Βασίλειο του Σουασόν
Το βασίλειο ή επικράτεια του Σουασόν είναι η ιστοριογραφική ονομασία [1] για το de facto ανεξάρτητο Ρωμαϊκό [2] υπόλειμμα της επισκοπής της Γαλατίας, η οποία υπήρχε κατά την Ύστερη Αρχαιότητα ως υπολειμματικό κράτος της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μέχρι την κατάκτησή της από τους Φράγκους το 486 μ.Χ. Η πρωτεύουσά του ήταν το Νοβιόδουνον, σήμερα η πόλη Σουασόν στη Γαλλία.
Οι ηγεμόνες του εναπομείναντος κράτους, και ιδιαίτερα ο τελευταίος ηγεμόνας του Συάγριος, αναφέρονταν ως «βασιλείς των Ρωμαίων» (λατινικά : rex Romanorum) από τους γερμανικούς λαούς, που περιέβαλλαν το Σουασόν, με την ίδια την πολιτεία να αναγνωρίζεται ως το Regnum Romanorum, «Βασίλειο των Ρωμαίων», από τον Γαλλο-Ρωμαίο ιστορικό Γρηγόριο της Τουρ. Είναι άγνωστο αν ο τίτλος τού βασιλιά χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο τον Συάγριο, ή αποδόθηκε σε αυτόν μόνο από τους βαρβάρους, που περιέβαλλαν το βασίλειό του (με παρόμοιο τρόπο που αναφέρονταν στους δικούς τους ηγέτες ως βασιλείς). [3]
Η εμφάνιση μίας εμφανώς αυτόνομης ρωμαϊκής πολιτείας με βάση το Noviodunum μπορεί να εντοπιστεί στον διορισμό του Αιγιδίου ως μαγίστρου του στρατού (magister militum) της Ρωμαϊκής Γαλατίας από τον Αυτοκράτορα Μαϊοριανό. Όταν ο Μαϊοριανός σκοτώθηκε με εντολή του Ρικίμερος το 461, ο Αιγίδιος διατήρησε την εξουσία του στα απομεινάρια της Ρωμαϊκής Γαλατίας εναντίον των Φράγκων στα ανατολικά του, και των Βησιγότθων στα νότια του.
Ο Αιγίδιος απεβίωσε το 464 ή το 465. Ο γιος του Συάγριος τον διαδέχθηκε την εξουσία. Το 486 ο Συάγριος έχασε τη μάχη του Σουασόν από τον Φράγκο βασιλιά Κλόβι Α΄, και η επικράτεια στη συνέχεια πέρασε υπό τον έλεγχο των Φράγκων.
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το βασίλειο του Σουασόν ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Δυτικού Αυτοκράτορα Μαϊοριανού (457–461). Ο Μαϊοριανός διόρισε τον Αιγίδιο ως μάγιστρο του στρατού των Γαλατικών επαρχιών. Η υπόλοιπη ρωμαϊκή επικράτεια στη Γαλατία, δηλ. οι ρωμαϊκές κτήσεις στην Ωβέρνη, την Προβηγκία και τη Λανγκεντόκ, τη συνέδεαν με την Ιταλία. Κατά τη διάρκεια τής βασιλείας του Μαϊοριανού, αυτές οι κτήσεις προσαρτήθηκαν από τις γερμανικές φυλές, που κατείχαν πλέον τη Γαλατία, αποκόπτοντας έτσι ουσιαστικά τον Αιγίδιο και τους πολίτες του από την Αυτοκρατορία. [4] Ο Μαϊοριανός και ο Αιγίδιος είχαν ανακτήσει τη ρωμαϊκή θέση στο μεγαλύτερο μέρος της Γαλατίας, αλλά με το τέλος τού Μαϊοριανού το 461 η ρωμαϊκή θέση στο κέντρο και το νότο επιδεινώθηκε. Αυτές οι επαρχίες προσαρτήθηκαν από τους Βησιγότθους και τους Βουργουνδούς κατά τα έτη 462–477, γεγονός που άφησε τις υπόλοιπες ρωμαϊκές περιοχές στη Γαλατία απομονωμένες.
Ο Αιγίδιος είχε συμμαχήσει με τους Αλανούς και με τον Χιλδέριχο Α΄ βασιλιά των Σαλίων Φράγκων της Τουρ, και τους βοήθησε να νικήσουν τους Βησιγότθους στην Ορλεάνη το 463. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο της Τουρ, ο Αιγίδιος κυβέρνησε ακόμη και τους Φράγκους κατά την εξορία του Χιλδέριχου Α΄, αλλά ο Χιλδέριχος Α΄ επέστρεψε αργότερα από την εξορία. Είναι πιθανό οι εκκλήσεις των Βρετανών, που αναφέρονται σε ένα Ρωμαιο-βρετανικό αίτημα για στρατιωτική βοήθεια μετά την αποχώρηση των Ρωμαίων από τη Βρετανία, να απευθύνονταν στον Αιγίδιο.β
Ο Αιγίδιος συνέχισε να κυβερνά μέχρι το τέλος του το 464. Ο κόμης του, Παύλος της Ανδεγαβίας, σκοτώθηκε λίγο αργότερα, πιθανώς στην ίδια εκστρατεία. Εκείνη την εποχή, ο γιος του Αιγιδίου, Συάγριος, ανέλαβε τη θέση του ως ηγεμόνας. Ο Συάγριος κυβέρνησε χρησιμοποιώντας τον τίτλο του δούκα (επαρχιακού στρατιωτικού διοικητή), αλλά οι γειτονικές γερμανικές φυλές τον αναφέρουν ως «βασιλιά των Ρωμαίων»· εξ ου και ένα από τα ονόματα του θύλακά του. [5] Το 476, υπό την κυριαρχία του Συάγριου, το ασίλειο του Σουασόν δεν δέχτηκε τη νέα κυριαρχία του Οδόακρου, ο οποίος είχε εκθρονίσει τον Δυτικό Αυτοκράτορα Ρωμύλο νωρίτερα εκείνο το έτος. Ενώ τόσο ο Συάγριος όσο και ο Οδόακρος έστειλαν αγγελιοφόρους στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ο Αυτοκράτορας Ζήνωνας επέλεξε να προσφέρει νομιμοποίηση στον Οδόακρο, αντί του Συάγριου. Το βασίλειο του Σουασόν διέκοψε όλους τους δεσμούς με την Ιταλία, και δεν είχε καμία περαιτέρω καταγεγραμμένη επαφή με την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ακόμα και μετά το 476, ο Συάγριος συνέχισε να υποστηρίζει ότι απλώς κυβερνούσε μία ρωμαϊκή επαρχία. [4]
Ο Χιλδέριχος απεβίωσε περίπου το 481, και ο γιος του Κλόβις Α΄ έγινε βασιλιάς των Φράγκων. Ο Κλόβις Α΄ έκανε συνεχείς πολέμους εναντίον του Συάγριου, και τελικά κατέλαβε όλη την επικράτειά εκείνου. Ο Συάγριος έχασε την τελική μάχη του Σουασόν το 486. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν αυτή τη νίκη, τη μεγαλύτερη νίκη του Κλόβις. [6] Ο Συάγριος κατέφυγε στον Βησιγότθο βασιλιά Αλάριχο Β΄, αλλά οι Φράγκοι απείλησαν με πόλεμο αν ο Συάγριος δεν τους παραδιδόταν. Έτσι ο Συάγριος στάλθηκε πίσω στον Κλόβι Α΄, ο οποίος τον εκτέλεσε το 486 ή το 487. [4] [5] [7]

Ο Κλόβις Α΄ κυβέρνησε τους Φράγκους μέχρι το τέλος του το 511. Όταν απεβίωσε, το φραγκικό βασίλειο χωρίστηκε σε τέσσερα βασίλεια, ένα για κάθε γιο του. Ο Χλωτάρ Α΄ έλαβε ένα μερίδιο με κέντρο το Σουασόν, όπου είχε γεννηθεί μία δεκαετία μετά το τέλος τού Συάγριου. Ο Κλοτάρ επέζησε όλων των αδελφών του και των οικογενειών τους -σε μία περίπτωση δολοφονώντας τούς γιους ενός αποθανόντος αδελφού- και τελικά επανένωσε το βασίλειο το 555. [5]
Όταν ο Κλοτάρ απεβίωσε το 561, το φραγκικό βασίλειο διαιρέθηκε σε τρία βασίλεια, ένα για κάθε γιο. Τα τμήματα που επικεντρώνονταν γύρω από το Σουασόν και το Παρίσι, τελικά εξελίχθηκαν στο βασίλειο της Νευστρίας, το οποίο παρέμεινε ένα από τα βασικά τμήματα του φραγκικού βασιλείου.
Δομή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πολύ λίγα είναι γνωστά για το βασίλειο που κυβερνούσαν ο Αιγίδιος και ο γιος του Συάγριος, με αποτέλεσμα σημαντικές συζητήσεις μεταξύ των ιστορικών σχετικά με τη δομή και τη φύση τού βασιλείου του Σουασόν. Αυτές τείνουν να κινούνται μεταξύ μίας μαξιμαλιστικής προσέγγισης, που το βλέπει ως ένα κράτος που ήλεγχε το μεγαλύτερο μέρος τής βόρειας Γαλατίας, και μίας μινιμαλιστικής προσέγγισης, που το περιγράφει ως μία ασήμαντη πολιτεία. Η τελευταία άποψη υποστηρίχθηκε για πρώτη φορά από τον ιστορικό Έντουαρντ Τζέιμς, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Συάγριος δεν ήταν τίποτε περισσότερο από έναν «κόμη του Σουασόν» που είχε ελέγξει μία μικρή περιοχή, και του οποίου η σημασία είχε ενισχυθεί προπαγανδιστικά από τον Γρηγόριο του Τουρ. [4]
Στρατός
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Όταν ο Αιγίδιος διορίστηκε μάγιστρος του στρατού της Γαλατίας από τον Αυτοκράτορα Μαϊοριανό, ανέλαβε τον έλεγχο των εναπομεινάντων ρωμαϊκών στρατευμάτων στη Γαλατία. Σύμφωνα με τον Ανατολικό Ρωμαίο συγγραφέα Πρίσκο, ο Αιγίδιος και ο Συάγριος διοικούσαν και οι δύο μία «μεγάλη δύναμη». Κάποια στιγμή, ο Αιγίδιος ή/και ο Συάγριος απείλησαν ακόμη και τη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με εισβολή στην Ιταλία, εάν η Αυτοκρατορία δεν ικανοποιούσε τα αιτήματά τους. Οι δυνάμεις τους προσέφεραν επίσης αποτελεσματική αντίσταση στη δύναμη του βασιλείου των Βησιγότθων, νότια και δυτικά του Σουασόν. Ο ΜακΤζόρτζ (2002) εκτιμά ότι ο Συάγριος είχε περίπου 6.000 στρατιώτες στη διάθεσή του από το 486. [8]
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφερόμενα έργα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- MacGeorge, Penny (2002). Late Roman Warlords. Oxford University Press. ISBN 0-19-925244-0.
- ↑ Gajdzis, Krystian (25 Ιουλίου 2022). «The Romans Who Outlasted Their Empire». The History Inquiry (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 2023.
It should also be noted that the label of 'Kingdom' was a later historical invention meant to differentiate Aegidius' rump state from the remainder of the Western Roman Empire.
- ↑ MacGeorge 2002, σελίδες 111–113: "[...] he and his kingdom were recognisably Roman [...]"
- ↑ Fanning, S. (1992). «Emperors and empires in fifth-century Gaul». Στο: Drinkwater, John, επιμ. Fifth-Century Gaul: A Crisis of Identity?. Cambridge University Press. σελίδες 288–297.
- 1 2 3 4 MacGeorge 2002.
- 1 2 3 Bussey, George Muir· Gaspey, Thomas (1850). A History of France and of the French People. Ανακτήθηκε στις 20 Απριλίου 2009.
- ↑ Frassetto, Michael (2003). Encyclopedia of barbarian Europe. Bloomsbury Academic. ISBN 978-1-57607-263-9. Ανακτήθηκε στις 20 Απριλίου 2009.
- ↑ Bély, Lucien· Moyon, Angela (2001). The History of France. ISBN 978-2-87747-563-1. Ανακτήθηκε στις 20 Απριλίου 2009.
- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 157.