Ρογήρος Α΄ του Μονγκομερύ
| Ρογήρος Α΄ του Μονγκομερύ | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | Roger de Montgomery (Γαλλικά) |
| Γέννηση | 1000 (περίπου) |
| Θάνατος | 1048 |
| Χώρα πολιτογράφησης | Γαλλία |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Old Norman |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | φεουδάρχης |
| Οικογένεια | |
| Τέκνα | Ρογήρος Β΄ του Μονγκομερύ Hugues de Montgommery Guillaume de Montgommery |
| Οικογένεια | Οίκος του Μονγκομερύ |
| Θυρεός | |

Ο Ρογήρος Α΄, γαλλ.: Roger Ι seigneur de Montgommery (απεβ. στις 7 Φεβρουαρίου 1055) μέλος του Οίκου του Μονγκομερύ, ήταν κύριος του Μονγκομερύ, και υποκόμης των Ιεμουά.
Βιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Καμία σχεδόν σύγχρονη πηγή δεν αναφέρει την καταγωγή του Ρογήρου. Ο νεότερος Ρογήρος Β΄ του Μονγκομερύ, στην πραγματικότητα γιος αυτού του Ρογήρου Α΄, λέγεται από τον χρονικογράφο Ροβέρτο ντε Τορινί ότι γεννήθηκε από τον Ούγο του Μονγκομερύ και τη Ζοσελέν, ανιψιάς τής Γκούνορ, συζύγου του δούκα της Νορμανδίας. Μία πιθανή ερμηνεία αυτής της σαφώς λανθασμένης δήλωσης είναι ότι έχει παραλειφθεί μία γενιά, και ότι ο μεγαλύτερος Ρογήρος Α΄ ήταν γιος του Ούγου και της Ζοσελέν, αν και άλλοι συμπεραίνουν ότι ο σύζυγος της Ζοσελέν ήταν ο μεγαλύτερος Ρογήρος Α΄, με την απόδοση του ονόματος Ούγος στον σύζυγό της να είναι το λάθος. Αν και ο Ροβέρτος ντε Τορινί αποκαλεί την Ζοσελέν κόρη της Βέβια, αδελφή της Γκούνορ, μία επιστολή από τη βασιλεία του Ερρίκου Α΄ της Αγγλίας αναφέρει ότι ήταν κόρη μίας άλλης αδελφής, της Σενφρία.
Ο Ρογήρος κατείχε τα εδάφη του Σαιν-Ζερμαίν-ντε-Μονγκομερύ και του Σαιν-Φουά-ντε-Μοντκομερύ, τα οποία και τα δύο φέρουν ίχνη πρώιμων κάστρων. Απέκτησε το αξίωμα του υποκόμη του Ιεμουά πιθανώς περίπου την εποχή, που ο Ροβέρτος Α΄ έγινε δούκας το 1027. Περίπου π. 1031–1032 ήταν μάρτυρας σε ένα καταστατικό για το αβαείο του Σαιν-Βαντίγ από τον Ροβέρτο Α΄ δούκα της Νορμανδίας, ως υποκόμης. Όπως και ο δούκας Ροβέρτος Α΄, ο Ρογήρος Α΄ άρχισε να αποκτά εκκλησιαστικές ιδιοκτησίες, μεταξύ αυτών, π. 1025–27, τη μισή πόλη του Μπερναί. Κατέλαβε ένα δάσος στο «Crispus Fagidus», που ανήκε στο αβαείο Ζυμιέζ τη δεκαετία του 1030. [1] Κατέστειλε μία αγορά, που διατηρούσε το ίδιο αβαείο, και τη μετέφερε στην επικράτειά του. Αργότερα επέστρεψε την αγορά στο αβαείο, και κατέβαλε αποζημίωση για τις απώλειές τους. [2] He later returned the market to the abbey and paid restitution for their losses.[2]
Το 1035 με το τέλος τού Ροβέρτου Α΄, ο μεγάλος θείος του, Ροβέρτος αρχιεπίσκοπος της Ρουέν, κυβέρνησε τη Νορμανδία ως επίτροπος. Ο Ρογήρος Α΄ φαίνεται να έχασε την εύνοια του νεαρού δούκα, καθώς και το αξίωμά του ως υποκόμη, καθώς υπέγραψε ένα πρώιμο διάταγμα του δούκα Γουλιέλμου απλώς ως Ρογήρος του Μονγκομερύ. Με το τέλος του αρχιεπισκόπου το 1037, ξεκίνησε αναρχία στη Νορμανδία και μεταξύ των επαναστατών ήταν ο Ρογήρος Α΄ του Μονγκομερύ, που πιο προν ήταν ένας από τους στενότερους συντρόφους του δούκα Ροβέρτου Α΄, ο οποίος, αφού ηττήθηκε στην ίδια του την επικράτεια, κατέφυγε στην αυλή του Ερρίκου Α΄ της Γαλλίας. Ο Ρογήρος Α΄ είχε εξαναγκαστεί σε εξορία από τον Οσμπέρν τον Οικονόμο, ο οποίος αργότερα σκοτώθηκε από τον Γουλιέλμο ντου Μονγκομερύ, γιο του Ρογήρου Α΄. Ο Ρογήρος Α΄ απεβίωσε στις 7 Φεβρουαρίου 1055, εξόριστος στο Παρίσι. Το 1068 η σύζυγός του εξακολουθούσε να κατέχει γαίες στο Μπυρ και στο Σαιν-Παιρ.
Οικογένεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Με πηγή τον Γουλιέλμο του Ζυμιέζ, έχουμε τα ονόματα των πέντε γιων του Ρογήρου:
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Kathleen Thompson, 'The Norman Aristocracy before 1066; The Example of the Montgomerys', Historical research; the Bulletin of the Institute of Historical Research, Vol. 60, Issue 123 (October 1987), p. 255
- 1 2 Cassandra Potts, Monastic revival and regional identity in early Normandy (Woodbridge, UK: The Boydell Press, 1997), p. 121
- 1 2 3 4 5 6 George Edward Cokayne, The Complete Peerage; or, A History of the House of Lords and all its Members from the Earliest Times, Volume XI, ed. Geoffrey H. White ( London: The St. Catherine Press, Ltd., 1949), pp. 683-84 n. (d)