close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Η μεγαλύτερη ελπίδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η μεγαλύτερη ελπίδα
Image
Εβραίοι με το κίτρινο αστέρι κατά τη ναζιστική εποχή, 1941
ΣυγγραφέαςΊλζε Άιχινγκερ
ΤίτλοςDie größere Hoffnung
ΓλώσσαΓερμανικά
Ημερομηνία δημιουργίας1948
Ημερομηνία δημοσίευσης1948
Τόπος δημοσίευσηςΆμστερνταμ
Μορφήμυθιστόρημα
ΤόποςΒιέννη
 ID796307
Πρώτη έκδοσηS. Fischer Verlag
Δημοσιεύθηκε στοd:Q52908842

Η μεγαλύτερη ελπίδα (γερμανικά: Die größere Hoffnung) είναι μυθιστόρημα της Αυστριακής συγγραφέως Ίλζε Άιχινγκερ που εκδόθηκε το 1948. Διαδραματίζεται την εποχή των διώξεων των Εβραίων κατά τη ναζιστική εποχή και απεικονίζει, από την οπτική γωνία ενός 15χρονου κοριτσιού, τις ταπεινώσεις, τον φόβο και τις απεγνωσμένες ελπίδες απέναντι στη ναζιστική τρομοκρατία σε δέκα επεισόδια που κινούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο.[1]

Το βιβλίο θεωρείται ένα από τα πρώτα σημαντικά μυθιστορήματα της μεταπολεμικής αυστριακής λογοτεχνίας. Είναι το μοναδικό μυθιστόρημα της Άιχινγκερ.

Στην αρχή του οδυνηρού μυθιστορήματος, η Έλεν είναι έντεκα ετών και στο τέλος δεκαπέντε. Σε δέκα χρονολογικά διατεταγμένα αλλά χαλαρά συνδεδεμένα κεφάλαια, ξεδιπλώνονται με μοναδική παιδική οπτική τα στάδια της παιδικής της ηλικίας κατά τα τελευταία χρόνια και μήνες του Β΄ΠΠ, κατακερματισμένα και καταπιεστικά μέσα στο κλίμα της καθημερινής απειλής και του φόβου.

Κυρίως μέσω διαλόγων, η αφήγηση περιστρέφεται στις παιδικές φαντασιώσεις της Έλεν, τους φόβους της και τον θυμό της για τις αδικίες που βλέπει. Η ιστορία παρουσιάζεται με ποιητικό ύφος που δεν είναι συγκεκριμένο ούτε ρεαλιστικό και μεγάλο μέρος διαβάζεται σαν ένα (φρικτό) πυρετώδες όνειρο. Το στυλ γραφής της Άιχινγκερ είναι καινοτόμο. Πολλά παραμένουν σκοτεινά, αόριστα, αινιγματικά, η φαντασία και η πραγματικότητα συγχωνεύονται, άλλοτε με σουρεαλιστικό, άλλοτε με εξπρεσιονιστικό τρόπο με αισθητή την επιρροή του Φραντς Κάφκα. Η νύχτα και οι διώξεις εμφανίζονται σε προσωποποιημένη μορφή μέσα στις τρομακτικές φαντασιώσεις του υπερευαίσθητου κοριτσιού.[2]

Το όνομα Χίτλερ και οι όροι Εβραίοι ή Εθνικοσοσιαλισμός δεν εμφανίζονται στο μυθιστόρημα. Το όνομα της πόλης όπου ζει η Έλεν επίσης δεν αναφέρεται. Ωστόσο, ο συναισθηματικός κόσμος και οι φαντασιώσεις, οι παρατηρήσεις και οι εξηγήσεις που δίνουν η Έλεν και οι Εβραίοι φίλοι της – «παιδιά με τα οποία κάτι δεν πήγαινε καλά» – αποτυπώνουν με ακρίβεια την εποχή μεταξύ 1941 και 1945.

Το μυθιστόρημα γράφτηκε το 1947 και εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο στο Άμστερνταμ. Ωστόσο, λίγοι το διάβασαν εκείνη την εποχή επειδή οι διώξεις των Εβραίων και το Ολοκαύτωμα ήταν θέματα ταμπού στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οι άνθρωποι προτιμούσαν να διαβάζουν για τα βάσανα των Γερμανών στρατιωτών που επέστρεφαν όπως τα περισσότερα στη λογοτεχνία των ερειπίων.

Η συγγραφέας βασίστηκε στις δικές της εμπειρίες ως παιδί στη Βιέννη υπό το ναζιστικό καθεστώς. Όπως και ο λογοτεχνικός της χαρακτήρας, η Έλεν, έτσι και αυτή θεωρούνταν «μισή Εβραία», καθώς μόνο η μητέρα της ήταν Εβραία.[3]

Πρωταγωνίστρια είναι η 15χρονη Έλεν, που είναι «μισή Εβραία» σύμφωνα με τους Φυλετικούς Νόμους της Νυρεμβέργης και φέρει αυτοβιογραφικά χαρακτηριστικά της συγγραφέως. Η Εβραία μητέρα της διέφυγε από τις ναζιστικές διώξεις και κατέφυγε στην Αμερική. Η Έλεν, η οποία έχει έναν «Άριο» πατέρα ο οποίος την εγκατέλειψε, παραμένει στη χώρα με τη γιαγιά της και τη θεία της Σόνια. Το μυθιστόρημα ξεκινά με την επίσκεψη της Έλεν στον Πρόξενο, από τον οποίο ελπίζει να λάβει βίζα, καθώς θέλει απεγνωσμένα να ακολουθήσει τη μητέρα της στην Αμερική, αλλά η μεγάλη της ελπίδα για προσωπική σωτηρία διαψεύδεται. Δεν μπορεί να λάβει βίζα: Υπάρχει πόλεμος. Η Αμερική έχει επίσης κηρύξει τον πόλεμο στη χώρα όπου ζει η Έλεν.[4]

Η Έλεν έχει μόνο δύο «λάθος», δηλαδή Εβραίους, παππούδες και γιαγιάδες αντίθετα με τους Εβραίους φίλους της, οι οποίοι έχουν τρεις ή τέσσερις. Κανείς δεν θέλει να παίξει μαζί τους. Η Έλεν, ωστόσο, τους ζηλεύει για το κίτρινο αστέρι τους - το οποίο η γιαγιά της έχει απαγορεύσει να φοράει - και θέλει να ανήκει σε αυτή την ομάδα, σε εκείνους που δεν επιτρέπεται να κάθονται σε παγκάκια δημόσιων πάρκων ούτε να κάνουν ποδήλατο. Επίσης, δεν επιτρέπεται να πηγαίνουν σε δημόσια σχολεία όπου πηγαίνουν αυτά με «σωστούς» παππούδες και γιαγιάδες. Σχεδόν όλα είναι απαγορευμένα και τα παιδιά ζουν με τον συνεχή φόβο της «μυστικής αστυνομίας». Το μόνο μέρος όπου τολμούν να παίξουν είναι το νεκροταφείο αλλά ακόμη και εκεί πρέπει να είναι προσεκτικά, γιατί τα παρακολουθούν.[5]

Για τα παιδιά, το παιχνίδι γίνεται η ίδια τους η ύπαρξη. Η φαντασία τους είναι τόσο πραγματική όσο ο ακατανόητος κόσμος γύρω τους. Εδώ και επτά εβδομάδες, κάθονται στο συντριβάνι, περιμένοντας ένα μικρό παιδί να πέσει στο νερό για να το σώσουν και να το πάνε στον δήμαρχο. Πιστεύουν ότι αυτό θα τα σώσει και θα τους επιτρέψει να παίξουν στο πάρκο της πόλης. Η Έλεν σώζει ένα νήπιο που πέφτει στο νερό και επιτρέπεται κατ' εξαίρεση να ανεβούν για λίγο σε ένα καρουζέλ στο λούνα παρκ, κάτι που τους απαγορεύεται αυστηρά.

Καθώς η ιστορία ξεδιπλώνεται, η Έλεν βλέπει την απέλαση των φίλων της σε στρατόπεδο εξόντωσης, την εξαφάνιση της θείας της Σόνιας, την αυτοκτονία της γιαγιάς της με δηλητήριο πριν απελαθεί και μια βομβιστική επιδρομή κατά την οποία θάβεται ζωντανή σε ένα υπόγειο. Καταφέρνει να βγει «ανάμεσα σε κανονιοβολισμούς, ερείπια και πτώματα, εν μέσω θορύβου, αταξίας και ερήμωσης» μέσα στο κατεστραμμένο, φθαρμένο, βομβαρδισμένο τοπίο. Στο δρόμο της για το σπίτι, συναντά ξένους στρατιώτες (του Ρωσικού Κόκκινου Στρατού) και της δίνουν κάτι να φάει. Προσπαθούν να της εξηγήσουν πόσο επικίνδυνο είναι να προχωρήσει γιατί μαίνονται σφοδρές μάχες, αλλά η Έλεν είναι αποφασισμένη να επιστρέψει στο σπίτι. Ένας ξένος αξιωματικός προσφέρεται να τη συνοδεύσει και την πηγαίνει με το αυτοκίνητό του, αλλά στο δρόμο πυροβολείται στον ώμο. Κρύβονται σε ένα άδειο σπίτι, αλλά είναι σαφές ότι ο αξιωματικός χρειάζεται βοήθεια και γράφει ένα σημείωμα που η Έλεν πρέπει να παραδώσει στους συντρόφους του σε μια γέφυρα. Η Έλεν τρέχει προς τη γέφυρα και παραδίδει το σημείωμα σε έναν φρουρό. Τώρα, αν και η μεγάλη της ελπίδα να σώσει τη ζωή της δεν εκπληρώνεται, ανατέλλει η μεγαλύτερη ελπίδα - που δίνεται στον τίτλο - για λύτρωση, για τη σωτηρία της ψυχής της. Λίγο αργότερα, σκοτώνεται από μια χειροβομβίδα.[6]

  1. . «dieterwunderlich.de/Aichinger_hoffnung».
  2. . «landestheater.net/de/magazine/im-allerdunkelsten-moment-menschlichkeit-zu-bewahren».
  3. . «fembio.org/biographie.php/frau/empfehlungen/ilse-aichinger-die-grere-hoffnung».
  4. . «literaturzeitschrift.de/book-review/die-groessere-hoffnung/».
  5. . «dw.com/de/ilse-aichinger-Die größere Hoffnung».
  6. . «fruehetexteholocaustliteratur.de/wiki/Die_grssere_Hoffnung».