
Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012
Ποιος θυμάται τον Ιωάννη Γρυπάρη

Ποια είναι η τύχη του Ιωάννη Γρυπάρη εβδομήντα στρογγυλά χρόνια μετά τον θάνατό του; Στις 11 Μαρτίου 1942, στις 4 το πρωί, σύμφωνα με την εκ των υστέρων ιατρική βεβαίωση, άφησε, κατά το κοινώς λεγόμενο, την τελευταία του πνοή στο σπίτι του, στην Καλλιθέα. Δεν μνημονεύτηκε το 1992, κατά την πεντηκονταετηρίδα του, ούτε δέκα χρόνια αργότερα, στη συμπλήρωση εξήντα χρόνων. Το τελευταίο αφιέρωμα έγινε το 1952. Ποιος, λοιπόν, ο λόγος να τον θυμηθούμε εφέτος;
Διατηρητέο αλλά καταρρέον
Κατά μια άποψη, η τύχη του προσομοιάζει με εκείνη της οικίας του, που έχει μεν χαρακτηριστεί διατηρητέα, αλλά καταρρέει. Μόνο που η δική της κακοδαιμονία δεν οφείλεται στην ανυπαρξία ενδιαφέροντος, αλλά στην ύπαρξη δυο ενδιαφερόμενων φορέων, που αδυνατούν να συμφωνήσουν. Ο ένας είναι ο Δήμος Καλλιθέας, που έχει μεγαλεπήβολα σχέδια. Προτείνει να την διαμορφώσει σε Κέντρο Αρχαίας Ελληνικής Γραμματολογίας. Δεν θα είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά, που θα χρησιμοποιήσει την οικία Γρυπάρη. Σε αυτήν, το 1955, είχε στεγαστεί η νεότευκτη τότε Δημοτική Βιβλιοθήκη Καλλιθέας, με μαγιά την Βιβλιοθήκη του Γρυπάρη, εξ ου και Γρυπάρειος Βιβλιοθήκη. Η οικία, ωστόσο, εγκαταλείφθηκε, όταν η Βιβλιοθήκη μεταστεγάστηκε σε ιδιόκτητο κτίριο. Αργότερα, δεκαετία του ’80, είχε καταβληθεί μια δεύτερη προσπάθεια, μέχρι και εγκαίνια Μουσείου Γρυπάρη είχαν γίνει, χωρίς συνέχεια. Όλα αυτά με τη σύμφωνη γνώμη του άλλου φορέα, που είναι η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, στην οποία και ανήκει κληρονομικά η οικία Γρυπάρη. Τα τελευταία χρόνια, ο Δήμος επανήλθε. Μόνο που αυτή τη φορά, για να αντιμετωπίσει το οικονομικό βάρος της αναστήλωσης και της διαμόρφωσης Κέντρου, ζητά να του παραχωρηθεί η χρήση της για σαράντα χρόνια. Αίτημα, που η Εταιρεία βρίσκει υπερβολικό. Από την πλευρά της, ωστόσο, δεν μπορεί να εξασφαλίσει πόρους για την αναστήλωση της οικίας. Το ΥΠ.ΠΟ. δεν βοηθάει, παρόλο που το αίτημα έγινε σε εποχή παχιών αγελάδων. Γενικώς, η αναστήλωση κτιρίων δεν είναι στις προτεραιότητές του, πλην όσων προορίζονται για εμπορικά κέντρα. Προσώρας, ό,τι σώζεται από την Βιβλιοθήκη Γρυπάρη, μαζί με χειρόγραφα του ποιητή, φαίνεται ότι βρίσκεται αποθηκευμένο σε κούτες και μοιρασμένο στον Δήμο και την Εταιρεία.
Το 1942, ο πρόεδρος της Εταιρείας Μιχάλης Αργυρόπουλος δήλωνε συγκινημένος από την δωρεά Γρυπάρη, θυμίζοντας ότι “το πρώτο αγκωνάρι”, για το Αρχείο της το είχε βάλλει ο Αλέξανδρος Πάλλης. Τότε, η Εταιρεία διαβεβαίωνε, ότι θα διατρανώσει την ευγνωμοσύνη της. Όπως άλλωστε και ο Δήμος, του οποίου δημότες και μόνιμοι κάτοικοι ήταν ο Γρυπάρης και η σύζυγός του Ειρήνη Ιγγλέση-Γρυπάρη από τον Σεπτέμβριο του 1929, όταν αγόρασαν το σπίτι στην τότε οδό Αμαζόνων. Βεβαίως, αυτός είναι ο κανόνας για κληρονομιές και κληροδοτήματα γενικώς αλλά και ειδικώς των λογοτεχνών. Όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, όταν υπάρχουν σύζυγοι, τα πλήρη ιδιοκτησιακά δικαιώματα πέρασαν στον ευεργετούμενο φορέα μετά το θάνατο και της συζύγου, η οποία με τη διαθήκη της υπάκουσε στη βούληση του αποθανόντος. Η σύζυγος Γρυπάρη πέθανε δέκα χρόνια αργότερα, στις 29 Απριλίου 1952. Πάντως, σε όλες γενικώς τις περιπτώσεις, επιδεικνύεται ο πρέπων σεβασμός στους αποθανόντες, ανέξοδα, δια της μετονομασίας της οδού, στην οποία κατοικούσαν. Σήμερα, η οικία Γρυπάρη βρίσκεται επί της οδού Ιωάννη Γρυπάρη, όπως, λ.χ., η οικία Σινόπουλου επί της οδού Τάκη Σινόπουλου. Ειδικά, στη μετονομασία σε Γρυπάρη θα πρέπει να επιδείχθηκε ιδιαίτερη προθυμία, καθώς η παλαιότερη Αμαζόνων είχε ενδιαμέσως μετονομαστεί σε Ιωάννου Μεταξά.
Δυο σιφνιοί ποιητές, ο εξής ένας
Παραπλήσια στάθηκε η τύχη του Γρυπάρη και στον γενέθλιο τόπο του, την Σίφνο. Το νησί των ποιητών, του Αριστομένη Προβελέγγιου και του Ιωάννη Γρυπάρη, όπως γλαφυρά έγραφε ο Ηλίας Βενέζης, το 1960, που συμπληρώνονταν 90 χρόνια από την γέννηση του Γρυπάρη. Είδε το φως στις 17 του Γιαλινού 1870, στο πατρογονικό σπίτι των Γρυπάριδων, στον Αρτεμώνα της Σίφνου. Αν και κανονικώς εχόντων των πραγμάτων, θα γεννιόταν στην Πόλη, όπου ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν ο σιφνιός δάσκαλος Νικόλαος Γρυπάρης και η επίσης Σιφνιά, Ελένη Κολοράκη, το γένος Φραγκουλιάδη. Ας όψεται, όμως, η πυρκαγιά, που κατέστρεψε το σπίτι τους και απείλησε τη ζωή της εγκύου, η οποία και τους έφερε άρον άρον στην γενέτειρα. Παρά την ατυχία, τρία χρόνια αργότερα η οικογένεια επέστρεψε στην Πόλη. Εκεί μεγάλωσε και έμαθε γράμματα ο Γρυπάρης, μέχρι τα δέκα οκτώ, που γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Ο Γιάννης Αρτεμωνιάτης έμεινε ψευδώνυμο της ποιητικής συλλογής, που έστειλε στον Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό του 1892.
Το άρθρο του Βενέζη αναδημοσιεύεται σε πρόσφατο λεύκωμα για την Σίφνο, όπου την πρώτη θέση διατηρεί ο πρεσβύτερος ποιητής, ο συνομήλικος του Παλαμά, Προβελέγγιος. Αλλά και στο γενέθλιο νησί τους, η δική του παρουσία είναι η κυρίαρχη. Σε περίοπτη θέση, στα Εξάμπελα, βρίσκεται το σπίτι του Προβελέγγιου. Λειτουργεί ως μουσείο, από κοινού με τον εγγονό του, τον ποιητή Γιώργο Λίκο. Παραδίπλα, στην αυλή του Λυκείου Σίφνου, είναι η προτομή του, έργο του φίλου του Γιαννούλη Χαλεπά. Στην ΝΑ πλευρά του νησιού, στην περιώνυμη Μονή της Χρυσοπηγής, υπάρχει ως μουσειακός χώρος ένα δικό του κελί, όπου σε απομόνωση επιδιδόταν στη συγγραφή. Επίσης, σκόρπια στο νησί συναντά κανείς τα παρεκκλήσια της οικογένειας Προβελέγγιου, με εντοιχισμένες πλάκες να θυμίζουν ιδιοκτήτες και δωρητές. Ως αντιστάθμισμα, στις παρυφές της κατοικημένης περιοχής του Αρτεμώνα, μια εντοιχισμένη πλάκα σε ένα ανώγι θυμίζει ότι εκεί γεννήθηκε ο Γρυπάρης. Καταδικασμένος σε μεγαλύτερη αφάνεια βρίσκεται ένας τρίτος Σιφνιός, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος, γνωστός ως Ραμπαγάς. Όπως και στου Γρυπάρη, μια εντοιχισμένη πλάκα σε σπίτι της Απολλωνίας θυμίζει την ύπαρξή του, αλλά ως πρόσωπο έχει περιπέσει σε πλήρη λήθη.
Εντίμως ανθολογημένος,
αλλά ελάσσων
Αυτά, όσο αφορά τη μνήμη που κρατούν οι τόποι. Από μια διαφορετική άποψη, η τύχη του Γρυπάρη προσομοιάζει και με εκείνη της παρουσίας του στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Σύμφωνα με την αποδελτίωση κοντά 120 ετών (1884-2001) από τον Λάμπρο Βαρελά, ο Γρυπάρης πρωτοεμφανίζεται το 1916, με ένα ποίημα, το «Ύπνος», στην Νεοελληνική Ανθολογία για την τρίτη και την τέταρτη τάξη του γυμνασίου των εκδόσεων Σιδέρη. Στη δεκαετία του ’30, η παρουσία του φθάνει στην κορύφωσή της, με δέκα ποιήματα, για να καταλήξει το 2001 και πάλι με ένα ποίημα. Αυτή τη φορά, στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της πρώτης Λυκείου, ανθολογείται το ποίημα «Εστιάδες». Αναμφιβόλως, αυτή η τελευταία επιλογή, σε σχέση με εκείνη του 1916, δείχνει τις μεγαλύτερες απαιτήσεις της σημερινής εκπαίδευσης, τουλάχιστον όσο αφορά την κατάρτιση των σχολικών εγχειριδίων. Το ποίημα «Εστιάδες» έχει αλληγορικό φορτίο και όπως δείχνουν οι διορθώσεις του χειρογράφου, δουλεύτηκε πολύ. Κατά τα άλλα, στα σχολικά βιβλία αλλά και γενικότερα, ο Γρυπάρης έχει την ίδια τύχη με τους λοιπούς χαρακτηριζόμενους ως ελάσσονες της Αθηναϊκής Σχολής. Αν και κατά τον Τέλλο Άγρα, ομότεχνό τους αλλά και κριτικό τους, “Nihil minor in litteris”.
Το ερώτημα, όμως, είναι η τύχη που του επιφύλαξαν οι ομότεχνοί του στα μεταγενέστερα χρόνια. Κατά ένα νεότερο ποιητή, τον Διονύση Καψάλη, η νεοτερική ευαισθησία τον καταδίκασε, μαζί με τον Μαλακάση και άλλους παλαιότερους τεχνουργούς του έμμετρου λόγου, “να απολαμβάνουν τη διακριτική αιωνιότητα των εντίμως ανθολογημένων”. Καίτοι είναι αναγνωρισμένοι ως “κλασικοί του σύγχρονου λυρισμού”. Τον Γρυπάρη, ο Καψάλης τον αποκαλεί “μείζονα ποιητή”. Ωστόσο, αυτό το “εντίμως ανθολογημένοι”, περισσότερο ο χαρακτηρισμός του “μείζονος”, σηκώνει συζήτηση. Στην δίγλωσση ανθολογία των Peter Bien, Peter Constantine, Edmund Keeley και Karen Van Dyck «Greek Poetry 1900-2000», που εκδόθηκε το 2004, δεν ανθολογείται κανείς της γενιάς του Παλαμά, ούτε ο ίδιος ο Παλαμάς. Μόνο ο Καβάφης, μετά πλείστων όσων μεταγενέστερων, που θα εντάσσονταν, κατά παράβαση του θέσφατου του Άγρα, στους ελάσσονες. Στην εξάτομη Ανθολογία-Γραμματολογία των εκδόσεων Σοκόλη, η γενιά του 1880 ανθολογείται στον δεύτερο τόμο, που επιμελήθηκε ο Μ. Γ. Μερακλής. Μόνο που ο μελετητής έχει τις προτιμήσεις του και ο Γρυπάρης μάλλον δεν βρίσκεται ανάμεσά τους. Θεωρεί ότι το νέο, που κομίζει η ποίησή του, είναι “το φυλάκισμα του φλογερού, σεξουαλικού πάθους μέσα στα δεσμά του σχολαστικά φροντισμένου στίχου του, μαζί με τις σαφείς ενδείξεις μιας πικρής, ορφανεμένης από μεγάλες εκπλήξεις και εμπειρίες ζωής”.
Σε δυο νεότερες ανθολογίες της ελληνικής ποίησης του 20ού αιώνα, των Κ. Γ. Παπαγεωργίου - Β. Χατζηβασιλείου (2007) και του Ε. Γαραντούδη (2008), όλη η γενιά είναι μεν “εντίμως ανθολογημένη”, αλλά, και πάλι, διαφέρουν οι ιεραρχήσεις και οι προτιμήσεις. Πάντως, ο Γρυπάρης, στη δεύτερη ανθολογία, καταχωρείται με τον ελάχιστο αριθμό των δυο ποιημάτων. Σε μια διαφορετικής διάθεσης ανθολογία, με τίτλο, «Η χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς», ο Μανόλης Αναγνωστάκης προτείνει την δική του ιεράρχηση, προτάσσοντας, με δέκα ποιήματα, τον Απόστολο Μελαχρινό και τοποθετώντας, αμέσως μετά, με εννέα ποιήματα, Γρυπάρη και Κωνσταντίνο Χατζόπουλο.
Του ενός και μοναδικού βιβλίου
Ένας ποιητής της νεότερης γενιάς, αυτής του Καψάλη, ο Ηλίας Λάγιος, αποκαλεί τον Γρυπάρη ελάσσονα και βάζει τα δυνατά του για να το αποδείξει. Γι’ αυτό ετοιμάζει, το 2002, μια τυποτεχνικά προσεγμένη έκδοση της μοναδικής του συλλογής «Σκαραβαίοι και Τερρακόττες», με εισαγωγή και επίμετρο. Η οπτική του Λάγιου συνοψίζεται στον εναρκτήριο παραλληλισμό Γρυπάρη-Γκάτσου, ως σημαντικών ποιητών του ενός και μοναδικού βιβλίου, και τη συμπληρωματική απόφανση ότι η «Αμοργός» είναι το μόνο βιβλίο που “θέλησε” ο Γκάτσος, έναντι του ενός που “μπόρεσε” ο Γρυπάρης. Καταιγιστικές είναι οι απορριπτικές παρατηρήσεις του, καθώς σχολιάζει εν προόδω τα ποιήματα. Όσο για την φροϋδικής εμπνεύσεως ανάλυση της συμπλεγματικής σχέσης του Γρυπάρη με την ποίηση του Παλαμά, δείχνει άκρως παρακινδυνευμένη, όπως, άλλωστε, όλες οι ερμηνείες αυτού του τύπου.
Ο Λάγιος δεν προχώρησε στις συνομιλίες της γενιάς του ’30, Γκάτσου, Εμπειρίκου ή ακόμη και Σεφέρη, με τον τεχνουργό πρόγονό τους. Ούτε “τη Μαντελένια τη γιόμορφη” σχολίασε, που είκοσι τόσα χρόνια αργότερα έδωσε την εμπειρίκια «Μανταλένια», παρότι, κατ’ εξαίρεση χαρακτηρίζει αριστούργημα το ποίημα της Μαντελένιας, «Στον ήσκιο της καρυδιάς». Όπως και να έχει, σύμφωνα και με τον σχολιασμό στις Ιστορίες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, η τύχη του ποιητή Γρυπάρη ακόμη στον Μεσοπόλεμο ήταν καλή. Όπως καλή είναι ακόμη μέχρι σήμερα η τύχη του ως μεταφραστή των αρχαίων τραγικών. Επ’ ευκαιρία, υπενθυμίζουμε ότι οι αποδόσεις του στα νεοελληνικά, ιδίως στις τραγωδίες του Αισχύλου, λειτούργησαν στους μεταγενέστερους ως μεταφραστικά πρότυπα. Παρομοίως, ευτύχησε, τουλάχιστον τυποτεχνικά, στις εκδόσεις και επανεκδόσεις αυτού του ενός βιβλίου. Από τις πρώτες, του 1919 και του 1928, που φρόντισε ο ίδιος, μέχρι την έκδοση του 2002, των εκδόσεων Ίνδικτος. Μάλιστα, την πολυτελή έκδοση του 1928, με σχέδια της Πολυξένης Δημαρά, νοστιμεύτηκε ο Σεφέρης για τη δική του «Στέρνα», όπως δείχνουν οι επιστολικές οδηγίες, που δίνει το 1932, από το Λονδίνο, στον Κατσίμπαλη.
Παραδόξως, η απήχηση του Γρυπάρη δεν σταματά εδώ. Οι αμέσως κατοπινοί του νοστιμεύτηκαν και τις μορφικές του καινοτομίες. Εκτός από το ποίημα της Μαντελένιας, που έβαλε σε πειρασμό τον Εμπειρίκο, υπάρχει η μαρτυρία του Γιώργου Κοτζιούλα, πως ένας από τους πολύ γνωστούς ποιητές μας (γράφει το 1941) εκμεταλλεύθηκε υστερώτερα, συστηματικά και απαρατήρητα, τη μορφή ενός από τα καλύτερα ποιήματα του Γρυπάρη, το «Συναποθανούμενοι» Οπότε, το ερώτημα του τίτλου μας σηκώνει παραλλαγή. Ακόμη κι αν κανείς δεν τον θυμάται, μήπως θα άξιζε να διαβάσουμε το μόνο της ζωής του βιβλίο;
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/3/2012.
Ψηφίδες για τον Κάρολο Κουν
Βίκτωρ Θ. Μελάς
«Κάρολος Κουν
Σκόρπιες αναμνήσεις
Από τη ζωή του»
Μ.Ι.Ε.Τ., Ιούνιος 2011
Μετά τους δυο τόμους-λευκώματα για τον Κάρολο Κουν, που εξέδωσαν μέσα στην τελευταία τριετία τα δυο πολιτιστικά ιδρύματα, το Μ.Ι.Ε.Τ. και το Μπενάκειο, ένα ακόμη βιβλίο για τον Κουν, ακόμη και ολιγοσέλιδο, δείχνει σαν υπερβολή. Κι όμως, το καινούριο βιβλίο, όχι μόνο δεν πλεονάζει, αλλά, αντιθέτως, συμπληρώνει την εικόνα του θεατράνθρωπου κατά τον μοναδικό τρόπο που μόνο μια μαρτυρία μπορεί να επιτελέσει. Οι ενθυμήσεις φίλων και στενών συνεργατών αποτελούν πάντοτε μοναδική και αναντικατάστατη πηγή πληροφοριών. Το μόνο μειονέκτημα παρόμοιων καταθέσεων μνήμης είναι ότι οι γράφοντες συχνά παρασύρονται από τα συναισθήματά τους και μεγεθύνουν συμβάντα, μεγαλύνοντας το πρόσωπο. Ο συγγραφέας του πρόσφατου βιβλίου φαίνεται να έχει κατά νου αυτήν την παγίδα και λαμβάνει τα μέτρα του. Όπως γράφει στον πρόλογο, φροντίζει για τα περιστατικά που αφηγείται να υπάρχει η μαρτυρία και άλλων παρευρισκόμενων σε αυτά. Με άλλα λόγια, φαίνεται να σηκώνει το παραπέτασμα του ιδιωτικού χώρου μετά μεγάλης προσοχής. Ίσως, τόσο μόνο, όσο πιστεύει ότι θα άρεσε στον αποθανόντα.Ο Βίκτωρ Μελάς δεν είναι άνθρωπος του θεάτρου. Είναι γνωστός ως συλλέκτης παλαιών ελληνικών χαρτών και κυρίως ως μελετητής τους, χάρις και στα βιβλία του, την συνοπτική ιστορία της χαρτογραφίας, «Γης περίοδος πάσης», που είχε εκδώσει προ δεκαπενταετίας, και τους «Άτλαντες των Μερκατόρ-Χόντιους», το 2003. Όπως εξομολογείται, τον Κουν τον γνώρισε τριαντάχρονος, στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Δηλαδή, όταν ξεκινούσε το Υπόγειο. Ήταν το υπόγειο του κινηματογράφου Ορφέα, με το ταμείο εντός της ομώνυμης Στοάς, που δεν είχε ακόμη αποκτήσει το παρακλάδι της Στοάς του Βιβλίου προς την οδό Πεσματζόγλου. Επισήμως, το Υπόγειο ονομαζόταν τότε Θέατρο Ορφεύς.
Ορισμένες ειδικής φύσης λεπτομέρειες που αφηγείται ο Μελάς, προδίδουν την ιδιότητα του νομικού συμβούλου, με την οποία θα πρέπει να συμμετείχε στην θεατρική ομάδα. Άλλωστε, σύμφωνα με το βιογραφικό του, δικηγορούσε από το 1948, με ειδίκευση στο δίκαιο των εταιρειών και της πνευματικής ιδιοκτησίας. Όπως και να έχει, μαθαίνουμε πως μια από τις πρώτες στη χώρα μας αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία που ιδρύθηκε, ήταν η Ελληνική Εταιρεία Θεάτρου-Θέατρο Τέχνης. Το δικό της καταστατικό υιοθέτησαν ως πρότυπο πολλές από εκείνες που ακολούθησαν. Ο Μελάς θυμάται ότι η μετατροπή του Θεάτρου από εταιρεία φυσικού προσώπου σε μη κερδοσκοπικού νομικού προσώπου έγινε, κατά κάποιο τρόπο, αναγκαστικά, το 1968. Εκείνη τη χρονιά, λόγω και της λογοκρισίας, που είχε επιβάλλει η Δικτατορία, τα οικονομικά του Κουν είχαν χειροτερέψει. Σε αυτό συνέβαλε και το πείσμα του να μην θέλει να ακούσει για περικοπές στο ρεπερτόριο και το θίασο. Τότε, χάρις σε ενέργειες της νύφης του Στράτη Μυριβήλη, Καίτης Κασιμάτη-Μυριβήλη, που ήταν εκπρόσωπος του Ιδρύματος Φορντ στην Ελλάδα, θα μπορούσε να του δοθεί κάποια οικονομική στήριξη. Μόνο που, σύμφωνα με το καταστατικό του Ιδρύματος, θα έπρεπε να αλλάξει την νομική υπόσταση του Θεάτρου του. Βεβαίως, το πρόβλημα για τον Κουν δεν ήταν η αλλαγή του καταστατικού, αλλά η αποδοχή αμερικάνικης βοήθειας εν καιρώ Δικτατορίας. Τελικά, θέλοντας και μη, συμβιβάστηκε με την ιδέα, αφού του δόθηκε η υπόσχεση ότι δεν θα υπάρξει ανάμειξη στα έργα που θα ανέβαζε.
Γενικότερα, το γεγονός ότι ο Κουν διεκδικούσε, ευθύς εξ αρχής, για το Θέατρό του το στάτους κρατικού θεάτρου, είχε το κόστος του. Όπως φαίνεται, περνούσε αρκετό χρόνο, στο γραφειάκι του, στο Υπόγειο, πριν και μετά την πρόβα, προσπαθώντας να ισοσκελίσει τα οικονομικά του. Έκανε τις προσθαφαιρέσεις του σε ένα μπλοκάκι διαστάσεων 10 επί 5 εκατοστών. Όμως, δεν ήταν τα μικροσκοπικά του γράμματα, που έφεραν, ένα χρόνο αργότερα, το λογιστικό λάθος. Ο φταίχτης ήταν μια πρώην, δηλαδή προδικτατορική, Υπουργός, αρμόδια για τα εργασιακά, που αθέτησε την υπόσχεσή της. Μένει η απορία, σε ποια πρώην Υπουργό μπορεί να απευθύνθηκε ο Κουν το 1969, δεδομένου ότι στην τελευταία προδικτατορική κυβέρνηση δεν συμμετείχε καμιά γυναίκα. Όπως και να έχει, στο σκαμνί βρέθηκε ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Θεάτρου Τέχνης, με την κατηγορία ότι διατηρούσε “διπλά βιβλία”.
Δεκαεπτά συν μια ιστορίες έχει συγκεντρώσει ο Μελάς, τις οποίες και παρατάσσει, εκτός αυτής της μιας, κατά χρονολογική σειρά. Η μοναδική άχρονη ιστορία τιτλοφορείται «Η διαδικασία της δημιουργίας» και περιγράφει, από την οπτική γωνία ενός παρατηρητή, τι σήμαινε μια πρόβα, όταν την μπαγκέτα την κρατούσε ο Κουν. Με διευθυντή ορχήστρας τον είχε παρομοιάσει ο συνθέτης Γιάννης Χρήστου. Και εκείνος κάτι ήξερε, αφού τον είχε παρακολουθήσει σε τρεις από τις σημαντικότερες παραστάσεις του. Μέσα στην δεκαετία του ’60, ο Χρήστου είχε γράψει τη μουσική για τους «Πέρσες», τους «Βάτραχους» και το κύκνειο άσμα του, τον ηλεκτρονικό «Οιδίποδα», που ανέβηκε τον Μάϊο του 1969. Στις 8 Ιανουαρίου 1970, τη νύχτα των γενεθλίων του, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα. Στο κείμενό του, ο Μελάς δεν αναφέρεται σε μια πρόβα σε ανοικτό χώρο ή σε ένα οποιοδήποτε θέατρο, αλλά στο Υπόγειο. Σε εκείνο τον περιορισμένο υπόγειο χώρο, στον οποίο απαγορεύονταν οι θεατές, πλην των πολύ οικείων του Κουν, όπως ήταν ο ίδιος ο Μελάς. Γιατί η πρόβα για τον Κουν ήταν μέρος της δημιουργικής διαδικασίας. Εκνευριζόταν, φώναζε, ξεσπούσε, με ένα λόγο, “φλεγόταν”.
Ο Μελάς παραθέτει μια ιστορία κατ’ έτος, ξεκινώντας από το 1959. Κάποια χρόνια τα προσπερνάει, ενώ το 1969 καταχωρεί δυο ιστορίες και τον τελευταίο χρόνο, το 1987, τρεις. Ο Κουν πέθανε στις 14 Φεβρουαρίου 1987. Είναι μια ωραία σύμπτωση, ο εραστής του θεάτρου να πεθαίνει την ημέρα, που έχουμε υιοθετήσει ως ημέρα των ερωτευμένων. Ο Κουν είχε ορίσει εκτελεστή της διαθήκης, που είχε συντάξει στις 27 Οκτωβρίου 1986, τον Μελά. Ήταν το 1977, στη διάρκεια περιοδείας, συγκεκριμένα στην Στοκχόλμη, στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου, όπου είχε βρεθεί κλινήρης, την παραμονή της παράστασης, που του έκανε για πρώτη φορά λόγο για την σύνταξη διαθήκης. Σαν διαδόχους του έβλεπε τον Δημήτρη Χατζημάρκο και τον Γιώργο Λαζάνη. Μόνο που ο πρώτος απεβίωσε τον επόμενο χρόνο, στα 59 του, και η διαθήκη χρειάστηκε πολλές συζητήσεις και σχέδια επί σχεδίων για να πάρει την τελική ολιγόλογη μορφή της. Το ιστορικό της δημοσίευσης της διαθήκης είναι μια από τις τρεις ιστορίες του 1987. Παρατάσσεται μετά εκείνη του θανάτου του και πριν από την καταληκτική ιστορία για το τελευταίο έργο που σκηνοθέτησε, «Ο ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη, και του οποίου η πρεμιέρα συνέπεσε με την ημέρα του θανάτου του. Το ιστορικό εικονογραφείται με το τεκμήριο της ιδιόγραφης διαθήκης. Όπως εξηγεί ο Μελάς, η δημοσίευση μιας ιδιόγραφης διαθήκης γίνεται στο Πρωτοδικείο με ένα ή δυο μάρτυρες και συνιστά μια ολιγόλεπτη διαδικασία. Του Κουν, ωστόσο, έγινε στις 20 Φεβρουαρίου, απρογραμμάτιστα και αυθόρμητα προ ενός πυκνού ακροατηρίου, το οποίο, κατά απαίτηση του νεαρού τότε δικαστή και σήμερα αρεοπαγίτη Ελευθέριου Νικολόπουλου, στάθηκε όρθιο και τήρησε απόλυτη σιγή. Έτυχε να είναι και ο δικαστής ένας από τους θαυμαστές του. Γιατί ο Κουν ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα μυθικό πρόσωπο.
Η Ελλάδα μπορεί να υπερηφανεύεται για το θέατρο της. Ευτύχησε σε μεγάλους σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Ωστόσο, η πορεία του Κουν στάθηκε θρυλική και ως εξαιρετέα του κανόνα που συνδέει τους μεγάλους σκηνοθέτες με τα κρατικά θέατρα. Γενικώς, εξαιρετέα πολλών κανόνων, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν αυτοδίδακτο, με επίσημη φοίτηση, ένα εξάμηνο αισθητικής στη Σορβόννη. Στάθηκε ένας μοναδικός καθηγητής αγγλικών του Κολλεγίου Αθηνών, που έφτιαξε μαθητικό θίασο και ανέβασε τα πρώτα έργα στο πλαίσιο της διδασκαλίας. Αυτό, πριν 82 χρόνια, Ιανουάριο 1930. Το 1942, δημιούργησε το Θέατρο Τέχνης και τη Σχολή του, με έδρα για την προετοιμασία των παραστάσεων ένα δωμάτιο στην αυλή ενός διώροφου, σήμερα σωζόμενου, επί της οδού Ζωοδόχου Πηγής 9. Μέχρι το 1954, τις παραστάσεις τις έδινε σε διάφορα θέατρα που του παραχωρούσαν. Με το Υπόγειο, το 1954, η πορεία του ομαλοποιείται και σαν να πλησιάζει τον θεατρικό κανόνα. Εδώ, ας σημειωθεί, ότι πρόκειται για το πρώτο κλειστό θέατρο στην Ελλάδα που υιοθετεί κυκλική σκηνή.
Το πρώτο ελληνικό έργο, που ανέβασε ο Κουν το τρίτο έτος του Κολλεγίου, Μάϊο 1932, ήταν οι «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα και ηθοποιούς μαθητές της τρίτης τάξης. Αν ήθελε κανείς να συγκρατήσει ένα μόνο έργο από όσα ανέβασε, αυτό θα ήταν οι «Όρνιθες». Για πολλούς λόγους, το πόσο τον απασχόλησαν, την μεγάλη επιτυχία ορισμένων παραστάσεων αλλά και το θόρυβο που προκάλεσαν κάποιες άλλες. Γι’ αυτό και ο Μελάς αφιερώνει στο έργο πέντε ιστορίες, που ξεκινούν με το τρίτο του ανέβασμα, στις 29 Αυγούστου 1959, που είναι και το πρώτο επίσημο, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού. Είκοσι χρόνια νωρίτερα, Ιανουάριο 1939, με τις «Όρνιθες», ο Κουν αποχαιρέτησε το Κολλέγιο.
Η πρώτη ιστορία του Μελά περιγράφει «Εκείνη την ατελείωτη νύχτα στη Φωκίωνος Νέγρη...», μετά την παράσταση στο Ηρώδειο. Πέντε χιλιάδες θεατές είχαν παρακολουθήσει την παράσταση, χωρισμένοι σε δύο στρατόπεδα, εκείνους που επευφημούσαν και τους άλλους που σφύριζαν. Ο πρώτος που είχε φωνάξει «Αίσχος», ήταν ο ζωγράφος Γιώργος Μαυροΐδης. Τόσο θόρυβο είχε προκαλέσει εκείνο το «Αίσχος», που, 44 χρόνια αργότερα, όταν πέθανε στα 91 του, μνημονεύθηκε στις νεκρολογίες του. Η δεύτερη ιστορία εκκινεί με την απαγόρευση της παράστασης για προσβολή του θρησκευτικού αισθήματος των Ελλήνων αλλά και του αρχαίου πνεύματος και αφηγείται την «Εκκόλαψη των νέων Ορνίθων». Το πείσμα του Κουν, τις σημαντικές βελτιώσεις που επέφερε, αλλά και την ευφυή ιδέα του να εκμεταλλευθεί το σύμπλεγμα των συμπατριωτών του απέναντι στους Γάλλους, ανεβάζοντας τις νέες «Όρνιθες» πρώτα στο Παρίσι και μετά στην Αθήνα. Η τρίτη ιστορία είναι, ακριβώς, για την παράσταση στο Θέατρο Σάρα Μπερνάρ, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ του Θεάτρου των Εθνών, 2-4 Ιουλίου 1962. Ο Μελάς κατορθώνει να μεταγγίσει όλη τη συγκίνηση εκείνης της σημαντικής παράστασης του Ελληνικού Θεάτρου. Μια ακόμη ιστορία γράφεται για τις «Όρνιθες» το καλοκαίρι του 1964, με αφορμή την ξαφνική ιδέα του Μάνου Χατζιδάκι να αποσύρει τη μουσική του και μάλιστα, τις παραμονές ενός νέου ανεβάσματος. Η τελευταία σχετική ιστορία, το 1976, εμπλέκει τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, που, το 1959, ως Υπουργός Προεδρίας είχε μεν απαγορεύσει τις «Όρνιθες», αλλά, χάρις στο πενάκι του Φωκίωνα Δημητριάδη, το πλήρωσε ακριβά.
Ο Μελάς αφηγείται με χιούμορ τις αναμνήσεις του. Χωρίς να μακρηγορεί, μεταφέρει την ατμόσφαιρα και σκιαγραφεί τον άνθρωπο Κουν. Έτσι αναδύεται ένας τελειομανής, που αισθανόταν καθαρόαιμος κληρονόμος του αρχαίου ελληνικού δράματος, γιατί ζούσε στην ίδια χώρα με τους Αρχαίους και από το ίδιο αυτό φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον αντλούσε την έμπνευσή του. Σε σχέση με άλλους ανθρώπους του ελληνικού θεάτρου, η πιο ουσιαστική διαφορά του Κουν, πέραν των επιμέρους διαφορών, εντοπίζεται στο ότι εκείνος μοίραζε εξίσου το ενδιαφέρον του ανάμεσα στο κλασικό και το σύγχρονο δραματολόγιο.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/2/2012.

Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.
