close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λεύκιος Βισέλιος Βάρων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Λεύκιος Βισέλιος Βάρων
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση0ος αιώνας π.Χ.
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
στρατιωτικός
Οικογένεια
ΓονείςΓάιος Βισέλιος Βάρων
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΡωμαίος συγκλητικός
Ύπατος στην αρχαία Ρώμη

Ο Λεύκιος Βισέλιος Βάρων, λατιν.: Lucius Visellius Varro, ήταν Ρωμαίος συγκλητικός, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Τιβέριου. Υπήρξε ύπατος το 24 μ.Χ. ως συνάδελφος του Σέρβιου Κορνήλιου Κηθεγού.[1] Είναι περισσότερο γνωστός για τις κατηγορίες που κατηγόρησε τον Γάιο Σίλιο ότι ήταν συνένοχος στην εξέγερση του Σακροβίρ, και ότι υπεξαίρεσε χρήματα από την επαρχιακή κυβέρνηση της Γαλατίας. Η δίωξή του έληξε με τον θάνατο του Σίλιου.

Ο Βάρων ήταν γιος του Γάιου Βισέλιου Βάρωνα, υπάτου το έτος 12.

Επίσης, κατά τη διάρκεια του έτους της θητείας του ως υπάτου, ο Βάρων δίωξε τον Γάιο Σίλιο, ύπατο το 13. Οι κατηγορίες ήταν, ότι σχετικά με την καταστολή μίας εξέγερσης στη Γαλατία μίας φατρίας των Τρεβέρων και των Αιδούων πριν από τρία χρόνια, ο Σίλιος είχε συμμετάσχει σε αυτήν την εξέγερση, και είχε υπεξαιρέσει χρήματα από την επαρχιακή κυβέρνηση στη Γαλατία. Αρνούμενος να υποβάλει ένσταση ή να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ο Σίλιος δήλωσε ότι αν δεν είχε προσωπικά εμποδίσει τις λεγεώνες του Ρήνου να εκδικηθούν τη δολοφονία του Γερμανικού, ο Τιβέριος θα είχε χάσει τη θέση του ως Πρίγκιπας. Αντιμέτωπος με ψευδομάρτυρες που ορκίζονταν ότι είχε ληστέψει τις γαλλικές επαρχίες, ο Σίλιος αυτοκτόνησε.[2]

Σύμφωνα με μία επιγραφή, ο Βάρων διορίστηκε επιμελητής των οχθών και των καναλιών του Τίβερη (curator riparum et alvei Tiberis), έτσι έγινε ένας από τους αξιωματούχους που ήταν υπεύθυνοι για τα δημόσια έργα εντός της πόλης, τη ρύθμιση του Τίβερη και τη συντήρηση του συστήματος αποχέτευσης της Ρώμης, μαζί με τον Γάιο Βίβιο Ρούφο.[3]

Το υπατεία του Βάρωνα ήταν γνωστή για πολλές νομοθεσίες, τα οποία περιλάμβαναν τη νομοθεσία για εκείνους που υπηρέτησαν μεταξύ των αστυνόμων (lex Visellia de iure Quiritium Latinorum qui inter vigiles militaverant) και τη νομοθεσία ποινών σε απελεύθερους που σφετερίζονται τιμές ελευθέρων (Lex Visellia de poenis libertinorum qui ingenuorum honores usurpabant).[4] Αυτοί οι δύο νόμοι, πιθανώς ένα ενιαίο νομοθέτημα, αφορούν τους απελεύθερους (libertini). Η πρώτη αντάμειβε τους πρώην σκλάβους που κατείχαν μόνο λατινικά δικαιώματα με πλήρη ρωμαϊκή υπηκοότητα μετά από έξι χρόνια υπηρεσίας στους vigiles, το αντίστοιχο των αστυνομικών και πυροσβεστικών υπηρεσιών στην πόλη της Ρώμης. Η δεύτερη τιμωρούσε τους απελεύθερους αν προσπαθούσαν να περάσουν ως ελεύθεροι (ingenui) και ήθελαν προνόμια, που δεν είχαν λόγω της ιδιότητάς τους.[5]

  1. Alison E. Cooley, The Cambridge Manual of Latin Epigraphy (Cambridge: University Press, 2012), p. 459
  2. Tacitus, Annales, iv.19
  3. CIL VI 1237.
  4. Steven Rutledge, Imperial Inquisitions: Prosecutors and informants from Tiberius to Domitian (London: Routledge, 2001), p. 284.
  5. Jacobo Rodríguez Garrido, "Imperial Legislation Concerning Junian Latins: From Tiberius to the Severan Dynasty," in Junian Latinity in the Roman Empire, Volume 1: History, Law, Literature, Edinburgh Studies in Ancient Slavery (Edinburgh University Press, 2023), p. 106.