close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ιταλική λογοτεχνία του 13ου αιώνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Image
Ντάντε Αλιγκέρι (1265-1321) ο πατέρας της ιταλικής γλώσσας και της ιταλικής λογοτεχνίας

Η Ιταλική λογοτεχνία του 13ου αιώνα (ιταλικά: Letteratura italiana del Duecento) σηματοδοτεί τις απαρχές της ιταλικής λογοτεχνίας. Για αιώνες, τα λατινικά κυριαρχούσαν στην ιταλική χερσόνησο, όπως και σε όλη την Ευρώπη, και οι συγγραφείς - μορφωμένοι σε εκκλησιαστικές σχολές - έγραφαν στα λατινικά. Ωστόσο, ήδη από το 813, η Σύνοδος της Τουρ που συγκάλεσε ο Καρλομάγνος επέτρεψε τη χρήση δημωδών γλωσσών για να γίνει το κήρυγμα πιο κατανοητό στους λιγότερο μορφωμένους που δεν μιλούσαν λατινικά. Λίγα έχουν διασωθεί πριν από το τέλος του 12ου αιώνα, εκτός από μερικά νομικά έγγραφα που περιέχουν αναφορές μαρτύρων σε ιταλική διάλεκτο, απογραφές, κηρύγματα και μικρά αποσπάσματα ποίησης. Η Ιταλία εκείνη την εποχή ήταν ένα μωσαϊκό μικρών πόλεων κρατών, χωρίς σαφώς καθορισμένα σύνορα και πολλές διαλέκτους. [1]

Οι ιστορικοί της λογοτεχνίας εντοπίζουν την αρχή της λογοτεχνικής παράδοσης στην ιταλική γλώσσα στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα με την ποίηση της Σικελικής σχολής που αναπτύχθηκε στην αυλή του βασιλιά της Σικελίας Φρειδερίκου Β΄, αν και το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο θεωρείται το Άσμα των Πλασμάτων (1224) του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης. Η ποίηση του 13ου αιώνα αντανακλά την επίδραση της μεσαιωνικής γαλλικής λογοτεχνίας, τις αλλαγές στον κοινωνικό και πολιτικό τομέα και την έντονη πνευματική και θρησκευτική δραστηριότητα της εποχής.

Η επιρροή της Γαλλίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης: Γαλλο-ιταλική λογοτεχνία και Γαλλο-ιταλικά

Image
Εικονογράφηση από το Άσμα του Ρολάνδου

Τα επικά άσματα, η αυλική λογοτεχνία της γαλλικής μεσαιωνικής λογοτεχνίας όπως και η ερωτική ποίηση των τροβαδούρων της Προβηγκίας ήταν γνωστά και δημοφιλή στην Ιταλία από τον 12ο αιώνα. Ιστορίες για τον Καρλομάγνο και τους ιππότες του και τον Αρθουριανό κύκλο όπως το Άσμα του Ρολάνδου, Τριστάνος ​​και Ιζόλδη και Λάνσελοτ καθώς και αλληγορικά έργα όπως η Μυθιστορία του ρόδου διαβάζονταν από εγγράμματους Ιταλούς, ενώ Προβηγκιανοί τροβαδούροι απήγγειλαν τα ποιήματά τους στις πλατείες της βόρειας Ιταλίας. Οι Ιταλοί συγγραφείς αντέγραφαν τις γαλλικές ιστορίες, συχνά διασκευάζοντας και επεκτείνοντας διάφορα επεισόδια και μερικές φορές δημιουργώντας νέες μυθιστορίες με χαρακτήρες από τα γαλλικά έργα, όπως το επικό άσμα Είσοδος στην Ισπανία. Σε αυτά τα έργα, οι συγγραφείς θεωρούσαν ότι έγραφαν στα παλαιά γαλλικά, αλλά συχνά ασυνείδητα ή σκόπιμα εισήγαγαν στοιχεία από τις δικές τους βόρειες ιταλικές διαλέκτους, αναπτύσσοντας μια Γαλλο-ιταλική λογοτεχνία, ως επί το πλείστον ανώνυμη, γραμμένη σε μια μικτή γλώσσα, τα γαλλο-ιταλικά στην οποία τα γαλλικά και οι ιταλικές διάλεκτοι συνυπάρχουν σε δυναμική ισορροπία.[2]

Συγγραφείς σημαντικών πεζών έργων είναι ο Βενετός Μαρτίνο Κανάλ και ο Μπρουνέτο Λατίνι από τη Φλωρεντία - που έγραψαν αντίστοιχα Το χρονικό της Βενετίας (1275) και το εγκυκλοπαιδικό Βιβλίο των Θησαυρών (περ. 1260) - και ο Φίλιππος της Νοβάρα. Επίσης, Τα ταξίδια του Μάρκο Πόλο είναι γραμμένα στα γαλλο-ιταλικά. Συγχρόνως, Ιταλοί ποιητές και τροβαδούροι όπως ο Σορντέλο και ο Αλμπέρικο ντα Ρομάνο γοητευμένοι από την ιδέα του αυλικού έρωτα έγραψαν στίχους στην προβηγκιανή γλώσσα, αποκαλύπτοντας μια ακριβή γνώση της γλώσσας και της προβηγκιανής ερωτικής στιχουργίας.

Η γαλλική επιρροή διήρκεσε έως τα μισά του 15ου αιώνα, όταν η τοσκανική γλώσσα, στην οποία έγραψαν τρεις από τους σημαντικότερους ποιητές του 13ου και 14ου αιώνα, ο Δάντης, ο Πετράρχης και ο Βοκάκιος, έγινε η βάση της ιταλικής γλώσσας στην οποία έγραφαν πλέον οι συγγραφείς και καταλάβαιναν όλοι οι μορφωμένοι Ιταλοί.[3]

Image
Η σικελική αυλή του Φρειδερίκου Β΄, με συγγραφείς, καλλιτέχνες και μελετητές (φανταστική ιστορική σύνθεση σε πίνακα του Μιχαήλ Τζένο Ντίμερ)

Στο πολιτισμένο περιβάλλον της αυλής του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και βασιλιά της Σικελίας από το 1208 έως το 1250 Φρειδερίκου Β΄, μια ομάδα αυλικών αξιωματούχων μεταξύ των οποίων ο ίδιος ο βασιλιάς και οι γιοι του Μανφρέδος και Έντσο, έγραφαν στίχους βασισμένους σε μορφές και θέματα της ποίησης των Προβηγκιανών τροβαδούρων - στην έννοια του αυλικού έρωτα - σε μια εκλεπτυσμένη εκδοχή της δημώδους σικελικής γλώσσας, που εμπλούτισαν με δάνεια από τα οξιτανικά και τα λατινικά και άλλες ιταλικές διαλέκτους. Η σικελική σχολή μιμήθηκε την ερωτική ποίηση της Προβηγκίας - και όχι τα πολιτικά ή σατιρικά θέματα, δεδομένης της εξάρτησής τους από τον αυτοκράτορα - και άσκησε σημαντική μορφική και θεματική επιρροή στην περαιτέρω ανάπτυξη της ιταλικής λυρικής ποίησης.

Ο σημαντικότερος από τους ποιητές - όλοι νομικοί και συμβολαιογράφοι - ήταν ο Τζάκομο ντα Λεντίνι, στον οποίο αποδίδεται η επινόηση του σονέτου. Όλα τα πρωτότυπα σικελικά χειρόγραφα χάθηκαν και η ποίηση της σικελικής σχολής έχει σωθεί σε μεταγενέστερες τοσκανικές μεταγραφές. Με το τέλος της κυριαρχίας των Χοενστάουφεν στη Σικελία, μετά τον θάνατο του Φρειδερίκου Β΄ το 1250 και την ήττα και θάνατο του γιου του Μανφρέδου στη μάχη του Μπενεβέντο το 1266, η λογοτεχνική δραστηριότητα μετατοπίστηκε στις πόλεις της Τοσκάνης. [4]

Image
Οι Τοσκανοί ποιητές συνέχισαν την παράδοση της Σικελικής σχολής και της ποίησης των Οξιτανών τροβαδούρων και ύμνησαν τον αυλικό έρωτα

Μετά τον θάνατο του Μανφρέδου, η αυλική ποιητική δραστηριότητα της σικελικής σχολής μεταφέρθηκε στις κοινότητες της Τοσκάνης και στην Μπολόνια, παραμένοντας προνόμιο μιας πλούσιας, αν και συνεχώς ανερχόμενης αστικής τάξης. Οι πρώτοι Τοσκανοί ποιητές, με κυριότερο τον Γκουιτόνε ντ'Αρέτσο, προέρχονταν από υψηλές κοινωνικές τάξεις και ήταν κυρίως συμβολαιογράφοι και διδάκτορες νομικής. Συνειδητοποίησαν τη σημασία μιας εθνικής γλώσσας ξεχωριστής από τα λατινικά, μια καθομιλουμένη και πολιτιστική γλώσσα που θα διαμόρφωναν οι συγγραφείς και εμπλούτισαν την τοσκανική καθομιλουμένη με την κομψότητα των λατινικών, τα οποία γνώριζαν σε βάθος μέσω της μελέτης μεγάλων Λατίνων ποιητών όπως ο Οβίδιος και ο Βιργίλιος. Ακολούθησαν την παράδοση της προβηγκιανής και της σικελικής ποίησης και έγραψαν ποιήματα με κεντρικό θέμα την εξύμνηση του αυλικού έρωτα αλλά εισήγαγαν φιλοσοφικές και ρητορικές έννοιες που είχαν διδαχθεί στα πρώτα μεγάλα πανεπιστήμια, κυρίως στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Η σημαντική καινοτομία τους είναι η εισαγωγή νέων θεμάτων πέρα ​​από αυτό του έρωτα, όπως ο πόλεμος, η εξορία, τα πολιτικά πάθη και η καθημερινή ζωή.[5]

Αλλά οι περίτεχνες μορφές στίχων και οι φιλοσοφικοί στοχασμοί τους καθιστούσαν την ποίησή τους δυσνόητη και, όπως αναφέρει ο Δάντης στο έργο του De vulgari eloquentia (Η ευγλωτία της κοινής γλώσσας), δεν είχε την ομορφιά της νότιας σχολής. Στην ιστορία της ιταλικής λογοτεχνίας, θεωρείται ένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ της Σικελικής σχολής και του επόμενου κινήματος. [6]

Το Γλυκό νέο ύφος (από το 1280 και κατά τον 14ο αιώνα)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Image
Ο Δάντης συναντά τη Βεατρίκη, πίνακας εμπνευσμένος από τη Νέα ζωή του Δάντη

Την ίδια εποχή, η νέα σχολή ποιητών που εμφανίστηκε στην Τοσκάνη, χαρακτηρίζονταν από το ενδιαφέρον για ακρίβεια στη γλώσσα και απομάκρυνση από τις ρητορικές δυσκολίες και τον υπερβολικό στυλιστικό φορμαλισμό των Σικελών και Τοσκανών ποιητών. Σηματοδοτεί μια νέα εξέλιξη στην ερωτική ποίηση, καθώς αντιμετώπισαν τον έρωτα σύμφωνα με τα πλατωνικά ιδανικά και την αυλική λογοτεχνία, εξυψωμένο σε θεϊκή δύναμη ικανή να εξευγενίσει την ψυχή, και πέρα από την ομορφιά, ύμνησαν την αρετή και την ευγένεια της αγαπημένης τους, η οποία εμφανίζεται σαν ουράνιο πλάσμα, σαν άγγελος. Η έκφραση Γλυκό νέο ύφος ή Στιλνόβο χρησιμοποιήθηκε από τον Δάντη στη Θεία Κωμωδία, σε ένα απόσπασμα όπου τόνιζε τη λεπτότητα της έκφρασης που ταιριάζει στο θέμα του έρωτα, για να αποδώσει τη σαφή διαφορά μεταξύ του νέου ποιητικού ύφους και αυτού των Τοσκανών ποιητών.[7]

Οι σημαντικότεροι ποιητές ήταν ο εισηγητής του ύφους Γκουίντο Γκουινιτσέλι από τη Μπολόνια και οι Τοσκανοί ποιητές Γκουίντο Καβαλκάντι, ο Δάντης (ιδιαίτερα στο πρώιμο έργο του Νέα ζωή, μια αναδρομική αφήγηση της ιστορίας του έρωτά του για τη Βεατρίκη), ο Τσίνο ντα Πιστόια, ο Λάπο Τζιάνι, ο Τζιάνι Αλφάνι και ο Ντίνο Φρεσκομπάλντι. Αυτοί οι ποιητές επηρεάστηκαν ο ένας από το έργο του άλλου. Μια σύγκριση της γλώσσας τους με τους προηγούμενους Σικελούς και Τοσκανούς ποιητές αποκαλύπτει εκτεταμένη βελτίωση της τοσκανικής γλώσσας. Τα καθαρά τοπικά χαρακτηριστικά αφαιρέθηκαν και δημιουργήθηκε η βάση για τη λογοτεχνική γλώσσα της Ιταλίας. Το είδος είχε διαρκή επιτυχία σε όλη τη διάρκεια του 14ου αιώνα.[8]

Image
Εικονογραφημένο χειρόγραφο που απεικονίζει «τον ιερέα που κρυφοκοιτάζει»

Παράλληλα και σε πλήρη αντίθεση με τη σοβαρή ερωτική ποίηση της εποχής, αναπτύχθηκε στην Τοσκάνη η κωμική-ρεαλιστική ποίηση. Το είδος ακολουθεί την ευρωπαϊκή παράδοση της σατιρικής ποίησης των Γολιάρδων του 12ου και 13ου αιώνα, οι οποίοι έγραφαν στα λατινικά. Τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται οι κωμικοί ποιητές - των οποίων η συνήθης μορφή στίχων ήταν το σονέτο - είναι αμόρφωτα, άξεστα, χυδαία, ακόμη και βίαια, αλλά οι ίδιοι ανήκαν στη μορφωμένη αστική τάξη και όχι στον λαϊκό κόσμο που περιγράφουν. Η γλώσσα ήταν σκόπιμα ακατέργαστη καθομιλουμένη και μερικές φορές υβριστική. Αγαπημένα τους θέματα ήταν η διακωμώδηση της εικόνας της αιθέριας θεϊκής αγαπημένης του κινήματος Γλυκό νέο ύφος - αν και μερικοί είχαν γράψει σ' αυτό το ύφος - οι σαρκικές ηδονές, οι διασκεδάσεις, τα ζάρια, το κρασί και οι ταβέρνες ή η διαφθορά της Εκκλησίας κλ.

Ο εισηγητής του είδους ήταν ο Ρούστικο Φίλιππι, ο οποίος έγραψε τρυφερή αυλική ερωτική ποίηση όσο και χονδροειδείς και άσεμνους στίχους. Ο πιο γνωστός είναι ο Τσέκο Αντζολιέρι, ο οποίος καταγόταν από πλούσια οικογένεια ευγενών αλλά ακολούθησε έκλυτη ζωή και στα ποιήματά του αναφέρεται στην ερωμένη του Μπεκίνα, μια χυδαία γυναίκα που τον βασάνιζε. Ο Φολγκόρε ντι Σαν Τζιμινιάνο είναι περισσότερο γνωστός για τα σονέτα του που απαριθμούν τις εγκόσμιες απολαύσεις για κάθε μήνα του χρόνου. Ο Πιέτρο ντέι Φαϊτινέλι έδειξε ενδιαφέρον για πολιτικά θέματα, που μαρτυρούν τις ταραγμένες εποχές των εμπόλεμων πόλεων-κρατών στη βόρεια και κεντρική Ιταλία από τον 12ο μέχρι τον 14ο αιώνα με τον ανταγωνισμό μεταξύ των φατριών Γουέλφων και Γιβελλίνων. Ο ίδιος ο Δάντης έγραψε στίχους στο κωμικό ύφος στην αλληλογραφία του με τον Φορέζε Ντονάτι. .[9]

Η θρησκευτική ποίηση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Image
Το Άσμα των πλασμάτων, το παλαιότερο ιταλικό λογοτεχνικό κείμενο

Το περίφημο Άσμα των πλασμάτων, ύμνος γραμμένος από τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης γύρω στο 1220, θεωρείται το παλαιότερο ιταλικό λογοτεχνικό κείμενο. Είναι γραμμένο σε ποιητική πρόζα στη διάλεκτο της Ούμπρια και δοξολογεί τον Θεό για τα δημιουργήματά Του. Είναι πιθανό ότι ο Άγιος Φραγκίσκος συνέθεσε επίσης μουσική συνοδεία. Μετά τον θάνατό του, οι ύμνοι έγιναν μια κοινή μορφή θρησκευτικού άσματος που χρησιμοποιούνταν από τις αδελφότητες των λαϊκών, οι οποίοι συγκεντρώνονταν τις άγιες ημέρες για να ψάλλουν ύμνους στον Θεό και τους αγίους και να θυμούνται τη ζωή και τα Πάθη του Χριστού. Από τους σημαντικότερους Ιταλούς ποιητές θρησκευτικών δοξολογιών και ύμνων είναι ο Τζακοπόνε ντα Τόντι, Φραγκισκανός μοναχός και μυστικιστής από την Ούμπρια. Οι ύμνοι του αναφέρονται στο ιδανικό της πενίας και τη διαφθορά της Εκκλησίας.[10]

Αν και τα λατινικά συνέχισαν να χρησιμοποιούνται σε κείμενα σχετικά με τη θεολογία, τη φιλοσοφία, το δίκαιο, την πολιτική και την επιστήμη, κατά τον 13ο αιώνα άρχισε να διαμορφώνεται ο πεζός λόγος σε δημώδη ιταλική γλώσσα.

Ο εισηγητής της ιταλικής λογοτεχνικής πεζογραφίας είναι ο καθηγητής ρητορικής από τη Μπολόνια Γκουίντο Φάμπα, ο οποίος στα λατινικά συγγράμματά του εισήγαγε παραδείγματα σε πεζό στο ύφος της λατινικής ρητορικής γραμμένα στη διάλεκτο της Μπολόνια. [11]Ο μαθητής του Γκουιτόνε ντ'Αρέτσο ανέπτυξε την επιστολογραφία, τείνοντας προς ένα περίτεχνο ύφος με περίπλοκα ρητορικά σχήματα. Αντίθεση στις υπερβολές του αποτελεί η γραμμένη με σαφήνεια επιστημονική πραγματεία του Ρεστόρο ντ'Αρέτσο Περί της σύνθεσης του κόσμου (1282), το παλαιότερο επιστημονικό έργο που γράφτηκε σε ιταλική διάλεκτο (του Αρέτσο), και το απλό αφηγηματικό ύφος της ανώνυμης συλλογής διηγημάτων γραμμένης στην τοσκανική γλώσσα στα τέλη του 13ου αιώνα Il novellino, πολλά από τα οποία διασκευάστηκαν στο Δεκαήμερο (1350) του Βοκάκιου. Το αριστούργημα της πεζογραφίας του 13ου αιώνα είναι το πρώιμο έργο του Δάντη Νέα ζωή (1295), ένας συνδυασμός πεζογραφίας και ποιητικής σύνθεσης, στο οποίο περιγράφει τον πλατωνικό έρωτά του για τη Βεατρίκη συνδυάζοντας την απλότητα της γλώσσας με την ποιητική του δύναμη.[12]

  1. . «newadvent.org/cathen/Littérature italienne».
  2. . «books.openedition.org/Éditions de la Sorbonne/Le français écrit en Italie à travers quelques exemples des xiiie-xive siècles : langue artificielle, langue hybride, langue de contact».
  3. . «britannica.com/art/Italian-literature».
  4. . «treccani.it/enciclopedia///scuola-siciliana/».
  5. . «letteritaliana.weebly.com/la-lirica-amorosa».
  6. . «internetculturale.it/De vulgari eloquentia».
  7. . «library.weschool.com////letteratura-italiana/duecento/dolce-stil-novo/».
  8. . «sapere.virgilio.it/scuola/superiori/letteratura-storia-filosofia/letteratura-del-trecento/le-caratteristiche-del-dolce-stil-novo-la-corrente-italiana».
  9. . «poeticanet.gr/η κωμικο-ρεαλιστική ποίηση».
  10. . «franciscanfriarscresson.org/the-canticle-of-the-sun/».
  11. . «grokipedia.com////guido_faba».
  12. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα, τομ. 30, σελ 442