Αιγίδιος της Σουασόν
| Αιγίδιος της Σουασόν | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Γέννηση | 5ος αιώνας Λούγδουνο |
| Θάνατος | 464 Augusta Suessionum |
| Τόπος ταφής | Augusta Suessionum |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αρχαία Ρώμη |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | πολιτικός |
| Περίοδος ακμής | 456 |
| Οικογένεια | |
| Τέκνα | Συάγριος |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Βαθμός/στρατός | Στρατηγός |
| Πόλεμοι/μάχες | Μάχη της Αρελάτης |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Στρατηγός |
Ο Αιγίδιος, λατιν.: Aegidius (απεβ. το 464 ή το 465) ήταν ο ηγεμόνας του βραχύβιου βασιλείου της Σουασόν από το 461 έως το 464/465. Πριν από την άνοδό του στον θρόνο, ήταν ένθερμος υποστηρικτής του Αυτοκράτορα της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Μαϊοριανού, ο οποίος τον διόρισε magister militum per Gallias (αρχηγό των Στρατιωτικών για τις Γαλατίες) το 458. Όταν ο στρατηγός Ρικίμερος δολοφόνησε τον Μαϊοριανό και τον αντικατέστησε με τον Αυτοκράτορα Λίβιο Σεβήρο, ο Αιγίδιος επαναστάτησε, και άρχισε να κυβερνά τη γαλατική του επικράτεια ως ανεξάρτητο βασίλειο. Πιθανότατα ορκίστηκε πίστη στον Αυτοκράτορα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Λέοντα Α΄.
Ο Αιγίδιος απείλησε επανειλημμένα να εισβάλει στην Ιταλία και να εκθρονίσει τον Λίβιο Σεβήρο, αλλά ποτέ δεν ξεκίνησε τέτοια εισβολή. Οι ιστορικοί έχουν υποστηρίξει ότι ήταν απρόθυμος να ξεκινήσει εισβολή, λόγω της πίεσης των Ακουιτανών Γότθων, ή επειδή θα άφηνε τη Γαλατία εκτεθειμένη. Ο Αιγίδιος ξεκίνησε αρκετές εκστρατείες εναντίον των Βησιγότθων και των Βουργουνδών, ανακαταλαμβάνοντας τη Λυών από τους Βουργουνδούς το 458 και κατατροπώνοντας τους Βησιγότθους στη Μάχη της Ορλεάνης. Απεβίωσε ξαφνικά μετά από μία σημαντική νίκη εναντίον των Γότθων. Οι αρχαίοι ιστορικοί λένε ότι δολοφονήθηκε, αλλά δεν αναφέρουν το όνομα τού δολοφόνου, ενώ οι σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι είναι πιθανό να απεβίωσε από φυσικό θάνατο.
Μετά το τέλος του, τον διαδέχθηκε ο γιος του Συάγριος, ο οποίος ήταν ο τελευταίος ηγεμόνας του βασιλείου της Σουασόν (Νοβίδουνον).
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Αιγίδιος γεννήθηκε στη Γαλατία, μία επαρχία της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πιστεύεται ότι καταγόταν από την αριστοκρατική οικογένεια των Συαγρίων, με βάση το όνομα τού γιου του, Συάγριου. Ενώ αυτά τα στοιχεία δεν είναι απόλυτα, οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν πιθανή μία σύνδεση με την οικογένεια, μέσω γέννησης ή γάμου. [1] Ο Αιγίδιος υπηρέτησε υπό τον Αέτιο κατά τη διάρκεια τής θητείας τού τελευταίου ως magister militum (αρχηγού των στρατιωτικών) της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Υπηρέτησε επίσης στο πλευρό του μελλοντικού Αυτοκράτορα Μαϊοριανού.
Ο Αιγίδιος ήταν είτε ιδρυτικό μέλος της παράταξης του Μαϊοριανού και του Ρικίμερος, είτε γρήγορα εντάχθηκε σε αυτήν, [2] ασκώντας σημαντική επιρροή στον Μαϊοριανό. [3] Αφού ο Μαϊοριανός έγινε Αυτοκράτορας της Δυτικής Ρώμης, στον Αιγίδιο απονεμήθηκε ο τίτλος magister militum per Gallias το 458 ως ανταμοιβή για την αφοσίωσή του. [2] [3]
Οι Ριπουάριοι Φράγκοι κατέκτησαν την Κολωνία και τους Τρεβήρους (Τρηρ) από τους Ρωμαίους π. 457, και ο Αιγίδιος πολιορκήθηκε στην Αρελάτη (Αρλ) από τους Γότθους της Ακουιτανίας υπό τον βασιλιά τους Θεοδώριχο Β' για ένα διάστημα το 457/458, [4] πριν τον νικήσει ο Μαϊοριανός. [5] Την ίδια χρονιά, ο Αιγίδιος οδήγησε στρατεύματα στη μάχη της Αρελάτης εναντίον των Ακουιτανών Γότθων, [6] όπου πιστώνεται από αρχαίες πηγές ως η κύρια αιτία για την ήττα του Θεοδώριχου Β'.
Ως αποτέλεσμα της μάχης, ο Θεοδώριχος Β΄ αναγκάστηκε να επιστρέψει τα γοτθικά εδάφη τής Ισπανίας στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, και να υποταχθεί ξανά στο να γίνει Ρωμαίος υποτελής. [7] [8] Ο Αιγίδιος ανακατέλαβε επίσης το Λούγδουνον (Λυών) από τους Βουργουνδούς το 458. [9]
Όταν ο Ρικίμερος δολοφόνησε τον Αυτοκράτορα Μαϊοριανό το 461 και τον αντικατέστησε με τον Λίβιο Σεβήρο, ο Αιγίδιος αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον νέο Αυτοκράτορα. [10] Ο Λίβιος Σεβήρος δεν αναγνωρίστηκε ούτε από τον Ανατολικό Ρωμαίο Αυτοκράτορα Λέοντα Α΄, ο οποίος θεωρούνταν ο ανώτερος Αυτοκράτορας. Ο Αιγίδιος μπορεί να ορκίστηκε υποταγή απευθείας στον Λέοντα Α΄, προκειμένου να νομιμοποιήσει την ανεξαρτησία του από τη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τη διατήρηση των Γαλατικών λεγεώνων. [11]
Ο Αιγίδιος απείλησε επανειλημμένα να εισβάλει στην Ιταλία, ωστόσο, δεν το έπραξε ποτέ. Η σύγχρονη ιστορικός Πένυ ΜακΤζόρτζ έχει υποστηρίξει ότι αυτό οφειλόταν στην πίεση των Ακουιτανών Γότθων, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν ήταν σε θέση, ή ήταν απρόθυμος να βαδίσει προς την Ιταλία, αφήνοντας τη Γαλατία εκτεθειμένη. [12]
Γύρω από αυτήν την εποχή είχε ξεκινήσει πόλεμος μεταξύ των εδαφών του Αιγιδίου και των Ακουιτανών Γότθων, πέρα από τα σύνορα, και ο Πρίσκος έλεγε ότι ο Αιγίδιος διακρίθηκε στις μάχες. [3] Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Ρικίμερος παραχώρησε τη Λυών στους Βουργουνδούς, και τη Ναρβωνική και το μεγαλύτερο μέρος της Πρώτης Ναρβωνική στους Βησιγότθους, σε αντάλλαγμα για συμμαχίες. [13] Ο Ρικίμερος πιθανώς διόρισε αντικαταστάτη του Αιγιδίου, παρά το γεγονός ότι ο Αιγίδιος διατήρησε το μεγαλύτερο μέρος ή το σύνολο των γαλατικών δυνάμεών του. Τα δύο άτομα που πιθανότατα έλαβαν τον τίτλο του magister militum per Gallias (αρχηγού των στρατιωτικών στη Γαλατία) ήταν ο Ρωμαίος στρατηγός Αγριππίνος, τον οποίο ο Αιγίδιος είχε προηγουμένως κατηγορήσει για προδοσία, ή ο Βουργουνδός βασιλιάς Γουνδίοχ, ο οποίος ήταν κουνιάδος του Ρικίμερος. [3] [14] Αυτή την εποχή ο Αιγίδιος έστειλε πρεσβείες στον βασιλιά των Βανδάλων Γαϊζέριχ, πιθανώς σε μία προσπάθεια να σχηματίσει συμμαχία, για να αντιταχθεί στον Ρικίμερος. [12]
Σύμφωνα με μία ιστορία γνωστή στον Γρηγόριο της Τουρ και το Χρονικό του Φρεδεγάρ, ο Φράγκος βασιλιάς Χιλδέριχος Α΄, ο οποίος έλεγχε μεγάλο μέρος της βόρειας Γαλατίας, εξορίστηκε κάποια στιγμή μετά το 457, και οι Φράγκοι εξέλεξαν στη συνέχεια τον Αιγίδιο για να τους κυβερνήσει. Οι αρχαίες πηγές συνεχίζουν, λέγοντας ότι ο Αιγίδιος τούς κυβέρνησε για οκτώ χρόνια, πριν ο Χιλδέριχος ανακληθεί και αποκατασταθεί ως βασιλιάς. Αυτή η ιστορία θεωρείται φανταστική από τους περισσότερους σύγχρονους ιστορικούς. [12] [3] Μία άλλη αφήγηση που δίνεται από πρωτογενείς πηγές, είναι ότι ο Χιλδέριχος σύναψε συμμαχία με τον Αιγίδιο, αν και αυτό έχει ελάχιστα ιστορικά στοιχεία και αντικρούεται άμεσα από αρχαιολογικά στοιχεία, τα οποία υποστηρίζουν τη θεωρία του βασιλείου της Σουασόν, το ιστοριογραφικό όνομα που δόθηκε στην περιοχή που κυβερνούσε ο Αιγίδιος και ο γιος του Συάγριος, η οποία περιείχε την επέκταση των Φράγκων. [12] Ο Ερνστ Στάιν υποστηρίζει ότι οι Φράγκοι μπορεί να τέθηκαν υπό ρωμαϊκή κυριαρχία εν απουσία του Χιλδέριχου. [3] [15] Ο Μίχαελ Κουλικόφσκι υποστηρίζει ότι οι comitatenses του (οι στρατοί) ήταν τόσο έντονα Φραγκικοί σε αυτή την περίοδο, που θα μπορούσε κανείς να τον θυμάται ως βασιλιά, και όχι ως στρατηγό. [16]
Ο Αιγίδιος απέκρουσε μία εισβολή των Ακουιτανών Γότθων το 463, κατατροπώνοντάς τους στη μάχη της Ορλεάνης. [12] Σε αυτή τη μάχη, οι δυνάμεις του Αιγιδίου σκότωσαν τον στρατηγό των Βησιγότθων Φρέδερικ, ο οποίος ήταν αδελφός τού Θεοδώριχου. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι οι δυνάμεις του Αιγιδίου ενισχύθηκαν από φραγκικές δυνάμεις. [12] [17] [18] Ο Αιγίδιος κέρδισε επίσης μία μικρή μάχη εναντίον των Γότθων κοντά στο Σινόν, σε άγνωστη ημερομηνία. [19] Παρά τις νίκες αυτές, δεν εξαπέλυσε επίθεση εναντίον των γοτθικών θέσεων στην Ακουιτανία, πιθανώς λόγω έλλειψης πόρων, [20] ή λόγω απειλών από τον κόμη Παύλο, τον Γουνδίαχ και τους Δυτικο-Ρωμαίους στρατηγούς Αρβογάστη και Αγριππίνο. [21] Έστειλε διπλωματικό σώμα στους Βησιγότθους τον Μάιο του 464, το οποίο δεν θα επέστρεψε ως τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. [3]
Αναφέρεται ότι ο Αιγίδιος απεβίωσε αιφνίδια, το φθινόπωρο του 465. [α] [22] [3] Πηγές τής εποχής αναφέρουν ότι είτε έπεσε θύμα ενέδρας, είτε δηλητηριάστηκε, αλλά δεν αναφέρουν κάποιον δράστη. Οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν πιθανό ότι απεβίωσε από φυσικό θάνατο, αν και κάποιοι, όπως ο Κουλικόφσκι, το αμφισβητούν. Μετά το τέλος του, τον διαδέχθηκε ο γιος του Συάγριος. [3] [23] [16] Αναφέρεται ότι ο Συάγριος μετέφερε την έδρα τής κυβέρνησής του στ Σουασόν, κάτι που αργότερα θα έδινε στον Αιγίδιο και στην αποσχισθείσα κυβέρνηση του Συάγριου το ιστοριογραφικό όνομα βασίλειο των Σουασόν. [24] Οι Φράγκοι νίκησαν τον Συάγριο και κατέλαβαν το Σουασόν τη δεκαετία του 480. [25]

Ιστοριογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αιγίδιος αναφέρεται με πολυάριθμους τίτλους σε πρωτογενείς πηγές, πολλοί από τους οποίους ήταν αντιφατικοί. Στην Historia Francorum του Γρηγορίου της Τουρ, αποκαλείται δύο φορές magister militum (αρχηγός των στρατιωτικών), αν και ο Γρηγόριος τον περιγράφει ως εκλεγμένο βασιλιά (rex) των Φράγκων. Ακόμα πιο περίπλοκο είναι ότι ο Γρηγόριος δεν του δίνει κανέναν τίτλο, όταν αναφέρει το τέλος του. Το Liber Historiae Francorum τον αναφέρει αρχικά ως rex, αλλά αργότερα τον αποκαλεί δύο φορές principem Romanorum (Ρωμαίο αυτοκράτορα). Στην έκδοση «Α» του Liber Historiae Francorum, αποκαλείται Romanorum rex (βασιλιάς των Ρωμαίων) κατά τη στιγμή τού τέλους του, ενώ η έκδοση «Β» τον αποκαλεί Romanorum tirannus (τύραννο των Ρωμαίων), υπονοώντας ότι ήταν σφετεριστής. [26] Το Χρονικό του Φρεδεγάρ τον αποκαλεί κόμη (comes). Με βάση τις δύο αναφορές από το Liber Historiae Francorum που τον αναφέρουν ως αυτοκράτορα, και την περιστασιακή χρήση του τίτλου rex για να αναφερθούν σε έναν αυτοκράτορα, ορισμένοι έχουν υποστηρίξει ότι ήταν στην πραγματικότητα αυτοκράτορας, αν και αυτό βασίζεται σε αβέβαια στοιχεία, και θεωρείται πολύ απίθανο από τους περισσότερους ιστορικούς. [27] Οι σύγχρονοι ιστορικοί δίνουν τρεις πιθανότητες για την πραγματική του ιδιότητα: Η πρώτη πιθανότητα είναι να αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς, και να αποκαλούνταν έτσι τόσο από το δικό του βασίλειο όσο και από εξωτερικούς βαρβάρους. [12] Η δεύτερη είναι ότι δεν ονομάστηκε ποτέ βασιλιάς κατά τη διάρκεια τής ζωής του, αλλά μεταγενέστερες λαϊκές ή επικές παραδόσεις τού έδωσαν τον τίτλο. Η τρίτη είναι ότι αναφερόταν με ρωμαϊκό τίτλο από τους υπηκόους του, αλλά αποκαλούνταν rex από τους βαρβάρους, καθώς ήταν ανάλογος με τους τίτλους των δικών τους ηγεμόνων. [28]
Πληροφορίες σχετικά με τον τόπο γέννησής του και τον γιο του προέρχονται από τον Γρηγόριο της Τουρ, το Χρονικό του Φρεδεγάρ και το Liber Historiae Francorum. [29] Η θητεία του στον Μαϊοριανό υπό τον Αέτιο αναφέρεται από τον Πρίσκο, ο οποίος αναφέρει επίσης την επακόλουθη επιρροή του στον Μαϊοριανό ως αυτοκράτορα. Η ανύψωσή του σε magister militum per Gallias δίνεται από τον Γρηγόριο και τον Υδάτιο. Η απώλεια της Κολωνίας και του Τρηρ αναφέρεται στο Liber Historiae Francorum, και η περικύκλωσή του στην Αρελάτη από τον Παυλίνο του Περιγκέ στον Βίο του Αγίου Μαρτίνου και τον Γρηγόριο. Η κατηγορία του για προδοσία εναντίον του Αγριππίνου, τον οποίο κατηγόρησε ότι παρέδωσε την Αυτοκρατορία σε βαρβάρους, είναι γνωστή από το Vita Lupicini, το οποίο αποκαλεί τον ισχυρισμό κακόβουλα ψευδή. Ο Πρίσκος αναφέρει επίσης την άρνηση του Αιγιδίου να αναγνωρίσει τον Λίβιο Σεβήρο και τις απειλές του να εισβάλει στην Ιταλία, και αυτός και ο Γρηγόριος αναφέρονται στη σύγκρουση μεταξύ του Αιγιδίου και των Βησιγότθων. Η συνεχιζόμενη διαμάχη του με τον Αγριππίνο και η μάχη της Ορλεάνης γίνονται δεκτές από τον Υδάτιο, τον Μάριο Αβεντικένσις και τον Γρηγόριο. Ο απεσταλμένος που έστειλε στους Βησιγότθους αναφέρεται μόνο από τον Υδάτιο. [3] Ο Υδάτιος και ο Γρηγόριος δίνουν και οι δύο την αφήγηση τού τέλους του, και ο Γρηγόριος αναφέρει ότι είχε επικαλεστεί τη βοήθεια του Αγίου Μαρτίνου της Τουρ, ενώ βρισκόταν σε κίνδυνο. Ο Παυλίνος επαινεί την ανδρεία, τον χαρακτήρα και την ευσέβειά του. [30]

Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πρωτογενείς πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 99.
- 1 2 MacGeorge 2002, σελ. 100.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 Jones, Martindale & Morris 1980, σελ. 12.
- ↑ Jones, Martindale & Morris 1980.
- ↑ Jones, Martindale & Morris 1980, σελ. 1072.
- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 101.
- ↑ Bunson 1994, σελ. 6.
- ↑ Anderson 2012, σελ. 110.
- ↑ Mitchell 2007, σελ. 208.
- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 14.
- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 114.
- 1 2 3 4 5 6 7 MacGeorge 2002.
- ↑ Anderson 2012, σελ. xxv.
- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 111.
- ↑ Stein 1959, σελ. 378.
- 1 2 Kulikowski 2019, σελ. 278.
- ↑ Kulikowski 2002, σελ. 180.
- ↑ Mitchell 2007, σελ. 119.
- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 115.
- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 117.
- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 118.
- 1 2 MacGeorge 2002, σελ. 65 & 120.
- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 125.
- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 126.
- ↑ Mitchell 2007, σελ. 211.
- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 151.
- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 152.
- ↑ MacGeorge 2002, σελ. 153.
- ↑ Jones, Martindale & Morris 1980, σελ. 11.
- ↑ Jones, Martindale & Morris 1980, σελ. 13.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Anderson, W.B. (2012) [1936]. Sidonius: Poems and Letters, Vol. I: Poems, Letters, Book I-II. Cambridge: Harvard University Press. ISBN 978-0-674-99327-3.
- Bunson, Matthew (1994). Encyclopedia of the Roman Empire. New York: Facts on File. ISBN 978-0-816-02135-2.
- Jones, Arnold Hugh Martin· Martindale, J. R. (1980). The Prosopography of the Later Roman Empire: Volume 2, AD 395–527. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-20159-9.
- Kulikowski, Michael (2019). The Tragedy of Empire: From Constantine to the Destruction of Roman Italy. Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press. ISBN 978-0-674-24270-8.
- Kulikowski, Michael (2002). «Marcellinus 'of Dalmatia' and the Dissolution of the Fifth-Century Empire». Byzantion 72 (1): 177–191.
- MacGeorge, Penny (2002). Late Roman Warlords. Oxford: Oxford University Press. ISBN 978-0-199-25244-2.
- Mitchell, Stephen (2007). A History of the Later Roman Empire. Oxford: Blackwell Publishing. ISBN 978-1-4051-0856-0.
- Stein, Ernst (1959). Histoire du Bas-Empire: Volume 1. Paris, France: Desclée de Brouwer.