Θωμάς Χάουαρντ, 5ος δούκας του Νόρφολκ
| Θωμάς Χάουαρντ, 5ος δούκας του Νόρφολκ | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Γέννηση | 9 Μαρτίου 1627 Λονδίνο |
| Θάνατος | 13 Δεκεμβρίου 1677 Πάντοβα[1] |
| Χώρα πολιτογράφησης | Βασίλειο της Αγγλίας |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Αγγλικά |
| Σπουδές | Κολλέγιο του Αγίου Ιωάννη |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | πολιτικός |
| Οικογένεια | |
| Γονείς | Ερρίκος Χάουαρντ, 15ος κόμης του Άρουντελ και Elizabeth Stewart[2] |
| Αδέλφια | Ερρίκος Χάουαρντ, 6ος δούκας του Νόρφολκ Charles Howard Φίλιππος Χάουαρντ (καρδινάλιος) |
| Οικογένεια | Οικογένεια Χάουαρντ |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | μέλος της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου (1660–1677) |
| Θυρεός | |
Ο Θωμάς Χάουαρντ, 5ος δούκας του Νόρφολκ, αγγλ.: Thomas Howard, 5th Duke of Norfolk (9 Μαρτίου 1627 – 13 Δεκεμβρίου 1677) ήταν Άγγλος ευγενής που από το 1645 θεωρούνταν τρελός. Γεννημένος ως ο μεγαλύτερος γιος του Ερρίκου Χάουαρντ 15ου κόμη του Άρουντελ, ο Χάουαρντ έφυγε από την Αγγλία για να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης στην αρχή του Αγγλικού Εμφυλίου Πολέμου. Ενώ επισκεπτόταν τον εκ πατρός παππού του στην Πάντοβα το 1645, προσβλήθηκε από πυρετό, που προκάλεσε βλάβη στον εγκέφαλό του. Κηρύχθηκε τρελός και περιορίστηκε στην Πάντοβα με έναν ιατρό, που φρόντιζε τις ανάγκες του. Έγινε κόμης του Άρουντελ μετά το τέλος του πατέρα του το 1652.
Μη μπορώντας να διαχειριστεί με συνέπεια τα αγγλικά του κτήματα, η διαχείρισή τους ανατέθηκε στον επόμενο μεγαλύτερο αδελφό του, τον Ερρίκο Χάουαρντ, ο οποίος ενεργούσε στη θέση του. Το 1660 ο Ερρίκος υπέβαλε με επιτυχία αίτηση στη Βουλή των Λόρδων για την αποκατάσταση του τίτλου δούκας του Νόρφολκ, που είχε αποκτήσει. Ο Χάουαρντ, ως ο μεγαλύτερος γιος σε έναν κλάδο που καταγόταν από τον Θωμά Χάουαρντ 4ο δούκα του Νόρφολκ, έγινε 5ος δούκας του Νόρφολκ. Δεν επέστρεψε ποτέ στην Αγγλία, και παρέμεινε στην Πάντοβα μέχρι το τέλος του το 1677.
Οι νεότεροι αδελφοί του Χάουαρντ και ο θείος του, Γουλιέλμος Χάουαρντ 1ος υποκόμης Στάφορντ, αμφισβήτησαν την τρέλα του αρκετές φορές. Υποστηρίχθηκε ότι ο Ερρίκος κρατούσε τον Χάουαρντ στην Πάντοβα κακόπιστα, προκειμένου να αποκομίσει τα οφέλη της εκπροσώπησής του στην Αγγλία. Το Κοινοβούλιο διέταξε ανεπιτυχώς τον Χάουαρντ να επιστρέψει το 1659, και δύο αιτήσεις των αδελφών του το 1675 και το 1677 να κάνουν το ίδιο, απορρίφθηκαν. Απεβίωσε άτεκνος. Η οικογένειά του φρόντισε να μη νυμφευτεί ποτέ, ώστε να μην μπορέσει να αποκτήσει κληρονόμο, που θα μπορούσε να κληρονομήσει την ψυχική του διαταραχή.
Πρώιμη ζωή και κληρονομιά
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Θωμάς Χάουαρντ γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου 1627 στο Άρουντελ Χάουζ. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Ερρίκου Φρειδερίκου Χάουαρντ βαρώνου Μάλτραβερς και της λαίδης Ελισάβετ Στιούαρτ, κόρης της Έσμε Στιούαρτ 3ου δούκα του Λέννοξ. [3] [3] [4] Ο Χάουαρντ, όπως όλοι οι αδελφοί του, αρχικά σπούδασε στο Κολλέγιο του Σαιντ τζον του Κέιμπριτζ. Το 1641 ο Αγγλικός Εμφύλιος Πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη, και έφυγε από τη χώρα με τον παππού του Θωμά Χάουαρντ 14ο κόμη του Άρουντελ. Ο Χάουαρντ συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης, ενώ ο παππούς του ζούσε στην Αμβέρσα . [3] [5] Ο Φίλιππος Χάουαρντ, ένας από τους αδελφούς του Χάουαρντ, πήγε επίσης στην ηπειρωτική Ευρώπη με τον παππού του. Ο Φίλιππος συνέχισε να ταξιδεύει στην Ιταλία, όπου εντάχθηκε στο Τάγμα των Δομινικανών και τελικά έγινε καρδινάλιος. [3]
Ο παππούς του Χάουαρντ, ο οποίος χρίστηκε κόμης του Νόρφολκ το 1644, δεν επέστρεψε ποτέ στην Αγγλία, αποβιώνοντας στη βίλα του στην Πάντοβα στις 4 Οκτωβρίου 1646. [3] [4] [3] Ο πατέρας του Χάουαρντ, ο οποίος είχε επίσης αναβαθμιστεί, και έγινε βαρόνος Μόουμπρεϋ το 1640, κληρονόμησε τις κομητείες, καθιστώντας τον 15ο κόμη του Άρουντελ. [3] Ο Χάουαρντ με τη σειρά του ανέλαβε τον ευγενικό τίτλο του βαρόνου Μαλτρέιβερς. [6] Ο πατέρας του πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του αρνούμενος να συναινέσει στη διαθήκη του 14ου κόμη, η οποία άφηνε τα περισσότερα έσοδα στη χήρα του Αλέθια Τάλμποτ κόμισσα του Άρουντελ, και προσπαθώντας να την ανατρέψει. [3] Τα δικά του κτήματα κατασχέθηκαν δύο φορές, το 1646 και το 1651. [4] Τα οικονομικά ζητήματα και η ρήξη μεταξύ του πατέρα του Χάουαρντ και της γιαγιάς του συνεχίστηκαν, μέχρι που απεβίωσε πριν από αυτήν στις 15 Απριλίου 1652. Η γιαγιά του Χάουαρντ επέλεξε να αφήσει την κληρονομιά της στον θείο του, Γουλιέλμο Χάουαρντ 1ο υποκόμη Στάφορντ, αντί σε αυτόν και τα αδέλφια του. [α] [3]
Ο Χάουαρντ εξακολουθούσε να ζει στην ηπειρωτική Ευρώπη. Διαδεχόμενος τον πατέρα του, έγινε 16ος κόμης του Άρουντελ, κληρονομώντας κτήματα όπως το Κάστρο του Άρουντελ και το Άρουντελ Χάουζ, αλλά και χρέη από την εποχή του παππού του ύψους 200.000 λιρών (ισοδύναμο με 38.900.000 λίρες του 2023) . [3] [3] Η γιαγιά του απεβίωσε στις 3 Ιουνίου 1654, αφήνοντάς τον να τη διαδεχθεί στις βαρονίες του Φέρνιβαλ, του Στρέιντζ του Μπλάκμερ και του Τάλμποτ. [7] [8]
Παραφροσύνη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Έχοντας ταξιδέψει από την Ουτρέχτη για να επισκεφτεί την οικογένειά του στην Πάντοβα το 1645, ο Χάουαρντ αρρώστησε εκεί με πυρετό που του προκάλεσε εγκεφαλική βλάβη, αφήνοντάς τον «να βυθιστεί σε ανεπανόρθωτη τρέλα» σύμφωνα με τον βιογράφο Τζον Μάρτιν Ρόμπινσον. [3] [9] Δεν υπήρχε συγκεκριμένη διάγνωση για την τρέλα εκείνη την εποχή, και οι ψυχικές διαταραχές κρίνονταν αντ' αυτού από το αν το θύμα μπορούσε ακόμη να διαχειριστεί τις δικές του υποθέσεις. Ο Χάουαρντ, του οποίου η συμπεριφορά ήταν παρόμοια με αυτή ενός νήπιου, θεωρήθηκε τρελός «από επίσκεψη Θεού». [10] [11] Ο Χάουαρντ δεν έφυγε ποτέ από την Πάντοβα, όπου τον φρόντιζε ο Χένρυ Γέρμπουρυ, ένας Άγγλος ιατρός, και το νοικοκυριό του ήταν υπό την επίβλεψη ενός εντόπιου Ιταλού, του Κάρλο Τεομπάλντι. [3] Ο άνθρωπος που κληρονόμησε τις τιμές του πατέρα του το 1652, περιγράφηκε από έναν επισκέπτη σερ Τζον Ρέρεσμπι ως εξής:

Όντας ταυτόχρονα στο εξωτερικό και παράφρων, ο Χάουαρντ δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί τα αγγλικά του κτήματα. Αυτόν τον ρόλο ανέλαβε ο μεσαίοος αδελφός του, ο Ερρίκος Χάουαρντ. Όταν πρωτοεμφανίστηκε αυτή η κατάσταση, διαδόθηκαν φήμες ότι ο Χάουαρντ κρατούνταν παρά τη θέλησή του στην Πάντοβα, ώστε ο Ερρίκος να μπορέσει να εκμεταλλευτεί την ισχυρή θέση που του άφησε κατά την απουσία του. [3] Ο θείος του Στάφορντ ήταν ένας από αυτούς, ισχυριζόμενος το 1656 ότι ο Χάουαρντ «κρατούνταν σε σκληρή δουλεία στην Πάντοβα». [12] Ο Βενετός κάτοικος στο Λονδίνο ανέφερε, για να αντικρούσει αυτόν τον ισχυρισμό, ότι: Ο Ποντεστά της Πάντοβα ανέφερε, λιγότερο διπλωματικά, ότι ο Χάουαρντ ήταν: Ο Ερρίκος διαχειρίστηκε τα οικονομικά και την περιουσία του Χάουαρντ για το υπόλοιπο της ζωής του, με την πλήρη προσδοκία ότι, καθώς ο Χάουαρντ ήταν άγαμος, τελικά θα τα κληρονομούσε. [3] Η οικογένεια παρακολουθούσε τον Χάουαρντ και την κατάστασή του, διασφαλίζοντας ότι δεν θα είχε κάποια ευκαιρία να νυμφευτεί, ενώ ήταν παράφρων, ώστε η ασθένειά του να μην μπορούσε να μεταβιβαστεί σε άλλους. [12] Μετά τον Αγγλικό Εμφύλιο Πόλεμο, ο Ερρίκος έζησε στο Άλμπουρυ Παρκ του Χάουαρντ. Μέχρι το 1662 είχε αποπληρώσει τα χρέη του Χάουαρντ, και εργαζόταν για την αποκατάσταση της δύναμης της οικογένειας Χάουαρντ στο Νόρφολκ, η οποία είχε μειωθεί σημαντικά τον τελευταίο αιώνα. Εργάστηκε σε έργα ματαιοδοξίας για την οικογένεια, συμπεριλαμβανομένης της αποκατάστασης του δουκικού Παλατιού στο Νόριτς. [3] [3] Η περιπεπλεγμένη φύση των περιουσιών του Χάουαρντ, καθιστούσε τον Ερρίκο ανίκανο να έχει πρόσβαση σε μεγάλο μέρος των οικονομικών της οικογένειας, γεγονός που τον οδήγησε να παραπονεθεί γι' αυτό, και τα αδέλφια του και να τον κατηγορήσουν ότι κακοδιαχειριζόταν την οικογένεια και τους παρακρατούσε χρήματα. [13]
Ο τίτλος του δούκα και το τέλος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο παππούς του Χάουαρντ είχε το παρωνύμιο «ο συλλέκτης κόμης» εν μέρει λόγω του ενδιαφέροντός του να αποκτήσει ευγενείς τίτλους για την οικογένεια Χάουαρντ. Ο απώτερος στόχος του ήταν να ανατρέψει την κατάκτηση του δουκάτου του Νόρφολκ, η οποία δεν είχε ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του το 1646. [3] Όταν η Αποκατάσταση των Στιούαρτ επέστρεψε τη μοναρχία στην Αγγλία το 1660, ο Ερρίκος επανέλαβε αυτή την προσπάθεια, και στις 30 Αυγούστου υπέβαλε νομοσχέδιο στη Βουλή των Λόρδων για την επιστροφή του δουκάτου στην οικογένειά του. Αυτό ήταν επιτυχές και με την Πράξη Αποκατάστασης του Κόμη του Άρουντελ του 1660 (12 Κεφ. 2. γ. 17) έλαβε βασιλική συναίνεση στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. [3] Από τους 90 και πλέον ευγενείς που υποστήριξαν την αίτηση, επτά ήταν μέλη της οικογένειας Χάουαρντ. [12]

Ο Χάουαρντ, ως ο μεγαλύτερος γιος και παρά την τρέλα του, έλαβε το αποκατεστημένο δουκάτο ως 5ος δούκας, διαδεχόμενος τον προ-προπάππου του Θωμά Χάουαρντ 4ο δούκα του Νόρφολκ, ο οποίος είχε στερηθεί τον τίτλο για προδοσία το 1572. Η πράξη ορίστηκε με μεγαλύτερη ακρίβεια ένα χρόνο αργότερα σε έναν νέο νόμο, ΠΡάξη Αποκατάστασης του Κόμη του Άρουντελ το 1661 (13 Κεφ. 2. Στ. 2. c. 4) στις 20 Δεκεμβρίου 1661. [3] [3] Στις 27 Μαΐου 1675, ο αδελφός του Χάουαρντ, Φίλιππος, χρίστηκε καρδινάλιος από τον πάπα Κλήμη.Ι΄, και ενώ ταξίδευε στη Ρώμη για να αναλάβει υπηρεσία εκεί, σταμάτησε στη βίλα του Χάουαρντ στην Πάντοβα. Ο Ερρίκος του επέτρεψε μέσω επιστολής να πάρει «ένα καλό απόθεμα ασημένιων πλακών και μερικά πολύ καλά κινητά» από την κηδεμονία του Γιέρμπουρυ προκειμένου να εδραιωθεί σωστά, αυτοαποκαλούμενος καρδινάλιος του Νόρφολκ. [3]
Στα μεταγενέστερα της ζωής του, οι νεότεροι αδελφοί του Χάουαρντ ανησυχούσαν ότι δεν ήταν τρελός, και ότι ο Ερρίκος ενεργούσε κακόπιστα. [14] Το Κοινοβούλιο είχε ανεπιτυχώς διατάξει τον Χάουαρντ να επιστρέψει στην Αγγλία το 1659, [15] και το 1674 και το 1677 οι αδελφοί υπέβαλαν αίτηση στη Βουλή των Κοινοτήτων για την επιστροφή του. Η Βουλή των Κοινοτήτων απέρριψε αυτές τις αιτήσεις, επιλέγοντας να πιστέψει τις μαρτυρίες επισκεπτών όπως ο Ρέρεσμπυ, και φοβούμενοι τι θα μπορούσε να οδηγήσει η είσοδος ενός τόσο σημαντικού, αλλά τρελού άνδρα στη χώρα. [14] [13] Ένας από εκείνους που αντιτάχθηκαν στην αίτηση το 1674 ήταν ο σερ Ροβέρτος Χάουαρντ, εξάδερφος του Χάουαρντ. Απαντώντας σε μία αίτηση του αδελφού του Χάουαρντ, Μπέρναρντ, στη Βουλή των Κοινοτήτων περιέγραψε τον Χάουαρντ ως «θλιβερό θέαμα», και υποστήριξε ότι η επιστροφή του στην Αγγλία θα ήταν «κατά κάποιο τρόπο ατιμωτική για την οικογένειά του». [16]
Ο Χάουαρντ απεβίωσε στην Πάντοβα στις 13 Δεκεμβρίου 1677, τερματίζοντας τις ανησυχίες ότι θα ζούσε περισσότερο από τον αδελφό του. [3] [8] Ο Ερρίκος, ο οποίος είχε χριστεί βαρόνος Χάουαρντ του Κάστλ Ράιζινγκ το 1669 και κόμης του Νόριτς και κόμης Μάρσαλ το 1672, τον διαδέχθηκε ως 6ος δούκας του Νόρφολκ. [3] Η σορός του Χάουαρντ μεταφέρθηκε πίσω στην Αγγλία έναν χρόνο μετά το τέλος του, και τάφηκε στο Άρουντελ στις 11 Δεκεμβρίου 1678. [14] [8]
Πρόγονοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]| Φίλιππος Χάουαρντ, 13ος κόμης του Άρουντελ | ||||||||||||||||
| Θωμάς Χάουαρντ, 14ος κόμης του Άρουντελ | ||||||||||||||||
| Άννα Ντέικρ | ||||||||||||||||
| Ερρίκος Χάουαρντ, 15ος κόμης του Άρουντελ | ||||||||||||||||
| Γιλβέρτος Τάλμποτ, 7ος κόμης του Σριούσμπερι | ||||||||||||||||
| Αλέθια Τάλμποτ, κόμισσα του Άρουντελ | ||||||||||||||||
| Μαρία Κάβεντις, κόμισσα του Σριούσμπερι | ||||||||||||||||
| Θωμάς Χάουαρντ, 5ος δούκας του Νόρφολκ | ||||||||||||||||
| Εσμέ Στιούαρτ, 1ος δούκας του Λένοξ | ||||||||||||||||
| Εσμέ Στιούαρτ, 3ος δούκας του Λένοξ | ||||||||||||||||
| Αικατερίνη ντε Μπαλσάκ | ||||||||||||||||
| Ελισάβετ Στιούαρτ | ||||||||||||||||
| Γερβάσιο Κλίφτον, 1ος βαρόνος Κλίφτον | ||||||||||||||||
| Αικατερίνη Κλίφτον, 2η βαρόνη του Κλίφτον | ||||||||||||||||
| Αικατερίνη Ντάρσυ | ||||||||||||||||
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ wildwood
.org ..nz /david /p2 .htm - ↑ Darryl Roger Lundy: (Αγγλικά) The Peerage.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 Robinson (1982).
- 1 2 3 Goodwin & Peacey (2006).
- ↑ Smuts (2015).
- ↑ Baker & Milsom (1986).
- 1 2 DiMeo (2008).
- 1 2 3 Cokayne (1895).
- ↑ Darley (2006).
- ↑ Paley (2020).
- ↑ Paley (2016).
- 1 2 3 Barry (1937).
- 1 2 Miller (2004).
- 1 2 3 Masters (1988).
- ↑ Jones (2013).
- ↑ Henning (1983).
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Baker, J. H.· Milsom, S. F. C. (1986). Sources of English Legal History: Private Law to 1750. London: Butterworths. ISBN 0-406-01641-0.
- Barry, Herbert (March 1937). «The Duke of Norfolk's Case». Virginia Law Review 23 (5): 538–568. doi:. https://www.jstor.org/stable/1067819.
- Cokayne, G. E. (1895). Complete Peerage of England, Scotland, Ireland, Great Britain and the United Kingdom. 7. London: George Bell & Sons.
- Darley, Gillian (2006). John Evelyn. London: New Haven Press. ISBN 0-300-11227-0.
- Oxford Dictionary of National Biography (online έκδοση). Oxford University Press. https://doi.org/10.1093/ref:odnb/94252. (Subscription or UK public library membership required.)
- Oxford Dictionary of National Biography (online έκδοση). Oxford University Press. https://doi.org/10.1093/ref:odnb/13915. (Subscription or UK public library membership required.)
- Henning, Basil Duke (1983). The House of Commons 1660–1690. 2. London: Secker & Warburg. ISBN 0-436-19274-8.
- Jones, Clyve (March 2013). «Insight into the Work of the Clerks of the House of Lords: Some Case Studies during John Walker Senior's Occupancy of the Office of Clerk Assistant, 1670–80». Parliamentary History 32 (1): 103–127. doi:. ISSN 0264-2824. https://doi.org/10.1111/1750-0206.12007.
- Masters, Brian (1988). The Dukes: The Origins, Ennoblement and History of 26 Families. London: Frederick Muller. ISBN 0-09-173700-1.
- Oxford Dictionary of National Biography (online έκδοση). Oxford University Press. https://doi.org/10.1093/ref:odnb/13907. (Subscription or UK public library membership required.)
- Paley, Ruth, επιμ. (2016). The House of Lords 1660–1715. 3. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 9781107139565.
- Paley, Ruth (November 2020). «Sources and Resources Affidavits in Proceedings in Lunacy, 1719–1733: The Court of Chancery and the Fate of Lunatics in the Long Eighteenth Century». Social History of Medicine 33 (4): 1363–1380. doi:. ISSN 1477-4666. https://doi.org/10.1093/shm/hkz029.
- Robinson, John Martin (1982). The Dukes of Norfolk. Oxford: Oxford University Press. ISBN 0-19-215869-4.
- Oxford Dictionary of National Biography (online έκδοση). Oxford University Press. https://doi.org/10.1093/ref:odnb/13943. (Subscription or UK public library membership required.)