close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αύλος Ατίλιος Καϊατίνος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αύλος Ατίλιος Καϊατίνος
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
A. Atilius A.f.C.n. Calatinus (Λατινικά)
Γέννηση2ος αιώνας π.Χ.ή295 π.Χ. (περίπου και πιθανώς)[1]
Αρχαία Ρώμη
Θάνατος3ος αιώνας π.Χ.
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΛατινικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
στρατιωτικός
Οικογένεια
ΤέκναΓάιος Ατίλιος Βούλβος
ΓονείςAulus Atilius Calatinus
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΡωμαίος δικτάτορας
Ρωμαίος συγκλητικός (άγνωστη τιμή)[2]
Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (258 π.Χ.)[2]

Ο Αύλος Ατίλιος Καϊατίνος ή Καλατίνος, λατινικά: Aulus Atilius Caiatinus ή Calatinus (άκμασε 258–241 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος στρατηγός και πολιτικός, που κατέκτησε εξέχουσα θέση για τις στρατιωτικές του δραστηριότητες κατά τη διάρκεια του Α΄ Καρχηδονιακού Πολέμου κατά της Καρχηδόνας. Ως ύπατος το 258 π.Χ. γνώρισε αρκετές επιτυχίες στη Σικελία, για τις οποίες αργότερα πανηγύρισε έναν θρίαμβο. Ανέλαβε περαιτέρω εκστρατείες στη Σικελία, τόσο στη θάλασσα όσο και στη στεριά, κατά τη διάρκεια μίας δεύτερης υπατείας (254 π.Χ.) και στη συνέχεια ως δικτάτορας (249 π.Χ.), ως ο πρώτος Ρωμαίος δικτάτορας που ηγήθηκε στρατού έξω από την ηπειρωτική Ιταλία.

Ο Ατίλιος κατείχε το αξίωμα του τιμητή το 247, το κορυφαίο επίτευγμα μίας δημόσιας σταδιοδρομίας εκείνη την εποχή. Αργότερα αφιέρωσε ναούς στην Ελπίδα (Spes) και την Πίστη (Fides) στη Ρώμη.

Ιστορικό και καταγωγή

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Aύλος Ατίλιος Καλαϊτίνος ή Καλατίνος, πιθανότατα ανήκε σε μία αριστοκρατική οικογένεια από την Καμπανία, που είχε γίνει ευπρόσδεκτη στη ρωμαϊκή υψηλή κοινωνία μετά την κατάκτηση της περιοχής από τη Ρώμη, κατά τους Σαμνιτικούς Πολέμους τον 4ο αι. π.Χ. [3] Το επώνυμο Καϊατίνος ή Καλατίνος υποδηλώνει, ότι ένας πρόγονος προερχόταν από, ή κατείχε κτήματα κοντά στην πόλη της Καμπανίας Καϊατία (ή Καλατία). [4] [ i ] Το πληβείο γένος των Aτιλίων άρχισε σύντομα να αποκτά τα ανώτατα αξιώματα του ρωμαϊκού κράτους, φτάνοντας σε υψηλό σημείο του κύρους της γύρω από την εποχή του Α΄ Καρχηδονιακού Πολέμου (264–241 π.Χ.), με την επιτυχημένη σταδιοδρομία του Aτίλιου Καϊατίνου και αρκετών συγγενών του (όπως ο Mάρκος Ατίλιος Ρέγουλος και ο Γάιος Ατίλιος Βάλβος) [ 8 ].

Ο Φρήντριχ Μύντσερ, στην με επιρροή μελέτη του για τον ρόλο των οικογενειακών σχέσεων στη Ρωμαϊκή Δημοκρατική πολιτική, υποστήριξε ότι αυτή η γρήγορη άνοδος στη διάκριση ήταν το αποτέλεσμα μίας συμμαχίας με το μακροχρόνια πατρικιακό γένος των Φαβίων. [3] Ο ίδιος ο Aτίλιος Καϊατίνος φαίνεται ότι ήταν εκ μητρός εγγονός τού Φάβιου Ρουλιανού, ενός από τους ήρωες της Ρώμης κατά τους Σαμνιτικούς Πολέμους [ ii ]. Ο γάμος των γονιών του είναι μία από τις πρώτες καταγεγραμμένες ενώσεις μεταξύ πατρικίων και πληβείων [ 10 ]. Ο Όκλεϋ χρονολόγησε τη γέννησή του γύρω στο 300–295 π.Χ. [5]

Α΄ Καρχηδονιακός Πόλεμος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Image
Στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Σικελία, 260–256 π.Χ.

Ο Ατίλιος ήταν ένας από τους δύο Ρωμαίους υπάτους του 258 π.Χ., μαζί με τον Γάιο Σουλπίκιο Πατέρκουλο. Στην αρχή της περιόδου εκστρατείας στάλθηκε στη Σικελία για να διεξάγει τον πόλεμο εναντίον των Καρχηδονίων εκεί. Ενωμένος με τον ύπατο του προηγούμενου έτους, Γάιο Ακίλλιο Φλώρο, πήγε πρώτα στην Πάνορμο για να διώξει μερικά στρατεύματα των Καρχηδονίων που είχαν διαχειμάσει εκεί. Όταν αυτό απέτυχε, προχώρησε στην Ιππάνα και το κατάφερε αμέσως. Ο Ατίλιος συνέχισε στη συνέχεια την πολιορκία του Μυτιστράτον -την οποία ο Φλώρος είχε προσπαθήσει να αναλάβει χωρίς επιτυχία τον προηγούμενο χρόνο- και επέτυχε την παράδοσή του μετά την αποχώρηση της καρχηδονιακής φρουράς κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η πόλη λεηλατήθηκε και κάηκε ολοσχερώς, και οι κάτοικοί της σφαγιάστηκαν ή υποδουλώθηκαν. [6]

Οι αρχαίες πηγές αναφέρουν μία ιστορία, στην οποία ο Ατίλιος έπεσε σε ενέδρα σε ένα στενό ορεινό πέρασμα, ενώ βρισκόταν στο δρόμο για να επιτεθεί στην Καμάρινα, μόνο για να σωθεί από την αυτοθυσία ενόςς τριβούνου και 300 ανδρών, οι οποίοι κράτησαν τον εχθρό, μέχρι ο Ατίλιος να απαλλάξει τον στρατό του από τον κίνδυνο, [6] αν και η ιστορικότητα αυτού ήταν αμφισβητήσιμη [ iii ]. Η ίδια η Καμάρινα κατελήφθη, όπως και η Έννα, η τελευταία με προδοσία. [7] Μία προσπάθεια του Aτίλιου να καταλάβει το νησί Λιπάρα κατέληξε σε αποτυχία. [8] Η διοίκησή του στη Σικελία συνεχίστηκε μέχρι το 257 π.Χ. με την εκλογή του (πιθανώς εν απουσία του (in absentia)) στο αξίωμα του πραίτορα, αν και αυτός και ο συνάδελφός του διοικητής Κορνήλιος Βλασίων, ένας από τους υπάτους, φαίνεται ότι δεν έχουν καταφέρει τίποτα αξιοσημείωτο φέτος. Για τις επιτυχίες του το 258, ο Ατίλιος πανηγύρισε έναν θρίαμβο πίσω στη Ρώμη στις 19 Ιανουαρίου 256 π.Χ. [9]

Ο Ατίλιος εξελέγη ύπατος για δεύτερη φορά το 254 π.Χ., πιθανότατα επιλεγμένος για την εμπειρία του. [10] Αυτός και ο συνάδελφός του στην εξουσία, Κορνήλιος Σκιπίων Ασίνα, οδήγησαν έναν νεότευκτο στόλο στη Σικελία, και κατέλαβαν το Κεφαλοίδιον με προδοσία, αλλά η επακόλουθη επίθεσή τους στα Δρέπανα αποκρούστηκε από τον Καρχηδόνιο Καρθάλο. [11] Στη συνέχεια οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Πάνορμο και άλλες πόλεις [12], αν και μόνο ο ύπατος Σκιπίων αργότερα εόρτασε έναν θρίαμβο γι' αυτές τις νίκες. Ο Λέιζενμπυ προτείνει ότι αυτό συνέβη, επειδή οι ύπατοι χώρισαν τις δυνάμεις τους, με τον Σκιπίωνα επικεφαλής της Πάνορμου, τον κύριο στόχο, ενώ ο Ατίλιος ηγήθηκε της ανεπιτυχούς επίθεσης στα Δρέπανα, ίσως ως αντιπερισπασμό. [13] Στη συνέχεια οι ύπατοι αποσύρθηκαν στη Μessana (Μεσσήνη) και ο Ατίλιος στη Ρώμη, παίρνοντας μαζί του τον στόλο. [14]

Το 249 π.Χ. ο Ατίλιος διορίστηκε δικτάτορας στον απόηχο της ρωμαϊκής καταστροφής στη ναυμαχία των Δρεπάνων. Ο αναπληρωτής του ή ο «διοικητής ιππικού» (magister equitum) ήταν ο Λεύκιος Καικίλιος Μέτελλος. [15] Στάλθηκε στη Σικελία, όπου δεν επέτυχε τίποτε αξιοσημείωτο, [7] αν και αυτό τον έκανε τον πρώτο Ρωμαίο δικτάτορα που ηγήθηκε στρατού εκτός Ιταλίας. [ 24 ]

Ο Ατίλιος εξελέγη τιμητής το 247 π.Χ., ως πληβείος αντίστοιχος του πατρικίου Aύλου Μάνλιου Τορκουάτου Αττικού. [16] Ένας παράγοντας στην εκλογή του, μπορεί να ήταν η συγγένειά του με έναν από τους υπάτους εκείνης της χρονιάς, τον Nουμέριο Φάβιο. [4] Στην απογραφή που διενεργήθηκε κατά την τιμητεία τους, καταγράφηκαν 241.212 ενήλικοι άνδρες Ρωμαίοι πολίτες. Αυτό ήταν μία απότομη μείωση, από τον αριθμό που είχε καταγραφεί στην απογραφή του 252 π.Χ. (297.797 άνδρες), υποδεικνύοντας το βαρύ τίμημα, που είχε προκαλέσει ο πόλεμος με την Καρχηδόνα στον ρωμαϊκό πληθυσμό. [13]

Το 241 π.Χ. ο Ατίλιος μεσολάβησε σε μία διαμάχη μεταξύ δύο διοικητών, του ανθυπάτου Λουτάτιου Κάτουλου και του αντιπραίτορα Βαλέριου Φάλτο, σχετικά με το ποιος έπρεπε να εορτάσει έναν θρίαμβο για τη Ρωμαϊκή νίκη στη μάχη των Αιγάτων . [7] Ο Τ. Κόρεϊ Μπρέναν λέει ότι «απλώς δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος στη Ρώμη, τόσο ικανός να κρίνει» τη διαφορά, με τον Ατίλιο να έχει διακεκριμένη σταδιοδρομία, και να έχει λάβει τις υψηλότερες στρατιωτικές και κρατικές τιμές [ 27 ]. Ο Ατίλιος φαίνεται ότι έκρινε την υπόθεση υπέρ του Κάτουλου, αν και στο τέλος και τα δύο μέρη πανηγύρισαν θριάμβους. [17]

Ο Aτίλιος αφιέρωσε έναν ναό στην Ελπίδα (Spes) στην Αγορά Κηπευτικών (Forum Holitorium) και έναν άλλο στην Πίστη (Fides) στον λόφο του Καπιτωλίου. Ο τάφος του βρισκόταν στην Πόρτα Καπένα και ο Κικέρων διατηρεί μέρος του επιταφίου επιγράμματός του. [18]

  1. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 727. Ανακτήθηκε στις 29  Ιουνίου 2021.
  2. 1 2 Thomas Robert Shannon Broughton: «The Magistrates of the Roman Republic» (Αγγλικά) Αμερικανική Φιλολογική Εταιρεία. 1951. ISBN-10 0-89130-812-1.
  3. 1 2 Münzer.
  4. 1 2 Münzer, σελ. 58.
  5. Oakley, σελ. 576.
  6. 1 2 Klebs, col. 2080· Lazenby, σελ. 75.
  7. 1 2 3 Klebs.
  8. Klebs, col. 2081· Broughton, σελ. 206.
  9. Brennan· Lazenby, σελ. 77.
  10. Lazenby, σελ. 114.
  11. Klebs, col. 2081· Lazenby, σελ. 114.
  12. Broughton, σελ. 210.
  13. 1 2 Lazenby.
  14. Lazenby, σελ. 116.
  15. Lazenby, σελ. 137.
  16. Broughton, σελ. 216.
  17. Brennan, σελ. 85.
  18. Klebs, col. 2081· Drummond, σελ. 199.
  • Brennan, T. Corey (2000). The Praetorship in the Roman Republic Volume 1: Origins to 122 BC. Oxford University Press. ISBN 0-19-511459-0. 
  • Briscoe, John (2019). Valerius Maximus, Facta et dicta memorabilia, Book 8: Text, Introduction, and Commentary. Berlin: De Gruyter. ISBN 978-3-11-066424-9. 
  • Broughton, T. Robert S. (1951). The Magistrates of the Roman Republic Volume I: 509 B.C.–100 B.C. New York: American Philological Association. 
  • Drummond, Andrew (2012) [1949]. «Atilius Caiatinus, Aulus». Στο: Simon Hornblower, επιμ. The Oxford Classical Dictionary (4th έκδοση). Oxford University Press. σελ. 199. ISBN 978-0-19954556-8. 
  • Hoyos, B.D. (1989). «A Forgotten Roman Historian: L. Arruntius and the 'True' Causes of the First Punic War». Antichthon 23: 51–66. doi:10.1017/S0066477400003683.   
  • Lazenby, J.F. (1996). The First Punic War. London: Routledge. ISBN 1-85728-136-5. 
  • Münzer, Friedrich (1999) [1920]. Roman Aristocratic Parties and Families. Baltimore, MD: Johns Hopkins University Press. ISBN 0-8018-5990-5. 
  • Oakley, S.P. (2005). A Commentary on Livy, Books VI–X, Volume IV: Book X. Oxford: Clarendon Press. ISBN 0-19-927256-5.