Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο
Με τη Μίλαν το 1956 | |||||||||||
| Προσωπικές πληροφορίες | |||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Πλήρες όνομα | Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο Βιγιάνο | ||||||||||
| Ημερ. γέννησης | 28 Ιουλίου 1925 | ||||||||||
| Τόπος γέννησης | Μοντεβιδέο, Ουρουγουάη | ||||||||||
| Ημερ. θανάτου | 13 Νοεμβρίου 2002 (77 ετών) | ||||||||||
| Τόπος θανάτου | Μοντεβιδέο, Ουρουγουάη | ||||||||||
| Ύψος | 1,75 μ. | ||||||||||
| Θέση | Μέσος | ||||||||||
| Ομάδες νέων | |||||||||||
| 1942–1943 | Νασιονάλ | ||||||||||
| Επαγγελματική καριέρα* | |||||||||||
| Περίοδος | Ομάδα | Συμμ.† | (Γκ.)† | ||||||||
| 1943–1954 | Πενιαρόλ | 227 | (88) | ||||||||
| 1954–1960 | ΑΚ Μίλαν | 149 | (47) | ||||||||
| 1960–1962 | Ρόμα | 39 | (3) | ||||||||
| Σύνολο | 415 | (138) | |||||||||
| Εθνική ομάδα | |||||||||||
| Περίοδος | Ομάδα | Συμμ.† | (Γκ.)† | ||||||||
| 1946–1954 | Ουρουγουάη | 21 | (9) | ||||||||
| 1954–1958 | Ιταλία | 4 | (0) | ||||||||
| Προπονητική καριέρα | |||||||||||
| Περίοδος | Ομάδα | ||||||||||
| 1974–1975 | Ουρουγουάη | ||||||||||
| 1975–1976 | Πενιαρόλ | ||||||||||
Τίτλοι
| |||||||||||
| * Οι συμμετοχές και τα γκολ στις προηγούμενες ομάδες υπολογίζονται μόνο για τα εγχώρια πρωταθλήματα. † Συμμετοχές (Γκολ). | |||||||||||
Ο Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο (Juan Alberto Schiaffino, ιταλική προφορά: [skjafˈfiːno] , 28 Ιουλίου 1925 – 13 Νοεμβρίου 2002) ήταν Ουρουγουανός ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε στο μεγαλύτερο διάστημα της καριέρας του ως επιθετικός μέσος. Ένας ιδιαίτερα επιδέξιος και δημιουργικός παίκτης, κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 με την εθνική ομάδα της Ουρουγουάης. Συχνά θεωρούμενος ως ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στην ιστορία της λατινοαμερικάνικης χώρας,[1][2][3] και από τους καλύτερους όλων των εποχών,[4][5] ψηφίστηκε 17ος του 20ού αιώνα στις εκλογές της IFFHS και κορυφαίος της χώρας του.[6][7]
Παρά το γεγονός ότι ήταν λεπτός και έμοιαζε με το αντίθετο του ποδοσφαιριστή ως αθλητή, ήταν ένας από τους σπουδαιότερους μέσους - ένας παίκτης με εξαιρετικό έλεγχο της μπάλας, με αίσθηση για την ενδεικτική πάσα, και ένα αριστερό πόδι που σκόραρε πολλές φορές σημαντικά γκολ. Αναμφισβήτητα το πιο σημαντικό ήταν η ισοφάριση του κόντρα στη Βραζιλία στη διοργάνωση του 1950. Συγκλόνισε το πλήθος των 200.000 ατόμων στο νέο τότε Στάδιο Μαρακανά και ώθησε την Ουρουγουάη να συνεχίσει και να κατακτήσει το τρόπαιο. Η συλλογική σταδιοδρομία του ήταν εξίσου επιτυχημένη στη χώρα του με την Πενιαρόλ και στην Ιταλία, όπου αγωνίστηκε με Μίλαν και Ρόμα.[8]
Βιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πρώτα χρόνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο και άρχισε να παίζει στην ομάδα της γειτονιάς του Παλέρμο. Ο παππούς του, ήταν από τη Λιγουρία από την επαρχία της Γένοβας (Ιταλία), ενώ η μητέρα του είχε καταγωγή από την Παραγουάη. Ήταν από φτωχή οικογένεια και εργάστηκε στην εφηβεία του ως αρτοποιός, υπάλληλος χαρτικής και εργάτης σε εργοστάσιο αλουμινίου. Ο μεγαλύτερος αδερφός του ήταν επίσης ποδοσφαιριστής και τον βοήθησε στα αρχικά βήματα της πορείας του. Πέρασε από την ομάδα νέων της Νασιονάλ στην οποία εντάχθηκε το 1942 και σε ηλικία 18 ετών πήγε στον κορυφαίο σύλλογο της Ουρουγουάης Πενιαρόλ που διέθετε εκείνη την περίοδο ισχυρότατη ομάδα.[5][9]
Καριέρα σε συλλόγους
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στην Ουρουγουάη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στην Πενιαρόλ είχε για συμπαίκτη του τον αδερφό του που αγωνιζόταν ως κεντρικός επιθετικός. Ο Χουάν έκανε την πρώτη του εμφάνιση το 1943 με την τρίτη ομάδα του συλλόγου και στην πρώτη του χρονιά με την πρώτη ομάδα το 1946 είχε 23 συμμετοχές σημειώνοντας 13 τέρματα και κατακτώντας το πρωτάθλημα.[10][11] Καθιερώθηκε αμέσως και τη δεύτερη σεζόν 1946–47 ήταν πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με 19 γκολ, και πάλι τροπαιούχος με το σύλλογο.[12] Γνωστός ως «Πέπε» (πέπε στα ιταλικά σημαίνει πιπέρι), όνομα που του έδωσε η μητέρα του για να υπογραμμίσει τον ζωηρό του χαρακτήρα, τις εκρήξεις και το κλάμα του,[9] έζησε στιγμές καταξίωσης κατακτώντας με το σύλλογο της πρωτεύουσας τέσσερα ακόμα πρωταθλήματα στα επόμενα έξι χρόνια. Θεωρείται ο επικεφαλής του κουιντέτου Escuadrilla de la muerte («η ομάδα του θανάτου») που το 1949 θεωρήθηκε ως η καλύτερη επιθετική σύνθεση στην ιστορία της Πενιαρόλ και ίσως η καλύτερη ομάδα στην ιστορία του συλλόγου, η οποία σάρωσε το πρωτάθλημα της Ουρουγουάης με 16 νίκες και δύο ισοπαλίες, τέρματα 62–17, από τα οποία τα 13 του Σκιαφίνο.[13][14] Η ισχύς της ομάδας ήταν τέτοια που στο κλασικό ντέρμπι με Νασιονάλ στις 9 Οκτωβρίου οι αντίπαλοι παίκτες εγκατέλειψαν στο ημίχρονο, χάνοντας με 2–0 και μειώνοντας με εννέα παίκτες, σε ένα αγώνα που έμεινε στην ιστορία ως Clásico de la Fuga. Ο Σκιαφινο είχε συνεισφέρει με ασίστ στο πρώτο γκολ.[15][16]
Λίγο πριν το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ελβετίας (1954) συμφώνησε με τη Μίλαν έναντι του ποσού των 52 εκατομμυρίων λιρετών και έγινε η πιο ακριβή μεταγραφή στην μέχρι τότε ποδοσφαιρική ιστορία.[1][17] Ήδη από το 1951 ιταλικοί σύλλογοι όπως η Γιουβέντους και η Ρόμα επιχείρησαν τη μετακόμισή του στην Ιταλία αλλά απέτυχαν.[18] Έπαιξε το τελευταίο παιχνίδι στην Ουρουγουάη στις 25 Ιουλίου 1954, εναντίον της Ρίβερ Πλέιτ της χώρας του σε αγώνα που έληξε με νίκη 6–1 και στο τέλος του οποίου αποθεώθηκε από τους οπαδούς της ομάδας.[19]
Στην Ιταλία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Έκανε το ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα Ιταλίας στις 19 Σεπτεμβρίου απέναντι στην Τριεστίνα σημειώνοντας δύο γκολ.[17][20] Την πρώτη του χρονιά κατέκτησε και το πρώτο του πρωτάθλημα, ενώ σημείωσε και 15 γκολ.[21] Στο Μιλάνο μετά από ένα χρόνο απέκτησε διπλή ιθαγένεια και έτσι μπόρεσε να παίξει με την ιταλική εθνική ομάδα. Έφτασε στην Ιταλία σε ηλικία 29 ετών και αγωνίστηκε σε υψηλό επίπεδο έως την ηλικία των 37 ετών. Η εξαιρετική ποιότητα και η ευφυΐα του επέτρεψαν να είναι στην κορυφή για πολλά χρόνια. Ο σύλλογος ήταν ήδη ισχυρός με την παρουσία του σουηδικού τρίου Gre-No-Li και επικεφαλής τον σούπερ σκόρερ Γκούναρ Νόρνταλ,[22] με την προσθήκη του Ουρουγουανού ισχυροποιήθηκε περαιτέρω φθάνοντας στον ημιτελικό του πρώτου Κυπέλλου Πρωταθλητριών την περίοδο 1955–56, όπου αντιμετώπισε την Ρεάλ Μαδρίτης και έχασε με ένα γκολ διαφορά (4–2 στην ισπανική πρωτεύουσα με ένα τέρμα του Σκιαφίνο και νίκη χωρίς αντίκρυσμα με 2–1 στο Μιλάνο). Με τη Μίλαν είχε τρεις τίτλους πρωταθλήματος με τον πρώτο τη σεζόν 1954–55, ένα Λατινικό Κύπελλο και έναν τελικό του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου Πρωταθλητριών στον οποίο έπεσε πάλι απέναντι στην Ρεάλ Μαδρίτης χάνοντας στην παράταση με 2–3, σημειώνοντας ένα γκολ. Οι Ισπανοί με τους Αλφρέδο Ντι Στέφανο και Φρανσίσκο Χέντο νίκησαν στην παράταση, αλλά οι ροσονέρι προηγήθηκαν δύο φορές. Και σημείωσε το πρώτο γκολ, στο 15ο λεπτό στο δεύτερο ημίχρονο, μετά από ένα προσεκτικό πρώτο ημίχρονο.[23][24] Το 1956 κατέκτησε το Λατινικό Κύπελλο (που ακόμα δεν είχε καταργηθεί) και στο οποίο συμμετείχαν οι κορυφαίοι σύλλογοι από τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία (ένας από κάθε χώρα). Η Μίλαν νίκησε με 3–1 στον τελικό την Ατλέτικο Μαδρίτης, σε διοργάνωση που έγινε στο Μιλάνο με ένα γκολ του Σκιαφίνο στον τελικό.[25][26] Συνολικά με την ομάδα του Μιλάνου αγωνίστηκε σε 171 επίσημους αγώνες και σημείωσε 60 τέρματα.[27]
Τα χρονικά της εποχής και τα διαθέσιμα αρχειακά δεδομένα, δείχνουν ότι ήταν ο πραγματικός ηγέτης της ομάδας των «ροσονέρι» αποκτώντας υψηλή δημοφιλία στους οπαδούς της ομάδας. Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο τον περιέγραψε γράφοντας ότι «Ο Σκιαφίνο με τις αριστοτεχνικές του φάσεις, οργάνωνε το παιχνίδι της ομάδας σαν να παρατηρούσε ολόκληρο το γήπεδο από τον ψηλότερο πύργο του σταδίου». Παρά το γεγονός ότι παρέμεινε έξι χρόνια στη Μίλαν, θεωρείται από ορισμένους ως ο σημαντικότερος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του συλλόγου.[28] Παρέμεινε στο Μιλάνο μέχρι το 1960, όταν μεταφέρθηκε στην Ρόμα, όπου και εκεί ήταν η ψυχή της ομάδας. Η πάροδος των χρόνων περιόρισε τις σωματικές του ικανότητες και έτσι τα χρόνια στην ομάδα της ιταλικής πρωτεύουσας αγωνίστηκε ως λίμπερο.[20][29] Με την ομάδα της πρωτεύουσας κατέκτησε το Fairs Cup (αργότερα θα ονομαστεί Κύπελλο ΟΥΕΦΑ) το 1961.[30]
Διεθνής καριέρα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Σκιαφίνο αγωνίστηκε για δύο εθνικές ομάδες: πρώτα με την εθνική ομάδα της Ουρουγουάης από το 1945 έως το 1954, και αργότερα με την Ιταλική εθνική από το 1954 έως το 1958. Συμμετείχε σε 21 αγώνες με την εθνική ομάδα της Ουρουγουάης κάνοντας την αγωνιστική του πρεμιέρα στις 29 Δεκεμβρίου 1945 σε συνάντηση με την Αργεντινή (1–1), σημειώνοντας συνολικά εννέα γκολ. Με την ιταλική εθνική ομάδα συμμετείχε σε τέσσερις αγώνες.[31]

Ήταν από τους βασικούς πρωταγωνιστές στη νίκη της Ουρουγουάης στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950, σημειώνοντας ένα γκολ στον τελικό και νικώντας τη Βραζιλία στο δικό της γήπεδο, στο λεγόμενο Maracanaço («Μαρακανάζο», το κάζο του Μαρακανά).[32][33] Η ικανότητά του να υπαγορεύει τον ρυθμό του παιχνιδιού με υπομονή, η τακτική του επίγνωση και οι επιδέξιες πάσες του όχι μόνο δημιούργησαν ευκαιρίες, αλλά και έλεγχαν τη ροή κάθε αγώνα, με τους αντιπάλους να δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν τη μεθοδική προσέγγιση της Ουρουγουάης. Οι εμφανίσεις του Σκιαφίνο ανέδειξαν την ποδοσφαιρική ευφυΐα σε διεθνές επίπεδο.[3][34] Διέθετε μεγάλη σωματική και ψυχική δύναμη, την οποία φαινόταν να διαψεύδει η λεπτή και φαινομενικά εύθραυστη σωματική του διάπλαση. Ο προπονητής της εθνικής ομάδας Χουάν Λόπες τον περιέγραψε ως προπονητή στο γήπεδο.[35] Ήταν ο εγκέφαλος της ομάδας, η τελευταία κληρονομιά του ποδοσφαίρου που η εθνική ομάδα είχε οδηγήσει στην κορυφή του κόσμου 20 χρόνια νωρίτερα.[15] Ο αγώνας Βραζιλία - Ουρουγουάη δεν ήταν ακριβώς ο τελικός, κάτι που συνέβη για πρώτη και μοναδική φορά: σε αυτήν τη διοργάνωση είχε προγραμματιστεί ένας τελικός όμιλος. Παίκτηκε στην τρίτη και τελευταία συνάντηση, μετά τις σαρωτικές νίκες της Βραζιλίας στα δύο πρώτα παιχνίδια με 7–1 και 6–1, σε αντίθεση με την Ουρουγουάη που είχε μία νίκη και μία ισοπαλία - εναντίον της Σουηδίας (3–2) και της Ισπανίας (2–2). Για να γίνει πρωταθλήτρια, η ισοπαλία ήταν αρκετή για τη Βραζιλία. Την ώρα που οι δυο ομάδες ετοιμάζονταν για το τελευταίο τους παιχνίδι, η ατμόσφαιρα στη χώρα θύμιζε καρναβάλι, με την Ουρουγουάη να έχει μόλις 80 οπαδούς της στο γήπεδο.[32][36] Η εφημερίδα Gazeta Esportiva έγραφε στο πρωτοσέλιδο: «Αύριο νικάμε την Ουρουγουάη», και η Mundo δεν άφηνε την παραμικρή αμφιβολία έχοντας λεζάντα στο πρωτοσέλιδο «Οι Παγκόσμιοι Πρωταθλητές» μαζί με φωτογραφία της «σελεσάο» από προηγούμενο αγώνα.[37][38]
Στο στρατόπεδο της Ουρουγουάης διατηρούσαν το κεφάλι χαμηλά, αλλά το φρόνημα υψηλά. Στο 47ο λεπτό (δεύτερο λεπτό του δεύτερου ημιχρόνου) ο Φριάσα σημείωσε το πρώτο γκολ της Βραζιλίας. Η «γκάρα» (garra) όμως, η ψυχική δύναμη των Ουρουγουανών, αποδεικνύεται πολύ σκληρή για να λυγίσει ακόμα και μπροστά στο μεγαλύτερο πλήθος που έχει παρακολουθήσει ποδοσφαιρική συνάντηση, σε 200.000 παραληρούντες Βραζιλιάνους[32](κάποιες αναφορές του προηγούμενου αιώνα αναφέρουν μεγαλύτερους αριθμούς, όπως 202.772 εισιτήρια [39]). Στο πρώτο ημίχρονο διατηρήθηκε το 0–0 και ο Σκιαφίνο έχασε δύο αξιοσημείωτες ευκαιρίες.[18] Ο εμβληματικός αρχηγός, Ομπντούλιο Βαρέλα πήρε τη μπάλα από τα δίχτυα και λέγοντας «Ωραία, τώρα πάμε να νικήσουμε», έδωσε το σύνθημα της αντεπίθεσης.[40] Οι φιλοξενούμενοι δεν υποχώρησαν και συνέχισαν το ομαλό παιχνίδι τους, καθοδηγούμενοι και από τον Σκιαφίνο. Στα 66ο λεπτό μετά από μια γρήγορη κάθοδο από τα άκρα, ο Αλσίντες Γκίντζια έδωσε ασίστ στοv «Πέπε», ο οποίος νίκησε τον τερματοφύλακα Μπαρμπόζα. Στο 79ο λεπτό ο Γκίντζια ολοκλήρωσε μόνος του το τελικό αποτέλεσμα.[41][42] Ο Σκιαφίνο θυμάται ότι η νίκη τον οδήγησε να κλαίει περισσότερο και από τους Βραζιλιάνους.[43] Χρόνια αργότερα, αναλύοντας τον αγώνα είπε: «Αν είχαμε παίξει αυτόν τον αγώνα 100 φορές, θα είχαμε χάσει σε 99 περιπτώσεις: η δύναμή μας ήταν να παίξουμε με τα λάθη των Βραζιλιάνων, που ένιωθαν ήδη πρωταθλητές πριν μπουν στον αγωνιστικό χώρο. Ήμασταν επίσης τυχεροί: όταν πέτυχα το 1-1 έκανα ένα λάθος στο σουτ και ήρθε μια περίεργη, παράλογη τροχιά προς τα έξω».[24] Είχε γίνει επίσημα γνωστό ότι είχε σημειώσει πέντε γκολ στον αγώνα της εθνικής απέναντι στη Βολιβία (8–0) επίδοση ρεκόρ για Παγκόσμιο Κύπελλο, που τελικά σχεδόν μισό αιώνα μετά διαπιστώθηκε από τη FIFA ότι τρία γκολ δεν ήταν δικά του (με τη σύμφωνη γνώμη του ίδιου).[44] και με βάση την αρχική θεώρηση ήταν δεύτερος σκόρερ της διοργάνωσης.[18] Συμπεριλήφθηκε στην καλύτερη ομάδα του Κυπέλλου.[45] Αγωνίστηκε επίσης στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954, σημειώνοντας δύο τέρματα και βοηθώντας την εθνική του να τερματίσει στην τέταρτη θέση, χάνοντας στον ημιτελικό της διοργάνωσης στην παράταση από την Ουγγαρία με 4–2. Στη συνάντηση εκείνη, από τις συγκλονιστικότερες στην ποδοσφαιρική ιστορία, παρείχε μια ασίστ στο πρώτο γκολ της Ουρουγουάης.[29][46]
Με την απόκτηση της ιταλικής υπηκοότητας, αγωνίστηκε και σε τέσσερις αγώνες με την εθνική ομάδα της νοτιοευρωπαϊκής χώρας στα πλαίσια της αποτυχημένης προκριματικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1958 χωρίς να σημειώσει γκολ.[1][31] Ο Σκιαφίνο ήταν ευέλικτος παίκτης, με λεπτή σωματική διάπλαση, κινούνταν συνήθως ως αριστερός εσωτερικός επιθετικός ή δεύτερος επιθετικός στην διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της καριέρας του, ιδίως με τις Πενιαρόλ και Μίλαν, ή ως επιθετικός μέσος και πλέι μέικερ, ρόλο που κατείχε συχνότερα καθώς προχωρούσε η καριέρα του.[8][47] Η ευφυΐα του ήταν τέτοια που του έδωσε ιδιαίτερη δημιουργική του ικανότητα, εξαιρετικές του πάσες, και την αίσθηση να διαβάζει το παιχνίδι, να οργανώσει τους συμπαίκτες του, να ενορχηστρώσει τις επιθετικές προσπάθειες, να σημειώσει γκολ και να υπαγορεύσει το ρυθμό του παιχνιδιού στο κέντρο.[10][35][48] Διέθετε εξαιρετική τεχνική ικανότητα, μεγάλη ευχέρεια ντρίπλας που σε άλλους φαίνονταν αδύνατα, πολύ καλή αίσθηση θέσης και ηγετικές ικανότητες. Ικανός και στις πάσες ακριβείας, παρείχε πολλές ασίστ. Η εργατικότητα και η ομαδικότητα του παιχνιδιού του τον οδήγησαν και στην αμυντική του συμβολή. Το ευρύ φάσμα των δεξιοτήτων του επέτρεψε επίσης να παίξει ως ελεύθερος αμυντικός στο τέλος της καριέρας του με τη Ρόμα.[49][50] Είχε την τάση να λέει αυτό που σκέφτεται, γεγονός που προκάλεσε ενόχληση και τεταμένες σχέσεις, ειδικά με συμπαίκτες και προπονητές, ενίοτε και τιμωρίες.[9][51]
Μετά την αποχώρηση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ήταν ο πρώτος ποδοσφαιριστής που διαχειρίζονταν τους μισθούς του σαν να ήταν επιχειρηματίας. Τις ελεύθερες ημέρες στην καριέρα του έπαιρνε το αυτοκίνητο, πήγαινε στην Ελβετία και ασχολούνταν με την οικονομική κερδοσκοπία. Μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας τα εξαιρετικά κέρδη τα οποία που αποκόμισε στη συνέχεια επανεπένδυσε, αγοράζοντας διαμερίσματα και καταστήματα. Το 1962, έχοντας τελειώσει την καριέρα του ως ποδοσφαιριστής, επέστρεψε στο Μοντεβιδέο και συνέχισε να δραστηριοποιείται στον τομέα των ακινήτων.[9][52] Ακολούθησε καριέρα προπονητή για μόνο δύο χρόνια, κερδίζοντας την τρίτη θέση με την εθνική Ουρουγουάης στο Κόπα Αμέρικα του 1975.[47][53]
Στατιστικά στοιχεία διεθνούς σταδιοδρομίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]| Εθνική ομάδα | Έτος | Αγώνες | Γκολ |
|---|---|---|---|
| Ουρουγουάη | |||
| Έτος | Συμμ. | Γκολ | |
| 1946 | 1 | 0 | |
| 1947 | 1 | 0 | |
| 1948 | 1 | 0 | |
| 1949 | 0 | 0 | |
| 1950 | 8 | 4 | |
| 1951 | 0 | 0 | |
| 1952 | 0 | 0 | |
| 1953 | 1 | 0 | |
| 1954 | 9 | 4 | |
| Σύνολο | 21 | 8 | |
| Εθνική ομάδα | Έτος | Αγώνες | Γκολ |
| Ιταλία | |||
| Έτος | Συμμ. | Γκολ | |
| 1954 | 1 | 0 | |
| 1955 | 0 | 0 | |
| 1956 | 0 | 0 | |
| 1957 | 2 | 0 | |
| 1958 | 1 | 0 | |
| Σύνολο | 4 | 0 | |
Τίτλοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Πενιαρόλ
- Πρωτάθλημα Ουρουγουάης (Primera División Uruguay) (6): 1944, 1945, 1949, 1951, 1953, 1954
- Μίλαν
- Πρωτάθλημα Ιταλίας (3): 1954–55, 1956–57, 1958–59
- Λατινικό Κύπελλο: 1956
- Ρόμα
- Inter-Cities Fairs Cup (μετέπειτα Κύπελλο UEFA): 1961
- Εθνική Ουρουγουάης
- Παγκόσμιο Κύπελλο: 1950
Ατομικές διακρίσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Πρώτος σκόρερ Λατινικού Κυπέλλου: 1956
- Καλύτερη ομάδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου : 1950
- IFFHS: 17ος καλύτερος ποδοσφαιριστής του 20ού αιώνα
- IFFHS: 6ος καλύτερος Νοτιοαμερικάνος ποδοσφαιριστής του 20ού αιώνα
- IFFHS: Καλύτερος παίκτης της Ουρουγουάης του 20ού αιώνα
- World Soccer περιοδικό: Οι 100 μεγαλύτεροι ποδοσφαιριστές όλων των εποχών
- IFFHS legends
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 «UEFA : Former Milan great Schiaffino dies». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 Μαΐου 2025. Ανακτήθηκε στις 9 Μαΐου 2025.
- ↑ «Top 50 des joueurs sud-américains de l'histoire». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Μαρτίου 2024. Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2022.
- 1 2 «The New York Times: How Uruguay won the 1950 World Cup: A truncated group stage, Ghiggia's illogical finish, and an epochal clash with Brazil». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 12 Μαΐου 2025. Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2025.
- ↑ «Juan Alberto Schiaffino,héroe del 'maracanazo'». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Μαρτίου 2024. Ανακτήθηκε στις 25 Μαρτίου 2024.
- 1 2 «FIFA : Pepe, Dios y Diablo». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Φεβρουαρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
- ↑ «IFFHS Century Elections». Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2020.
- ↑ «IFFHS' Players and Keepers of the Century for many countries». Ανακτήθηκε στις 25 Απριλίου 2021.
- 1 2 «Juan Schiaffino». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Νοεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 2020.
- 1 2 3 4 «Addio geniale Schiaffino». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Ιανουαρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2020.
- 1 2 «UN DELANTERO HECHO HISTORIA». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 31 Μαΐου 2011. Ανακτήθηκε στις 31 Μαΐου 2011.
- ↑ «Juan Schiaffino (Uruguay)». Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2020.
- ↑ «Uruguay mourn Schiaffino». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Οκτωβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 21 Αυγούστου 2020.
- ↑ «La escuadrilla de la muerte». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Σεπτεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 22 Αυγούστου 2020.
- ↑ «Juan Alberto Schiaffino: "En la final de 1950 en Maracana, en cierto momento sentí pena por lo que estaba ocurriendo"». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Φεβρουαρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 2012.
- 1 2 «Juan Alberto Schiaffino, le footballeur du siècle». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Ιανουαρίου 2025. Ανακτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2025.
- ↑ «Se cumplen 71 años del famoso clásico de la fuga». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Ιουνίου 2023. Ανακτήθηκε στις 21 Ιουνίου 2023.
- 1 2 «Football Stories: Juan Alberto Schiaffino, el Futbol». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Μαρτίου 2024. Ανακτήθηκε στις 23 Μαρτίου 2024.
- 1 2 3 «The man who broke Brazilian hearts and the world transfer record». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Φεβρουαρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 22 Αυγούστου 2020.
- ↑ «El mejor jugador uruguayo de la historia». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Μαρτίου 2024. Ανακτήθηκε στις 23 Μαρτίου 2024.
- 1 2 «Juan Alberto Schiaffino, bio del centrocampista Uruguayan». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Ιουνίου 2023. Ανακτήθηκε στις 8 Ιουνίου 2023.
- ↑ «I NOSTRI PALLONI D'ORO DAL 1900 AL 2024». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 Ιανουαρίου 2025. Ανακτήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 2025.
- ↑ «10 huge moments in AC Milan's history as club celebrate 120th birthday». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Φεβρουαρίου 2023. Ανακτήθηκε στις 6 Μαρτίου 2021.
- ↑ «UEFA : Madrid and Milan's stars of '58». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Μαρτίου 2023. Ανακτήθηκε στις 21 Μαρτίου 2024.
- 1 2 ««Aveva il senso della squadra»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Σεπτεμβρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 21 Μαρτίου 2024.
- ↑ «Os 10 maiores uruguaios do futebol italiano». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Απριλίου 2023. Ανακτήθηκε στις 7 Απριλίου 2023.
- ↑ «LATIN CUP 1956 - AC MILAN». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Μαρτίου 2021. Ανακτήθηκε στις 9 Μαρτίου 2021.
- ↑ «AC Milan : Juan Alberto Schiaffino». Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2020.
- ↑ «Sempre con te – La top 11 ideale della storia del Milan». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Απριλίου 2024. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2024.
- 1 2 «Juan Alberto Schiaffino,héroe del 'maracanazo». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Νοεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2013.
- ↑ «World Cup Legends: Uruguay and Juan Alberto Schiaffino». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Αυγούστου 2022. Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2020.
- 1 2 «Juan Alberto Schiaffino - International Appearances». Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2020.
- 1 2 3 «FIFA : The Maracanazo marvels in numbers». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Μαΐου 2021. Ανακτήθηκε στις 1 Μαΐου 2021.
- ↑ «World Football: The 100 Greatest World Cup Players of All Time». Ανακτήθηκε στις 10 Μαρτίου 2023.
- ↑ «Juan Alberto Schiaffino: Uruguay's Mastermind Behind the 1950 World Cup Triumph». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 Μαΐου 2025. Ανακτήθηκε στις 9 Μαΐου 2025.
- 1 2 «Coupe du monde - Top 100: Schiaffino, l'étoile de la Céleste». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Ιανουαρίου 2025. Ανακτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2025.
- ↑ «World Cup moments: Uruguay break the hearts of a nation in 1950». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Ιουνίου 2022. Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2020.
- ↑ «World Cup 2014: Uruguay's 1950 triumph a classic tale of Brazilian sporting tragedy, can it be this good again?». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Απριλίου 2014. Ανακτήθηκε στις 3 Απριλίου 2014.
- ↑ «World Cup 2014: Ian Herbert - The ghost of 1950 is haunting Brazil: the notion of home failure sharpened by a growing divide between players and public». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Μαρτίου 2024. Ανακτήθηκε στις 22 Μαρτίου 2024.
- ↑ «Uruguay v Brazil, 16 July 1950». Ανακτήθηκε στις 21 Αυγούστου 2020.
- ↑ «Βραζιλία 1950: Όταν η Ουρουγουάη σίγησε το Μαρακανά». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Μαΐου 2024. Ανακτήθηκε στις 9 Μαρτίου 2021.
- ↑ «FIFA : Maracanazo». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Ιουλίου 2020. Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2020.
- ↑ «Βραζιλία 1950: Το δράμα του Maracanazo». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Ιουνίου 2020. Ανακτήθηκε στις 28 Μαΐου 2020.
- ↑ «FIFA : Uruguay's manic Maracana coronation». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Απριλίου 2021. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2021.
- ↑ «Corriere della Sera : il giallo Schiaffino». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Ιουλίου 2010. Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2020.
- ↑ «FIFA World Cup All Star teams». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Ιουνίου 2016. Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2020.
- ↑ «The Invincibles vs The Invincibles: Hungary and Uruguay in the 1954 World Cup». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Νοεμβρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 26 Ιουλίου 2023.
- 1 2 «JUAN ALBERTO SCHIAFFINO AND THE DEMISE OF URUGUAY». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Σεπτεμβρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 13 Μαρτίου 2022.
- ↑ «Serie A's 15 Greatest Pass Masters». Ανακτήθηκε στις 10 Μαρτίου 2023.
- ↑ «Juan Alberto Schiaffino». Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2020.
- ↑ «I migliori stranieri over 30 della storia della Serie A». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Σεπτεμβρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2020.
- ↑ «Addio a Schiaffino, il «pepe» del calcio anni '50». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Μαΐου 2025. Ανακτήθηκε στις 18 Μαΐου 2025.
- ↑ «Ritratti – Juan Alberto "Pepe" Schiaffino». Ανακτήθηκε στις 23 Μαρτίου 2024.
- ↑ «Juan Schiaffino (Uruguay)». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Μαρτίου 2023. Ανακτήθηκε στις 27 Μαρτίου 2023.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο στη FIFA (αρχειοθετημένος) (Αγγλικά)
- Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο's προφίλ παίκτη στο National-Football-Teams.com
- Ουρουγουανοί ποδοσφαιριστές
- Μέσοι ποδοσφαιριστές
- Ποδοσφαιριστές Εθνικής Ουρουγουάης
- Ποδοσφαιριστές Παγκοσμίου Κυπέλλου 1950
- Ποδοσφαιριστές Παγκοσμίου Κυπέλλου 1954
- Ποδοσφαιριστές Κλουμπ Ατλέτικο Πενιαρόλ
- Ποδοσφαιριστές Πριμέρα Ντιβιζιόν Ουρουγουάης
- Ποδοσφαιριστές ΑΚ Μίλαν
- Ποδοσφαιριστές Ρόμα
- Ποδοσφαιριστές Σέριε Α
- Ξένοι ποδοσφαιριστές στην Ιταλία
- Ουρουγουανοί ποδοσφαιριστές στο εξωτερικό
- Ουρουγουανοί προπονητές ποδοσφαίρου
- Προπονητές ποδοσφαίρου Εθνικής Ουρουγουάης
- Προπονητές ποδοσφαίρου Κλουμπ Ατλέτικο Πενιαρόλ
- Παίκτες νικητές Παγκοσμίου Κυπέλλου ποδοσφαίρου FIFA
- Ποδοσφαιριστές που έχουν αγωνιστεί σε δύο εθνικές ομάδες ανδρών ή περισσότερες

