close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αχμάντ ιμπν Τουλούν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αχμάντ ιμπν Τουλούν
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
أحمد بن طولون (Αραβικά)
Γέννηση20  Σεπτεμβρίου 835
Βαγδάτη
Θάνατος14  Μαΐου 884
Al-Qatta'i
ΘρησκείαΙσλάμ
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΤουρκικές γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΑραβικά
Τουρκικές γλώσσες
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
Οικογένεια
ΤέκναΧουμαραβαΐ ιμπν Αχμάντ ιμπν Τουλούν
Σαϊμπάν ιμπν Αχμάντ ιμπν Τουλούν
Αλ-Αμπας ιμπν Αχμάντ ιμπν Τουλούν
Ραμπιάχ ιμπν Αχμάντ ιμπν Τουλούν
ΓονείςTulun
ΟικογένειαΚράτος Τουλουνιδών
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Αχμάντ ιμπν Τουλούν, αραβ.: أحمد بن طولون (π. 20 Σεπτεμβρίου 835 – 10 Μαΐου 884) ήταν ο ιδρυτής τής δυναστείας των Τουλουνιδών, που κυβέρνησε την Αίγυπτο και τη Συρία μεταξύ 868 και 905. Ήταν Τούρκος σκλάβος-στρατιώτης, που το 868 στάλθηκε στην Αίγυπτο ως κυβερνήτης από τον χαλίφη των Αββασιδών. Μέσα σε τέσσερα χρόνια είχε καθιερωθεί ως ουσιαστικά ανεξάρτητος ηγεμόνας, εκδιώκοντας τον χαλιφικό οικονομικό πράκτορα, Ιμπν αλ-Μουνταμπίρ, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο των οικονομικών τής Αιγύπτου, και δημιουργώντας μία μεγάλη στρατιωτική δύναμη αποτελούμενη από ιθαγενείς Αιγύπτιους προσωπικά πιστούς στον ίδιο. Αυτή η διαδικασία διευκολύνθηκε από την ασταθή πολιτική κατάσταση στην Αυλή των Αββασιδών, και την ενασχόληση τού αντιβασιλιά των Αββασιδών, αλ-Μουβαφάκ, με τους πολέμους εναντίον των Περσών Σαφαριδών και την Εξέγερση Ζαντζ. Ο ιμπν Τουλούν εγκαθίδρυσε επίσης μία αποτελεσματική διοίκηση στην Αίγυπτο. Μετά από μεταρρυθμίσεις στο φορολογικό σύστημα, επισκευές στο σύστημα άρδευσης και άλλα μέτρα, η ετήσια φορολογική απόδοση αυξήθηκε σημαντικά. Ως σύμβολο τού νέου του καθεστώτος, έκτισε μία νέα πρωτεύουσα, την αλ-Κατάι, βόρεια τής παλαιάς πρωτεύουσας Φουστάτ.

Μετά το 875/6 τέθηκε σε ανοιχτή σύγκρουση με τον αλ-Μουβαφάκ, ο οποίος προσπάθησε ανεπιτυχώς να τον εκθρονίσει. Το 878, με την υποστήριξη τού αδελφού τού αλ-Μουβαφάκ, χαλίφη αλ-Μουταμίντ, ο ιμπν Τουλούν ανέλαβε τη διακυβέρνηση τής Συρίας, καθώς και των παραμεθόριων περιοχών με τη Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) Αυτοκρατορία, αν και ο έλεγχος τής Ταρσού ειδικότερα αποδείχθηκε αδύναμος. Κατά τη διάρκεια τής απουσίας του στη Συρία, ο μεγαλύτερος γιος και αναπληρωτής του, Αμπάς, προσπάθησε να σφετεριστεί την εξουσία στην Αίγυπτο, με αποτέλεσμα τη φυλάκιση τού Αμπάς και τον διορισμό τού δεύτερου γιου τού ιμπν Τουλούν, Χουμαραβαΐ, ως κληρονόμου του. Η αποστασία το 882 ενός ανώτερου διοικητή, τού Λουλού, στον αλ-Μουβαφάκ, και η αποστασία τής Ταρσού, ανάγκασαν τον ιμπν Τουλούν να επιστρέψει στη Συρία. Πλέον σχεδόν ανίσχυρος, ο αλ-Μουταμίντ προσπάθησε να ξεφύγει από τον έλεγχο τού αδελφού του στις περιοχές τού ιμπν Τουλούν, αλλά συνελήφθη από πράκτορες τού αλ-Μουβαφάκ, και ο ιμπν Τουλούν συγκάλεσε μία συνέλευση νομικών στη Δαμασκό, για να καταγγείλει τον αλ-Μουβαφάκ ως σφετεριστή. Η προσπάθειά του το φθινόπωρο του 883 να υποτάξει την Ταρσό απέτυχε, και αρρώστησε. Επιστρέφοντας στην Αίγυπτο, απεβίωσε τον Μάιο του 884, και τον διαδέχθηκε ο Χουμαραβαΐ.

Ο ιμπν Τουλούν ξεχωρίζει ως ο πρώτος κυβερνήτης μίας μεγάλης επαρχίας τού χαλιφάτου των Αββασιδών, ο οποίος όχι μόνο καθιερώθηκε ως ο κύριός της ανεξάρτητα από την Αυλή των Αββασιδών, αλλά και παρέδωσε την εξουσία στον γιο του.

Υπό την κυριαρχία του, η Αίγυπτος έγινε ξανά ανεξάρτητη πολιτική δύναμη, για πρώτη φορά μετά από 1.200 και πλέον χρόνια, από την εποχή τής Πτολεμαϊκής Δυναστείας, με μία σφαίρα επιρροής που περιλάμβανε τη Συρία και τμήματα τής περιοχής τού Μαγκρέμπ.

Πρωτογενείς πηγές

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρκετοί μεσαιωνικοί συγγραφείς έγραψαν για τον Αχμάντ ιμπν Τουλούν. Οι δύο κύριες πηγές είναι δύο βιογραφίες δύο συγγραφέων τού 10ου αι., του Ιμπν αλ-Νταγιά και τού αλ-Μπαλαβί. Και οι δύο ονομάζονται Σιράτ Αχμάντ ιμπν Τουλούν, και το έργο του αλ-Μπαλαβί βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο έργο τού ιμπν αλ-Νταγιά, αν και είναι πολύ πιο εκτενές. Ο ιμπν αλ-Νταγιά έγραψε επίσης ένα βιβλίο (Kitab al-mukafa'a) με ανέκδοτα από την αιγυπτιακή κοινωνία τής εποχής των Τουλουνιδών. Περισσότερες πληροφορίες προέρχονται από τον σύγχρονο τού ιμπν Τουλούν, τον γεωγράφο και ταξιδιώτη Γιακούμπι, τού οποίου τα έργα καλύπτουν τα πρώτα χρόνια τής βασιλείας του στην Αίγυπτο, και από μεταγενέστερους Αιγύπτιους συγγραφείς, ιδιαίτερα τούς ιστορικούς τού 15ου αι. ιμπν Ντουκμάκ και αλ-Μακριζί, οι οποίοι βασίστηκαν σε μία ποικιλία προγενέστερων πηγών, για να γράψουν για την ιστορία τού κράτους των Τουλουνιδών. Αρκετοί άλλοι μεσαιωνικοί Άραβες χρονικογράφοι από τον 13ο έως τον 16ο αι. αναφέρουν τον Ιμπν Τουλούν ή τους αξιωματούχους του, αλλά οι περισσότεροι είναι μεταγενέστερων χρόνων, και όχι πολύ αξιόπιστοι, ειδικά σε σύγκριση με τον ιμπν Ντουκμάκ και τον αλ-Μακριζί. [1] [2]

Πρώιμη ζωή και σταδιοδρομία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αχμάντ ιμπν Τουλούν γεννήθηκε την 23η ημέρα τού μήνα Ραμαζανιού τού 220 ΈΕ (20 Σεπτεμβρίου 835 μΧ) ή λίγο αργότερα, πιθανώς στη Βαγδάτη. [3] [4] Ο πατέρας του, Τουλούν, ήταν Τούρκος, από μία τοποθεσία γνωστή στις αραβικές πηγές ως Ταγκαργκάρ ή Τογκουζ(ο)γκούζ, δηλαδή, η συνομοσπονδία των Ουιγούρων. [5] Το έτος 815/6 (200 ΈΕ) ο Τουλούν αιχμαλωτίστηκε μαζί με άλλους Τούρκους, και στάλθηκε ως μέρος τού φόρου υποτέλειας τού Σαμανίδη κυβερνήτη τής Μπουχάρα Νουχ ιμπν Άσαντ στον χαλίφη αλ-Μαμούν (βασ. 813–833 ), ο οποίος εκείνη την εποχή διέμενε στο Χουρασάν. [6] [7] Μετά την επιστροφή τού αλ-Μαμούν στη Βαγδάτη το 819, αυτοί οι Τούρκοι σκλάβοι σχηματίστηκαν σε ένα σώμα φρουράς από σκλάβους στρατιώτες (ghilman, ενικός: ghulam) που ανατέθηκε στον αδελφό και τελικό διάδοχο τού αλ-Μαμούν, αλ-Μουτασίμ (βασ. 833–842 ). [7] Ο Τουλούν τα πήγε καλά, και τελικά ανέλαβε τη διοίκηση τής ιδιωτικής φρουράς τού χαλίφη. [6] Η μητέρα τού Αχμάντ, που ονομαζόταν Κασίμ, ήταν μία από τις σκλάβες τού πατέρα του. Το 854/5 ο Τουλούν απεβίωσε, και η Κασίμ θεωρείται συνήθως ότι νυμφεύτηκε για δεύτερη φορά, με τον Τούρκο στρατηγό Μπαϋκμπάκ ή Μπακμπάκ. Αυτή η αναφορά, ωστόσο, δεν εμφανίζεται στον ιμπν αλ-Νταγιά ή στον αλ-Μπαλαβί, και μπορεί να είναι ψευδής. [6] [7] Σύμφωνα με τον αλ-Μπαλαβί, μετά το τέλος τού πατέρα του, ο Αχμάντ τέθηκε υπό την κηδεμονία τού Γιαλμπάκ, στενού συντρόφου τού Τουλούν, ο οποίος είχε αιχμαλωτιστεί μαζί του. Στην επιθανάτια κλίνη του, ο Τουλούν παρότρυνε τον φίλο του να φροντίσει τη γυναίκα και τον γιο του, και ο Μπακμπάκ στη συνέχεια φέρθηκε στον νεαρό Αχμάντ σαν να ήταν δικός του γιος. [7]

Ο νεαρός Αχμάντ ιμπν Τουλούν έλαβε ενδελεχή εκπαίδευση, η οποία περιελάμβανε στρατιωτική εκπαίδευση στη νέα πρωτεύουσα των Αββασιδών, τη Σαμάρα, και σπουδές ισλαμικής θεολογίας στην Ταρσό, αποκτώντας φήμη, όχι μόνο για τις γνώσεις του, αλλά και για τον ευσεβή και ασκητικό τρόπο ζωής του. [6] [1] Έγινε δημοφιλής μεταξύ των συμπατριωτών του Τούρκων, οι οποίοι τού εμπιστεύονταν μυστικά, και τού εμπιστεύονταν τα χρήματά τους, ακόμη και τις γυναίκες τους. [8] Ενώ βρισκόταν στην Ταρσό, ο ιμπν Τουλούν πολέμησε στους μεθοριακούς πολέμους με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. [9] Εκεί γνώρισε επίσης έναν άλλο ανώτερο Τούρκο ηγέτη, τον Γιαρτζούχ, τού οποίου η κόρη, που αναφέρεται με διάφορους τρόπους ως Ματζούρ ή Χατούν, έγινε η πρώτη του σύζυγος, και μητέρα τού μεγαλύτερου γιου του, Αμπάς, και τής κόρης του Φατιμά. [1] [8] Οι πηγές αναφέρουν επίσης, ότι κατά τη διάρκεια τής παραμονής του στην Ταρσό, ο ιμπν Τουλούν είχε δεσμούς με τον βεζίρη τού χαλίφη αλ-Μουταβακίλ, Ουμπαΐντ Αλλάχ ιμπν Γιαχιά ιμπν Χακάν, και τον εξάδελφο τού τελευταίου, Αχμάντ ιμπν Μουχαμάντ ιμπν Χακάν. [8] Σε μία περίπτωση, ενώ επέστρεφε στη Σαμάρα, έσωσε ένα καραβάνι που μετέφερε έναν απεσταλμένο τού χαλίφη, που επέστρεφε από την Κωνσταντινούπολη από μία ομάδα επιδρομών Βεδουίνων, και το συνόδευσε στη Σαμάρα. Αυτή η πράξη τού χάρισε την εύνοια τού χαλίφη αλ-Μουσταΐν (βασ. 862–866), καθώς και χίλια χρυσά δηνάρια και το χέρι τής σκλάβας Μιγιάς, μητέρας τού δεύτερου γιου του, Χουμαραβαΐ. [10] [11] Όταν ο χαλίφης παραιτήθηκε και εξορίστηκε στο Ουασίτ το 866, επέλεξε τον ιμπν Τουλούν ως φρουρό του. Η Κουμπαϊχά, η μητέρα τού νέου χαλίφη, αλ-Μουτάζ (βασ. 866–869 ), σχεδίασε να απομακρύνει τον έκπτωτο αλ-Μουσταΐν, και πρόσφερε στον ιμπν Τουλούν τη διακυβέρνηση τού Ουασίτ, αν τον δολοφονούσε. Ο ιμπν Τουλούν αρνήθηκε, και αντικαταστάθηκε από έναν άλλο, ο οποίος εκτέλεσε την πράξη. Ο ίδιος ο ιμπν Τουλούν δεν έπαιξε κάποιο ρόλο στη δολοφονία, αλλά έθαψε τον κύριό του, και επέστρεψε στη Σαμάρα. [10] [12] [11]

Κυβερνήτης τής Αιγύπτου

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Photo of a minaret in four levels, with battlements in the foreground
Ο σπειροειδής μιναρές του τζαμιού του Ιμπν Τουλούν στο Κάιρο

Ήδη υπό τον χαλίφη αλ-Μουτασίμ, ανώτεροι Τούρκοι ηγέτες άρχισαν να διορίζονται ως κυβερνήτες επαρχιών τού χαλιφάτου ως μορφή προσόδου (δωρεάς). Με αυτόν τον τρόπο, εξασφάλιζαν άμεση πρόσβαση στα φορολογικά έσοδα τής επαρχίας για τούς ίδιους και τα στρατεύματά τους, παρακάμπτοντας την πολιτική γραφειοκρατία. Οι Τούρκοι στρατηγοί συνήθως παρέμεναν κοντά στο κέντρο τής εξουσίας στη Σαμάρα, στέλνοντας αντιπροσώπους για να κυβερνούν στο όνομά τους. [13] [14] Έτσι, όταν ο αλ-Μουτάζ ανέθεσε στον Μπακμπάκ την ευθύνη τής Αιγύπτου το 868, ο Μπακμπάκ με τη σειρά του έστειλε τον θετό γιο του Αχμάντ ως υποδιοικητή του και μόνιμο κυβερνήτη. Ο Αχμάντ ιμπν Τουλούν εισήλθε στην Αίγυπτο στις 27 Αυγούστου 868, και στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα Φουστάτ, στις 15 Σεπτεμβρίου. [6] [11]

Η θέση τού Ιμπν Τουλούν μετά τον διορισμό του δεν ήταν καθόλου αδιαμφισβήτητη στην επαρχία του. Ως κυβερνήτης τής Φουστάτ, επέβλεπε τη φρουρά τής επαρχίας, και ήταν επικεφαλής τής μουσουλμανικής κοινότητας, όπως αναγνωρίζεται στον τίτλο του ως «επιβλέποντα τού στρατού και τής προσευχής τής Παρασκευής» ( wali al-jaysh wa'l-salat ), αλλά η δημοσιονομική διοίκηση, και ιδιαίτερα η είσπραξη τού φόρου γης (χαράτζ), βρισκόταν στα χέρια τού ισχυρού βετεράνου διοικητή Ιμπν αλ-Μουνταμπίρ. [15] Ο τελευταίος είχε διοριστεί ως δημοσιονομικός αντιπρόσωπος ( amil ) ήδη από το π.861, και είχε γίνει γρήγορα ο πιο μισητός άνθρωπος στη χώρα, καθώς διπλασίασε τούς φόρους και επέβαλε νέους, τόσο σε Μουσουλμάνους, όσο και σε μη Μουσουλμάνους. [15] Ο ιμπν Τουλούν γρήγορα έδειξε την πρόθεσή του να γίνει ο μόνος κυρίαρχος τής επαρχίας του: κατά την άφιξή του στο Φουστάτ, όταν τόσο ο ιμπν αλ-Μουνταμπίρ όσο και ο Σουκαΐρ, επικεφαλής τής ταχυδρομικής υπηρεσίας ( band ) και τής αλληλογραφίας με τη χαλιφική κυβέρνηση, βγήκαν να τον υποδεχτούν με ένα δώρο 10.000 δηναρίων, αρνήθηκε να το δεχθεί. [16] Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, ο ιμπν Τουλούν και οι αντίπαλοί του πολέμησαν μέσω των απεσταλμένων και των συγγενών τους στη χαλιφική Αυλή στη Σαμάρα, για να εξουδετερώσουν ο ένας τον άλλον. Τελικά, ο ιμπν Τουλούν κατάφερε να εξασφαλίσει τη μεταφορά τού ιμπν αλ-Μουνταμπίρ στη Συρία τον Ιούλιο τού 871, και ανέλαβε ο ίδιος την είσπραξη τού χαράτζ (kharaj) . Ταυτόχρονα, ο ιμπν Τουλούν εξασφάλισε επίσης την απόλυση τού Σουκαΐρ, ο οποίος απεβίωσε λίγο αργότερα. Έτσι, μέχρι το 872, ο ιμπν Τουλούν είχε αναλάβει τον έλεγχο όλων των κλάδων τής διοίκησης στην Αίγυπτο, καθιστώντας de facto ανεξάρτητος από την κεντρική κυβέρνηση των Αββασιδών. [6] [15] [16]

Την εποχή τού διορισμού τού ιμπν Τουλούν, η Αίγυπτος βρισκόταν σε μία διαδικασία μετασχηματισμού. Το 834 η πρώιμη μουσουλμανική ελίτ, οι οικογένειες Αράβων εποίκων ( jund ) τής Φουστάτ, έχασαν τα προνόμια και τούς κρατικούς μισθούς τους, και η εξουσία πέρασε σε αξιωματούχους, που στάλθηκαν από την Αυλή των Αββασιδών. Περίπου την ίδια εποχή, για πρώτη φορά ο μουσουλμανικός πληθυσμός άρχισε να ξεπερνά τούς Κόπτες Χριστιανούς σε αριθμό, και οι αγροτικές περιοχές υπόκειντο όλο και περισσότερο τόσο σε αραβοποίηση, όσο και σε εξισλαμισμό. [17] Η ταχύτητα αυτής τής διαδικασίας, και η εισροή εποίκων μετά την ανακάλυψη ορυχείων χρυσού και σμαραγδιών στο Ασουάν, σήμαινε ότι η Άνω Αίγυπτος ειδικότερα ελέγχονταν μόνο επιφανειακά από τον τοπικό κυβερνήτη. [18] [19] Επιπλέον, η επίμονη εσωτερική διαμάχη και αναταραχή στην καρδιά τού κράτους των Αββασιδών -η λεγόμενη «Αναρχία στη Σαμάρα»- οδήγησε στην εμφάνιση χιλιαστικών επαναστατικών κινημάτων στην επαρχία, υπό μία σειρά από Αλίδες υποκριτές. [20] [21] Ένας από αυτούς ήταν ο Ιμπν αλ-Σουφί, απόγονος τού γιου τού Αλί, Ουμάρ, ο οποίος επαναστάτησε στα τέλη τού 869, και σφαγίασε τον πληθυσμό τής Έσνα. Τον χειμώνα τού 870 νίκησε έναν στρατό που έστειλε εναντίον του ο ιμπν Τουλούν, αλλά την άνοιξη οδηγήθηκε στις οάσεις τής ερήμου. Παρέμεινε εκεί, μέχρι που ηττήθηκε σε μία μάχη με έναν άλλο ισχυρό άνδρα τής περιοχής, τον Αμπού Αμπνταλά ιμπν Αμπντ αλ-Χαμίντ αλ-Ουμαρί το 872, καταφεύγοντας στη Μέκκα. Εκεί συνελήφθη, και φυλακίστηκε για ένα διάστημα από τον ιμπν Τουλούν. Ένας από τούς οπαδούς του, ο Αμπού Ρουχ Σουκούν, επαναστάτησε στις οάσεις το 873/4, και ήταν αρκετά επιτυχημένος, ώστε ο ιμπν Τουλούν να τού προσφέρει αμνηστία. Ο νικητής τού Ιμπν αλ-Σουφί, ο αλ-Ουμαρί, ήταν ένας άλλος απόγονος τού Αλή, που είχε δημιουργήσει ένα αυτόνομο πριγκιπάτο γύρω από τα χρυσωρυχεία, νικώντας τις δυνάμεις που στάλθηκαν εναντίον του. [21] Μία άλλη εξέγερση ξεκίνησε το 874/5 από τον κυβερνήτη τής Μπάρκα, Μουχαμάντ ιμπν αλ-Φαράτζ αλ-Φαργκανί. Ο ιμπν Τουλούν προσπάθησε αρχικά να συμφιλιωθεί μαζί του, αλλά τελικά αναγκάστηκε να στείλει στρατό, για να πολιορκήσει και να εισβάλει στην πόλη, αν και τα αντίποινα ήταν περιορισμένα. Η επαναφορά τής εξουσίας του επάνω στη Μπάρκα, ωστόσο, οδήγησε στην ενίσχυση των δεσμών με την Ιφρικίγια στα δυτικά, συμπεριλαμβανομένης, σύμφωνα με τον Ιμπν αλ-Αθίρ, τής ανέγερσης μίας σειράς φάρων και πύργων μηνυμάτων κατά μήκος τής ακτής. [21]

Εν τω μεταξύ στην Παλαιστίνη ο τοπικός κυβερνήτης, Ισά ιμπν αλ-Σαΐχ αλ-Σαϊμπανί, είχε χρησιμοποιήσει την αναρχία στο Ιράκ, για να εγκαθιδρύσει ένα σχεδόν ανεξάρτητο καθεστώς Βεδουίνων, αναχαιτίζοντας τα καραβάνια φόρων από την Αίγυπτο, και απειλώντας τη Δαμασκό. Όταν ο χαλίφης αλ-Μουχταντίι ανέβηκε στο θρόνο τον Ιούλιο τού 869, πρόσφερε γενική αμνηστία, και έγραψε στον Ιμπν αλ-Σαΐχ, προσφέροντας χάρη με αντάλλαγμα την παράδοση τού θησαυρού, που είχε παράνομα οικειοποιηθεί. Όταν ο Ιμπν αλ-Σαΐχ αρνήθηκε, ο χαλίφης διέταξε τον ιμπν Τουλούν να βαδίσει εναντίον του. [22] Ο ιμπν Τουλούν συμμορφώθηκε, και ξεκίνησε μία μαζική αγορά μαύρων Αφρικανών ( Σουδανών ) και Ελλήνων ( Ρουμ ) σκλάβων, για να σχηματίσει στρατό τον χειμώνα τού 869/70, αλλά μόλις έφθασε στο αλ-Αρίς με τον στρατό του το καλοκαίρι τού 870, ήρθαν οι διαταγές να γυρίσουν πίσω. [23] [24] [25] Η εξέγερση τού Ιμπν αλ-Σαΐχ συντρίφθηκε λίγο αργότερα από έναν άλλο Τούρκο στρατιωτικό, τον Αμαζούρ αλ-Τουρκί, ο οποίος συνέχισε να κυβερνά τη Συρία για τούς Αββασίδες μέχρι το τέλος του το 878. [22] Αυτό το επεισόδιο ήταν ωστόσο μείζονος σημασίας, καθώς επέτρεψε στον ιμπν Τουλούν να στρατολογήσει δικό του στρατό με την έγκριση τού χαλιφικού κράτους. Ο στρατός των Τουλουνιδών, ο οποίος τελικά αυξήθηκε, και φέρεται να αριθμούσε 100.000 άνδρες -άλλες πηγές δίνουν μία κατανομή 24.000 Τούρκων γκιλμάν (ghilman) και 42.000 μαύρων Αφρικανών και Ελλήνων σκλάβων, καθώς και ένα μισθοφορικό σώμα που αποτελούνταν κυρίως από Έλληνες [26] [27]- έγινε το θεμέλιο τής δύναμης και τής ανεξαρτησίας τού Ιμπν Τουλούν. [6] [28] Για την προσωπική του προστασία, ο Ιμπν Τουλούν φέρεται να προσέλαβε ένα σώμα γκιλμάν από το Γκουρ. [29]

Ο θετός πατέρας τού Ιμπν Τουλούν, Μπακμπάκ, δολοφονήθηκε το 869/70, αλλά ευτυχώς γι' αυτόν, το καλοκαίρι τού 871, η εποπτεία τής Αιγύπτου πέρασε στον πεθερό του, Γιαρτζούχ. Ο Γιαρτζούχ όχι μόνο επιβεβαίωσε τον Ιμπν Τουλούν στη θέση του, αλλά επιπλέον τού ανέθεσε την εξουσία επί τής Αλεξάνδρειας και τής Μπάρκα. [6] [15] Το 873 ο Ιμπν Τουλούν εμπιστεύτηκε τη διακυβέρνηση τής Αλεξάνδρειας στον μεγαλύτερο γιο του, Αμπάς. [15] Η αυξανόμενη δύναμη τού Ιμπν Τουλούν εκδηλώθηκε με την ίδρυση μίας νέας πόλης με παλάτι στα βορειοανατολικά τής Φουστάτ, που ονομάζεται αλ-Κατάι, το 870. Το έργο ήταν μία συνειδητή μίμηση και ανταγωνισμός με την πρωτεύουσα των Αββασιδών, Σαμάρα. Όπως και η Σαμάρα, η νέα πόλη σχεδιάστηκε ως στρατώνας για τον νέο στρατό τού Ιμπν Τουλούν, με στόχο τη μείωση των τριβών με τον αστικό πληθυσμό τής Φουστάτ. Κάθε μονάδα έλαβε ένα μερίδιο ή περιοχή (από όπου προέρχεται το όνομα τής πόλης) για να εγκατασταθεί, από το οποίο πήρε το όνομά της η περιοχή. Το κεντρικό στοιχείο τ'ης νέας πόλης ήταν το τζαμί τού Ιμπν Τουλούν, το οποίο κτίστηκε το 878-880 υπό την επίβλεψη τού Μεσοποτάμιου Χριστιανού αρχιτέκτονα Ιμπν Κατίμπ αλ-Φαργκανί. Ένα βασιλικό παλάτι εφάπτονταν τού τζαμιού, και η υπόλοιπη πόλη ήταν διαμορφωμένη γύρω από αυτό. Εκτός από τα κυβερνητικά κτίρια, περιλάμβανε αγορές, ένα νοσοκομείο ( al-bimaristan ) που παρείχε υπηρεσίες δωρεάν, και έναν ιππόδρομο . [17] [19] [30] Παρ' όλα αυτά, ο ίδιος ο Ιμπν Τουλούν προτίμησε να διαμένει στο κοπτικό μοναστήρι Κουσάιρ, έξω από το Φουστάτ. [31]

Το νέο καθεστώς τού ιμπν Τουλούν

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διοίκηση τής Αιγύπτου ήταν ήδη καλά ανεπτυγμένη πριν από την άφιξη του Ιμπν Τουλούν, με μία σειρά από τμήματα ( diwan ) υπεύθυνα για την είσπραξη τού φόρου γης, την εποπτεία τού ταχυδρομείου, τούς δημόσιους σιτοβολώνες ( diwan al-ahra ), τις εκτάσεις τού Δέλτα τού Νείλου ( diwan asfal al-ard ) και πιθανώς ένα ιδιωτικό ταμείο ( diwan al-khass ) για προσωπική χρήση τού κυβερνήτη. [32] Ένα γραφείο ( diwan al-insha ) πιθανώς υπήρχε ήδη ή ιδρύθηκε υπό τον Ιμπν Τουλούν, όταν αναμόρφωσε την αιγυπτιακή διοίκηση κατά την κεντρική κυβέρνηση των Αββασιδών. Οι περισσότεροι από τούς αξιωματούχους που απασχολούσε ο Ιμπν Τουλούν, ήταν όπως αυτός εκπαιδευμένοι στην χαλιφική Αυλή στη Σαμάρα. Ο υπουργός Οικονομικών τού Ιμπν Τουλούν ήταν ο ικανός Αμπού Τζαφάρ Μουχαμάντ ιμπν Αμπντ αλ-Καν (απεβ. το 891), ενώ άλλες σημαντικές θέσεις στη διοίκηση κατείχαν οι τέσσερις αδελφοί Μπανού αλ-Μουχατζίρ και ο Ιμπν αλ-Νταγιά. [32] Ο Αλ-Μπαλαβί αναφέρει επίσης αρκετά ανέκδοτα σχετικά με την εκτεταμένη χρήση κατασκόπων από τον Ιμπν Τουλούν, και την ικανότητά του να αποκαλύπτει κατασκόπους που είχαν σταλεί εναντίον του, και ισχυρίζεται ότι η γραμματεία ιδρύθηκε έτσι, ώστε ο Ιμπν Τουλούν να μπορεί να ελέγχει κάθε αλληλογραφία με την Αυλή τού χαλιφάτου. [1]

Όπως ήταν αναμενόμενο, δεδομένης τής δικής του καταγωγής ως σκλάβος στρατιώτης, το καθεστώς τού Ιμπν Τουλούν ήταν από πολλές απόψεις τυπικό τού «συστήματος ghulam» που έγινε ένα από τα δύο κύρια παραδείγματα των ισλαμικών πολιτικών θεσμών τον 9ο και 10ο αι., καθώς το χαλιφάτο των Αββασιδών κατακερματίστηκε, και αναδύθηκαν νέες δυναστείες. Αυτά τα καθεστώτα βασίζονταν στη δύναμη ενός τακτικού στρατού, που αποτελούνταν από γκιλμάν, αλλά με τη σειρά τους, σύμφωνα με τον Χιού Κέννεντυ, «η πληρωμή των στρατευμάτων ήταν η κύρια μέριμνα τής κυβέρνησης». [14] [33] Επομένως, στο πλαίσιο των αυξημένων οικονομικών απαιτήσεων, το 879, η εποπτεία των οικονομικών στην Αίγυπτο και τη Συρία πέρασε στον Αμπού Μπακρ Αχμάντ ιμπν Ιμπραήμ αλ-Μανταραΐ, τον ιδρυτή τής γραφειοκρατικής δυναστείας των αλ-Μανταράαΐ, που κυριάρχησε στον δημοσιονομικό μηχανισμό τής Αιγύπτου για τα επόμενα 70 χρόνια. [32] [33] Αν και, όπως σημειώνει ο Ζακύ Μ. Χασάν, «τα αποσπασματικά στοιχεία δεν επιτρέπουν μία διεξοδική αξιολόγηση των οικονομικών και χρηματοοικονομικών πολιτικών των Τουλουνιδών», φαίνεται ότι η ειρήνη και η ασφάλεια που παρείχε το καθεστώς των Τουλουνιδών, η εγκαθίδρυση μίας αποτελεσματικής διοίκησης, και οι επισκευές και επεκτάσεις τού συστήματος άρδευσης, σε συνδυασμό με ένα σταθερά υψηλό επίπεδο πλημμυρών τού Νείλου, οδήγησαν σε σημαντική αύξηση των εσόδων. [27] [34] Μέχρι το τέλος τού Iμπν Τουλούν, τα έσοδα μόνο από τον φόρο γης είχαν αυξηθεί από 800.000 δηνάρια υπό τον Iμπν αλ-Μουνταμπίρ στο ποσό των 4,3 εκατομμυρίων δηναρίων, και ο Iμπν Τουλούν κληροδότησε στον διάδοχό του ένα δημοσιονομικό αποθεματικό δέκα εκατομμυρίων δηναρίων. [27] [35] Κρίσιμης σημασίας γι' αυτό ήταν η μεταρρύθμιση τού συστήματος αξιολόγησης και είσπραξης φόρων, συμπεριλαμβανομένης τής εισαγωγής τής φορολογικής γεωργίας, η οποία ταυτόχρονα οδήγησε στην άνοδο μίας νέας τάξης γαιοκτημόνων. Πρόσθετα έσοδα εισπράχθηκαν από εμπορικές δραστηριότητες, κυρίως από υφάσματα, και ιδίως από λινό. [34] Λέγεται επίσης ότι ο Ιμπν Τουλούν έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την κοπή νομισμάτων. Τα δηνάρια που κόπηκαν στην Αίγυπτο κατά τη διάρκεια τής βασιλείας του είναι ομοιόμορφα υψηλού επιπέδου, κάτι που οι διάδοχοί του δυσκολεύτηκαν να φθάσουν. [36]

Το καθεστώς τού Ιμπν Τουλούν ήταν ιδιαίτερα συγκεντρωτικό, αλλά χαρακτηριζόταν επίσης από «συνεχείς προσπάθειες να κερδίσει την υποστήριξη τής εμπορικής, θρησκευτικής και κοινωνικής ελίτ τής Αιγύπτου», σύμφωνα με τον Ζακί Μ. Χασάν. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πλούσιος έμπορος Μαμάρ αλ-Τζαβάρ λειτουργούσε τόσο ως προσωπικός χρηματοδότης τού Ιμπν Τουλούν, όσο και ως επικεφαλής ενός άτυπου δικτύου πληροφοριών, μέσω των επαφών του στο Ιράκ. [34] Ένα περαιτέρω «αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό» τής διακυβέρνησης τού Ιμπν Τουλούν, σύμφωνα με τον ιστορικό Τιερί Μπιανκί, ήταν «η ποιότητα των σχέσεων που διατηρούσε με Χριστιανούς και Εβραίους». [37] Σύμφωνα με επιστολή τού Πατριάρχη Ιεροσολύμων, Ηλία Γ΄, όταν ανέλαβε την Παλαιστίνη, διόρισε έναν Χριστιανό ως κυβερνήτη τής Ιερουσαλήμ, και πιθανώς ακόμη και τής πρωτεύουσας τής επαρχίας, Ράμλα, θέτοντας έτσι τέλος στον διωγμό των Χριστιανών, και επιτρέποντας την ανακαίνιση εκκλησιών. [38]

Επέκταση στη Συρία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Geophysical map of the Eastern Mediterranean, with cities marked in black and provinces in red
Χάρτης των κτήσεων των Τουλουνιδών μετά την κατάκτηση τής Συρίας, π.881.

Στις αρχές τής δεκαετίας τού 870, μία σημαντική αλλαγή έλαβε χώρα στην κυβέρνηση των Αββασιδών, καθώς ο Αββασίδης πρίγκιπας αλ-Μουβαφάκ αναδείχθηκε ως ο de facto αντιβασιλιάς τής αυτοκρατορίας, παραγκωνίζοντας τον αδελφό του, χαλίφη αλ-Μουταμίντ (βασ. 870–892). Επισήμως, ο αλ-Μουβαφάκ έλεγχε το ανατολικό μισό τού χαλιφάτου, ενώ ο γιος και πρώτος διάδοχος τού αλ-Μουταμίντ, αλ-Μουφαβίντ, έλεγχε το δυτικό, με τη βοήθεια τού Τούρκου στρατηγού Μουσά ιμπν Μπουγκά. Στην πραγματικότητα, ο αλ-Μουβαφάκ κατείχε τα ηνία τής εξουσίας. [6] [39] Ωστόσο, ο αλ-Μουβαφάκ ήταν απασχολημένος με τις πιο άμεσες απειλές για την κυβέρνηση των Αββασιδών, που παρουσίαζε η άνοδος των Σαφαριδών στα ανατολικά, και η εξέγερση των Ζαντζ στο ίδιο το Ιράκ, καθώς και με τον έλεγχο των τουρκικών στρατευμάτων και τη διαχείριση των εσωτερικών εντάσεων τής κυβέρνησης τού χαλιφάτου. Αυτό έδωσε στον Ιμπν Τουλούν τον απαραίτητο χώρο, για να εδραιώσει τη θέση του στην Αίγυπτο. Ο Ιμπν Τουλούν κράτησε τον εαυτό του μακριά από τη σύγκρουση των Ζαντζ, και μάλιστα αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον αλ-Μουφαβίντ ως επικυρίαρχό του, ο οποίος με τη σειρά του δεν τον επιβεβαίωσε στη θέση του. [6] [19]

Το 875/6 ξεκίνησε ανοικτή σύγκρουση μεταξύ τού Ιμπν Τουλούν και τού αλ-Μουβαφάκ, με την ευκαιρία μίας μεγάλης αποστολής εσόδων στην κεντρική κυβέρνηση. Βασιζόμενος στην αντιπαλότητα μεταξύ τού χαλίφη και τού πανίσχυρου αδελφού του για να διατηρήσει τη θέση του, ο Ιμπν Τουλούν έδωσε μεγαλύτερο μερίδιο των φόρων στον αλ-Μουταμίντ, αντί για τον αλ-Μουβαφάκ: 2,2 εκατομμύρια δηνάρια πήγαν στον χαλίφη, και μόνο 1,2 εκατομμύρια δηνάρια στον αδελφό του. [9] Ο αλ-Μουβαφάκ, ο οποίος στον αγώνα του εναντίον των Ζαντζ θεωρούσε τον εαυτό του δικαιούχο τού μεγαλύτερου μεριδίου των επαρχιακών εσόδων, εξοργίστηκε από αυτό, καθώς και από τις υπονοούμενες μηχανορραφίες μεταξύ τού Ιμπν Τουλούν και τού αδελφού του. Ο αλ-Μουβαφάκ αναζήτησε έναν εθελοντή για να τον αντικαταστήσει, αλλά όλοι οι αξιωματούχοι στη Βαγδάτη είχαν εξαγοραστεί από τον Ιμπν Τουλούν, και αρνήθηκαν. Ο αλ-Μουβαφάκ έστειλε επιστολή στον Αιγύπτιο ηγεμόνα απαιτώντας την παραίτησή του, την οποία ο τελευταίος, όπως ήταν αναμενόμενο, αρνήθηκε. Και οι δύο πλευρές ήταν προετοιμασμένες για πόλεμο. Ο Ιμπν Τουλούν δημιούργησε στόλο, και οχύρωσε τα σύνορά του και τα λιμάνια του, συμπεριλαμβανομένης τής Αλεξάνδρειας, και ένα νέο φρούριο στο νησί Ράβντα για να προστατεύσει τη Φουστάτ. Ο αλ-Μουβαφάκ όρισε τον Μουσά ιμπν Μπουγκά κυβερνήτη τής Αιγύπτου, και τον έστειλε με στρατεύματα στη Συρία. Τελικά, λόγω ενός συνδυασμού έλλειψης αμοιβής και προμηθειών για τα στρατεύματα, και τού φόβου που δημιουργούσε ο στρατός τού Ιμπν Τουλούν, ο Μουσά δεν προχώρησε ποτέ πέρα από τη Ράκα. Μετά από δέκα μήνες αδράνειας και μία εξέγερση των στρατευμάτων του, ο Μουσά επέστρεψε στο Ιράκ. [19] [40] [41] Σε μία δημόσια χειρονομία υποστήριξης προς τον αλ-Μουταμίντ και αντίθεσης προς τον αλ-Μουβαφάκ, ο Ιμπν Τουλούν ανέλαβε τον τίτλο τού «Υπηρέτη τού Διοικητή των Πιστών» ( mawlā amīr al-muʾminīn ) το 878. [9]

Ο Ιμπν Τουλούν ανέλαβε τώρα την πρωτοβουλία. Έχοντας υπηρετήσει στα νιάτα του στους συνοριακούς πολέμους με τη Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) Αυτοκρατορία στην Ταρσό, ζήτησε να τού ανατεθεί η διοίκηση των συνοριακών περιοχών τής Κιλικίας (τού Θουγούρ). Ο αλ-Μουβαφάκ αρχικά αρνήθηκε, αλλά μετά τις Ρωμαϊκές επιτυχίες των προηγούμενων ετών, ο αλ-Μουταμίντ υπερίσχυσε τού αδελφού του, και το 877/8 ο Ιμπν Τουλούν ανέλαβε την ευθύνη για ολόκληρη τη Συρία, και τα σύνορα τής Κιλικίας. Ο Ιμπν Τουλούν βάδισε αυτοπροσώπως στη Συρία. Έλαβε την υποταγή τού γιου του Αμαζούρ, ο οποίος είχε αποβιώσει πρόσφατα, τον οποίο διόρισε κυβερνήτη στη Ράμλα, και προχώρησε στην κατάληψη τής Δαμασκού, τής Χομς, τής Χάμα και τού Χαλεπίου. [9] [33] Στη Δαμασκό, ο Ιμπν Τουλούν συνάντησε τον παλαιό του αντίπαλο Ιμπν αλ-Μουνταμπίρ, ο οποίος από την εκδίωξή του από την Αίγυπτο είχε υπηρετήσει ως amil τού Αμαζούρ για την Παλαιστίνη και τη Δαμασκό. Ο Ιμπν αλ-Μουνταμπίρ τιμωρήθηκε με πρόστιμο 600.000 δηναρίων και κλείστηκε σε φυλακή, όπου απεβίωσε το 883/4. [9] Στην υπόλοιπη επαρχιακή διοίκηση, ωστόσο, άφησε σε μεγάλο βαθμό τούς ανθρώπους -που είχαν υπηρετήσει υπό τον Αμαζούρ- στη θέση τους. Μόνο ο κυβερνήτης τού Χαλεπίου, Σιμά αλ-Ταβίλ, αντιστάθηκε, και κατέφυγε στην Αντιόχεια. Ο Ιμπν Τουλούν πολιόρκησε την πόλη, μέχρι που ο Σίιμά σκοτώθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες από μία εντόπια γυναίκα. [42] Στη συνέχεια συνέχισε προς την Ταρσό, όπου άρχισε να προετοιμάζεται για μία εκστρατεία εναντίον των Ρωμαίων. Η παρουσία των πολυάριθμων στρατιωτών του, ωστόσο, οδήγησε σε ραγδαία αύξηση των τιμών, προκαλώντας μεγάλη εχθρότητα μεταξύ των Ταρσών, οι οποίοι απαίτησαν είτε να φύγει, είτε να μειώσει τον στρατό του. Σε αυτό το σημείο, έφθασαν νέα από την Αίγυπτο ότι ο γιος του Αμπάς, τον οποίο είχε αφήσει ως αντιβασιλιά του, ετοιμαζόταν να σφετεριστεί τη θέση του, υπό την επήρεια τής συνοδείας του. [42] Ο Ιμπν Τουλούν αποσύρθηκε βιαστικά από την Ταρσό, αλλά καθώς άρχισαν να φθάνουν περισσότερες πληροφορίες για την κατάσταση στην Αίγυπτο, διευκρινίζοντας ότι ο Αμπάς δεν αποτελούσε πραγματική απειλή, ο Ιμπν Τουλούν αποφάσισε να περάσει περισσότερο χρόνο στη Συρία, και να εδραιώσει την εξουσία του. Διόρθωσε τις αδικίες τού Σιμά, εγκατέστησε στρατεύματα στο Χαλέπιο (υπό τον γκουλάμ Λουλού) και τη Χαρράν, εξασφάλισε τη συνεργασία τής φυλής Μπανού Κιλάμπ και τού ηγέτη τους Ιμπν αλ-Αμπάς και συνέλαβε τον επαναστάτη Μουσά ιμπν Αταμίς. [42] Κάποια στιγμή μετά την κατάληψη τής Συρίας, ο Ιμπν Τουλούν διέταξε την ανακατασκευή τής Άκρας, ένα έργο που ανέλαβε ο Αμπού Μπακρ αλ-Μπανά, ο παππούς τού αλ-Μουκαντασί, ο οποίος παρέχει μία λεπτομερή περιγραφή τού έργου. [43] [44]

Μόνο τότε, τον Απρίλιο τού 879, ο Ιμπν Τουλούν επέστρεψε στην Αίγυπτο. Ο Αμπάς διέφυγε δυτικά με τούς υποστηρικτές του, και από την Μπάρκα προσπάθησε να καταλάβει την Ιφρικίγια. Ηττημένος από τούς Ιφρικιγιανούς (πιθανώς τον χειμώνα τού 880-881), υποχώρησε ανατολικά στην Αλεξάνδρεια, όπου τελικά αντιμετωπίστηκε και συνελήφθη από τις δυνάμεις τού Ιμπν Τουλούν. Αφού παρήλασε δημόσια καθισμένος σε μουλάρι, ο Ιμπν Τουλούν διέταξε τον γιο του να εκτελέσει ή να ακρωτηριάσει τούς συντρόφους του, οι οποίοι τον είχαν οδηγήσει σε επανάσταση. Ο Ιμπν Τουλούν φέρεται να ήλπιζε κρυφά, ότι ο γιος του θα αρνούνταν να κάνει μία τέτοια ατιμωτική πράξη, αλλά εκείνος συμφώνησε. Κλαίγοντας, ο Ιμπν Τουλούν μαστίγωσε και φυλάκισε τον Αμπάς. Στη συνέχεια όρισε τον δεύτερο γιο του, Χουμαραβαΐ, ως διάδοχό του. [19]

Τελευταία χρόνια και το τέλος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Obverse and reverse of round gold coin with Arabic inscriptions
Χρυσό δηνάριο τού Αχμάντ ιμπν Τουλούν, που κόπηκε στο Φουστάτ το 881/2, με τα ονόματα τού Αββασίδη χαλίφη αλ-Μουταμίντ και τού διαδόχου του, αλ-Μουφαβίντ.

Μετά την επιστροφή του από τη Συρία, ο Ιμπν Τουλούν πρόσθεσε το δικό του όνομα στα νομίσματα, που εκδίδονταν από τα νομισματοκοπεία που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό του, μαζί με αυτά τού χαλίφη και διαδόχου, αλ-Μουφαβίντ. [45] Το φθινόπωρο τού 882, ο στρατηγός των Τουλουνιδών Λουλού αυτομόλησε στους Αββασίδες. [28] [19] Ταυτόχρονα, ο διορισμένος από τούς Τουλουνίδες κυβερνήτης τής Ταρσού και τού Θουγούρ απεβίωσε, και ο αντικαταστάτης του, Γιαζαμάν αλ-Χαντίμ, με λαϊκή υποστήριξη, αρνήθηκε να αναγνωρίσει την κυριαρχία των Τουλουνιδών. [46] Ο Ιμπν Τουλούν έφυγε αμέσως αυτοπροσώπως για τη Συρία -παίρνοντας μαζί του τον αλυσοδεμένο Αμπάς ως προφύλαξη- και κατευθύνθηκε προς την Ταρσό. Στη Δαμασκό, έλαβε ένα μήνυμα από τον αλ-Μουταμίντ που τον ενημέρωνε, ότι ο πλέον σχεδόν ανίσχυρος χαλίφης είχε διαφύγει από τη Σαμάρα, και κατευθυνόταν προς τη Συρία. [46] Η ανάληψη τής κηδεμονίας τού αλ-Μουταμίντ θα είχε ενισχύσει σημαντικά το κύρος τού Ιμπν Τουλούν: όχι μόνο η μοναδική πηγή πολιτικής νομιμότητας στον μουσουλμανικό κόσμο θα βρισκόταν υπό τον έλεγχό του, αλλά θα μπορούσε επίσης να παρουσιάσει τον ρόλο τού «σωτήρα» τού χαλίφη. [45] Ο Ιμπν Τουλούν αποφάσισε, επομένως, να σταματήσει, και να περιμένει την άφιξη τού αλ-Μουταμίντ. Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, τον χαλίφη πρόλαβε στην αλ-Χαντίθα στον Ευφράτη ο κυβερνήτης τής Μοσούλης, Ισάκ ιμπν Κουντάτζ, ο οποίος νίκησε τη συνοδεία τού χαλιφικού στρατού και τον έφερε πίσω στη Σαμάρα (Φεβρουάριος 883), και από εκεί νότια στο Ουασίτ, όπου ο αλ-Μουβαφάκ μπορούσε να τον ελέγξει καλύτερα. [46] [14] Αυτό άνοιξε εκ νέου το ρήγμα μεταξύ των δύο ηγεμόνων: ο αλ-Μουβαφάκ όρισε τον Ισάκ ιμπν Κουντάτζ ως κυβερνήτη τής Αιγύπτου και τής Συρίας -στην πραγματικότητα ένας σε μεγάλο βαθμό συμβολικός διορισμός- ενώ ο Ιμπν Τουλούν οργάνωσε μία συνέλευση θρησκευτικών νομικών στη Δαμασκό, η οποία κατήγγειλε τον αλ-Μουβαφάκ ως σφετεριστή, καταδίκασε την κακομεταχείριση τού χαλίφη, κήρυξε άκυρη τη θέση του στη διαδοχή, και κάλεσε σε τζιχάντ εναντίον του. Μόνο τρεις συμμετέχοντες, συμπεριλαμβανομένου τού πρώτου δικαστή (qadi) τής Αιγύπτου, Μπακάρ ιμπν Κουταΐμπά, αρνήθηκαν να διατυπώσουν δημόσια την έκκληση για τζιχάντ. Ο Ιμπν Τουλούν κατήγγειλε δεόντως τον αντίπαλό του στα κηρύγματα τής Παρασκευής στα τζαμιά σε όλες τις περιοχές των Τουλουνιδών, ενώ ο Αββασίδης αντιβασιλιάς απάντησε με μία τελετουργική καταγγελία τον Ιμπν Τουλούν. [19] Παρά την πολεμική ρητορική, ωστόσο, κανένας από τούς δύο δεν έκανε κινήσεις, για να αντιμετωπίσει τον άλλον στρατιωτικά. [28] [45]

Μετά την αποτυχία του να αναλάβει τον έλεγχο τού χαλίφη, ο Ιμπν Τουλούν στράφηκε στην Ταρσό. Διόρισε τον Αμπντάλα ιμπν Φαθ στη θέση τού Λουλού στο Χαλέπιο και βάδισε αυτοπροσώπως προς την Κιλικία. Ο Αιγύπτιος ηγεμόνας πολιόρκησε την Ταρσό το φθινόπωρο του 883, αλλά ο Γιαζαμάν εξέτρεψε το τοπικό ποτάμι, πλημμυρίζοντας το στρατόπεδο των Τουλουνιδών, και αναγκάζοντας τον Ιμπν Τουλούν να υποχωρήσει. Ο Ιμπν Τουλούν αρρώστησε κατά την επιστροφή του στην Αίγυπτο, και μεταφέρθηκε στη Φουστάτ με τροχοφόρο όχημα. [47] Την ίδια χρονιά, απέτυχε επίσης μία εκστρατεία για την κατάληψη των δύο ιερών πόλεων τού Ισλάμ, τής Μέκκας και τής Μεδίνας. [29] Πίσω στην Αίγυπτο, διέταξε τη σύλληψη τού Μπακάρ, και την αντικατάστασή του με τον Μουχαμάντ ιμπν Σαντάν αλ-Τζαβαχαρί. Ωστόσο, μία ενδελεχής εξέταση των λογαριασμών τού Μπακάρ, ενώ ήταν επικεφαλής των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, δεν αποκάλυψε υπεξαίρεση. Αν και ο Ιμπν Τουλούν διέταξε την απελευθέρωσή του, ο ηλικιωμένος και άρρωστος δικαστής (qadi) αρνήθηκε να εγκαταλείψει το κελί του. [47] Ταυτόχρονα, η ασθένεια τού ίδιου τού Ιμπν Τουλούν επιδεινώθηκε. «Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και Εβραίοι, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών, συγκεντρώθηκαν ξεχωριστά στο πλευρό τού Μουκατάμ, για να ικετεύσουν τον Θεό να τον σώσει», όπως γράφει ο Μπιανκίς, αλλά ο Ιμπν Τουλούν απεβίωσε στο Φουστάτ στις 10 Μαΐου 884, και τάφηκε στις πλαγιές τού Μουκατάμ. [19] Σύμφωνα με τον αλ-Μπαλαβί, ο Ιμπν Τουλούν άφησε στον διάδοχό του 24.000 υπηρέτες, 7.000 άνδρες και 7.000 άλογα, 3.000 καμήλες, 1.000 μουλάρια, 350 τελετουργικά άλογα, και 200 πλήρως εξοπλισμένα πολεμικά πλοία. [48]

Διαδοχή και συνέπειες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος τού Ιμπν Τουλούν, ο Χουμαραβαΐ, με την υποστήριξη τής ελίτ των Τουλουνιδών, επέτυχε χωρίς αντίσταση. [49] Ο Ιμπν Τουλούν κληροδότησε τον κληρονόμο του «με έναν έμπειρο στρατό, μία σταθερή οικονομία και μία κλίκα έμπειρων διοικητών και γραφειοκρατών». Ο Χουμαραβαΐ κατάφερε να διατηρήσει την εξουσία του, ενάντια στην προσπάθεια των Αββασιδών να τον ανατρέψουν στη Μάχη τού Ταβαχίν, και μάλιστα απέκτησε πρόσθετα εδαφικά κέρδη, αλλά οι υπερβολικές δαπάνες του εξάντλησαν το ταμείο, και η δολοφονία του το 896 ξεκίνησε την ταχεία παρακμή τού καθεστώτος των Τουλουνιδών. [19] [14] Οι εσωτερικές συγκρούσεις υπέσκαψαν την εξουσία των Τουλουνιδών. Ο γιος τού Χουμαραβαΐ, Τζαΐς, ήταν ένας μέθυσος, που εκτέλεσε τον θείο του Μουντάρ ιμπν Αχμάντ ιμπν Τουλούν. Καθαιρέθηκε μετά από λίγους μόνο μήνες, και αντικαταστάθηκε από τον αδελφό του Χαρούν ιμπν Χουμαραβαΐ. Ο Χαρούν ήταν επίσης ένας αδύναμος ηγεμόνας, και παρόλο που μία εξέγερση τού θείου του Ραμπιά στην Αλεξάνδρεια καταστάλθηκε, οι Τουλουνίδες δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις των Καρματιανών, που ξεκίνησαν την ίδια εποχή. Επιπλέον πολλοί διοικητές αυτομόλησαν στους Αββασίδες, η εξουσία των οποίων αναβίωσε υπό την ικανή ηγεσία τού γιου τού αλ-Μουβαφάκ, χαλίφη αλ-Μουταντίντ (βασ. 892–902). Τέλος, τον Δεκέμβριο τού 904, δύο άλλοι γιοι τού Ιμπν Τουλούν, ο Αλί και ο Σαϊμπάν, δολοφόνησαν τον ανιψιό τους, και ανέλαβαν τον έλεγχο τού κράτους των Τουλουνιδών. Αυτό το γεγονός, αντί να σταματήσει την παρακμή, αποξένωσε τούς βασικούς διοικητές στη Συρία, και οδήγησε στην ταχεία και σχετικά χωρίς αντίδραση ανακατάληψη τής Συρίας και τής Αιγύπτου από τούς Αββασίδες υπό τον Μουχαμάντ ιμπν Σουλεϊμάν αλ-Κατίμπ, ο οποίος εισήλθε στο Φουστάτ τον Ιανουάριο τού 905. Με εξαίρεση το μεγάλο τζαμί τού Ιμπν Τουλούν, τα νικηφόρα στρατεύματα των Αββασιδών λεηλάτησαν το αλ-Καταΐ και το ισοπέδωσαν. [19] [50] [14]

Σύμφωνα με τον αλ-Μπαλάουι, από τις διάφορες συζύγους και παλλακίδες του, ο Ιμπν Τουλούν είχε 33 παιδιά, 17 γιους και 16 κόρες. Η μόνη σύγχρονη έκδοση του αλ-Μπαλάουι παρέχει την ακόλουθη λίστα: [51]

  • Αρσενικά παιδιά: Abū al-Faḍl al-ʿAbbās (ο μεγαλύτερος), Abū al-Jaysh Khumārawayh, Abū al-Ashāʾir Muḍar, Abū al-Mukarram Rabīʿah, Abū al-Maqānib Shaybāhiḍ, AbūIāyḍḩ ʿAdnān, Abū al-Karādīs Kazraj, Abū Ḥabshūn ʿAdī, Abū Shujāʿ Kindah, Abū Manṣūr Aghlab, Abū Lahjah Maysarah, Abū al-Baqāūn ʿAdī, Abū Shujāʿ Kindah, Abū Manṣūr Aghlab, Abū Lahjah Maysarah, Abū al-Baqāṫn Hudāwāwwas, al-Faraj Mubārak, Abū ʿAbdallāh Muhammad και Abū al-Fataj Muẓaffar.
  • Θηλυκά παιδιά (σημειώστε ότι παρατίθενται μόνο 15 ονόματα): Fāṭimah, Lamīs, (μη αναγνώσιμο), Ṣafiyyah, Khadījah, Maymūnah, Maryam, ʿĀʾishah, Umm al-Hudā, Muʾminah, ʿAzīārah, Zayāraah,
Image
Χάρτης τής κατακερματισμένης αυτοκρατορίας των Αββασιδών, με περιοχές που εξακολουθούν να βρίσκονται: υπό άμεσο έλεγχο τής κεντρικής κυβέρνησης των Αββασιδών (σκούρο πράσινο), και υπό αυτόνομους ηγεμόνες (ανοιχτό πράσινο) που τηρούσαν την κατ' όνομα κυριαρχία των Αββασιδών, π.892.

Παρά τη σύντομη διάρκεια τής δυναστείας του, η βασιλεία τού Ιμπν Τουλούν ήταν ένα καθοριστικό γεγονός όχι μόνο για την Αίγυπτο, αλλά και για ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο. [49] Για την ίδια την Αίγυπτο, η βασιλεία του σηματοδοτεί μία καμπή, καθώς η χώρα, για πρώτη φορά από τότε που οι Φαραώ έπαψαν να αποτελούν μία παθητική επαρχία υποκείμενη σε μία ξένη αυτοκρατορική δύναμη, έγινε για άλλη μία φορά πολιτικός παράγοντας από μόνη της. [52] Το νέο βασίλειο που δημιούργησε ο Ιμπν Τουλούν, που περιλάμβανε την Αίγυπτο και τη Συρία, καθώς και τη Τζαζίρα και την Κιλικία, και σε μικρότερο βαθμό τα ανατολικά τμήματα τού Μαγκρέμπ, δημιούργησε μία νέα πολιτική ζώνη, ξεχωριστή από τα ισλαμικά εδάφη ανατολικότερα, αποκαθιστώντας κατά κάποιο τρόπο τα σύνορα που υπήρχαν μεταξύ των ρωμαϊκών/βυζαντινών και των σασσανιδικών περσικών βασιλείων στην αρχαιότητα. [49] Η Αίγυπτος ήταν η βάση τής εξουσίας τού Ιμπν Τουλούν. Έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στην αποκατάσταση τής οικονομίας της, καθώς και στην εγκαθίδρυση μίας αυτόνομης γραφειοκρατίας, στρατού και ναυτικού. [29] Αυτές οι πολιτικές συνεχίστηκαν από μεταγενέστερα καθεστώτα με έδρα την Αίγυπτο, τούς Ιχσιδίδες (935–969), και τελικά τούς Φατιμίδες (969–1171), οι οποίοι χρησιμοποίησαν επίσης τον πλούτο τής Αιγύπτου, για να εδραιώσουν τον έλεγχο σε τμήματα ή ακόμη και στο μεγαλύτερο μέρος τής Συρίας. [53] [14] [17] Πράγματι, όπως παρατηρεί ο Τιερί Μπιανκίς, η περιοχή που κυβερνούσε ο Ιμπν Τουλούν στη Συρία, ήταν αξιοσημείωτα παρόμοια με αυτή που ελεγχόταν από τα μεταγενέστερα καθεστώτα τού Σαλαντίν και τού σουλτανάτου των Μαμελούκων με έδρα την Αίγυπτο. [42]

Σύμφωνα με τον ιστορικό Μάθιου Γκόρντον, οι σχέσεις τού Ιμπν Τουλούν με τούς Αββασίδες και η επιδίωξη αυτονομίας από αυτούς, αποτελούν «κεντρικό πρόβλημα τής ιστορίας των Τουλουνιδών». Οι σύγχρονοι μελετητές βλέπουν στις πολιτικές τού Ιμπν Τουλούν μία «προσεκτική πράξη εξισορρόπησης» και παρατηρούν ότι ποτέ δεν αποκόπηκε πλήρως από το χαλιφάτο, παραμένοντας εμφανώς πιστός στο πρόσωπο τού αλ-Μουταμίντ, ο οποίος, άλλωστε, ήταν μία ανίσχυρη προσωπικότητα. Παρ' όλα αυτά, η κίνηση προς την αύξηση τής αυτονομίας είναι εμφανής καθ' όλη τη διάρκεια τής βασιλείας του. [50] Οι σχέσεις του με την κυβέρνηση των Αββασιδών κυριαρχούνταν από τη σύγκρουσή του με τον αλ-Μουβαφάκ, η οποία προέκυψε από τις προσπάθειες τού τελευταίου να εδραιώσει τον έλεγχο τής Αιγύπτου -της οποίας ο πλούτος ήταν απολύτως απαραίτητος κατά τη διάρκεια τού δαπανηρού πολέμου εναντίον των Ζαντζ- και να αποτρέψει την περαιτέρω άνοδο τού Ιμπν Τουλούν. Κατά μία έννοια, γράφει ο Μάθιου Γκόρντον, πολλά από τα μέτρα τού Ιμπν Τουλούν «ήταν τόσο τα μέσα, με τα οποία προστατεύονταν τα αυτοκρατορικά συμφέροντα από τις φιλοδοξίες τού αλ-Μουβαφάκ και τής (σε μεγάλο βαθμό τουρκικής) στρατιωτικής κλίκας του στο Ιράκ, όσο και οι προσπάθειες για την εξασφάλιση τής εξουσίας των Τουλουνιδών». Δεδομένου ότι ο Ιμπν Τουλούν τουλάχιστον δύο φορές (το 871 και το 875/6) κατέβαλε τεράστια ποσά στο ταμείο τού χαλιφάτου, παραμένει ανοικτό το ερώτημα, εάν -χωρίς τη σύγκρουση με τον αλ-Μουβαφάκ- αυτό θα ήταν ένα πιο συχνό φαινόμενο. [50]

Παρ' όλα αυτά, συνοπτικά, ο ρόλος τού Ιμπν Τουλούν στο ευρύτερο πλαίσιο τής ισλαμικής ιστορίας είναι ως ο προάγγελος τής διάλυσης τού χαλιφάτου των Αββασιδών, και τής ανόδου των τοπικών δυναστειών στις επαρχίες. Αυτό έγινε ιδιαίτερα εμφανές με τη διαδοχή τού Χουμαραβαΐ: όπως εξηγεί ο Τιερί Μπιανκίς, «αυτή ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία των Αββασιδών, όσον αφορά τη διακυβέρνηση μίας τόσο μεγάλης και πλούσιας περιοχής, που ένας βαλής (wali), τού οποίου η νομιμότητα προερχόταν από τον χαλίφη που τον είχε ορίσει, διαδέχθηκε ανοιχτά ένας εμίρης (amir) που διεκδίκησε τη νομιμότητά του μέσω διαδοχής». [19] Έτσι, ο Ζακί Μ. Χασάν αποκαλεί τον Ιμπν Τουλούν «τυπικό παράδειγμα των Τούρκων σκλάβων, που από την εποχή τού Χαρούν αλ-Ρασίντ στρατεύονταν στην ιδιωτική υπηρεσία τού χαλίφη, και των κορυφαίων αξιωματούχων τού κράτους, και των οποίων η φιλοδοξία και το πνεύμα ίντριγκας και ανεξαρτησίας [τελικά] τούς έκαναν τούς πραγματικούς αφέντες τού Ισλάμ». [6]

  • Κατάλογος ηγεμόνων τής Αιγύπτου
  1. 1 2 3 4 Swelim 2015.
  2. See also Swelim 2015, σελίδες 13–23 on modern scholarship regarding Ibn Tulun and his works.
  3. Becker 1987, σελ. 190.
  4. Gordon 2001, σελ. 63.
  5. Gordon 2001, σελ. 20.
  6. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 Hassan 1960, σελ. 278.
  7. 1 2 3 4 Gordon 2001.
  8. 1 2 3 Gordon 2001, σελ. 117.
  9. 1 2 3 4 5 Bianquis 1998, σελ. 95.
  10. 1 2 Corbet 1891, σελ. 529.
  11. 1 2 3 Swelim 2015, σελ. 28.
  12. Becker 1987.
  13. Corbet 1891, σελ. 528.
  14. 1 2 3 4 5 6 Kennedy 2004.
  15. 1 2 3 4 5 Bianquis 1998, σελ. 92.
  16. 1 2 Swelim 2015, σελ. 29.
  17. 1 2 3 Brett 2010.
  18. Brett 2010, σελ. 557.
  19. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 Bianquis 1998.
  20. Brett 2010, σελ. 558.
  21. 1 2 3 Bianquis 1998, σελ. 93.
  22. 1 2 Cobb 2001.
  23. Bianquis 1998, σελ. 94.
  24. Brett 2010, σελ. 559.
  25. Gil 1997, σελ. 300.
  26. Kennedy 2004, σελ. 308.
  27. 1 2 3 Bianquis 1998, σελ. 98.
  28. 1 2 3 Becker 1987, σελ. 191.
  29. 1 2 3 Gordon 2000, σελ. 617.
  30. Corbet 1891.
  31. Bianquis 1998, σελ. 100.
  32. 1 2 3 Bianquis 1998, σελ. 97.
  33. 1 2 3 Brett 2010, σελ. 560.
  34. 1 2 3 Gordon 2000, σελ. 618.
  35. Gil 1997, σελ. 307.
  36. Ehrenkreutz 1959.
  37. Bianquis 1998, σελ. 103.
  38. Gil 1997, σελ. 308.
  39. Bonner 2010.
  40. Hassan 1960.
  41. Corbet 1891, σελ. 533.
  42. 1 2 3 4 Bianquis 1998, σελ. 96.
  43. Gil 1997, σελ. 252.
  44. Bianquis 1998, σελ. 99.
  45. 1 2 3 Hassan 1960, σελ. 279.
  46. 1 2 3 Bianquis 1998, σελ. 101.
  47. 1 2 Bianquis 1998, σελ. 102.
  48. Swelim 2015, σελ. 34.
  49. 1 2 3 Bianquis 1998, σελ. 104.
  50. 1 2 3 Gordon 2000.
  51. Al-Balawi 1939, σελ. 349.
  52. Bianquis 1998, σελ. 89.
  53. Bianquis 1998, σελ. 90.

Περαιτέρω ανάγνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  • Becker, Carl Heinrich (1903). Beiträge zur Geschichte Ägyptens unter dem Islam (στα Γερμανικά). 2. Strasbourg: Karl J. Trübner. 
  • Bonner, Michael (2010). «Ibn Ṭūlūn's Jihad: The Damascus Assembly of 269/883». Journal of the American Oriental Society 130 (4): 573–605. ISSN 0003-0279. 
  • Gordon, Matthew S. (2015). «Aḥmad ibn Ṭūlūn and the Politics of Deference». Στο: Behnam Sadeghi· και άλλοι., επιμ. Islamic Cultures, Islamic Contexts: Essays in Honor of Professor Patricia Crone. Leiden and Boston: BRILL. σελίδες 226–256. ISBN 978-90-04-25201-1. 
  • Grabar, Oleg (1957). The coinage of the Ṭūlūnids. ANS Numismatic Notes and Monographs 139. New York: American Numismatic Society. LCCN 58014523. 
  • Hassan, Zaky M. (1933). Les Tulunides, étude de l'Égypte musulmane à la fin du IXe siècle, 868–905 (στα Γαλλικά). University of Paris. 
  • Kashif, Sayyida Isma'll (1965). Ahmad b. Tulun (στα Αραβικά). Cairo: Mu'assasat al-Misnya al-'Amma. 
  • Randa, Ernest William Jr. (1990). The Tulunid Dynasty in Egypt: Loyalty and state formation during the dissolution of the 'Abbasid caliphate (Ph.D.). University of Utah. OCLC 34361121. 
  • Tillier, Mathieu (2011). «The Qāḍīs of Fusṭāṭ–Miṣr under the Ṭūlūnids and the Ikhshīdids: the Judiciary and Egyptian Autonomy». Journal of the American Oriental Society 131: 207–222. 
  • Tillier, Mathieu (2019). «Dans les prisons d'Ibn Ṭūlūn». Στο: Pinon, Catherine, επιμ. Savants, amants, poètes et fous. Séances offertes à Katia Zakharia (στα French). Beirut: Presses de l’Ifpo. σελίδες 233–251. ISBN 978-2-35159752-1. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]