Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013
Υπόθεση Μπελογιάννη
Ο Νίκος Μπελογιάννης στο διάσημο σκίτσο
του Πάμπλο Πικάσο, δημοσιευμένο
σε γαλλικό έντυπο της εποχής.
Νίκος Δαββέτας
«Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη»
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Απρίλιος 2013
Είναι το τρίτο στη σειρά μυθιστόρημα που παρουσιάζουμε, με πρωταγωνιστές τους γόνους της γενιάς που έζησε την πολεμοχαρή δεκαετία του ’40. Προηγήθηκαν «Η άσκηση του Ροτ» της Βασιλικής Ηλιοπούλου και «Δυο φορές αθώα» της Έλενας Χουζούρη. Δεδομένου ότι κυκλοφόρησαν και τα τρία Απρ. 2013, οποιαδήποτε κοινά σημεία δεν συνιστούν δάνεια ή κάποιου είδους συνομιλία, αλλά επιμέρους συμπτώσεις, που απορρέουν από την τρέχουσα κατάσταση, τα θέματα που συζητιούνται και τα συγγραφικά αντανακλαστικά, που αυτά κεντρίζουν. Οι τρεις συγγραφείς, ωστόσο, δεν συμπίπτουν ως προς την θεώρηση της πρώτης γενιάς, που έδωσε τις μάχες και η οποία αποτελεί απώτερη ιδεολογική στόχευση. Γι’ αυτό και πλάθουν διαφορετικού ήθους ήρωες, ώστε, μέσα από τη δική τους νοοτροπία και τις πράξεις τους, να φανερωθούν οι όποιες “αμαρτίες” των γονέων, που άλλοτε ποτέ λογίζονταν ως ήρωες ή ως πρότυπα αγωνιστικού ήθους.
Και οι τρεις συγγραφείς ανήκουν στην συγγραφική ομάδα του 21ου αιώνα, με πρώτο πεζογραφικό βιβλίο το 2000 και μετά. Μόνο που η Ηλιοπούλου, ερχόμενη από το χώρο του κινηματογράφου, συνυπολογίζεται στους πρωτοεμφανιζόμενους αυτής της περιόδου, ενώ οι δύο άλλοι ξεκίνησαν ως ποιητές, με πρώτη εμφάνιση το 1981. Πιστεύουμε ότι η διαφορετική θέαση των ιστορικών προσώπων έχει πολλαπλά αίτια. Εν μέρει, την ηλικιακή απόσταση μιας δεκαετίας συν πλην δυο χρόνια που χωρίζει τον Δαββέτα από την Ηλιοπούλου και την Χουζούρη αντιστοίχως, την βορειοελλαδίτικη καταγωγή των δυο τελευταίων, το οικογενειακό ιστορικό, αλλά και τους δασκάλους τους στην τέχνη του μυθιστορήματος, στην οποία, από εφέτος, ο Δαββέτας προάγεται σε δάσκαλο κατά τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Επομένως, στη δική του περίπτωση, μεγαλώνουν οι προσδοκίες και οι αξιώσεις από το πρόσφατο, τέταρτο μυθιστόρημά του εντός μιας δεκαετίας, το οποίο επεκτείνει την εμφυλιοπολεμική τριλογία του στην ψυχροπολεμική περίοδο.
Διαφορές και ομοιότητες
Κατηγορηματική στις εκτιμήσεις της η Χουζούρη, δηλώνει με τον τίτλο του μυθιστορήματός της, «Δυο φορές αθώα», το πώς βλέπει την πρώτη γενιά των επιγόνων και αντιστοίχως, πλάθει την ηρωίδα της. “Νουάρ” χαρακτηρίζει το μυθιστόρημά του ο Δαββέτας, παραπέμποντας εμμέσως στους κυνικούς χαρακτήρες, τον διεφθαρμένο κόσμο και τη γενικότερη δυσάρεστη όψη των πραγμάτων, που κυριαρχούν στα κλασικά του είδους μυθιστορήματα. Όσο για την Ηλιοπούλου, δεν προσπαθεί να ελκύσει το ενδιαφέρον με τίτλους και υπότιτλους, παρόλο που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το μυθιστόρημά της νουάρ, αφού υπάρχουν ο φόνος, το σασπένς, αλλά και η παρακμιακή ατμόσφαιρα, που θα ταίριαζαν σε ένα φιλμ νουάρ. Να σημειώσουμε ότι οι ήρωες των δυο τελευταίων έχουν παραπλήσιο βιογραφικό. Είναι περίπου συνομήλικοι, γεννημένοι στα μέσα της δεκαετίας του ’40, μεγαλωμένοι σε συγγενικά σπίτια, με τη μητέρα στη φυλακή και τον πατέρα στην υπερορία. Και μάλιστα, στην ίδια χώρα, την Ρουμανία, το θερμό κέντρο της διάσπασης του ΚΚΕ το 1968, που φέρνει αντιμέτωπους πατέρα και γιο. Αμφότεροι καταλήγουν αριστεροί της ευρωπαϊκής διασποράς, Παρίσι ο πρώτος, Γερμανία ο δεύτερος. Μόνο που η Ηλιοπούλου πλάθει έναν ήρωα εν συγχίσει, ενώ ο Δαββέτας έναν αδίστακτο χαρακτήρα, χωρίς πολλούς ηθικούς φραγμούς. Για να ακριβολογούμε, τον σκιαγραφεί, μαζί με μια χορεία προσώπων παραπλήσιας νοοτροπίας και συμπεριφοράς, που απαρτίζουν τη μυθιστορηματική γενιά των επιγόνων.
Παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός ότι και οι τρεις συγγραφείς καταφεύγουν σε ποικιλία αφηγηματικών τρόπων. Κοινά σημεία είναι οι συχνές εναλλαγές από τον ενδιάθετο λόγο, που αποδίδεται σε πρώτο ή και τρίτο πρόσωπο, στο λόγο ενός παντεπόπτη αφηγητή, κάπως εξεζητημένης ταυτότητας στην περίπτωση της Ηλιοπούλου, όπως έχουμε ήδη σχολιάσει. Στο μυθιστόρημα του Δαββέτα, είναι δυο τα υποκείμενα του ενδιάθετου λόγου, ο οποίος, κάθε φορά, διακόπτεται από μακριές αφηγήσεις κάποιου συνομιλητή, είτε σε μορφή διαλόγου είτε υπό τύπον αναδρομής. Με αυτήν τη μορφική εκζήτηση, οι τρεις συγγραφείς δεν επιδιώκουν να καινοτομήσουν, αλλά μάλλον αναζητούν τρόπους για να παρουσιάσουν σε αντιθετική παραλληλία το ντοκουμέντο, πραγματικό, μισοπραγματικό ή επινοημένο, και τις αντιλήψεις που έχουν οι ήρωες για πρόσωπα και συμβάντα. Είναι ένας πρόδηλος τρόπος για να προβάλλουν τις δικές τους απόψεις γύρω από επίκαιρα θέματα, όπως μετανάστες και ρατσισμός, κυρίως για να καταθέσουν τις δικές τους αναθεωρητικές ερμηνείες για τους προγόνους.
Κάποιες συγκυρίες
Περισσότερο φιλόδοξη δείχνει η περίπτωση του μυθιστορήματος του Δαββέτα, καθώς αυτός ανήκει σε μια μικρή αλλά συνεχώς αυξανόμενη ομάδα μυθιστοριογράφων, που θέλουν πλαγίως να παρέμβουν στην ιστοριογραφία, ώστε να διορθώσουν στερεότυπους μύθους και να επαναφέρουν αγιοποιημένα πρόσωπα στις πραγματικές τους διαστάσεις. Αυτό το εγχείρημα το επιτελούν μέσω της δικής τους τέχνης, της μυθοπλαστικής, στηριζόμενοι στο μεταμοντέρνο αξίωμα, που αφαίρεσε από την Ιστορία την προνομιούχο θέση στην απόδοση του αληθούς. Όλες οι αφηγήσεις προσκομίζουν τεκμήρια, αυθεντικά η ιστορική αφήγηση, μπορεί και πλαστά η μυθιστορηματική αλλά λογοτεχνικώς κεχρισμένα. Να σημειώσουμε ότι ο προβληματισμός της σχέσης αυθεντικού και πλαστού επανέρχεται συνεχώς στο νέο μυθιστόρημα του Δαββέτα, καθιστώντας το, και από αυτήν την άποψη, επίκαιρο.
Κατά τα άλλα, το μυθιστόρημά του συνδέεται με περισσότερες της μιας συγκυρίες. Σεπ. 2009, κυκλοφορεί το προηγούμενο μυθιστόρημά του, «Η Εβραία νύφη», οπότε οι συγγραφικές κεραίες θα πρέπει να είναι τεντωμένες στα σήματα που θα δώσουν την έμπνευση για το επόμενο. 27 Οκτ. 2009, πεθαίνει η Έλλη Παππά, φέρνοντας στην επικαιρότητα τον Μπελογιάννη, κυρίως την τελευταία περίοδο της ζωής του, στην οποία εκείνη πρωταγωνίστησε. Σύλληψη, διπλή δίκη και εκτέλεση στις 30 Μαρ. 1952. “Η σκοτεινή δεκαετία του ’50” αρχίζει να “εξιτάρει” τον συγγραφέα. Συμπτωματικά, αρχές Νοε. δημοσιεύεται αφιέρωμα σε “ιστορίες κατασκοπείας τον καιρό του Ψυχρού Πολέμου”. Είναι τα πρώτα στοιχεία ενός ερευνητικού προγράμματος, που έχει αναλάβει τριάδα ερευνητών (Στ. Καλύβας, Ν. Μαραντζίδης, Κ. Τσίβος), χρηματοδοτούμενου από το Πανεπιστήμιο του Γέηλ, στο Εθνικό Αρχείο Πράγας και ιδιαίτερα, σε μέρος της άκρως απόρρητης Συλλογής Κλέμεντ Γκότβαλντ, πρώτου προέδρου της εκεί Λαϊκής Δημοκρατίας, που ιδρύθηκε στο σοβιετικό πρότυπο το 1948. Στο αφιέρωμα αποκαλύπτεται ο ρόλος της Τσεχοσλοβακίας στην οργάνωση παράνομων δικτύων παρακολούθησης και μηχανισμών διείσδυσης σε δυτικές χώρες και κυρίως, στην Ελλάδα. Είναι γνωστή η αδυναμία του Δαββέτα “στις αρχειακές πηγές”. Στο προηγούμενο μυθιστόρημά του γύρω από τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης και τη δράση των εκεί δωσίλογων, χάρις στα ναζιστικά αρχεία, η μυθιστορηματική του αφήγηση πήρε και ιστοριογραφική διάσταση. Με τα τσέχικα αρχεία, θα μπορούσε να διορθώσει “τα μεγάλα ψέματα στην υπόθεση Μπελογιάννη, που τον ιντριγκάρουν”, όπως εξομολογείται σε συνέντευξή του.
Σεπτέμβριο 2010, εκδίδεται το βιβλίο της Παππά, «Μαρτυρίες μιας διαδρομής», με τις κατηγορίες ότι πρόκειται για μη αξιόπιστη ιστορική πηγή εκ μέρους του ΚΚΕ να προηγούνται. Ολόκληρο το 2011 υπάρχουν δημοσιεύματα γύρω από τις αλήθειες και τα ψεύδη για τα επίμαχα συμβάντα του ’50. Σε αυτά, τον αγωνιστή Μπελογιάννη, από τις μεταξικές φυλακίσεις μέχρι τον Γράμμο, υποσκελίζει μέχρι εξαφάνισης “ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο”. Τελικά, αυτός θα γοητεύσει και τον συγγραφέα. Μάρ. 2011, εμφανίζεται Γάλλος ζωγράφος, που είχε φιλοτεχνήσει, εν θερμώ, το 1952, πίνακα με τίτλο «Η εκτέλεση του Μπελογιάννη», χωρίς ποτέ να τον εκθέσει, με όνειρο ζωής να τον δωρίσει σε ελληνικό μουσείο. Τα δημοσιεύματα μπορεί να εμπνέουν τον τίτλο του μυθιστορήματος, ανεξάρτητα αν αυτός αναφέρεται σε έτερο, πολύ διασημότερο ζωγράφο, που, όμως, δεν του αντιστοιχεί ένας παρόμοιος τίτλος, αφού εκείνος δεν ζωγράφισε, παρά μόνο σκιτσάρισε, τον Μπελογιάννη. Πρόκειται για τον Πικάσο, που έρχεται στην επικαιρότητα στις 9 Ιαν. 2012, με την κλοπή από την Εθνική Πινακοθήκη ενός πίνακά του. Τον είχε προσφέρει ο ίδιος, “ως συμπαράσταση προς τον ελληνικό λαό που αντιστεκόταν στη ναζιστική κατοχή”. Λέγεται ότι για το σκίτσο έκανε ένα μόνο προσχέδιο και όχι πολλά, όπως ο άλλος για τον πίνακα. Αυτό το μοναδικό προσχέδιο πολλαπλασιάζεται για τις μυθοπλαστικές ανάγκες του “πολιτικού νουάρ”. Συμπτωματικά ή μη, το μυθιστόρημα κυκλοφορεί επετειακά, με τη συμπλήρωση 40 χρόνων από το θάνατο του Πικάσο, στις 8 Απρ. 1973. Όπως, μάλιστα, τα περισσότερα μεταμοντέρνα μυθιστορήματα, συμβάλλει κι αυτό με τον τρόπο του στην προσπάθεια αποδόμησης, σμικρύνοντας κατά το δυνατό το φωτοστέφανο του ζωγράφου.
Έρωτες και χαμόγελα
Στα προηγούμενα βιβλία του Δαββέτα, υπήρχε ένας δημοσιογράφος, που επείχε θέση συγγραφικού alter ego. Ίσως, καθόλου τυχαία, στο πρόσφατο, αντί αυτού, εμφανίζεται ένας ερευνητής αρχείων. Είναι γόνος οικογένειας στρατιωτικών και όχι, όπως ο δημοσιογράφος, γιος Μακρονησιώτη. Στο πρώτο κεφάλαιο, αφηγείται ο ίδιος με έπαρση τις εκκεντρικές συμπεριφορές των προγόνων του και τις δικές του. Η πρώτη εντύπωση είναι ότι αυτό το σοφιστικέ βιογραφικό επινοείται για να συστήσει έναν ντετέκτιβ στο ύψος των κατά κανόνα ιδιότυπων αστυνομικών του κλασικού νουάρ. Όμως οι αρετές του μένουν μυθιστορηματικά ανεκμετάλλευτες, πλην της παρατηρητικότητας που επιδεικνύει κατά τις επαφές του με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Οπότε, το πρώτο κεφάλαιο θα πρέπει να εκληφθεί ως αυτοτελές κείμενο, που περιγελά τους ειδήμονες αλλά και τους επίδοξους ιστορικούς που προστρέχουν σε αυτούς, καταγράφοντας την πλήθυνση των υποψήφιων διδακτόρων που ελκύει η δεκαετία του ’40 και η σκοτεινή ουρά της. Αποκύημα όχι φαντασίας αλλά προσωπικής εμπειρίας του συγγραφέα από τον συγχρωτισμό του με το χώρο.
Στο δεύτερο κεφάλαιο, το λόγο παίρνει μια φίλη του από τα χρόνια που παρακολουθούσαν μαθήματα γαλλικών στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Είναι το δεύτερο πρόσωπο της τρίτης γενιάς, παιδί παιδιών εκείνων του ’40, με ιδιότυπη συμπεριφορά, ερωτικά αποκλίνουσα, που, όμως, δεν την επιβάλλουν οι ανάγκες της πλοκής. Μάλλον ως εισαγωγή πρέπει να εκληφθεί αυτό το κεφάλαιο, καθώς, μέσω της ερωτικής πείνας της νέας γυναίκας, έρχεται στο μυθοπλαστικό προσκήνιο ο έρωτας ως ο κύριος μοχλός πράξεων, που ο συντηρητισμός των παλαιότερων και οι σκοπιμότητες άλλων καιρών απέδωσαν σε υψηλά ιδεώδη. Για παράδειγμα, στη συνέχεια του μυθιστορήματος, ένας από τους επιγόνους θα ισχυριστεί ότι “ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο” χαμογελάει από έρωτα για τη σύντροφό του και πως ήταν εκείνη που του το χάρισε σε ένα διάλειμμα της δίκης. Κατά τον φωτογράφο Παναγιώτη Μήτσουρα, ήταν αυτός που του το έδωσε πριν τραβήξει τα ενσταντανέ. Όσο για το χαμόγελο, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο αφοσιωμένο στα ιδεολογικά του πιστεύω από τα μαθητικά του χρόνια, θα μπορούσε να δείχνει ικανοποίηση για την απολογία, που μόλις είχε ολοκληρώσει. Δεύτερο παράδειγμα, ένας άλλος της ίδιας γενιάς, πιο βλάσφημος αυτός, θα δώσει σεξουαλικά κίνητρα στα φιλικά για την Ελλάδα αισθήματα και την υποστήριξη των Γάλλων διανοούμενων και καλλιτεχνών.
Στο παρόν της αφήγησης, το ερωτικό ταμπεραμέντο της ηρωίδας έχει κατασιγάσει η συμβίωσή της με Γάλλο της Αλγερίας. Αυτή η επιλογή εξασφαλίζει στο “πολιτικό νουάρ” τον πρόσφορο ένοχο για κάθε έγκλημα προς υπογράμμιση του γαλλικού ρατσισμού. Είναι ένας από τους “καλούς” του βιβλίου, όπως και ο άλλος Γάλλος εξ Αλγερίας. Πιο ευφάνταστη η σκιαγράφηση του δεύτερου, καθώς πρόκειται για εβραϊκής καταγωγής αστυνομικό και παρασημοφορημένο αντιστασιακό, που προστάτευε τους Έλληνες φοιτητές το Μάη του ’68. Πάντως, αυτή η δεύτερης γενιάς μετανάστρια στο Παρίσι είναι ο συνδετικός κρίκος με την πρώτη γενιά του κεντρικού ήρωα, που ο φόνος του συνιστά τον πυρήνα του “νουάρ”, όντας ανιψιά και κληρονόμος του.
Στα ρεαλιστικά μυθιστορήματα, παλαιότερα, προσπαθούσαν οι περιγραφές προσώπων και καταστάσεων να είναι, όσο το δυνατόν, πιο πειστικές. Στο μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, η αληθοφάνεια εξασφαλίζεται δημιουργώντας την αίσθηση του “ήδη ιδωμένου”. Αυτή επιτυγχάνεται επιστρατεύοντας αυτούσια ή σε κολάζ τα μικρά ονόματα και τα επίθετα γνωστών προσώπων, ή και συρράπτοντας στοιχεία από τα αντίστοιχα βιογραφικά. Το βασικότερο, τα πλαστά πρόσωπα και γεγονότα σοφιλιάζονται μέσα στα πραγματικά, τόσο έντεχνα που ο διαχωρισμός τους να απαιτεί μπόλικη φαντασία.
Ο Δαββέτας έχει εκφράσει την άποψη ότι ορισμένοι από την ομάδα των υποτρόφων του Γαλλικού Κράτους, που έφυγε από την Ελλάδα τον Δεκ. του 1945 με το μεταγωγικό Ματαρόα, και κάποιοι άλλοι, που ο Μάης του ’68 τους βρήκε φοιτητές στο Παρίσι, έχουν σήμερα υπερτιμηθεί. Τα δικά τους στοιχεία και μερικών ακόμη αναδεύει στη μαρμίτα, χωρίς πάντοτε ειρωνική διάθεση. Παράδειγμα ένας συλλέκτης, ονόματι Γιώργος Ζερβάκης, που ήταν “συγκρατούμενος στις φυλακές του Επταπυργίου του Μανόλη Αναγνωστάκη” και εκείνος “τον έσπρωξε προς την κατεύθυνση της μελέτης και της συλλογής, λέγοντας «Αν δεν μπορείς να σπείρεις, μπορείς να σκάψεις»”. Ο συγγραφέας, στο “πολιτικό νουάρ” του, αντλεί από το “deja vu” μέχρι και τη λύση του φόνου. Όχι ένας ένοχος, αλλά κολάζ γνωστών υποθέσεων, όπως του Νάσιουτζικ και άλλων δολοφονιών, περιώνυμων και θολών.
Πριν και μετά το μύθο
Στο μυθιστόρημα του Δαββέτα, πνέει ένας άνεμος αμφισβήτησης των “ιερών τεράτων”. Με τους βιογραφικούς παραλληλισμούς Μπελογιάννη - Τσε Γκεβάρα, καθώς αμφότεροι οδεύουν μέσω Πράγας και με αργεντίνικο διαβατήριο προς τις χώρες της εκτέλεσής τους, ο συγγραφέας επαναφέρει τα γνωστά ερωτήματα γύρω από τις τελικές εκτιμήσεις εκείνων των δυο για τα επιτεύγματα των Λαϊκών Δημοκρατιών. Μέσα από την υπόθεση Μπελογιάννη, προβληματίζεται για το πόσο δημοκρατική ήταν τότε η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Διαφωνεί με το επιχείρημα “ότι πουθενά αλλού, στον πολιτισμένο κόσμο, δεν γίνονταν εκτελέσεις”. Όταν πρόκειται για την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, δεν ενδιαφέρει τι συμβαίνει στον Δυτικό κόσμο. Όλη η προσοχή επικεντρώνεται στο δίπολο Δυτικού και Ανατολικού μπλοκ. Χάρις στην πρόσβαση στα προαναφερόμενα Αρχεία και τα πορίσματα των ιστορικών, ο συγγραφέας ανακαλύπτει τα ίχνη του Ενρίκε Πανιόθ, με το διαβατήριο του οποίου και αλλάζοντας μόνο τη φωτογραφία, ο Μπελογιάννης μπήκε στην Ελλάδα. Σύμφωνα με το μυθιστόρημα, ο Πανιόθ εκτελέστηκε από τους τσεχοσλοβάκους συντρόφους του και μάλιστα, χωρίς δίκη. Εκτός κι αν πρόκειται για μυθοπλαστικό εύρημα. Πάντως, από όσο γνωρίζουμε, δεν υπάρχει σχετικό δημοσίευμα από την ερευνητική τριάδα ή τους μαθητές τους, όπως η Ελένη Πασχαλούδη, που υπογράφει το Επίμετρο του μυθιστορήματος. Ήταν, πάντως, η περίοδος των μεγάλων εκκαθαρίσεων του προέδρου Γκότβαλντ, ο οποίος πέθανε από πνευμονία που άρπαξε παρακολουθώντας στη Μόσχα την κηδεία του Στάλιν. Στις 9 Μαρ. 1953 ο “πατερούλης”, στις 14 Μαρ. ο Γκοτβαλντ. Αργεντίνος ο Πανιόθ, αργεντίνος ο Τσε και για να γίνουν απόλυτες οι παραλληλίες, ας θυμίσουμε ότι ο πατέρας Μπελογιάννης, πριν εγκατασταθεί στην Αμαλιάδα, είχε πάει μετανάστης στην Αργεντινή.
Ο Δαββέτας, σύμφωνα και με τις συνεντεύξεις του, θέλει με το μυθιστόρημά του να φωτίσει τη δεκαετία του ’50, κατά την οποία “έχουν συμβεί τερατώδη πράγματα που αγνοούμε, όπως μαζικές εκτελέσεις κομουνιστών στην Τσεχοσλοβακία”. Από μια άποψη, κομίζει γλαύκα εις Αθήνας, δεδομένου ότι αυτά τα τερατώδη τα έγραφε τότε με πηχυαίους τίτλους ο Τύπος της Δεξιάς προς υπεράσπιση της απόφασης να εκτελεστεί ο Μπελογιάννης, κατονομάζοντας τους ανά χώρα εκτελεσθέντες κομουνιστές. “Εξ αρμοδίας πηγής” οι δημοσιογράφοι της εποχής, ό,τι αυτό σήμαινε τότε, με ευχαριστίες προς τους ερευνητές των Αρχείων ο συγγραφέας, ό,τι αυτό σημαίνει σήμερα. Λ.χ., τη στενότερη σχέση λογοτεχνίας και Ιστορίας, όπως δείχνει το Επίμετρο, με τίτλο, «Τα γεγονότα πριν από τον μύθο». Μόνο που οι αόριστες, κάποτε και ατυχείς, διατυπώσεις της ιστορικού, συσκοτίζουν τα γεγονότα. Ιδιαίτερα, η αναφορά στην κατάσταση της υγείας του Πλαστήρα δημιουργεί την εντύπωση ότι μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο, που υπέστη στις 10 Μαρ. 1952, παρέμεινε πολιτικά αδρανής. Καθώς η προ τετραετίας διδακτορική διατριβή της Πασχαλούδη στηρίζεται στην αναδίφηση του Τύπου της δεκαετίας του ’50, θα αναμενόταν να γνωρίζει με κάθε λεπτομέρεια τις κυβερνητικές κινήσεις. Η κυβερνητική σύσκεψη στις 29 Μαρ., μετά την απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων να δώσει χάρη μόνο στους τέσσερις από τους οκτώ κατάδικους, έγινε στην οικία του Πλαστήρα. Την εισήγηση για χορήγηση χάρης και στους άλλους τέσσερις του υπουργού Δικαιοσύνης Δημητρίου Παπασπύρου “προς τον Βασιλέα”, που αποφασίστηκε, συνόδευε και έγγραφη έκκληση του ίδιου του πρωθυπουργού.
Μένουμε με την εντύπωση πως οι ιστορικοί, που καταπιάστηκαν με την αναθεώρηση της ιστορίας εκείνης της περιόδου, σχηματοποιούν ή και υποτιμούν τη συμβολή του άλλοτε ποτέ αποκαλούμενου “Μαύρου Καβαλάρη”. Το 1953, τρεις μήνες μετά τον Στάλιν, πέθανε και ο Πλαστήρας, στις 26 Ιουλ., πέντε χρόνια μικρότερός του, αυτός στα 70. Την εφετινή διπλή επέτειο Πλαστήρα ούτε οι ιστορικοί ούτε καν οι Σύλλογοι της ιδιαίτερης πατρίδας του την μνημόνευσαν. Ωστόσο, αναφέρεται όλο και συχνότερα ως πολιτικός που δεν πλούτισε κατά την σταδιοδρομία του. Αυτονόητη μεν στάση, αλλά, η οποία, στη σημερινή συγκυρία, έχει αναχθεί σε ύψιστη αρετή. Και πάλι, μόνο στον Τύπο και από τους μεσήλικες επιφυλλιδογράφους, γιατί οι νεότεροι τον θεωρούν μάλλον αγαθό με την τρέχουσα κακόσημη σημασία. Οι καιροί παγκοσμιοποιημένου ατομικισμού θέλουν να βλέπουμε τον Πλαστήρα σαν τον πρωθυπουργό in poverty και τον Μπελογιάννη σαν “τον άνθρωπο με το γαρύφαλλο in love”.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/10/2013.
Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013
Άλλη μια μορφική πρωτοτυπία
Δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού
«Οδός Πανός» (τχ. 160, Σεπ.-Δεκ 2013)
Θανάσης Βαλτινός
«Ημερολόγιο 1836-2011»
Δεύτερη έκδοση
Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Ι. Δ. Κολλάρου & Σίας
Ιανουάριος 2013
Ο Θανάσης Βαλτινός, με τη δεύτερη έκδοση του δέκατου στη σειρά βιβλίου του, συγκεντρώνει για πρώτη φορά σε έναν εκδότη άπαντα τα βιβλία του, τουτέστιν τα δέκα πέντε μιας 40ετούς εκδοτικής παρουσίας. Έχουμε, λοιπόν, τα Άπαντα Βαλτινού, που έξι εκδότες ερωτοτροπούσαν κατά καιρούς να αποκτήσουν και προς τούτο, κατά την σκυταλοδρομία της διαδοχής, κυκλοφορούσαν, παράλληλα με τα πρωτότυπα που κάθε φορά προέκυπταν, και επανεκδόσεις όσων από τα προηγούμενα προλάβαιναν. Αυτά τα τελευταία επιλέγονταν κατά σειρά αξιολόγησης μάλλον του εκδότη, με αποτέλεσμα το δεύτερο εκδοθέν και γνωστότερο βιβλίο του, «Η κάθοδος των εννιά», να υπάρχει στους καταλόγους πέντε εκδοτικών οίκων. Αντιθέτως, το προσφάτως επανεκδοθέν, δέκατο βιβλίο, πρωτοκυκλοφόρησε Απρ. 2001 από τον τέταρτο στη σειρά εκδότη, αλλά παρακάμφθηκε από τον βραχύβιο πέμπτο, που προτίμησε ως εμπορικός εκδοτικός οίκος, μετά το δεύτερο, το έτερο πολυσυζητημένο του Βαλτινού, το «Ορθοκωστά».
Κι όμως, το συγκεκριμένο βιβλίο έχει πολλαπλό ενδιαφέρον. Ο Βαλτινός, σε αυτό, δείχνει να κάνει ένα πρώτο άνοιγμα προς την αυτοβιογράφηση, την οποία προχωράει με τα επόμενα βιβλία του, συνεχώς επεκτείνοντάς την, πάντοτε υπό μυθιστορηματική κάλυψη, μέχρι το πιο πρόσφατο, το «Ανάπλους». Ταυτόχρονα, πρόκειται για το πλέον ιδιότυπο βιβλίο του, καθώς λύνει όλους τους αρμούς: νοηματικούς, χρονικούς, χωρικούς. Το μόνο σταθερό χαρακτηριστικό είναι η μορφή, δεδομένου ότι αυτήν την έχει εκ προοιμίου προσδιορίσει μέσω του τίτλου. Ενός τίτλου μάλλον αόριστου, καθώς δηλώνει μεν ότι πρόκειται για ημερολόγιο, αλλά δεν προσδιορίζει ποιας οντότητας ή κατάστασης είναι ο ημεροδείκτης, αφού το χρονικό άνοιγμα των 176 ετών αποκλείει την περίπτωση να πρόκειται περί ενός προσώπου. Παρά έξι έτη θα μπορούσε να αφορά το ανεξάρτητο νεοελληνικό κράτος. Το 1836, όμως, είχε ήδη προ τετραετίας εκλεγεί ο Όθων βασιλιάς των Ελλήνων, οπότε μία προφανής ιστορική αφετηρία του Ημερολογίου αποκλείεται. Ανάμεσα, ωστόσο, στα λιγοστά σημαντικά γεγονότα, που φαίνεται να έλαβαν χώρα εκείνο το σωτήριον έτος στην τότε ελληνική επικράτεια, εκτός από την ίδρυση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, είναι η αλλαγή της πρωτεύουσας της επαρχίας Κυνουρίας, από τον ορεινό Άγιο Πέτρο στο παραθαλάσσιο Άστρος. Μακράν, όμως, του Βαλτινού παρόμοιες τοπικιστικές εμμονές, καίτοι γεννηθείς στο Καστρί, άλλοτε ποτέ Άγιο Νικόλαο, που βρίσκεται πλησίον της πρώτης έδρας της πρωτεύουσας. Παρεμπιπτόντως, στο αυτάκι της πρώτης έκδοσης του Ημερολογίου, ένα εκτενές βιογραφικό προσδιορίζει ως τόπο γεννήσεως το παρακείμενο χωριό Καράτουλα.
Διαφορετικά πράγματα, πιο συγκλονιστικά, τον ενδιαφέρουν σε αυτό το βιβλίο. Όπως ο ερωτικός βίος του Αλεξάντερ Πούσκιν και τα ‘‘θανατηφόρα αιδοία’’. Θανατηφόρα, καθώς συχνά ωθούσαν σε μονομαχίες, έχοντας ως μόνη αφορμή τις ζηλοτυπίες, που δημιουργούν οι τριαδικές σχέσεις. Κυριολεκτικώς θανατηφόρα την εποχή του ρώσσου ποιητή, που σκοτώθηκε σε μια παρόμοια μονομαχία, μεταφορικά στον αιώνα του συγγραφέα, που οι μονομαχίες είχαν δια νόμου καταργηθεί, ανεξάρτητα αν οι ιψενικές σχέσεις εξακολουθούσαν, και εξακολουθούν βεβαίως, να θάλλουν. Ο ίδιος ή, ορθότερα, αφού πρόκειται για μυθιστόρημα, ο αφηγητής του φαίνεται συχνά να πρωτοστάτησε σε τέτοιου είδους σχέσεις, αλλά στο ρόλο του εραστή και όχι του απατημένου συζύγου όπως ο Πούσκιν. Πάντως, καθώς ούτε αυτός διέλαθε κάποιων ελαφρύτερων συνεπειών, όπως οι κρίσεις απελπισίας, τα βιώνει μάλλον σαν αιμοβόρα.
Από τον Πούσκιν στον Βαλτινό, τη γέφυρα την αποκαθιστούν το ερωτικό στοιχείο, όπως αυτό ορίζεται από το επιθετικό αρσενικό, και η ποιητικότητα. Όταν το αφηγηματικό alter ego του Βαλτινού ανακαλύπτει το 1986 στο Δυτικό Βερολίνο το ημερολόγιο του Πούσκιν, εικάζει ότι είναι πλαστό, ‘‘τα γεγονότα ωστόσο αναμφισβήτητα’’, όπως σπεύδει να προσθέσει. Παρομοίως, το ημερολόγιο που εκείνος στήνει, δείχνει πλαστό, αυτά, όμως, που καταγράφονται, παραπέμπουν ‘‘αναμφισβήτητα’’ στον αισθητίστα συλλέκτη γλωσσικής ύλης και συμβάντων, που είναι ο Βαλτινός. Όσα από τα αναφερόμενα βρίσκονται εκτός της βιωμένης από τον συγγραφέα χρονολογικής περιόδου, θα μπορούσαν να αντλούνται από το ημερολόγιο του συγγραφέα, όταν εκείνος λειτουργεί ως συλλέκτης ιστοριών.
Με το συλλέκτη να προηγείται του μυθοπλάστη ξεκίνησε ο Βαλτινός και έτσι συνέχισε. Σε αυτήν την πορεία, ωστόσο, διακρίνονται δυο περίοδοι. Στην πρώτη τριακονταετία (1963-1992), επιλέγονται ως θέματα εξαιρετικές περιπτώσεις ιστοριών, ενώ στην δεύτερη, που αρχίζει το 1994, όταν εκδίδεται το πρώτο βιβλίο με μυθοποιημένες μαρτυρίες, το «Ορθοκωστά», ο συλλέκτης- μυθοπλάστης επιζητά, ταυτόχρονα, ρόλο ‘‘ιστορικού’’ και δη ‘‘αναθεωρητικού’’. Το 1994 μπορεί να θεωρηθεί κομβικό έτος για τη σχέση του Βαλτινού με την Ιστορία, καθώς η οπτική του διαφοροποιείται, ακολουθώντας στο εξής αναθεωρητική στάση απέναντι στα ιστορικά συμβάντα. Δείχνει, δηλαδή, να απαλλάσσεται από κάποιες προγενέστερες δεσμεύσεις και να κινείται πλέον ανεμπόδιστα. Περιέργως, στις ημερολογιακές εγγραφές εκείνου του οριακού έτους, που φτάνουν κατ' εξαίρεση τις εννέα, μάλιστα τρεις στην ίδια ημέρα, την 29η Απρ., Μεγάλη Παρασκευή, δεν υπάρχουν ούτε καν νύξεις ιστορικής υφής. Μια, πάντως, εγγραφή, με ημερομηνία 23 Ιουν. 1994, αναφέρεται στην υπογραφή αντιτύπων νέου βιβλίου. Πρόκειται μάλλον για την μόλις εκδοθείσα «Ορθοκωστά». Υπερβαίνοντας τις συγγραφικές προθέσεις, η ημερομηνία ενδεχομένως να παραπέμπει ακριβώς στα πενήντα χρόνια από την ημέρα που άρχισε η τρίτη μεγάλη εκκαθαριστική επιχείρηση Γερμανών και ‘‘συνοδοιπόρων’’ στον Πάρνωνα, το κατ’ εξοχήν εμφυλιοπολεμικό σκηνικό του συγγραφέα.
Γενικότερα, στις συνολικά 153 εγγραφές, ο αφηγητής, χωρίς να ξεφεύγει από τον θεματογραφικό κύκλο του Βαλτινού, φαίνεται να κινείται περισσότερο σε προσωπικές περιοχές. Ας διευκρινίσουμε ότι, επί του συνόλου, μόλις έξι εγγραφές αφορούν τον 19ο αιώνα και 14 την πρώτη τριακονταετία του 20ου, δηλαδή την περίοδο προ της γεννήσεως του συγγραφέα. Οι περισσότερες από αυτές είναι γριφώδεις και συγκριτικά προς εκείνες που ακολουθούν σύντομες, μερικές ακόμη και της μιας φράσης. Παρά την πύκνωση της αφήγησης, προκαλούν μια, λιγότερο ή περισσότερο φευγαλέα, συγκίνηση.
Οι ημερολογιακές καταγραφές λόγων και γεγονότων συνοδεύονται από την ημερομηνία, που μπορεί μεν να τις σηματοδοτεί, αλλά δεν λαμβάνεται υπόψη στην παράταξή τους. Η κειμενική αλληλουχία των γεγονότων είναι ανεξάρτητη του πότε συνέβησαν. Εδώ, γεννιέται το ερώτημα, αν πρόκειται για μορφική εκζήτηση ή για αισθητικό αίτημα. Ένα παράπλευρο ερώτημα θα ήταν το ποια εικόνα θα αναδεικνυόταν, αλλά κι αν θα αναδεικνυόταν κάποια, στην περίπτωση που αποκαθίστατο η χρονολογική αλληλουχία. Τι θα προέκυπτε μέσα από τα βιωματικά σπαράγματα και τα αποσπάσματα από τα βιογραφικά στοιχεία; Δίκην παραδείγματος, η αφήγηση της ερωτικής συνεύρεσης της 9ης Σεπ. 1996, σε στάση, για το θήλυ, αν όχι πάντοτε επώδυνη, σίγουρα πάντως υποτιμητική, αλλά για το άρρεν εσαεί απολαυστική, γιατί να κόπτεται στα δυο με την παρεμβολή δυο εγγραφών που αναφέρονται στα γηρατειά και την απειλή του θανάτου; Ο Εμπειρίκος, λ.χ., ποτέ δεν θα αναχαίτιζε τόσο βίαια την αναγνωστική ηδονή. Ωστόσο, και στους δυο συγγραφείς, η γυναίκα προβάλλει σαν πρόσωπο λατρείας, με τις περιγραφές να εστιάζουν στο γυναικείο σώμα και την ερωτική τελετουργία. Αυτό συνιστά ένα σημείο συνάντησης αμφοτέρων με τον Πούσκιν. Μόνο οι Λολίτες του «Μεγάλου Ανατολικού» απουσιάζουν από το Ημερολόγιο Βαλτινού, που, κατά τα άλλα, συναγωνίζεται τον Εμπειρίκο στις ελευθεριάζουσες περιγραφές. Υπάρχει, πάντως, μια και μονάκριβη αναφορά, με ημερομηνία 13.5.1966, κάτι σαν δίστιχο: ‘‘Αυτή η άγουρη ακόμη μικρούλα./ Αυτή η προνύμφη.’’ Ο Βαλτινός, με την επίγνωση ότι είναι μονάχα πεζογράφος, όπως παρατηρεί σε χρονικά μεταγενέστερη εγγραφή, κοιτάζοντας φωτογραφία από το γκρέμισμα του Τείχους του Βερολίνου, καταχωρεί τους μοναδικούς στίχους του Ημερολογίου. Είχαν γραφτεί τότε και συνομιλούν όχι με τον Εμπειρίκο, αλλά με τον Νικήτα Ράντο. Αν και ο τελευταίος στίχος ακούγεται μάλλον ως παρήχηση της κατακλείδας του εγγονοπολικού «Μπολιβάρ». Άραγε, αν ο Βαλτινός έγραφε ποίηση, θα ακολουθούσε τους υπερρεαλιστές του Μεσοπολέμου; Πάντως, προβάλλει το ίδιο με εκείνους ιερόσυλος, όταν αλλοιώνει φράσεις συναξαριστών, ‘‘...και την αγκάλιασε και έλαβε μεγάλη θεραπείαν.’’ Ή, ακόμη, όταν μνημονεύει ερωτικές διεγέρσεις σε εκκλησιαστικούς χώρους υπό το βλέμμα τρουλλαίου Παντοκράτορος.
Δίκην και πάλι παραδείγματος, σε αυτό το μαστορικά ‘‘ανακατωμένο’’ Ημερολόγιο, στα δυο δεν κόβονται μόνο οι ερωτικές συνευρέσεις αλλά και οι θάνατοι και οι τελετουργίες που ακολουθούν μέχρι και την ανακομιδή των οστών. Οι τελευταίες δύσκολες ώρες της μητέρας του αφηγητή, μαζί με τις επώδυνες για τον ίδιο μνήμες από την ταφή της, αλλά και από ένα παράπονό της, αφορμώμενο από τον μποέμικο βίο του, φαίνεται να δίνουν το υλικό για δυο εγγραφές, που καταχωρούνται ασύνδετες. Έτσι, όμως, αμβλύνεται το δραματικό στοιχείο της αφήγησης. Από το πρόσφατο 15ο βιβλίο του Βαλτινού, φαίνεται ότι πρόκειται για τη μητέρα του συγγραφέα. Ενδεικτικότερο το παράδειγμα δυο ημερολογιακών καταχωρήσεων με την ίδια ημερομηνία, 28.10.1994, αλλά σε κειμενική απόσταση, ώστε να λειτουργούν αυτοτελώς. Εδώ, η απώλεια είναι ένα εξαιρετικό διήγημα για τον συζυγικό έρωτα, που κρατούσε άλλοτε ποτέ μισό αιώνα και συνεχιζόταν για ακόμη ένα τέταρτο του αιώνα, κατά το οποίο ο ένας από τους δυο τύχαινε να επιβιώσει του θανάτου του ετέρου ημίσεως. Ένα διήγημα, που, αν αυτονομείτο, θα μπορούσε να τιτλοφορείται ‘‘ανακομιδή οστών’’ ή ‘‘το ταξείδι στο σκότος’’. Παρεμπιπτόντως, έναν παρόμοιο ισόβιο έρωτα επιλέγει ο συγγραφέας ως τελευταία χρονικά εγγραφή του Ημερολογίου, στις 3 Ιαν. 2011. Είναι τα λόγια ενός γέροντα, στον έβδομο χρόνο από τον θάνατο της γυναίκας του, που γιατροπόρεψε μέχρι τελευτής της. Ενώ, καθόλου τυχαία, ως χρονικά πρώτη εγγραφή, προκρίνεται η 18η Ιουν. 1836, με την περιγραφή της ερωτικής συνεύρεσης του Αλέξανδρου και της Ναταλίας Πούσκιν σε μια στάση αγγλιστί doggystyle, γερμανιστί hundchenstellung, ή, προς εξωραϊσμό των εντυπώσεων, a tergo.
Με άλλα λόγια, ένα Ημερολόγιο για τον έρωτα αλλά και τον θάνατο, όπου ο θάνατος θα αναμενόταν να κυριαρχεί στα ιστορικά συμβάντα. Οπότε και επανέρχεται το ερώτημα: Σε μια χρονολογικά εύτακτη παράταξη, ποια από αυτά θα μπορούσαν να συναρμολογηθούν και σε ποια μορφή μυθοπλαστικής εκδοχής θα αναδεικνύονταν; Αρκετές εγγραφές δείχνουν σαν εράνισμα από τα εναπομείναντα άλλων βιβλίων. Λ.χ., από το «Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη. Βιβλίο δεύτερο: Βαλκανικοί - ’22» έλκουν την καταγωγή τους οι λιγοστές εγγραφές της Μικρασιατικής περιπέτειας. Μόνο που η έμφαση δίνεται στο ένστικτο της ζωής παρά στο αιματοκύλισμα. Κυρίαρχο προβάλλει το γενετήσιο ένστικτο, είτε αυτό εκδηλώνεται ως βιασμός είτε σαν ονείρωξη. Δεν λείπουν και κάποιες νότες αισθηματισμού. Για παράδειγμα, όταν το Μικρασιατικό Μέτωπο βρίσκεται υπό κατάρρευση και ένα δυο δικοί μας, λουφαγμένοι στο δάσος για να γλιτώσουν, κοιτάζουν τα αστέρια. Είναι τα ίδια αστέρια που έβλεπαν και από τον τόπο τους. Ακόμη κι αυτή η αναφορά έχει το ερωτικό της συνδηλούμενο, καθώς ξεχωρίζουν τον Ωρίωνα, για τους νησιώτες αλετροπόδι, που, κατά τη μυθολογική εκδοχή, κυνηγά μονίμως από πίσω την Πούλια.
Από τα υπόλοιπα των δυο μπεστ σέλερ του συγγραφέα, που αναφέρονται στην ταραχώδη δεκαετία του ’40, μόλις τρεις είναι οι εμφυλιοπολεμικές εγγραφές που σχετίζονται με τα κοινά: Απρ. 1947, ‘‘Θα μεθύσουν τα βουνά από το αίμα τους’’, δηλωτική της έπαρσης της μιας πλευράς, καθώς αρχίζουν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο. Ιούν. 1948, ‘‘Μέθυσαν τα βουνά από το αίμα’’, σαν ουδέτερη διαπίστωση. Εξάλλου, από το πρώτο κιόλας διήγημα του Βαλτινού («Αύγουστος 1948»), τα βουνά πίνουν αίμα. Αργότερα, αρκετά αργότερα, εμφανίζεται ο έρωτας, ο έτερος ισχυρός πόλος στο έργο του. Η τρίτη εγγραφή αυτής της δεκαετίας, 16 Ιουλ. 1948, ‘‘Και τα όρη αυτών μεθυσθήσεται εν τω αίματι αυτών’’, είναι από την Βίβλο. Συγκεκριμένα από τα της Ιουδήθ, χωρίς όμως να γίνεται καμία μνεία στον θρίαμβο των αδυνάτων μετά τον μακάβριο αποκεφαλισμό του Ολοφέρνη από εκείνη. Με τη θεία βοήθεια δρα η Ιουδήθ, σε αντίθεση με τη δολιότητα της Δαλιδά, που εκμηδένισε αναίμακτα τον Σαμψών. Εδώ, οι εμφυλιοπολεμικές εμμονές του Βαλτινού σαν να αναμιγνύονται με εκείνες που δημιουργούν στον αφηγητή του οι γυναίκες δήμιοι, όπως η Δωροθέα, που διατηρούσε σύζυγο και δεύτερο εραστή ή η Ελ., που όταν τον παράτησε, εκείνος πήγε να τρελαθεί, όπως θυμάται 23 χρόνια μετά. Ως εναρκτήρια εγγραφή του τρέχοντος αιώνα, 27 Ιουν. 2000, επιλέγεται το εορτολόγιο της ημέρας, που φέρει επικεφαλής τον Σαμψών τον επονομαζόμενο ξενοδόχο. Διαφορετικά πρόσωπα ο Σαμψών του Βιβλίου των Κριτών και εκείνος της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτό, όμως, δεν αποκλείει ο αφηγητής να φαντασιώνεται εαυτόν άλλοτε σαν Σαμψών κι άλλοτε σαν Αϊ Γιώργη. Έτσι, άλλωστε, φαίνεται να τον έχουν οι γυναίκες που ανέκαθεν τον περιστοιχίζουν. Δεν είναι τυχαίο, ότι στο πρώτο και το τελευταίο απόσπασμα, κατά σειρά κειμενικής παράταξης, αυτές πρωταγωνιστούν, και όχι το ’22 ή ο Εμφύλιος.
Ορισμένες μνήμες βιωματικές ή αναγνωστικές αυτονομούνται με την ημερομηνία τους, ενώ άλλες καταχωρούνται με την ημερομηνία της δημιουργίας τους, δηλαδή της πρόσληψής τους από τον ημερολογιογράφο. Για παράδειγμα, στις καταχωρήσεις του 19ου αιώνα, οι ερωτικές εγγραφές του Πούσκιν έχουν ως αντίστιξη εκείνες από το ημερολόγιο της γερμανίδας ζωγράφου Πάουλα Μπέκερ, που είχε αποκλείσει τον έρωτα από τη ζωή της για τον έρωτα της Τέχνης. Βασανιζόταν με τη μορφή, ανοίγοντας καινούριους εκφραστικούς δρόμους. Σήμερα, τα έργα της εντάσσονται στον πρώιμο εξπρεσιονισμό. Αρκετές εγγραφές είναι από κουβέντες, εξομολογήσεις ή προφητικές φράσεις γυναικών, που φαίνεται να τις απευθύνουν στον αφηγητή. Εκείνος τις εναλλάσσει με εξαιρετικά συμβάντα από την ορεινή ενδοχώρα παλαιότερων εποχών. Εκεί οι γυναίκες υποτάσσονταν στους άντρες και ξεθύμαιναν βιαιοπραγώντας στα ζωντανά. Ορισμένες αφηγήσεις έχουν τη μορφή μίνι διηγημάτων. Μερικές εντυπώνονται με το κρυπτικό τους φορτίο, άλλοτε λεκτικό κι άλλοτε νοηματικό. Υπάρχουν, όμως, και κάποιες που χάνουν μέρος από το ειδικό βάρος τους, καθώς λείπει η συγκεκριμένη αναφορά σε πρόσωπα. Άλλη η αναγνωστική αίσθηση από την κηδεία του μπάρμπα-Γιάννη Μ. ή το μνημόσυνο του Αλέξανδρου Κ. και άλλη από την κηδεία του Μανούσακα και το μνημόσυνο του Κοτζιά.
Τελικά, αν υπερισχύει μια αίσθηση, αυτή είναι η αίσθηση της νοσταλγίας. Και όταν πρόκειται για τα κοινά, εκείνη της ματαίωσης. Κατά τα άλλα, εμείς κρατάμε τις επιφυλάξεις μας για το συγγραφικό πείσμα του Βαλτινού να δοκιμάζει και να δοκιμάζεται σε διαφορετικές μυθοπλαστικές μορφές. Πιθανώς, ο χρόνος να τον δικαιώσει, όπως συνέβη με την Πάουλα Μπέκερ. Μέχρι στιγμής, πάντως, στα Άπαντα Βαλτινού υπάρχουν μόνο δυο συλλογές διηγημάτων. Με το υλικό του Ημερολογίου έχουμε την εντύπωση – μην πούμε βεβαιότητα – ότι θα προέκυπταν και μια και δυο πρόσθετες, καθώς ακόμη και εγγραφές διαφορετικών ημερομηνιών συνομιλούν μεταξύ τους, εάν συναρμοστούν. Επιβεβαίωση αυτού του ισχυρισμού αποτελεί το διήγημα με τίτλο «Τρίπτυχο», που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό «Εντευκτήριο». Τα τρία μέρη από τα οποία απαρτίζεται, με τον αυτοτελή χαρακτήρα που έχουν, θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν διάσπαρτα στο Ημερολόγιο. Πόσους, άλλωστε, διηγηματογράφους παρόμοιας και ανταγωνίσιμης ως προς αλλοδαπούς ομότεχνους στάθμης έχουμε σήμερα; Δύο το πολύ τρείς, όχι, πάντως, παραπάνω, ασχέτως αν το διήγημα φέρεται σήμερα ως λογοτεχνικό είδος εν ακμή. Αυτό δεν είναι παρά πλασματική εικόνα της εκδοτικής αγοράς που θολώνει τα νερά και αποπροσανατολίζει τους αναγνώστες από τις υψηλές επιδόσεις της διηγηματογραφικής παράδοσης.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.

