Γάιος Σερουίλιος Γεμίνος (ύπατος)
| Γάιος Σερουίλιος Γεμίνος | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | C. Servilius C.f.P.n. Geminus (Λατινικά) |
| Γέννηση | 240 π.Χ. (περίπου και πιθανώς)[1] Αρχαία Ρώμη |
| Θάνατος | 180 π.Χ.[1] |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αρχαία Ρώμη |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Λατινικά |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | πολιτικός στρατιωτικός |
| Οικογένεια | |
| Τέκνα | Caius Servilius Geminus[2] |
| Γονείς | Γάιος Σερουίλιος Γεμίνος |
| Αδέλφια | Μάρκος Σερουίλιος Πούληξ Γεμίνος[3][4] |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Ρωμαίος έπαρχος Ρωμαίος συγκλητικός (άγνωστη τιμή)[5] decemvir sacris faciundis (220 π.Χ.–212 π.Χ.)[6] Λεγάτος (212 π.Χ.)[6] τριβούνος των πληβείων (211 π.Χ.)[6] decemvir sacris faciundis (211 π.Χ.–180 π.Χ.)[6] pontifex (210 π.Χ.–183 π.Χ.)[6] plebeian aedile (209 π.Χ.)[6] curule aedile (208 π.Χ.)[6] ιππάρχης (208 π.Χ.)[6] Πραίτορας (206 π.Χ.)[6] Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (203 π.Χ.)[5][6] Ρωμαίος δικτάτορας (202 π.Χ.)[6] Ανθύπατος (202 π.Χ.)[6] decemvir agris dandis assignandis (201 π.Χ.–200 π.Χ.)[6] duovir aedi dedicandae (194 π.Χ.)[6] Pontifex Maximus (183 π.Χ.–180 π.Χ.)[6] pontifex (180 π.Χ.)[6] |
Ο Γάιος Σερουίλιος Γεμίνος, λατινικά: Gaius Servilius Geminus (απεβ. το 180 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός, που υπηρέτησε ως ύπατος το 203 π.Χ., δικτάτορας το 202 π.Χ. (ο τελευταίος σε 120 χρόνια) και μέγιστος αρχιερέας από το 183 π.Χ. έως το 180 π.Χ.
Καταγωγή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Γεμίνος ήταν γιος του Γάιου Σερουίλιου Γεμίνου, ενός Ρωμαίου αξιωματούχου. Ήταν μέλος του γένους των Σερβιλίων, μίας οικογένειας πατρικίων.
Πρώιμη σταδιοδρομία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 212 π.Χ. ο Γεμίνος στάλθηκε στην Ετρουρία για να αγοράσει σιτηρά για τα στρατεύματα της ρωμαϊκής φρουράς στον Tάραντα (Tarentum), που τότε πολιορκούνταν από τον Αννίβα. Διείσδυσε με επιτυχία στην πόλη, και παρέδωσε προμήθειες. Το 210 π.Χ. εξελέγη αρχιερέας (pintifex) στη θέση του Τίτου Οτακίλιου Κράσσου, και το 209 π.Χ. επιλέχθηκε ως αγορανόμος (aedile). Επιλέχθηκε να υπηρετήσει ως διοικητής ιππικού (magister equitum) -ενώ ασκούσε τη θέση του ως αγορανόμος- υπό τον δικτάτορα Tίτο Μάνλιο Τορκουάτο. Το 206 π.Χ. έγινε πραίτωρ και απέκτησε τη Σικελία ως επαρχία.
Υπατεία και μετέπειτα σταδιοδρομία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Γεμίνος εξελέγη ύπατος μαζί με τον Γναίο Σερουίλιο Καιπίωνα το 203 π.Χ., και απέκτησε την Ετρουρία ως επαρχία. Από εκεί πήγε στη Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία, όπου ο ομώνυμος πατέρας του κρατούνταν αιχμάλωτος πολέμου από το 218 π.Χ. Το 202 π.Χ. ο Γεμίνος ονομάστηκε δικτάτορας από τον αδελφό του Mάρκο Σερουίλιο Πούληκα Γεμίνο για τη διεξαγωγή εκλογών. Ήταν το τελευταίο άτομο που κατείχε αυτή τη θέση, μέχρι τον Λεύκιο Κορνήλιο Σύλλα το 82 ή το 81 π.Χ. Το 201 π.Χ. υπηρέτησε ως ένας από τους δέκα άνδρες (decemviri), υπεύθυνος για τη διανομή της γης μεταξύ βετεράνων που πολέμησαν με τον Σκιπίωνα Αφρικανό. Το 183 π.Χ. ο Γεμίνος εξελέγη μέγιστος ποντίφηξ (pontifex maximus), αντικαθιστώντας τον Πόπλιο Λικίνιο Κράσσο Δίβη.
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 931. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουνίου 2021.
- ↑ «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 931. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2024.
- ↑ «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 931. Ανακτήθηκε στις 10 Ιουνίου 2021.
- ↑ «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 953. Ανακτήθηκε στις 10 Ιουνίου 2021.
- 1 2 Thomas Robert Shannon Broughton: «The Magistrates of the Roman Republic» (Αγγλικά) Αμερικανική Φιλολογική Εταιρεία. 1951. ISBN-10 0-89130-812-1.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 931. Ανακτήθηκε στις 23 Ιουλίου 2024.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Friedrich Münzer : Servilius 60 . Στο: Realencyclopädie der Classischen Altertumswissenschaft (RE). Band II A,2, Stuttgart 1923, Sp. 1792–1794.
- Smith, William, ed. (1870). "Geminus, Gaius Servilius" . Dictionary of Greek and Roman Biography and Mythology. Vol. 3. p. 793b.