτηκαν με χώμα και κλαδιά δέντρων, με αποτέλεσμα ένα ανώμαλο έδαφος που έκανε τις εφορμήσεις του ιππικού, την κύρια γαλλική τακτική μάχης, λιγότερο αποτελεσματικές, περιορίζοντας την ορμή και την ευελιξία των ιππέων και των αλόγων τους. [5] Οι Γάλλοι ανέθεσαν σε ομάδες αναγνώρισης να καλύψουν το έλος με ξύλινες σανίδες, αλλά τις έδιωξαν πριν ολοκληρωθεί η εργασία. Οι Φλαμανδοί τοποθετήθηκαν σε ισχυρή αμυντική θέση, σε βαθιά παρατεταγμένες γραμμές που σχημάτιζαν ένα τετράγωνο. Το πίσω μέρος του τετραγώνου καλύπτονταν από μία καμπύλη του ποταμού. Το μέτωπο αποτελούσε σφήνα για τον γαλλικό στρατό, και τοποθετήθηκε πίσω από μεγαλύτερα ρυάκια.
Οι 1.000 Γάλλοι τοξότες ξεκίνησαν τη μάχη, επιτιθέμενοι στους 900 Φλαμανδούς ομολόγους τους, και κατάφεραν να τους αναγκάσουν να υποχωρήσουν. [12] Τελικά οι γαλλικές βαλλίστρες και τα βέλη άρχισαν να χτυπούν τις πρώτες γραμμές των κύριων φλαμανδικών σχηματισμών πεζικού, αλλά προκάλεσαν μικρή ζημιά, λόγω των ισχυρών αμυντικών γραμμών. [12]
Ο Ροβέρτος Β΄ του Αρτουά εξέφρασε την ανησυχία του, ότι το λιγοστό πεζικό του θα κατακλυζόταν από τους Φλαμανδούς στρατιώτες, που ήταν τοποθετημένοι στην άλλη πλευρά των ρυακιών. [12] Επιπλέον, οι Φλαμανδοί θα έβαζαν τότε τους σχηματισμούς τους να μπλοκάρουν φυσικά τα ρυάκια, και μία επιτυχημένη διέλευση του γαλλικού ιππικού θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη. [12] Ως εκ τούτου ανακάλεσε τους πεζούς του, για να ανοίξει τον δρόμο για το 2.300 ανδρών βαρύ ιππικό, διατεταγμένο σε δύο σχηματισμούς επίθεσης. [13] [12] Το γαλλικό ιππικό άνοιξε τα λάβαρά του, και προήλασε με την εντολή «Εμπρός!» [12].

Μερικοί από τους Γάλλους πεζούς ποδοπατήθηκαν μέχρι θανάτου από το προελαύνον ιππικό, αλλά οι περισσότεροι κατάφεραν να τους παρακάμψουν, ή να περάσουν μέσα από τα κενά στις γραμμές τους. [12] Το ιππικό προ;hλασε γρήγορα, ελπίζοντας να μην δώσει στους Φλαμανδούς χρόνο να αντιδράσουν. [12] Τα ρυάκια παρουσίαζαν δυσκολίες στους Γάλλους ιππείς, και μερικοί έπεσαν από τα άλογά τους. [12] Παρά ταύτα, η διάσχιση ήταν τελικά επιτυχής. [12] Οι Γάλλοι στη συνέχεια αναδιοργανώθηκαν βιαστικά για άμεση επίθεση. [12]
Έτοιμοι για μάχη, οι Γάλλοι ιππότες και οι οπλισμένοι όρμησαν με γρήγορο τρέξιμο και με τις λόγχες τους έτοιμες, εναντίον της κύριας φλαμανδικής γραμμής. [12] Οι Φλαμανδοί τοξότες και οι με τις βαλλίστρες υποχώρησαν πίσω από τους λογχοφόρους. [12] Ένας μεγάλος θόρυβος υψώθηκε σε όλη τη δραματική σκηνή της μάχης. [12] Οι πειθαρχημένοι Φλαμανδοί πεζοί κρατούσαν τα δόρατά τους έτοιμα στο έδαφος και τα γκούντενταγκ τους υψωμένα, για να αντιμετωπίσουν την γαλλική επίθεση. [12] Το φλαμανδικό τείχος πεζικού δεν υποχώρησε όπως αναμενόταν, και ένα μέρος του γαλλικού ιππικού δίστασε. [12] Το μεγαλύτερο μέρος των γαλλικών σχηματισμών συνέχισε την επίθεσή του, και επέπεσε εναντίον των Φλαμανδών, σε μία συγκλονιστική σύγκρουση αλόγων εναντίον ανδρών. [14] Ανίκανοι στα περισσότερα σημεία να διασπάσουν τη φλαμανδική γραμμή των λογχοφόρων, πολλοί Γάλλοι ιππότες έπεσαν γρήγορα από τα άλογά τους και σκοτώθηκαν με το γκέντενταγκ, το καρφί που είχε σχεδιαστεί για να διαπερνά τα κενά μεταξύ των τμημάτων της πανοπλίας. [14] Οι λίγοι που κατάφεραν να διαπεράσουν έτρεξαν κατευθείαν ενάντια στις φλαμανδικές εφεδρείες. Ηττήθηκαν γρήγορα και κατατροπώθηκαν. [14]

Συνειδητοποιώντας ότι η επίθεση είχε αποτύχει, ο κόμης του Αρτουά διέταξε την οπισθοφυλακή του, η οποία αποτελούνταν από 700 ένοπλους άνδρες, να προελάσει. Καθώς οι σάλπιγγες ηχούσαν, προχώρησε με τους δικούς του ιππότες, για να τους οδηγήσει. [13] [14] Η οπισθοφυλακή δεν υπάκουσε πλήρως στις εντολές του Αρτουά. Μετά την αρχική προέλαση, σύντομα γύρισε πίσω, για να προστατεύσει την ευάλωτη ακολουθία αποσκευών της. Χωρίς υποστήριξη, ο κόμης και οι άνδρες του δεν μπόρεσαν να διασπάσουν τη φλαμανδική γραμμή. [15] Καθώς ήταν περικυκλωμένοι, και αποκομμένοι από τις δυνάμεις τους, οι ένοπλοι άνδρες έδειξαν μεγάλο θάρρος, καθώς αγωνίζονταν για τη ζωή τους. [15] Λέγεται ότι ο Αρτουά, ειδικότερα, υπερασπίστηκε τον εαυτό του επιδέξια. [15] Το άλογό του κτυπήθηκε από έναν λαϊκό αδελφό, τον Βίλεμ φαν Σάεφτινγκε, και ο ίδιος ο κόμης σύντομα έπεσε νεκρός από πολλαπλά τραύματα. [15] Σύμφωνα με ορισμένες ιστορίες, παρακάλεσε για τη ζωή του, αλλά οι Φλαμανδοί τον χλεύασαν, ισχυριζόμενοι ότι δεν καταλάβαιναν γαλλικά. [5]
Το τέλος του κόμη του Αρτουά, σε συνδυασμό με την κατάρρευση της προέλασής τους, διέλυσε την αποφασιστικότητα των επιζώντων ιπποτών, και σύντομα εκδιώχθηκαν πίσω στους βάλτους. [15] Εκεί, ανοργάνωτοι, χωρίς άλογα και επιβαρυμένοι από τη λάσπη, ήταν εύκολοι στόχοι. [15] Μία ύστατη προσπάθεια της φρουράς να ενισχύσει τους συμπατριώτες της απέτυχε, όταν έπεσαν σε ενέδρα Φλαμανδών στρατευμάτων, που περίμεναν να αποτρέψουν μία τέτοια απόπειρα. [14] Μέχρι αυτό το σημείο, οι μόνοι εναπομείναντες Γάλλοι στρατιώτες ήταν το ανακληθέν πεζικό. Καταβεβλημένοι από φόβο, εγκατέλειψαν τις γραμμές τους, και προσπάθησαν να υποχωρήσουν. Οι Φλαμανδοί όρμησαν και σκότωσαν πολλούς, ενώ καταδίωξαν τους υπόλοιπους για πάνω από 10 χλμ. . Ασυνήθιστα για την περίοδο, το Φλαμανδικό πεζικό πήρε λίγους, αν όχι κανέναν, αιχμαλώτους από τους Γάλλους ιππότες για λύτρα, σε εκδίκηση για τη γαλλική «σκληρότητα». [16]
Τα Χρονικά της Γάνδης ολοκληρώνουν την περιγραφή της μάχης ως εξής:
- Και έτσι, με τη διάθεση του Θεού που διατάζει τα πάντα, η τέχνη του πολέμου, το λουλούδι της ιπποσύνης, με άλογα και αναβάτες από τους καλύτερους, έπεσε μπροστά στους υφαντές, τους γεμάτους και τους απλούς λαϊκούς και πεζούς στρατιώτες της Φλάνδρας, αν και δυνατοί, ανδρείοι, καλά οπλισμένοι, θαρραλέοι και κάτω από έμπειρους ηγέτες. Η ομορφιά και η δύναμη αυτού του μεγάλου [γαλλικού] στρατού μετατράπηκε σε λάκκο λάσπης, και η [δόξα] των Γάλλων έκανε κοπριά και σκουλήκια
Συνέπεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την ήττα του γαλλικού στρατού, οι Φλαμανδοί εδραίωσαν τον έλεγχό τους στην περιοχή. Το κάστρο του Κόρτραϊκ παραδόθηκε στις 13 Ιουλίου, και ο Ιωάννης της Ναμύρ εισήλθε στη Γάνδη στις 14 Ιουλίου. Το πατρικιακό καθεστώς στην πόλη και στην Υπρ, το οποίο είχε υποστηρίξει τους Γάλλους, ανατράπηκε και αντικαταστάθηκε. Οι συντεχνίες, οι οποίες είχαν συμβάλει σημαντικά στον φλαμανδικό σκοπό, αναγνωρίστηκαν επίσης επίσημα. [17]
Η μάχη σύντομα έγινε γνωστή ως η μάχη των Χρυσών Σπιρουνιών, από τα 500 ζευγάρια σπιρουνιών που αφαιρέθηκαν από τα σώματα των Γάλλων νεκρών, και δόθηκαν ως δώρο στην κοντινή Εκκλησία της Παναγίας. [5] Μετά τη μάχη του Ρούζμπεκ το 1382 τα σπιρούνια ανακτήθηκαν από τους Γάλλους, και το Κόρτραϊκ λεηλατήθηκε από τον Κάρολο ΣΤ΄ της Γαλλίας σε αντίποινα. [5]
Σύμφωνα με τα Χρονικά, οι Γάλλοι έχασαν περισσότερους από 1.000 άνδρες κατά τη διάρκεια της μάχης, συμπεριλαμβανομένων 75 σημαντικών ευγενών. [16] Σε αυτούς περιλαμβάνονταν:
- Ροβέρτος Β΄, κόμης του Αρτουά και ο ετεροθαλής αδελφός του Ιάκωβος [16].
- Ραούλ του Κλερμόν-Νεσλ, κύριος του Νεσλ, κοντόσταυλος της Γαλλίας.
- Γκυ Α΄ του Κλερμόν, κύριος του Μπρετέιγ, στρατάρχης της Γαλλίας [16].
- Σίμων ντε Μελύν, κύριος της Λα Λουπ και του Mαρσεβίλ, στρατάρχης της Γαλλίας.
- Ιωάννης Α΄ του Ποντιέ, κόμης του Ωμάλ [16].
- Ιωάννης Β΄ του Τρίε, κόμης του Νταμαρτέν.
- Ιωάννης Β΄ του Μπριέν, κόμης του Ε [16].
- Ιωάννης ντε Αβέν, κόμης του Όστρεβεντ, γιος του Ιωάννη Β΄, κόμη της Ολλανδίας [16].
- Γοδεφρείδος της Βραβάντης, κύριος του Άαρσχοτ και του Βιερζόν, και ο γιος του Ιωάννης του Βιερζόν [16].
- Ιάκωβος ντε Σατιγιόν, κύριος του Λεζ και πρώην βασιλικός κυβερνήτης.
- Πιερ ντε Φλοτ, κύριος σύμβουλος του Φιλίππου Δ΄ του Ωραίου.
- Ραούλ ντε Νεσλ, γιος του Ιωάννη Γ΄, κόμη του Σουασόν. [18]
Η νίκη των Φλαμανδών στο Κόρτραϊκ το 1302 ανατράπηκε γρήγορα από τους Γάλλους. Το 1304 οι Γάλλοι κατέστρεψαν τον φλαμανδικό στόλο στη μάχη του Ζίερικζεε και κέρδισαν μία σημαντική νίκη στη μάχη του Μονς-αν-Πεβέλ. [19] Τον Ιούνιο του 1305 οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών οδήγησαν στην ειρήνη του Ατίς-συρ-Ορζ, στην οποία οι Φλαμανδοί αναγκάστηκαν να πληρώσουν στους Γάλλους σημαντικό φόρο υποτέλειας. [19] Στη συνέχεια ο Ροβέρτος του Μπετύν ηγήθηκε ενός πολέμου αντίστασης κατά της γαλλικής κατοχής μεταξύ 1314 και 1320, αλλά τελικά ηττήθηκε. [2]
Η πόλη Κόρτραϊκ φιλοξενεί πολλά μνημεία και ένα μουσείο αφιερωμένο στη μάχη. [20]
Ιστορική σημασία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Επίδραση στον πόλεμο
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η μάχη των Χρυσών Σπιρουνιών είχε θεωρηθεί ως το πρώτο παράδειγμα της σταδιακής «Επανάστασης του Πεζικού» στον μεσαιωνικό πόλεμο σε όλη την Ευρώπη κατά τον 14ο αι. [21] Η συμβατική στρατιωτική θεωρία έδινε έμφαση στους ιππότες με βαριά θωράκιση, οι οποίοι θεωρούνταν απαραίτητοι για τη στρατιωτική επιτυχία. Το πεζικό παρέμεινε, ωστόσο, ένα ουσιαστικό όπλο σε μέρη της Ευρώπης, όπως τα Βρετανικά Νησιά, καθ' όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Αυτό σήμαινε ότι ο πόλεμος ήταν αποκλειστικό προνόμιο μίας πλούσιας ελίτ bellatores (ευγενών εξειδικευμένων στον πόλεμο), που υπηρετούσαν ως οπλίτες. [21] Το γεγονός ότι αυτή η μορφή στρατού, η συντήρηση της οποίας ήταν δαπανηρή, μπορούσε να ηττηθεί από πολιτοφυλακές, που προέρχονταν από τις «κατώτερες τάξεις», οδήγησε σε μία σταδιακή αλλαγή στη φύση του πολέμου κατά τον επόμενο αιώνα. [21] Οι τακτικές και η σύνθεση του φλαμανδικού στρατού στο Κουρτραί αντιγράφηκαν ή προσαρμόστηκαν αργότερα στις μάχες του Μπάνοκμπουρν (1314), του Κρεσύ (1346), της Αλτζουμπαρότα (1385), του Σεμπάς (1386), του Αζενκούρ (1415), του Γκραντσόν (1476) και στις μάχες των Χουσιτικών Πολέμων (1419–34). [22] Ως αποτέλεσμα, το ιππικό έγινε λιγότερο σημαντικό, και οι ευγενείς πολεμούσαν συχνότερα αποβιβασμένοι από τα άλογά τους. [22] [23] Το συγκριτικά χαμηλό κόστος των στρατών των πολιτοφυλακών, επέτρεπε ακόμη και σε μικρά κράτη (όπως το Ελβετικό) να συγκροτήσουν στρατιωτικά σημαντικούς στρατούς, και σήμαινε ότι οι τοπικές εξεγέρσεις ήταν πιο πιθανό να έχουν στρατιωτική επιτυχία. [24]
Στη φλαμανδική κουλτούρα και πολιτική
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το ενδιαφέρον για τη μεσαιωνική ιστορία στο Βέλγιο εμφανίστηκε κατά τον 19ο αι., παράλληλα με την άνοδο του Ρομαντισμού στην τέχνη και τη λογοτεχνία. [25] Σύμφωνα με τον ιστορικό Τζο Τόλεμπεκ, σύντομα συνδέθηκε με εθνικιστικά ιδανικά, επειδή ο Μεσαίωνας ήταν «μία περίοδος που θα μπορούσε να συνδεθεί με τις πιο σημαντικές σύγχρονες φιλοδοξίες» του ρομαντικού εθνικισμού. [25]

Εν μέσω αυτής της αναζωπύρωσης, η μάχη των Χρυσών Σπιρουνιών έγινε αντικείμενο «εκτεταμένης λατρείας» στη Φλάνδρα του 19ου και 20ού αι. [26] Μετά την ανεξαρτησία του Βελγίου το 1830, η νίκη των Φλαμανδών ερμηνεύτηκε ως σύμβολο τοπικής υπερηφάνειας. Η μάχη ζωγραφίστηκε το 1836 από τον κορυφαίο ρομαντικό ζωγράφο Nικαίζ ντε Κεζέρ. [25] Πιθανώς εμπνευσμένος από τον πίνακα, ο Φλαμανδός συγγραφέας Χέντρικ Κόνσιενς τον χρησιμοποίησε ως κεντρικό στοιχείο του κλασικού μυθιστορήματός του τού 1838, Το Λιοντάρι της Φλάνδρας (De Leeuw van Vlaenderen), που έφερε τα γεγονότα σε ένα μαζικό κοινό για πρώτη φορά. [26] Ενέπνευσε ένα χαρακτικό του καλλιτέχνη Τζέιμς Ένσορ το 1895. Ένα μεγάλο μνημείο και μία θριαμβευτική αψίδα ανεγέρθηκαν στη συνέχεια στον τόπο της μάχης μεταξύ 1906 και 1908. Η μάχη ανακλήθηκε από τον βασιλιά Αλβέρτο Α΄ στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, για να εμπνεύσει θάρρος μεταξύ των Φλαμανδών στρατιωτών, ως ισοδύναμο των εξακοσίων Φρανσιμοντουά της Βαλλονίας του 1468. Το 1914, η νίκη του Βελγίου εναντίον του Γερμανικού Ιππικού στη μάχη του Χάλεν ονομάστηκε «μάχη των Αργυρών Κρανών» κατ' αναλογία με τα Χρυσά Σπιρούνια. Η επέτειός της, 11 Ιουλίου, έγινε μία σημαντική ετήσια φλαμανδική εορτή. Το 1973 η ημερομηνία επισημοποιήθηκε, ως η επίσημη αργία της Φλαμανδικής Κοινότητας.
Καθώς η μάχη των Χρυσών Σπιρουνιών έγινε σημαντικό μέρος της φλαμανδικής ταυτότητας, απέκτησε ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στο πλαίσιο του Φλαμανδικού Κινήματος. Αναδυόμενο τη δεκαετία του 1860, επιδίωξε αυτονομία ή ακόμα και ανεξαρτησία για τους Φλαμανδόφωνους (ολλανδόφωνους) της Φλάνδρας, και έγινε ολοένα και πιο ριζοσπαστικό μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μάχη θεωρήθηκε ως «ορόσημο» σε έναν ιστορικό αγώνα για την εθνική απελευθέρωση των Φλαμανδών, και σύμβολο αντίστασης στην ξένη κυριαρχία. Οι Φλαμανδοί εθνικιστές έγραψαν ποιήματα και τραγούδια για τη μάχη, και τίμησαν τους ηγέτες της. [26] Ως αποτέλεσμα αυτού του γλωσσικά βασισμένου εθνικισμού, η συμβολή των γαλλόφωνων στρατιωτών και η διοίκηση της μάχης από τον Βαλλόνο ευγενή Γκι του Ναμύρ, παραμελήθηκαν. [5]
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «IMDb entry». IMDb. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Νοεμβρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2021.
- 1 2 3 4 5 Nicholas 1992.
- ↑ Nicholas 1992, σελ. 190.
- 1 2 3 Nicholas 1992, σελ. 192.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 Nicholas 1992, σελ. 193.
- 1 2 3 4 Rogers 1999, σελ. 137.
- ↑ Verbruggen 2002, σελ. 209.
- 1 2 Verbruggen 1997, σελ. 190.
- 1 2 Verbruggen 2002, σελ. 194.
- 1 2 Tucker 2010, σελ. 294.
- 1 2 Verbruggen 2002, σελ. 192.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Verbruggen 1997, σελ. 192.
- 1 2 Verbruggen 2002, σελ. 193.
- 1 2 3 4 5 Verbruggen 1997, σελ. 193.
- 1 2 3 4 5 6 Verbruggen 1997, σελ. 194.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 Annals of Ghent, σελ. 31.
- ↑ Nicholas 1992, σελ. 194.
- ↑ DeVries 2006, σελ. 26.
- 1 2 Nicholas 1992, σελ. 195.
- ↑ «Official site of the museum of the battle». Kortrijk 1302 (στα Ολλανδικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Σεπτεμβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 30 Ιουλίου 2017.
- 1 2 3 Rogers 1999.
- 1 2 Rogers 1999, σελ. 142.
- ↑ Del Negro 2007, σελ. 7.
- ↑ Rogers 1999, σελ. 144.
- 1 2 3 Tollebeek 2011, σελ. 117.
- 1 2 3 Tollebeek 2011, σελ. 118.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Del Negro, Piero (2007). Guerra ed eserciti da Machiavelli a Napoleone [Warfare and Armies from Machiavelli to Napoleon] (στα Ιταλικά). Roma-Bari: Laterza. ISBN 978-88-420-6295-0.
- DeVries, Kelly (2006). Infantry Warfare in the Early Fourteenth Century: Discipline, Tactics, and Technology. The Boydell Press.
- Johnstone, Hilda, επιμ. (1985). Annales Gandenses: Annals of Ghent (Repr. έκδοση). Oxford: Clarendon. ISBN 978-0-19-822211-8.
- Nicholas, David (1992). Medieval Flanders. London: Longman. ISBN 978-0-582-01679-8.
- Rogers, Clifford J. (1999). «The Age of the Hundred Years' War»
. Στο: Keen, Maurice, επιμ. Medieval Warfare: A History (Repr. έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελίδες 136–60. ISBN 978-0-19-820639-2. - Tollebeek, Jo (2011). «An Era of Grandeur: The Middle Ages in Belgian National Historiography, 1830–1914». Στο: Evans, R.J.W.· Marchal, Guy P., επιμ. The Uses of the Middle Ages in Modern European States: History, Nationhood and the Search for Origins. New York: Palgrave Macmillan. ISBN 9781349366026.
- Tucker, Spencer C., επιμ. (2010). A Global Chronology of Conflict. 1. ABC-CLIO. ISBN 978-1-85-109667-1.
- Verbruggen, J. F. (1997) [1954]. De Krijgskunst in West-Europa in de Middeleeuwen, IXe tot begin XIVe eeuw [The Art of Warfare in Western Europe During the Middle Ages: From the Eighth Century to 1340]. Μτφρ. Willard, S. (2nd έκδοση). Suffolk: Boydell Press. ISBN 0-85115-630-4.
- Verbruggen, J. F. (2002) [1952]. The Battle of the Golden Spurs: Courtrai, 11 July 1302 (Rev. έκδοση). Woodbridge: Boydell Press. ISBN 978-0-85115-888-4.
Περαιτέρω ανάγνωση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- TeBrake, William H. (1993). A Plague of Insurrection: Popular Politics and Peasant Revolt in Flanders, 1323–1328. Philadelphia: University of Pennsylvania Press. ISBN 978-0-8122-3241-7.
- Nörtemann, Gevert H. (2016). «Memories and identities in conflict: The myth concerning the battle of Courtrai (1302) in nineteenth-century Belgium». Στο: Fenoulhet, Jane· Gilbert, Lesley, επιμ. Narratives of Low Countries History and Culture: Reframing the Past. London: UCL Press. σελίδες 63–72. doi:10.2307/j.ctt1hd18bd.11. ISBN 9781910634981. JSTOR j.ctt1hd18bd.11.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Liebaart.org Αρχειοθετήθηκε 14 May 2011 στο Wayback Machine.