close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γναίος Δομίτιος Τούλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Γναίος Δομίτιος Τούλος
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1ος αιώνας
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
Οικογένεια
ΣύζυγοςDasumia Polla
ΤέκναDomitia Lucilla
Publius Calvisius Tullus Ruso
ΓονείςSextus Curvius Tullus και Γναίος Δομίτιος Άφρος και Titia Marcella
ΑδέλφιαGnaeus Domitius Lucanus
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΡωμαίος συγκλητικός

Ο Γναίος Δομίτιος Τούλος, λατιν.: Gnaeus Domitius Tullus ήταν Ρωμαίος συγκλητικός και στρατιωτικός διοικητής, που δραστηριοποιήθηκε τον 1ο αι. μ.Χ. Το πλήρες όνομά του είναι Γναίος Δομίτιος Κούρβιος Τούλος. Διετέλεσε δύο φορές ύπατος: την πρώτη φορά μεταξύ 76 και 79· τη δεύτερη φορά για το διάστημα (nundinium) από 13 έως 31 Ιανουαρίου 98 ως συνεργάτης του Τραϊανού.

Ο Tούλος ήταν γιος του Σέξτου Κούρβιου Τούλου από τη Ναρβωνική Γαλατία, και μίας γυναίκας της οποίας το όνομα πιθανότατα ήταν Tιτία Μαρκέλλα. Ο ιστορικός έχει προτείνει ότι ο Tούλος και ο αδελφός του Λουκανός υιοθετήθηκαν από έναν συγγενή, που ονομάζεται Mάρκος Επίδιος Τίτιος Μάρκελλος. [1]

Ο Πλίνιος ο Νεότερος εξηγεί ότι ο πατέρας τους είχε διωχθεί από τον ρήτορα Γναίο Δομίτιο Άφερ και κατάφερε να αφαιρέσει από τον πρεσβύτερο Τύλλο την υπηκοότητα και τον πλούτο του. Ωστόσο, ο Άφερ στη συνέχεια έκανε τόσο τον Τύλλο όσο και τον αδελφό του Γναίο Δομίτιο Λουκανό κληρονόμους του, αφήνοντάς τους την περιουσία του με την προϋπόθεση ότι θα έπαιρναν το επώνυμό του ως δικό τους.

Η σειρά αξιωμάτων (cursus honorum) αυτού καταγράφεται σε δύο επιγραφές, και παρέχει μία περιγραφή τής ζωής του. Ο Τούλος ξεκίνησε τη συγκλητική του σταδιοδρομία, πιθανότατα στην εφηβεία του, ως μέλος των δέκα ανδρών δικαστικών (decemviri stlitibus iudicandis), ενός από τα τέσσερα συμβούλια των είκοσι ανδρών (vigintiviri), ενός δευτερεύοντος συλλόγου νεαρών ανδρών, των οποίων οι πατέρες ήταν μέλη της Συγκλήτου, στο οποίο υπηρετούν στην αρχή της σταδιοδρομίας τους. Ακολούθησε η υπηρεσία ως στρατιωτικός τριβούνος στη Λεγεώνα V Alaudae στα σύνορα του Ρήνου, την ίδια λεγεώνα στην οποία υπηρέτησε ο αδελφός του Τούλος. Στη συνέχεια ο Λουκανός προχώρησε στις τάξεις των δημοκρατικών δικαστηρίων, αρχικά ως ταμίας (βοηθός) ενός Αυτοκράτορα (πιθανώς του Νέρωνα, του οποίου το όνομα παραλείπεται συνήθως από τις επιγραφές λόγω damnatio memoriae), στη συνέχεια ως πληβείος τριβούνος και πραίτωρ, μετά το οποίο αυτός και ο αδελφός του διορίστηκαν λεγάτοι λεγεώνας (legatus legionis), ή διοικητής της Λεγεώνας III Αυγούστας, μίας θέσης που περιελάμβανε τη διακυβέρνηση της επαρχίας της Νουμιδίας, από το έτος 70 έως το 73. Ο Βέρνερ Εκκ υποστηρίζει, ότι ο Λουκανός χειρίστηκε τις πολιτικές ευθύνες, ενώ ο Τούλος διοικούσε τη λεγεώνα. Μετά από αυτό, αυτός και ο αδελφός του εντάχθηκαν στην τάξη των πατρικίων από τους Αυτοκράτορες Βεσπασιανό και Τίτο το 72/73. Ο ακριβής λόγος για την αναβίβασή τους δεν καταγράφεται. Με την πρώτη ματιά, φαίνεται ότι ανταμείφθηκαν για την υποστήριξή τους κατά τη διάρκεια του έτους των Τεσσάρων Αυτοκρατόρων, αλλά αφού εξέτασε τα στοιχεία, ο Τζορτζ Γ. Χιούστον κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι «η επιλογή του μπορεί να ερμηνευτεί κυρίως ως απάντηση σε μία έκτακτη ανάγκη: την ανάγκη για έναν πραιτοριανό άνδρα (praetorian vir) για να αντικαταστήσει τον Σέξτo Σέντιο Καικιλιανό ως απεσταλμένο της Λεγεώνας ΙΙΙ Αυγούστας».

Μετά την adlectiο του, ο Τούλος υπηρέτησε ως έπαρχος μίας ομάδας στρατιωτών, που εκστράτευσαν εναντίον γερμανικών φυλών, και για την επιτυχία του έλαβε στρατιωτική διάκριση (dona militaria), που αντιστοιχούσε στον βαθμό του. Ακολούθησε η εισδοχή του στους επτά άνδρες των εορτασμών (septemviri epulonum), ένα από τα τέσσερα πιο έγκριτα αρχαία ρωμαϊκά ιερατεία. Στη συνέχεια υπηρέτησε για έναν χρόνο ως λεγάτος, πιθανώς δίπλα στον αδελφό του Λουκανό, ανθύπατο (κυβερνήτη) της Αφρικής (84/85), προτού υπηρετήσει ο ίδιος ως ανθύπατος (κυβερνήτης) της Αφρικής το 85/86.

Η δραστήρια ζωή του Τούλου τον άφησε «με προβλήματα και σακάτη σε κάθε άκρο», για να παραθέσουμε τον Πλίνιο, ο οποίος σημειώνει ότι στα γεράματά του ο Τούλος ήταν τόσο εξασθενημένος, «που μπορούσε να αλλάξει τη στάση του σώματός του μόνο με τη βοήθεια των άλλων», και χρειαζόταν βοήθεια για να πλένει και να βουρτσίζει τα δόντια του. «Ακούγονταν συχνά να λέει», συνεχίζει ο Πλίνιος, «όταν παραπονιόταν για τις ταπεινώσεις της εξασθενημένης κατάστασής του, ότι κάθε μέρα έγλειφε τα δάχτυλα των σκλάβων του».

Αν το γεγονός ότι ο Λουκανός και ο Τύλλος κατείχαν το ίδιο αξίωμα ταυτόχρονα, δεν αποτελούσε επαρκή απόδειξη, ότι αυτοί οι αδελφοί ήταν πολύ δεμένοι, τότε η επιστολή του Πλίνιου που γράφτηκε μετά το τέλος του Τούλου, όπου δίνει ένα σαφές παράδειγμα της αφοσίωσής τους ο ένας στον άλλον, θα την παρείχε.

Ο Λουκανός νυμφεύτηκε την κόρη του Τίτου Κουρτίλιου Μανκία, αντικαταστάτη υπάτου το 55. Μαζί της ο Λουκανός απέκτησε μία κόρη, τη Δομιτία Λουκίλα. Ωστόσο, ο Μανκία ανέπτυξε μίσος για τον Λουκανό, και προσφέρθηκε να κάνει τη Λουκίλλα κληρονόμο του, μόνο αν ο Λουκανός την απελευθέρωνε από την εξουσία του ως αρχηγού της οικογένειας (paterfamilias)· αυτό θα εμπόδιζε τον Λουκανό να επωφεληθεί από την κληρονομιά. Αυτό έκανε ο Λουκανός, μόνο και μόνο για να την υιοθετήσει στη συνέχεια ο Τούλος.

Από την επιστολή του Πλίνιου δεν είναι σαφές, εάν ο Τούλος είχε δικά του παιδιά. Αναφέρει ότι είχε νυμευτεί μία γυναίκα «με διακεκριμένη καταγωγή και έντιμο χαρακτήρα», ενώ ήταν ηλικιωμένος, ανάπηρος και εξασθενημένος από την ασθένειά του, ότι εκείνη είχε παντρευτεί στο παρελθόν, αλλά ήταν χήρα, και είχε παιδιά από τον προηγούμενο γάμο της. Επαινεί την επιμονή της, που παρέμεινε στο πλευρό του παρά την κατάστασή του, ωστόσο ο Πλίνιος δεν μας λέει το όνομά της.

  1. Acta Instituti Romani Finlandiae. 9. 1975. σελ. 36.