Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013
Φάντασμα μικροφαλλίας
Ιάκωβος Ανυφαντάκης
«Αλεπούδες στην πλαγιά»
Εκδόσεις Πατάκη
Οκτώβριος 2013
Η κρίση τροφοδοτεί την πεζογραφία. Όπως σχολιάζαμε με αφορμή το πρόσφατο μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου, δεν εκδίδεται βιβλίο στο οποίο η κρίση να μην μνημονεύεται έστω και εν παρόδω. Στο βιβλίο του Ιάκωβου Ανυφαντάκη βρήκε θέση στο κειμενάκι του οπισθόφυλλου, σύμφωνα με το οποίο ο χρόνος της ιστορίας τοποθετείται “στις τελευταίες μέρες πριν από το ξεκίνημα της κρίσης”. Ο συγγραφέας, σε συνέντευξή του, διατείνεται ότι οι κοινωνικές καταστάσεις που περιγράφει προαναγγέλλουν την κρίση. Πράγματι, κάποιες σκηνές στην ελληνική επαρχία, που δείχνουν έλλειψη ηθικών και αισθητικών αξιών, θα μπορούσαν να εκληφθούν ως προάγγελοι της κρίσης. Μόνο που με αυτήν την διευρυμένη οπτική, η κρίση σοβεί εδώ και αρκετά χρόνια.
Αν, όμως, ένα βιβλίο δεν διαφημιστεί ως επίκαιρο, χάνει πόντους στην αγορά. Κατά τα άλλα, το κειμενάκι του οπισθόφυλλου λειτουργεί συνήθως ως συμπληρωματικό του τίτλου. Οπότε, με την ίδια οπτική, το «Αλεπούδες στην πλαγιά» θα μπορούσε να σημαίνει τον επερχόμενο δολίως εχθρό. Υπάρχουν αρκετοί τίτλοι με τη λέξη αλεπού: “μικρές αλεπούδες”, “κόκκινη αλεπού”, “λυσσασμένες αλεπούδες” ή και σκέτο “αλεπούδες”. Αντιστοίχως οι συγγραφείς τους, Λίλιαν Χέλμαν, Κωστής Παπαγιώργης, Δημήτρης Πετσετίδης, Ντων Κινγκ, με την αλεπού σηματοδοτούν το κακό. Αυτά, όταν οι συγγραφείς “συνομιλούν” με τη ζωή. Ο Ανυφαντάκης, όμως, δηλώνει εξαρχής ότι γι’ αυτόν “η λογοτεχνία είναι μία συζήτηση ανάμεσα σε κείμενα”. Αφορισμός που εντυπωσιάζει, ιδιαίτερα όταν έρχεται από έναν πρωτοεμφανιζόμενο και μάλιστα, χωρίς πανεπιστημιακή φοίτηση σε αντίστοιχο αντικείμενο, ώστε κάπως να δικαιολογείται αυτή η απολυτότητα. Αν και στην περίπτωσή του, προϋπάρχει μαθητεία σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής, όπου δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε τεχνικές της αφήγησης, όπως η διακειμενικότητα, η προοικονομία κ.ά.
Όπως και να έχει, τον τίτλο τον παίρνει από στίχο του Ουάλλας Στήβενς. Συγκεκριμένα, τον τελευταίο στίχο, “σαν αλεπούδες στην πλαγιά”, του τετράστιχου που έχει χρησιμοποιήσει ως μότο του βιβλίου. Πρόκειται για το πρώτο τετράστιχο του ποιήματος «Μία κάρτα από το ηφαίστειο», όπου ολόκληρο το ποίημα και κατ’ επέκταση το τετράστιχο εστιάζουν στη σχέση των νεότερων με τους νεκρούς προγόνους και τα έργα τους. Κατ’ αυτήν την ερμηνεία, το μότο δείχνει ξένο προς το περιεχόμενο του βιβλίου. Οπότε είναι ζητούμενο κατά πόσο ο τελευταίος στίχος, αλλαγμένος από παρομοίωση σε κυριολεξία, μπορεί να εκληφθεί ως παραπομπή στη χαμένη νεότητα των κεντρικών χαρακτήρων του βιβλίου, όπως τον αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας. Μία αρνητική απάντηση θα ακύρωνε τη “συνομιλία” τίτλου και μότο με το ποίημα του Στήβενς. Μένει, πάντως, ως κέρδος ένας ελκυστικός τίτλος και μέσω του μότο, αναφορά σε έναν αμερικανό ποιητή υψηλής αίγλης.
Ερχόμαστε τώρα στην αφοριστική δήλωση του συγγραφέα, που αποκαλύπτει την πρόθεσή του να στήσει την ιστορία του πάνω “σε μία συζήτηση ανάμεσα σε κείμενα”, εκμεταλλευόμενος τις λεγόμενες αναγνωστικές εμπειρίες. Σύμφωνα και πάλι με συνέντευξή του, άρχισε να γράφει το βιβλίο του το καλοκαίρι του 2009 στην παραλία του Δρέπανου Θεσπρωτίας. Ξεκίνησε μία αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, τοποθετώντας την αρχή της ιστορίας του στον τόπο και τον χρόνο που βρισκόταν. Μέχρι που θα μπορούσε στον ίδιο να είχε συμβεί η συνάντηση με παλαιά φίλη, με την οποία είχαν από χρόνια χαθεί, όπως εκείνη της ιστορίας του. Πρώτο βήμα, όμως, στο στήσιμο κάθε μυθοπλασίας είναι η μεταμφίεση. Ως αφηγητή και κεντρικό ήρωα επιλέγει έναν λέκτορα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ετών 37. Τότε, ο Ανυφαντάκης ήταν στα 26, δηλαδή ένα χρόνο μικρότερος από τον Χανς Σνιρ, τον ήρωα του Χάινριχ Μπελ στο μυθιστόρημα «Ο Κλόουν». Αυτό είναι το βιβλίο, με το οποίο πρωταρχικά “συνομιλεί” η ιστορία του. Με τον τίτλο «Ο Κλόουν» και όχι με την επί λέξει απόδοση του γερμανικού τίτλου «Απόψεις ενός κλόουν», εκδόθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά, το 1973, δέκα χρόνια μετά την έκδοση του πρωτότυπου και ένα χρόνο από την απονομή του βραβείου Νόμπελ στον Γερμανό συγγραφέα. Κατά ευτυχή σύμπτωση για το βιβλίο του Ανυφαντάκη, στις 24 Ιαν. 2014, το μυθιστόρημα του Μπελ, σε μετάφραση-διασκευή-σκηνοθεσία Αργύρη Ξάφη, ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο.
Για τον ήρωα της ιστορίας, ο οποίος δεν ονοματίζεται, “ο «Κλόουν» ήταν η μόνη σχέση που είχε αντέξει στη ζωή του”. Το 2009 έκλεινε “δεκαπέντε χρόνια” ενασχόλησης με αυτό το βιβλίο, που σημαίνει ότι με αυτό ξεκίνησε, το 1994, τις μεταπτυχιακές του σπουδές. Απόφοιτος της Γερμανικής Φιλολογίας, το είχε επιλέξει για θέμα του διδακτορικού του. Έκανε ενδιαμέσως τη στρατιωτική του θητεία και επανήλθε. Του πήρε “έξι χρόνια” να το ολοκληρώσει, ενώ για “δέκα χρόνια”, δηλαδή ακόμη πριν το τελειώσει κρατούσε σημειώσεις, με την ελπίδα να εκδώσει κάποτε τη διατριβή του.
Οι κοινωνικές και θεολογικές απόψεις του Μπελ θα πρέπει να ήταν οικείο θέμα για έναν απόφοιτο του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας όπως ο συγγραφέας. Το ίδιο και το συγκεκριμένο μυθιστόρημα του Μπελ, καθώς αποτελεί το τυπικό παράδειγμα από το χώρο της λογοτεχνίας ενός ερωτικού δεσμού που διαλύεται, γιατί αντιβαίνει στις επιταγές της Καθολικής εκκλησίας. Μόνο που ο Ανυφαντάκης, όταν άρχισε να γράφει το βιβλίο του, θα πρέπει να είχε ήδη απομακρυνθεί από το αντικείμενο των Σπουδών του. Στο “αυτάκι” του βιβλίου, αναφέρει πως “είναι υποψήφιος διδάκτορας με αντικείμενο τη μνήμη του ελληνικού Εμφυλίου”. Τελικά, πάντως, φαίνεται πως συμβίβασε τις ιστορικές σπουδές με την αγάπη του για τη λογοτεχνία, στηρίζοντας το μεταπτυχιακό του στο μυθιστόρημα «Ορθοκωστά» του Θανάση Βαλτινού. Όπως και να έχει, ο αφηγητής του δεν “συνομιλεί” με τον καθολικισμό και τον ουμανισμό του Μπελ, αλλά, σαν μέρος της διατριβής που “ξαναδουλεύει”, γράφει “το αφήγημα της Μαρί”. Όχι, όμως, “της Μαρί του Χανς και του Χάινριχ”, αλλά των δικών του ερωτικών φαντασιώσεων. Όλα αυτά αφορούν το πρώτο κεφάλαιο, που ο συγγραφέας εξομολογείται ότι το “έγραψε μέσα σε λίγες μέρες”. Στα επόμενα δυο κεφάλαια, ο αφηγητής σαν να λησμονεί τη “συνομιλία” με τον Μπελ. Υπάρχει μόλις μία αναφορά στο μυθιστόρημά του Μπελ ως σημαντικού σταθμού στη ζωή του.
Το δεύτερο πρόσωπο της ιστορίας, η παλαιά φίλη του αφηγητή, την οποία συναντά στην παραλία, ήταν συμφοιτήτριά του από την αρχή των πανεπιστημιακών σπουδών μέχρι και το ξεκίνημα του μεταπτυχιακού. Το δικό της θέμα ήταν το μυθιστόρημα, «Ο θάνατος στη Βενετία», του Τόμας Μαν. Με αυτό “πήγε με υποτροφία στη Γερμανία” και “το άρθρο της δημοσιεύτηκε σε μια μεγάλη αμερικάνικη επιθεώρηση για τη λογοτεχνία”. Όταν συναντιούνται, δέκα τέσσερα χρόνια αφότου εκείνη έχει εγκαταλείψει το διδακτορικό της, η στροφή στις λογοτεχνικές της προτιμήσεις φαίνεται από τα βιβλία που αγοράζει. “Δυο ελληνικά μυθιστορήματα και το τελευταίο μυθιστόρημα του Ροθ «Ο Καθένας»”. Βεβαίως, το 2009, «Ο Καθένας» δεν ήταν το πιο πρόσφατο του Ροθ, ούτε το τελευταίο του μεταφρασμένο στα ελληνικά, συνιστά όμως παράδειγμα της “πειραγμένης” πραγματικότητας, που είναι έτερη συχνά απαντώμενη αφηγηματική τεχνική. Στα δυο επόμενα κεφάλαια, ο αφηγητής λησμονεί τα μυθιστορήματα του Μαν και του Ροθ, πέραν μίας αναφοράς στο πρώτο, καθώς αυτό αποτελεί σταθμό στη ζωή της φίλης του.
Παρόμοιες αναφορές γίνονται σε τέσσερα ακόμη βιβλία: Στη σύντομη ιστορία του Τόμας Μπέρνχαρντ «Η πλάνη του Μοοσπρούγκερ» από το βιβλίο του «Ο μίμος των φωνών», που ο αφηγητής την στραβοκαταλαβαίνει, καθώς “ο καθηγητής του Μπέρνχαρντ” δεν “καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτός που συναντάμε δεν είναι ποτέ αυτός που περιμένουμε”. Ο αφηγητής είναι εκείνος που του το υποδεικνύει, με ολέθριες συνέπειες για τον καθηγητή. Στην ειρωνική φράση του Κουρτ Βόννεγκατ, “έτσι πάει ο καιρός” από το μυθιστόρημά του «Σφαγείο Νο 5», που έμεινε ως ιστορική επωδός, χάρις στα συλλαλητήρια ενάντια στον Πόλεμο του Βιετνάμ. Ο Βόννεγκατ αναφέρεται στους συνεχείς θανάτους, ενώ ο αφηγητής σε κοπέλα πορνείου των Σερρών, κοντά στο στρατόπεδο, που δεν θα ξαναδεί. Ο συνδυασμός φαντάρου και πόρνης φέρνει και μια, εν παρόδω, αναφορά στο «Κεκαρμένοι» του Νίκου Κάσδαγλη. Τέλος, στο τρίτο κεφάλαιο, μνημονεύεται το μυθιστόρημα, «Μαντάμ Μποβαρύ», του Φλωμπέρ, με αφορμή άλλη συμφοιτήτρια, που επέδειξε συμπεριφορά παραπλήσια εκείνης της ηρωίδας του Φλωμπέρ.
Αυτές, όμως, οι αναφορές, υπό μορφή περισσότερο σχολίων και ενδόμυχων σκέψεων του κεντρικού ήρωα, δεν συνιστούν διακειμενικές σχέσεις. Αν, βεβαίως, διακειμενικότητα σημαίνει αφομοίωση και λειτουργικός μετασχηματισμός του ξένου κειμένου. Γι’ αυτό και προκαλεί απορία η έμφαση που δίνουν σε αυτές οι βιβλιοπαρουσιαστές, συναρτώντας τες μάλιστα με τη λογοτεχνική υπόσταση του βιβλίου. Ωστόσο, αυτό το πρώτο βιβλίο του Ανυφαντάκη θα μπορούσε να σταθεί και χωρίς την τεχνική της διακειμενικότητας και τα λοιπά διανθίσματα. Είναι μία νουβέλα, εντέχνως στημένη, όπου η σταδιακή αποκάλυψη του ψυχισμού του αφηγητή ενέχει το σασπένς της προσμονής για ό,τι περίεργο ή δυσάρεστο μπορεί να αποκρύπτεται.
Για τον χαρακτηρισμό νουβέλα, που δίνει ο συγγραφέας, δεν συνηγορεί μόνο η έκταση. Επιπροσθέτως, η αφήγηση εστιάζει σε ένα πρόσωπο και δεν στηρίζεται στην ομαλή χρονολογική εξέλιξη της πλοκής, με τις συνήθεις αναδρομές στην προηγούμενη ζωή του ήρωα. Σε αυτήν, η καταβύθιση στο παρελθόν προσομοιάζει με μία ψυχαναλυτικής φύσεως διαδικασία. Όπου τα τρία κεφάλαια θα μπορούσαν να εκληφθούν σαν συνεδρίες παρουσία ενός βουβού ακροατή, φανταστικού ή ακόμη και υπαρκτού. Με το ξεκίνημα, στην πρώτη κιόλας φράση, ο αφηγητής έχει την αίσθηση ότι “η λάμπα του δρόμου έφεγγε ακριβώς μέσα στο σαλόνι σαν να τον προετοίμαζε για ανάκριση”. Από ένα αδιευκρίνιστο χρονολογικά παρών, ανατρέχει κατ’ αντίστροφη φορά σε τρεις διαφορετικούς χρόνους, που αντιστοιχούν σε κρίσιμες καμπές της επιστημονικής του σταδιοδρομίας.
Καλοκαίρι 2009, είναι λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Χειμώνα 2002, με τελειωμένο το διδακτορικό, βρίσκεται νεοδιορισμένος καθηγητής γερμανικών σε χωριό της Κρήτης. Φθινόπωρο 1996, φρέσκος υποψήφιος διδάκτορας, ταξιδεύει σε χωριό της Καλαμάτας για να παρευρεθεί στο γάμο φίλης του. Ο αφηγητής περιγράφει τόπους και εσωτερικούς χώρους, επιμένοντας σε κάποια στοιχεία, που αντικατοπτρίζουν αντιαισθητικά γούστα και νεοπλουτίστικες συνήθειες. Επίσης, σχολιάζει τον συντηρητισμό και την κρυψίνοια των ντόπιων. Εκείνο, όμως, που σχεδόν μονοπωλεί το λόγο του είναι η σχέση του με τις γυναίκες. Προβάλλει εαυτόν σαν έναν ρομαντικό μονογαμικό. Βολεύεται, όμως, με έναν μεγάλο έρωτα για νεαρή κοπέλα, που την είχε γοητεύσει με την εικόνα του εσωστρεφούς διανοούμενου, που καλλιεργούσε. Εκείνη τον έχει εγκαταλείψει, αλλά αυτός συνεχώς αναβάλλει την όποια προσπάθεια για να την φέρει πίσω.
Ο λόγος του αποκρύβει επιμελώς τα αισθήματα ανασφάλειας και τις εσώτερες επιθυμίες. Μόνο κάποια σχόλια ή σπαράγματα από περιγραφές, περισσότερο από φαντασιώσεις, έρχονται να ραγίσουν την περσόνα του καθηγητή που μπορεί “να φέρει στο κρεβάτι του” όποια μαθήτρια επιθυμεί. Οι αφηγήσεις του δημιουργούν την εντύπωση ενός άντρα, που επιδίδεται με επιτυχία στις σεξουαλικές δραστηριότητες. Καταλύτης για την αποκάλυψη του έσω κόσμου στέκεται η συνάντηση με την παλαιά συμφοιτήτρια. Η μοναδική τους συνεύρεση στο πρώτο κεφάλαιο έχει ένα παρελθόν τουλάχιστον δυο ματαιωμένων προσπαθειών. Αυτές θα έρθουν στην επιφάνεια μέσα από τις συνειρμικές του αφηγήσεις. Αρχικά έμμεσα και τελικά ευθέως, θα δώσει μία εικόνα της σεξουαλικής του μειονεξίας. Μπορεί να αναφέρεται σε λαχταριστές νεαρές υπάρξεις αλλά οι σχέσεις του περιορίζονται στις μετρημένες συνευρέσεις του φαντάρου με την “σκουρόχρωμη” πόρνη και στις κλεφτές του φοιτητή με εμφανισιακά δευτεροκλασάτες, όπως η εν λόγω συμφοιτήτρια. Όχι ακριβώς άσχημη, μάλλον αδιάφορη, χωρίς τις θηλυκές καμπύλες που διεγείρουν. Ο τύπος της καλής φοιτήτριας, που αμελεί την εμφάνισή της.
Ο αφηγητής επιμένει να περιγράφει τρυφερές σκηνές, ωστόσο στο λόγο του διαφαίνεται φθόνος για “χασαπόπαιδα” και “φορτηγατζήδες”. Τον διεγείρουν αναφορές σε άνδρες που δέρνουν ή στο “ξεπαρθένεμα” έφηβης μαθήτριας από αγόρια στην αράδα. Ποιό είναι το τραυματικό σημείο, ποια τα παρελκόμενα συμπλέγματα, είναι κάποια από τα ερωτήματα που γεννά αυτός ο αυθύπαρκτος ήρωας, μακριά από τον Χανς του Μπελ. Ας επανέλθουμε, όμως, στις αναγνωστικές εμπειρίες του Ανυφαντάκη. Στις “συνομιλίες” με ξένα κείμενα, που απαριθμήσαμε, παραλείψαμε να αναφέρουμε το «Άνθη της αβύσσου» του Βαλτινού. Ο αφηγητής, αυτήν την επί τροχάδην μνεία την συμπληρώνει με σχόλιο για μία συζήτηση που είχε με τον συγγραφέα. Όπως αποκαλύπτει, τον απασχολούν “οι μορφικοί πειραματισμοί” του Βαλτινού. Μήπως, όμως, θα έπρεπε πρωτίστως να τον απασχολήσει η γλώσσα, που στάθηκε το κύριο μέλημα του Βαλτινού από το πρώτο κιόλας δημοσιευμένο πεζογράφημά του. Συμπτωματικά, το δημοσίευσε σε περιοδικό στην ίδια ηλικία με τον Ανυφαντάκη, ενώ βιβλίο έπιασε στα χέριά του δέκα χρόνια αργότερα. Διαφορετικά τα εκδοτικά ήθη τότε, όπως διαφορετικό το κύρος της ελληνικής. Τότε η ιδιωματική φράση ερχόταν από την λαϊκή γλώσσα, σήμερα από την επί λέξει μεταγραφή των αγγλικών ιδιωματισμών.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/12/2013.
Σύνδρομο φυγής
Ευγενία Φακίνου
«Πλανόδιοι θεριστές»
Εκδόσεις Καστανιώτη
Οκτώβριος 2013
Οσο απρόβλεπτο είναι το πόσο θα κρατήσει η κρίση, άλλο τόσο δύσκολο, αν όχι και περισσότερο, είναι να γίνει κάποια εκτίμηση για το πόσο καιρό ακόμη θα αποτελεί πρόσφορο θέμα για την πεζογραφία. Προσώρας, πάντως, η τάση είναι σαφώς αυξητική. Παρότι η “ελληνική κρίση χρέους”, όπως έχει επισήμως ονομαστεί, συμπληρώνει αισίως τον τέταρτο χρόνο, όλο και περισσότερα βιβλία στρέφονται γύρω από αυτήν, ενώ δεν υπάρχει βιβλίο στο οποίο να μην μνημονεύεται έστω και ακροθιγώς. Οι συγγραφείς, ωστόσο, μένουν μακριά από τη λογοτεχνία τύπου ντοκουμέντο. Πιθανώς, γιατί δεν ανήκουν στο τμήμα του πληθυσμού, που πλήττεται από ανεργία και ανέχεια. Κανένας δεν καταπιάστηκε με ένα μυθιστόρημα μαρτυρίας, παίρνοντας τη δύσκολη απόφαση να ζήσει για ένα διάστημα ως νεόπτωχος, τουτέστιν να κοιμάται στρωματσάδα στους δρόμους της Αθήνας και να σιτίζεται στα ελέω θεού συσσίτια για απόρους. Ακόμη και τον ένδον λόγο του σημερινού εξαθλιωμένου, τον πλάθουν από τη θέση του παρατηρητή. Στο δημόσιο λόγο τους, ωστόσο, συμπάσχουν, όπως και οι πολιτικοί, διαβεβαιώνοντας, πως θα βρούμε τη δύναμη, θα δώσουμε τη μάχη, και άλλα παρόμοια, με το χαμόγελο στα χείλη και σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο.
Η Ευγενία Φακίνου εξομολογείται ότι η κρίση της έδωσε το έναυσμα για το πρόσφατο μυθιστόρημά της και ακόμη, πως συνειδητά ήθελε να γράψει “ένα φωτεινό, αισιόδοξο βιβλίο”. Σε αντίθεση με το κυρίως ρεύμα, που προτιμά τον ωμό ρεαλισμό. Όπως ο νεότερος Χρήστος Χρυσόπουλος, που εξέδωσε πέρυσι το «Φακός στο στόμα», με τον αφηγητή να ξεποδαριάζεται, παρακολουθώντας έναν άστεγο να κάνει γύρα τους σκουπιδοτενεκέδες, κρατώντας κατά το ψαχούλεμα τον φακό με το στόμα. Εκείνος ήθελε να γράψει ένα σκληρό βιβλίο για να “παρέμβει στη σφαίρα της πραγματικής ζωής”. Υποθέτουμε ότι εννοεί να ταρακουνήσει τους εφησυχασμένους. Μάλλον κανέναν δεν ταρακούνησε, κατάφερε όμως να αποσπάσει γαλλικό βραβείο για το καλύτερο μεταφρασμένο βιβλίο πεζογραφίας του έτους. Όπως φαίνεται, όσοι συγγραφείς και κινηματογραφιστές περιγράφουν την κατάσταση με τα πιο ζοφερά χρώματα, ενθουσιάζουν τους Ευρωπαίους.
Για το μυθιστόρημα της Φακίνου θα προτιμούσαμε τον πιθανώς και παρωχημένο χαρακτηρισμό που ο Βικέλας έδινε στο απαραίτητο για την εποχή του βιβλίο. Όπως και κάποια προηγούμενα δικά της, είναι τερπνό και ωφέλιμο. Παρόμοια βιβλία λείπουν και στην δική μας εποχή, ιδιαίτερα στον καιρό της κρίσης. Τα ωμά ρεαλιστικά είναι καλά για εξαγωγή στους ευρωπαίους φιλέλληνες ή και για ένα μέρος του γηγενούς πληθυσμού, που δεν πλήττεται αλλά αντιθέτως, πορίζεται από την κρίση. Ενώ, τα τερπνά και ωφέλιμα είναι εκείνα που προσφέρουν στον εγκλωβισμένο τη διαφυγή, την οποία έχει τόσο ανάγκη, έστω και για την σύντομη ανάπαυλα μίας ανάγνωσης. Όχι, όμως, όπως τα ροζ μυθιστορήματα, σαν απόδραση από την πραγματικότητα, αλλά σαν ένα ταξίδι πέρα από τις αδιέξοδες καταστάσεις, σε κάποιες άλλες λυτρωτικές, των οποίων την ύπαρξη έχει προ πολλού λησμονήσει.
Το 2005, η Φακίνου είχε πάρει το πρώτο Βραβείο Αναγνωστών. Από τα οκτώ, που συνολικά απονεμήθηκαν, εκείνο ήταν μάλλον το μοναδικό που ανταποκρινόταν στην ονομασία του. Είχε δοθεί χωρίς τις ποικίλες χειραγωγήσεις που προέκυψαν στη συνέχεια, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια από την πλευρά των θεσμοθετών να μην δοθεί στους φυσικούς διεκδικητές του, που θα σήμαινε τους συγγραφείς της λίστας των ευπώλητων. Αν, όμως, γράφονταν περισσότερα τερπνά και ωφέλιμα βιβλία δεν θα πνίγονταν οι λίστες στο ροζ και το μελό, ούτε η λέξη ευπώλητο θα είχε καταλήξει κακόσημη. Αυτή είναι η διαφοροποίηση που θα έπρεπε να γίνει στο χώρο του ευπώλητου και όχι η διάκριση λογοτεχνίας και παραλογοτεχνίας.
Το προ οκταετίας βραβευμένο βιβλίο της Φακίνου είναι το 11ο μυθιστόρημά της, «Η μέθοδος της Ορλεάνης». Πρόκειται για ένα ερωτικό μυθιστόρημα, σε αντίθεση με το πρόσφατο, στο οποίο απουσιάζει το σύνηθες δίπτυχο, έρωτας-θάνατος. Από αυτήν την άποψη, το πρόσφατο είναι περισσότερο αντιπροσωπευτικό του μυθιστορηματικού της κόσμου. Είναι το 15ο και με αυτό η συγγραφέας εισέρχεται στην τέταρτη δεκαετία μυθιστοριογραφίας. Ως σημείο έναρξης κρατούμε τον Μάιο του 1982, όταν κυκλοφόρησε το «Αστραδενή», με εξώφυλλο μία “καθισμένη μορφή, χαραγμένη σε βότσαλο νεολιθικής εποχής”. Με την προοπτική του χρόνου, δείχνει σαν να προοιωνίζεται τη μητριαρχική αλυσίδα των ηρωίδων που ακολούθησαν την Αστραδενή.
Το πρόσφατο μυθιστόρημα έρχεται και στοιχίζεται στη συνέχεια της «Μεγάλης πράσινης», που ξεχωρίζει στα πέντε της πρώτης δεκαετίας, του «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα», που παίρνει τη σκυτάλη στα τέσσερα της δεύτερης δεκαετίας, και του «Οδυσσέας και μπλουζ» από την πεντάδα της τρίτης. Στην πρόσφατη, τρίτη δεκαετία, ανήκει και το «Έρως, θέρος, πόλεμος», που θα μπορούσε να είχε φέρει ένα Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Θα το δικαιούτο η συγγραφέας ως γνήσια παραμυθού και άρα, μυθιστοριογράφος με τη σημασία που δίνει σε αυτήν την προσωνυμία το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Αντ΄αυτού, τέσσερα χρόνια αργότερα, τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη μία και μοναδική συλλογή ιστοριών που έχει εκδώσει. Όποιος αγνοεί τη λογική απονομής των Κρατικών Βραβείων, κάτι τέτοια τα προσπερνάει ως πιθανές αστοχίες. Δυστυχώς, όμως, δεν είναι ούτε άστοχο ούτε τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα μίας διαχειριστικής λογικής. Γι’ αυτό, από μία άποψη, με το δίκιό της ισχυρίζεται σε συνέντευξή της, ότι ο κριτικός “κρίνει υποκειμενικά” ή, ακόμη χειρότερα, ότι “μπορεί να έχει και προσωπικά με έναν συγγραφέα”. Απόφανση απαράδεκτη για όσους επιδίδονται συστηματικά στην κριτική.
Για να επανέλθουμε στη σοβούσα κρίση, θα πρέπει να διευκρινίσουμε, πως, στην περίπτωση της Φακίνου, δεν είναι εκείνη που προσέγγισε θεματικά την κρίση, αλλά η κατάσταση της κρίσης που ήρθε και έδεσε με τον βασικό θεματικό άξονα της μυθιστοριογραφίας της. Εξαρχής μέχρι σήμερα, πηγή έμπνευσης στάθηκε η φυγή, με τη μορφή της βιαστικής απομάκρυνσης από τον τόπο κατοικίας, χωρίς, όμως, να υπάρχει κάποια συγκεκριμένη απειλή ή κίνδυνος. Παρουσιάζεται σαν τη φυγή της γυναίκας από μία κατάσταση, που βιώνεται ως εγκλεισμός. Συνήθως πρόκειται για τον περιορισμό στα στενά όρια της πυρηνικής οικογένειας. Για την αναχώρηση υπάρχει πάντα κάποιο πρόσχημα, όπως δηλώνεται και στον τίτλο ενός από τα μυθιστορήματα. Αυτό το αναγκαίο πρόσχημα, στο πρόσφατο μυθιστόρημα το δίνει η κρίση.
Η ηρωίδα έχει χάσει την εργασία της, κατά τα άλλα όμως, η κρίση την χτύπησε μάλλον ξώφαλτσα. Αναγκάστηκε μεν “να ξενοικιάσει το ωραίο της διαμέρισμα”, αλλά δεν έμεινε και στο δρόμο. Στεγάστηκε στο παλιό σπίτι της μητέρας της, που είχε πεθάνει προ διετίας, κρατώντας το αυτοκίνητό της. Γεγονός που της επέτρεψε να πραγματοποιήσει άμεσα την τάση για φυγή. Το βασικό της πρόβλημα είναι ανεξάρτητο από την κρίση, δίνει όμως την ευκαιρία στην συγγραφέα να σκιαγραφήσει την ψυχολογία μίας σημερινής σαραντάχρονης. Πρόκειται για μία εγκυμοσύνη, που προέκυψε από “περιστασιακή σχέση”, αφού, έτσι κι αλλιώς, εκείνη επεδίωκε τους “ρηχούς δεσμούς”. Τα αίτια αυτής της συναισθηματικής αποστασιοποίησης εξηγούνται με το σύμπλεγμα που δημιουργείται στο παιδί, όταν ο πατέρας εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία. Όπως αρμόζει σε μία ανεξάρτητη γυναίκα, αποφάσισε να μην πληροφορήσει σχετικά τον συνυπαίτιο, αλλά και να κρατήσει το παιδί, καθώς η σημερινή γυναίκα διεκδικεί την μητρότητα από μία ηλικία και ύστερα ως δικαίωμα. “Τριάντα οκτώ χρόνων, πρώτη φορά έγκυος δεν το ρίχνεις”, είναι ο συλλογισμός της ηρωίδας, καίτοι άνεργη και μόνη.
Τον τύπο της φυγής που απαντάται στα μυθιστορήματα της Φακίνου, τον περιγράφει η ηρωίδα σαν περιπλάνηση από τόπο σε τόπο προς αποφυγή μίας “φυσιολογικής ζωής”, που την τρομάζει. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, καθώς και κάποια προηγούμενα βιβλία της, μυθιστόρημα “on the road”. Σε αυτό, μάλιστα, υπάρχουν περισσότερα στοιχεία αμερικανικής έμπνευσης. Όπως στο μυθιστόρημα του Κέρουακ, και εδώ πρωταγωνιστεί το τρίο δυο φίλων και μίας γυναίκας. Επίσης, σύμφωνα με την συγγραφέα, τόσο οι “πλανόδιοι θεριστές” όσο και “το Κίνημα των Έτοιμων”, που μνημονεύει είναι ομάδες, οι οποίες προέκυψαν στην Αμερική την περίοδο της κρίσης. Πάντως, τα όποια ξενικά δάνεια εξαντλούνται στα πρώτα κεφάλαια. Άλλωστε, τα “on the road” μυθιστορήματα της Φακίνου, μόνο σε ένα αρχικό τμήμα τους εκτυλίσσονται “στο δρόμο”. Στο πρόσφατο, η περιπλανώμενη γρήγορα αποφασίζει, λόγω προχωρημένης εγκυμοσύνης, να σταθμεύσει σε έναν τόπο, όπου, χάρις σε απανωτές συμπτώσεις, καταλήγει να συμβιώνει με κάποιον. Μόνο που αυτή η καινούργια κατάσταση απέχει της συμβατικής, καθώς, και σε αυτό το μυθιστόρημα, πρόκειται για μία παράταιρη συνύπαρξη. Εδώ, είναι ένας κοντά εβδομηντάρης ομοφυλόφιλος, που έχει καταλήξει μονήρης μετά την αναχώρηση του αγαπημένου του συντρόφου με έναν νεότερο. Και στη δική του περίπτωση, το ψυχολογικό πρόβλημα έχει τις ρίζες του στην πατρική συμπεριφορά.
Ο τρίτος, που εμπλέκεται στην περιπετειώδη συνύπαρξη του ζεύγους, είναι ένας συνομήλικος του ομοφυλόφιλου, χήρος με τα δυο παιδιά του “μετανάστες στα πέρατα της γης”. Κι αυτός μονήρης, ήταν ένας τυχαίος “φίλος της παραλίας”, όπου συνηθίζαν να κολυμπούν. Με αυτό το τρίο, η συγγραφέας αναδεικνύει τις διαφορετικές μορφές που έχει πάρει σήμερα το πρόβλημα του πατρικού ειδώλου, σκιαγραφώντας πιθανές μελλοντικές παραλλαγές του θεσμού της οικογένειας. Τι μπορεί να προσφέρει ο άντρας και τι η ευαίσθητη πλευρά ενός ομοφυλόφιλου, αφήνοντας μετέωρη τη γυναικεία συμμετοχή. Κατά τα άλλα, σαν συνέχεια του «Οδυσσέας και μπλούζ», η συγγραφέας βρίσκει πρόσφορο έδαφος στις σημερινές οικολογικές ευαισθησίες, περιγράφοντας τον τόπο και την ζωή στη φύση. Εκεί ήταν ο «Αγροτουριστικός Ξενώνας Η ΛΕΒΑΝΤΑ», εδώ το “δασικό χωριό”, με “το πομπώδες όνομα το Μαύρο Δάσος”.
Παλαιότερα, η Φακίνου έστηνε τα μυθιστορήματά της στον Θεσσαλικό κάμπο. Στα μεταγενέστερα, παρουσιάζει μεγαλύτερη κινητικότητα. Εξαρχής, πάντως, δεν ονομάτιζε τους τόπους, προτιμώντας πλάγιες παραπομπές και νύξεις. Στο πρόσφατο, η πλησιέστερη μεγάλη πόλη αποκαλείται “η πόλη με τα τρελά νερά”, ενώ η κοντινή κωμόπολη έχει ιαματικά λουτρά, δείχνοντας αντιστοίχως προς Κεντρική και Βόρεια Εύβοια. Είναι, όμως, η αφήγηση του δεύτερου ηλικιωμένου, που ορίζει τον τόπο. Για πρώτη φορά, η συγγραφέας πλάθει έναν χαρακτήρα που συμμετέχει ενεργά στα κοινά. Είναι ένας μεταλλωρύχος, που πρωτοστάτησε στην “μεγάλη απεργία”, άνοιξη 1976. Μόνο το όνομα “της κωμόπολης με τα κοιτάσματα λευκόλιθου” δεν αναφέρει, αλλά ποιος δεν θυμάται, στο ξεκίνημα της μεταπολίτευσης, τους εξεγερμένους μεταλλωρύχους στο Μαντούδι. Μέχρι ταινία έγιναν.
Κοντά στο “δασικό χωριό” βρίσκεται “το Μεγάλο Μοναστήρι”. Σε αυτό το βιβλίο είναι έντονο το μεταφυσικό στοιχείο. Ορισμένα μυθοπλαστικά ευρήματα θυμίζουν το δεύτερο μυθιστόρημά της, «Το έβδομο ρούχο». Και τα δυο στρέφονται γύρω από μία Ελένη, αμφότερα ανοίγουν με ένα μοναχικό δέντρο, μάλιστα στο πρόσφατο πλέκεται μία δεισιδαίμονα διήγηση γύρω από αυτό, ενώ και στα δυο υπάρχει ο σεληνιασμένος, που η παράδοση τον θέλει με υπερφυσικές ιδιότητες. Η τριακονταετία που χωρίζει τους χρόνους της συγγραφής τους αποτυπώνεται και στην θρησκευτικότητα των ηρώων. Σε εκείνο, στις δοξασίες και στα θαύματα πίστευαν οι γυναίκες, καθώς αυτές θεωρούνταν τότε πιο ευαίσθητες φύσεις. Στο πρόσφατο, είναι ο ομοφυλόφιλος που αποδέχεται τη θεία χάρη. Σε αντίθεση με τον φίλο του, που βλέπει στο κοντινό “Μεγάλο Μοναστήρι” μόνο το “παπαδαριό”. Η συγγραφέας αφηγείται όνειρα και θαύματα, ενώ πλάθει ασκητικές μορφές καλογήρων.
Στο τερπνό και ωφέλιμο βιβλίο βαραίνει η κατάληξη. Αρχικά, η Φακίνου άφηνε το τέλος ανοικτό, στα κατοπινά υιοθέτησε το στρογγύλεμα του χάπι-εντ. Από μία άποψη, το ίδιο κάνει και στο πρόσφατο. Εδώ, ωστόσο, δεν είναι ο εναγκαλισμός της Αρέθας και του Αντρέα, που κέρδισε το Βραβείο των Αναγνωστών, ούτε τα φλογερά φιλιά του μεσήλικα Οδυσσέα στα μάγουλα της νεαρής Μπλουζ, που εξασφάλισαν τη θέση στα ευπώλητα. Είναι το ευτυχές τέλος μίας δύσκολης γέννας “on the road”, σε συνθήκες κοινοβιακής συνύπαρξης, που δεν μπορεί παρά να καταλήξει με ένα θηλυκό βρέφος, “παιδί όλων”, για να εξημερωθούν και να γλυκάνουν οι μονήρεις.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/12/2013.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.

