Τέμενος Μουλά Φεναρί Ίσα
| Τέμενος Μουλά Φεναρί Ίσα Fenâri Îsâ Câmîi | |
|---|---|
Νότια πλευρά του Τεμένους, (νότιος ναός) παλαιότερα ήταν η Εκκλησία του Άγιου Ιωάννη του Βαπτιστή | |
| Βασικές πληροφορίες | |
| Τοποθεσία | Κωνσταντινούπολη, Τουρκία |
| Γεωγραφικές συντεταγμένες | 41°0′55.37″N 28°56′38.40″E / 41.0153806°N 28.9440000°EΣυντεταγμένες: 41°0′55.37″N 28°56′38.40″E / 41.0153806°N 28.9440000°E |
| Υπαγωγή | Σουνιτικό Ισλάμ |
| Χώρα | Τουρκία |
| Έτος αφιέρωσης | 1497 |
| Αρχιτεκτονική περιγραφή | |
| Αρχιτεκτονικός τύπος | Η βόρεια εκκλησία είναι βυζαντινού ρυθμού σταυροειδή με τρούλο και η νότια εκκλησία έχει τετραγωνική δομή |
| Αρχιτεκτονικός ρυθμός | Βυζαντινή |
| Έναρξη ανέγερσης | 908 |
| Αποπεράτωση | 1304 |
| Λεπτομέρειες | |
| Μιναρές/Μιναρέδες | 1 |
| Υλικά | τούβλο, πέτρα |
Το Τέμενος Μουλά Φεναρί Ίσα (Τουρκικά: Molla Fenâri Îsâ Câmîi, Μονή του Λιβός κατά τη βυζαντινή εποχή) είναι μνημείο που βρίσκεται στην περιοχή Φατίχ της Κωνσταντινούπολης στην οδό Αντνάν Μεντερές. Σήμερα λειτουργεί ως ισλαμικό τέμενος. Αποτελείται από δύο πρώην Βυζαντινές ορθόδοξες εκκλησίες, εκ των οποίων η μία είχε κτιστεί το 908 (σε ερείπια ναού του 6ου αι.) ως μέρος της Μονής του Λιβός (η «Βόρεια εκκλησία») και η άλλη μεταξύ 1286 και 1304, η «εκκλησία του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου του Λιβός» (η «Νότια εκκλησία»). Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, περίπου στο 1500 η νότια εκκλησία μετασχηματίστηκε σε μικρό ισλαμικό τέμενος (μεσκίτ). Το κτίριο κάηκε το 1633 και ανακαινίστηκε το 1636 αναβαθμιζόμενο από μεσκίτ σε τέμενος, ενώ η νότια εκκλησία μετατράπηκε σε κατάλυμα δερβίσηδων (Τεκκέ). Μετά από άλλη φωτιά το 1782, το συγκρότημα ανακαινίστηκε πάλι το 1847/48.
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Βυζαντινή περίοδος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 908 ο Βυζαντινός πατρίκιος Κωνσταντίνος ο Λιψ[α] εγκαινίασε ένα μοναστήρι καλογριών, όπου παρών ήταν ο Αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός (886 – 912)[2]. Το μοναστήρι ήταν αφιερωμένο στην Πανάχραντο Παρθένο[3] σε μία τοποθεσία, η οποία ονομαζόταν «Μερδοσαγγάρης[β][4]», στην κοιλάδα του ποταμού «Λύκου» (Lycus) της Κωνσταντινούπολης[2]. Το μοναστήρι ήταν γνωστό με το όνομα του ιδρυτή ως Μονή του Λιβός, και έγινε μία από τις μεγαλύτερες μονές στην Κωνσταντινούπολη. Υπάρχει μία θεωρία η οποία υποστηρίζει, ότι το μοναστήρι που εγκαινίασε ο Κωνσταντίνος ο Λιψ, ήταν ανακαίνιση μίας προϋπάρχουσας κτηριακής δομής. Η εκκλησία η οποία σώζεται σήμερα, έχει τη δομή που εγκαινίασε ο Κωνσταντίνος ο Λιψ[3].
Η εκκλησία κτίστηκε στα ερείπια ενός άλλου ιερού του 6ου αι.[5], και χρησιμοποιήθηκαν ταφόπλακες από αρχαίο Ρωμαϊκό νεκροταφείο[2]. Αντίγραφο της εικόνας της Αγίας Ειρήνης ήταν αποθηκευμένα εδώ, και η εκκλησία είναι γνωστή ως η «Βόρεια εκκλησία».

Μετά την Δ' Σταυροφορία και την επανίδρυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μεταξύ 1286 και 1304, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα Βατάτζαινα, χήρα του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου (1259–1282), οικοδόμησε άλλη μία εκκλησία, η οποία ήταν αφιερωμένη στον Ιωάννη τον Βαπτιστή (η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου του Λιβός)[γ], νότια από την πρώτη εκκλησία. Πολλοί που συνδέονται με τη δυναστεία των Παλαιολόγων έχουν ταφεί εδώ, ανάμεσα σε αυτούς η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, ο υιός της Κωνσταντίνος, η αυτοκράτειρα Ειρήνη του Μομφερράτου και ο σύζυγός της ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος ο Β' (την περίοδο 1282 - 1328)[5]. Η εκκλησία αυτή είναι γνωστή ως η «Νότια εκκλησία». Η αυτοκράτειρα ανακαίνισε επίσης και τη γυναικεία μονή, η οποία την εποχή εκείνη μάλλον ήταν εγκαταλειμμένη[7]. Σύμφωνα με το Τυπικό της Εκκλησίας, η μονή εκείνη την εποχή μπορούσε να φιλοξενήσει συνολικά 50 γυναίκες[7][8] και είχε επίσης ξενώνα[δ] φιλοξενίας με 15 κρεβάτια για λαϊκούς[2].
Κατά τον 14ο αι. ένας εσωτερικός νάρθηκας και ένα παρεκκλήσιο[ε] προστέθηκαν στην εκκλησία. Το έθιμο να θάπτονται μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας σε αυτό το συγκρότημα συνεχίστηκε μέχρι τον 15ο αιώνα, με την ταφή της Άννας της Ρωσίας, πρώτης συζύγου του Αυτοκράτορα Ιωάννη Η' Παλαιολόγου (Αυτοκράτορας ήταν την περίοδο 1425–1448) το 1417[10]. Η Άννα από τη Ρωσία πέθανε από λοιμώδη ασθένεια το 1406[11]. Η εκκλησία πιθανόν να χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο και μετά το 1453[10].
Οθωμανική περίοδος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1497–1498, αμέσως μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Βαγιαζίτ Β΄ (1481–1512), η νότια εκκλησία μετασχηματίστηκε σε μεσκίτ (μικρό ισλαμικό τέμενος) από τον Οθωμανό αξιωματούχο Φεναριζάντε Αλαεντίν μπεν Γιουσούφ Εφέντι (Fenarizade Alâeddin Ali ben Yusuf Effendi), Καζασκέρη (ο Καζασκέρης ήταν υψηλός στρατιωτικός και θρησκευτικός τίτλος στην οθωμανική αυτοκρατορία) από την Οθωμανική Ρούμελη, και ανιψιό του Μουλά Σεμσεντίν Φεναρί (Τουρκικά: Molla Şemsüddin-i Fenârî)[2], του οποίου η οικογένεια ανήκε στη θρησκευτική κάστα των ουλεμάδων. Έκτισε ένα μιναρέ στη νοτιοανατολική γωνία του συγκροτήματος, ένα μιχράμπ και μια αψίδα[10]. Ένας από τους ηγέτες ιεροκήρυκες στον μεντρεσέ ονομαζόταν Îsâ (σημαίνει «Ιησούς» στα Αραβικά και στην Τουρκική γλώσσα), έτσι το όνομα αυτό προστέθηκε και στο όνομα του Τεμένους. Το κτήριο κάηκε το 1633, και ανακαινίστηκε το 1636 από τον μεγάλο βεζίρη Μπαϊράμ Πασά, ο οποίος αναβάθμισε το κτήριο από «μεσκίτ» σε τέμενος, ενώ η νότια εκκλησία μετατράπηκε σε Τεκέ (κατάλυμα δερβίσηδων). Σε αυτή την περίπτωση οι κολώνες της βόρειας εκκλησίας αντικαταστάθηκαν με μεγάλα τόξα-αψίδες (piers), οι δύο τρούλοι ανακαινίστηκαν και η διακόσμηση με ψηφιδωτά αφαιρέθηκε[10]. Μετά από άλλη μία φωτιά το 1782[12], το συγκρότημα ανακαινίστηκε πάλι το 1847/48. Σε αυτή την περίπτωση οι κολώνες της νότιας εκκλησίας αντικαταστάθηκαν με τόξα-αψίδες (piers), και τα κάγκελα σκάλας και τα παραπέτα του νάρθηκα επίσης αφαιρέθηκαν[12]. Το κτήριο κάηκε άλλη μία φορά το 1918[13] και εγκαταλείφθηκε. Κατά τις ανασκαφές που έγιναν το 1929, βρέθηκαν 22 σαρκοφάγοι[13].
| Εικόνες από το σύγχρονο Τέμενος | ||||||||||
| ||||||||||
Το συγκρότημα ανακαινίστηκε εκτενώς τη δεκαετία του 1970 και 1980 από τη Βυζαντινή Κοινότητα της Αμερικής, και από τότε είναι ισλαμικός χώρος λατρείας (είναι ισλαμικό Τέμενος)[12].
Αρχιτεκτονική και διακόσμηση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Βόρεια εκκλησία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η Βόρεια Εκκλησία έχει ένα μη συνηθισμένο «εγγεγραμμένο σταυροειδή με τρούλο» ρυθμό στην αρχιτεκτονική, και ήταν από τα πρώτα ιερά στην Κωνσταντινούπολη που υιοθέτησαν αυτή τη δομή. Πιθανόν αυτό το είδος αρχιτεκτονικής να είχε η Νέα Εκκλησία η οποία ανοικοδομήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 876-80, μετά την ανέγερση της Αγίας Σοφίας. Σήμερα δεν έχει απομείνει τίποτε από τη Νέα Εκκλησία[14].
Οι διαστάσεις της βόρειας εκκλησίας είναι μικρές: ο κύριος ναός έχει 13 μέτρα πλάτος και 9,5 μέτρα μήκος και το μέγεθος αντικατόπτριζε το πληθυσμό της περιοχής την εποχή εκείνη. Τα δομικά υλικά της βόρειας εκκλησίας κατά την ανοικοδόμηση ήταν μια εναλλαγή από τούβλα και ογκόλιθους. Αυτή η τεχνική είναι κλασικό παράδειγμα Βυζαντινής αρχιτεκτονικής του 10ου αιώνα[15], όπου τα τούβλα τοποθετούνται σε ένα παχύ στρώμα κονιάματος.
Το κτήριο έχει τρεις υψηλές αψίδες: η κεντρική είναι πολυγωνική και πλαισιώνεται από άλλες δύο, οι οποίες εξυπηρετούν ως παστοφόρια, χώροι συνήθως κοντά στην αψίδα, οι οποίοι ήταν το διακονικό και η πρόθεση).
Τα απομεινάρια της αρχικής διακόσμησης στην εκκλησία βρίσκονται στις βάσεις των τεσσάρων κιόνων του κεντρικού χώρου. Αρκετά από τα αρχικά διακοσμητικά στοιχεία υπάρχουν ακόμη στους πυλώνες και στον σκελετό του τρούλου. Η διακόσμηση συμπεριλάμβανε κομμάτια μαρμάρου, διακοσμημένα πλακάκια, και μωσαϊκά. Ελάχιστα στοιχεία της διακόσμησης είναι σήμερα ορατά[15].
Ως σύνολο, η βόρεια εκκλησία διατηρεί πολλές αναλογίες με το Τέμενος Μπόντρουμ (εκκλησία του Μυρελαίου)[16].
Νότια εκκλησία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Νότια Εκκλησία είναι ένα τετράγωνο δωμάτιο κάτω από τρούλο, και περιτριγυρίζεται από δύο δεαμβουλατόρια (deambulatorium, διάδρομοι που περιβάλλουν το κεντρικό τμήμα της εκκλησίας), έναν εσωνάρθηκα, και ένα παρεκκλήσιο το οποίο προστέθηκε αργότερα. Το βόρειο δεαμβουλατόριο είναι ένα διάδρομος, που κυκλώνει το κεντρικό μέρος της εκκλησίας. Αυτή η δομή των χώρων γύρω από τον κεντρικό ναό της εκκλησίας είναι χαρακτηριστική αρχιτεκτονική της εποχής στο τέλος των Παλαιολόγων. Ο λόγος ύπαρξης αυτής της δομής ήταν ότι χρειαζόταν περισσότερος χώρος για τους τάφους και για τα μνημεία, που ανήγειραν οι ευεργέτες της εκκλησίας, κ.λπ.[17]. Ο κεντρικός χώρος χωριζόταν από τους διαδρόμους με τριπλή αψίδωση. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας οι πιστοί περιορίζονταν στα δεαμβουλατόρια, τα οποία ήταν περιορισμένου ύψους και σκοτεινά, έτσι με δυσκολία μπορούσαν να δουν τι γινόταν στο κεντρικό τμήμα της εκκλησίας.
Τα υλικά κατασκευής ήταν τούβλα και πέτρες, χαρακτηριστικά υλικά της ύστερης Βυζαντινής ναοδομίας στην Κωνσταντινούπολη. Ως σύνολο, αυτό το συγκρότημα αποτελεί ένα εξαίρετο παράδειγμα κύριας και ύστερης Βυζαντινής αρχιτεκτονικής στην Κωνσταντινούπολη.
Υποσημειώσεις και παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Υποσημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Το όνομα έχει βρεθεί σε επιγραφή σε γείσο της αψίδας του μνημείου[1].
- ↑ Αυτό το τοπωνύμιο έχει την Περσική ετυμολογία («Μερντ-ιλ-σάχρα») και αποτελείται από τις δύο Περσικές λέξεις «Μέρντο» (που σημαίνει «άνδρας») και «Σάχρα» (που σημαίνει «μοναξιά»): δηλαδή μεταφράζεται ως «Ο άνθρωπος της μοναξιάς»
- ↑ Αυτή η εκκλησία ήταν μία από τις 35 εκκλησίες που υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη, αφιερωμένες στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή[6]
- ↑ Είχε μια μορφή φιλανθρωπικού ινστιτούτου, κάτι μεταξύ νοσοκομείου και μονής[9].
- ↑ Ένα παρεκκλήσιον είναι ένα μικρός ναός, που εφάπτεται σε μία πλευρά της Εκκλησίας ή στον νάρθηκα
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Krautheimer (1986), σελ. 409
- 1 2 3 4 5 Müller-Wiener (1977), σελ. 126
- 1 2 Stankovic Nebojsa (22 Μαρτίου 2008). «Theotokos Panachrantos or Lips monastery (Fenari Isa Camii)». Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού - Κωνσταντινούπολη. Ανακτήθηκε στις 4 Ιανουαρίου 2012.
- ↑ Janin (1964), σελ. 361.
- 1 2 Gülersoy (1976), σελ. 258.
- ↑ Krautheimer (1986), σελ. 436
- 1 2 Talbot (2001), σελ. 337
- ↑ Krautheimer (1986), σελ. 409.
- ↑ Talbot (2001), σελ. 337
- 1 2 3 4 Müller-Wiener (1977), σελ. 127.
- ↑ Αλέξανδρος Πασπάτης (1877). Βυζαντιναί μελέται Τοπογραφικαί και ιστορικαί. Κωνσταντινούπολη: Τυπογραφείο Αντωνίου Κορομηλά, Βιβλιοπωλείο των Αδελφών Δεσπάστα. σελίδες 322-6.
- 1 2 3 Müller-Wiener (1977), σελ. 128
- 1 2 Eyice (1955), σελ. 80.
- ↑ Krautheimer (1986), σελ. 388.
- 1 2 Krautheimer (1986), σελ. 405.
- ↑ Krautheimer (1986), σελ. 404.
- ↑ Krautheimer (1986), σελ. 457.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Αλέξανδρος Πασπάτης, επιμ. (1877). Βυζαντιναί μελέται Τοπογραφικαί και ιστορικαί. Κωνσταντινούπολη: Τυπογραφείο Αντωνίου Κορομηλά, Βιβλιοπωλείο των Αδελφών Δεσπάστα. σελίδες 322-6. Ανακτήθηκε στις 1 Σεπτεμβρίου 2009.
- Αλεξάντερ Βαν Μίλλινγκεν (1840 – 1915) (1912). Byzantine Churches In Constantinople Their History And Architecture (στα Αγγλικά). Λονδίνο: Macmillan And Co. σελίδες 122-137. Ανακτήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2011.
- Van Millingen, Alexander (1912). Byzantine Churches of Constantinople (στα Αγγλικά). London: MacMillan & Co.
- Janin, Raymond (1964). Constantinople Byzantine (στα Γαλλικά) (2 έκδοση). Παρίσι: Institut Français d'Etudes Byzantines.
- Eyice, Semavi (1955). Istanbul. Petite Guide a travers les Monuments Byzantins et Turcs (στα Γαλλικά). Istanbul: Istanbul Matbaası.
- Gülersoy, Çelik (1976). A guide to Istanbul (στα Αγγλικά). Istanbul: Istanbul Kitaplığı. OCLC 3849706.
- Mathews, Thomas F. (1976). The Byzantine Churches of Istanbul: A Photographic Survey (στα Αγγλικά). University Park: Pennsylvania State University Press. ISBN 0-271-01210-2.
- Müller-Wiener, Wolfgang (1977). Bildlexikon zur Topographie Istanbuls: Byzantion, Konstantinupolis, Istanbul bis zum Beginn d. 17 Jh (στα Γερμανικά). Tübingen: Wasmuth. ISBN 9783803010223.
- Krautheimer, Richard (1986). Architettura paleocristiana e bizantina (στα Ιταλικά). Turin: Einaudi. ISBN 88-06-59261-0. (Σημείωση. Παρόλο που οι αριθμοί σελίδων και οι παραπομπές αναφέρονται στην Ιταλική έκδοση, μια Αγγλική έκδοση (όχι τόσο ενημερωμένη όπως η Ιταλική) υπάρχει διαθέσιμη: Krautheimer, Richard (1984). Early Christian and Byzantine Architecture (στα Αγγλικά) (4η έκδοση). Yale University Press. ISBN 978-0300052947.)
- Freely, John (2000). Blue Guide Istanbul (στα Αγγλικά). W. W. Norton & Company. ISBN 0393320146.
- Talbot, Alice-Mary (2001). «Building Activity under Andronikos II». Στο: Necipoğlu, Nevra, επιμ. Byzantine Constantinople: Monuments, Topography and everyday Life (στα Αγγλικά). Leiden, Boston, Köln: Brill. ISBN 9004116257.





