
Τρίτη 17 Απριλίου 2012
Πάσχα ρωμέϊκο

Το διήγημα «Ο Αντίκτυπος του νου»,
σε εικονογράφηση
του Παύλου Βαλασάκη,
από τις εκδόσεις Κουτσουμπός.
Ο Παπαδιαμάντης δεν ήταν όπως οι σημερινοί ετεροδημότες ή και γενικότερα, οι σημερινοί μέτοικοι της Αθήνας, που το Πάσχα το περνούν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Εγκατεστημένος στην Αθήνα επί 34 χρόνια, μόνο δυο Πάσχα πέρασε στη Σκιάθο. Το πρώτο Πάσχα, που γιόρτασε στην Αθήνα, ήταν το 1874 ως τελειόφοιτος του Βαρβακείου. Όσο για το τελευταίο, θα πρέπει να ήταν εκείνο του 1907. Σώθηκε επιστολή με καθυστερημένο το Χριστός Ανέστη προς τις αδελφές του.
Αθηναϊκά και εορταστικά
Είναι γνωστή η αναντιστοιχία μεταξύ των ετών, που ο Παπαδιαμάντης έζησε στην Αθήνα, και των διηγημάτων, που εμπνεύσθηκε από τις αθηναϊκές του εμπειρίες. Άπαντα τα διηγήματα, συμπεριλαμβανομένου του προ τριετίας εντοπισθέντος, είναι 170. Από αυτά, σύμφωνα με τον κατάλογο του Αλέξανδρου Κοτζιά, τα 46 είναι αθηναϊκά. Στο βιβλίο του, «Τα αθηναϊκά διηγήματα», που εκδόθηκε πριν από είκοσι χρόνια, λίγο πριν τον αδόκητο θάνατό του, στις 19 Σεπ. 1992, εξηγεί ότι συμπεριλαμβάνει, εκτός από τα διηγήματα, που εκτυλίσσονται στο αθηναϊκό άστυ, τη «Βλαχοπούλα», που διαδραματίζεται σε κοντινό χωριό και σήμερα πλέον προάστιο της πρωτεύουσας, και το «Πτερόεντα δώρα», όπου αναφέρεται αορίστως μια πρωτεύουσα, που θα μπορούσε να είναι η οποιαδήποτε, ωστόσο η έμπνευση είναι προφανώς αθηναϊκή. Σε αυτά, η Αλίκη Σπυροπούλου, στην ενδιαφέρουσα μελέτη, που εξέδωσε πρόπερσι, απότοκο της διδακτορικής διατριβής της, «Μορφές κατοίκησης στην Αθήνα κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Αρχιτεκτονικός χώρος και Λογοτεχνία», προσθέτει ένα άρθρο του Παπαδιαμάντη, «Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις», που είναι και το μοναδικό που αφορά την Αθήνα.
Εμείς θα προσθέταμε ένα ακόμη διήγημα, το «Μικρά ψυχολογία». Το εντάσσουν στα σκιαθίτικα, όπου και κυρίως διαδραματίζεται, ωστόσο ανοίγει με μια αθηναϊκή σκηνή, στην οποία ο αφηγητής επανέρχεται κατά το κλείσιμο. Αυτή η σκηνή τοποθετείται εις “την οδό Σ...εις τας Αθήνας, κατά την νοτιοδυτικήν εσχατιάν της πόλεως” και πιο συγκεκριμένα, “επί του μαρμαρίνου κατωφλίου, εις την εξώπορταν μιάς οικίας”. Παρόμοιες σκηνές ενδιαφέρουν, όταν η λογοτεχνία χρησιμοποιείται ως πηγή πληροφοριών για την Αθήνα παλαιότερων χρονικών περιόδων, όπως στην περίπτωση της Σπυροπούλου, που αντλεί στοιχεία για τον αρχιτεκτονικό χώρο και τις κοινωνικές σχέσεις. Στο κεφάλαιο της μελέτης της, για “το αστικό μέγαρο”, δίπλα στα μυθιστορήματα του Γεράσιμου Βώκου και του Νίκου Σπανδωνή, παίρνει θέση και το εν λόγω διήγημα του Παπαδιαμάντη, καθώς προσφέρει πληροφορίες για μια μεγαλοαστική κατοικία σε διαφορετική περιοχή της Αθήνας, εκείνη της οδού Σ., όπως ο Παπαδιαμάντης αποκαλεί κρυπτικά την οδό Σαρρή.
Μια διαφορετική ταξινόμηση των διηγημάτων, που προτιμούσαν οι παλαιότεροι ανθολόγοι, είναι αυτή των διαφόρων εορταστικών. Είκοσι πέντε διηγήματα αναφέρονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στην περίοδο των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων και έντεκα στο Πάσχα. Αυτό σημαίνει 36 εορταστικά, από τα οποία μόνο πέντε είναι τα αθηναϊκά. Ένα χριστουγεννιάτικο, ένα πρωτοχρονιάτικό και τρία πασχαλιάτικα. Εκτός κι αν συμπεριλάβουμε στα εορταστικά και τα δυο αποκριάτικα, που είναι αμφότερα αθηναϊκά.
Συμπέρασμα: Οι 32 ημέρες της Λαμπρής συν οι 32 Εβδομάδες των Παθών και οι άλλες τόσες της Διακαινησίμου, που ο Παπαδιαμάντης πέρασε στην Αθήνα, του ενέπνευσαν μόλις τρία διηγήματα. Το ένα, μάλιστα, από αυτά, όπως ήδη αναφέραμε, τοποθετείται εκτός άστεως. Παρόλο που τα εκτός του άστεως Πάσχα, που γιόρτασε, φαίνεται να ήταν μόνο εκείνα στο Χαρβάτι και να μην υπερβαίνουν τα πέντε με έξι, ο αφηγητής στο «Πάσχα ρωμέϊκο» καυχιέται ότι “εορτάζει εκτός του Άστεως το άγιον Πάσχα από πολλών ετών”. Όπως και να έχει, σε ένα μόνο από τα τρία πασχαλιάτικα, το «Χωρίς στεφάνι», που είναι και το μελαγχολικότερο, κάνει λόγο για τα πασχαλιάτικα έθιμα και περιγράφει σκηνές από τον Επιτάφιο και τη δεύτερη αναστάσιμη λειτουργία.
Λανθάνον πασχαλιάτικο
Κι όμως, τα πασχαλιάτικα αθηναϊκά διηγήματά του δεν είναι τρία αλλά τέσσερα. Ένα διήγημα φαίνεται σαν να διέλαθε. Πρόκειται για το «Ο Αντίκτυπος του νου». Είναι το τελευταίο διήγημα, που έστειλε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης προς δημοσίευση. Για την ακρίβεια, έστειλε ένα πρώτο μέρος του, το οποίο και πιθανώς πρόλαβε να δει δημοσιευμένο στο πέμπτο τεύχος του περιοδικού «Χαραυγή» της Μυτιλήνης. Αν το συμπεριλάβουμε στα εορταστικά, τότε ο Παπαδιαμάντης αρχίζει και τελειώνει τη διηγηματογραφία του με εορταστικά. Και μάλιστα, με δυο ιδιόρρυθμα εορταστικά, καθώς εστιάζονται σε εγκληματικές ενέργειες με θύματα αθώους: «Το χριστόψωμο», δημοσιευμένο στις 26 Δεκ. 1887 και το πρώτο μέρος από το «Ο Αντίκτυπος του νου», στις 15 Δεκ. 1910. Αντίστοιχα, αρχίζει και τελειώνει τα αθηναϊκά του με δυο πασχαλιάτικα, όπου εδώ, το πρώτο είναι το «Πάσχα ρωμέϊκο», το τρίτο στη σειρά πασχαλιάτικο, δημοσιευμένο στις 20 Απρ. 1891. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτά τα δυο αθηναϊκά και μαζί πασχαλιάτικα, καίτοι αυτοτελή, αποτελούν δίπτυχο ή και ένα διήγημα σε δυο συνέχειες. Έχουν τον ίδιο κεντρικό ήρωα, τον μπάρμπα-Πύπη ή και σε ελαφρά παραλλαγή στο δεύτερο, τον μπάρμπα-Πούπη. Συναντιούνται θεματικά και δείχνουν να έχουν γραφεί το ένα μετά το άλλο, σε μικρή χρονική απόσταση, ανεξάρτητα από τους απομακρυσμένους χρόνους πρώτης δημοσίευσης.
Ο μπάρμπα-Πύπης είναι ένας Ιταλοκερκυραίος, “Ελληνίδος μητρός”, που ο Παπαδιαμάντης περιγράφει σαν έναν άνθρωπο με ισχυρές προκαταλήψεις, κυρίως στο θέμα της θρησκείας. “Κατεφέρετο πολύ κατά των δυτικών” αλλά “δεν εχώνευεν” ούτε τους Λεβαντίνους, ούτε τους Αρμενίους ούτε τους Εβραίους. Το θέμα του δίπτυχου των διηγημάτων είναι ακριβώς αυτές οι προκατειλημμένες κρίσεις του και οι συνακόλουθες εχθρικές του διαθέσεις. Στο πρώτο διήγημα εστιάζει στη σχέση ορθόδοξης και καθολικής εκκλησίας, παρακολουθώντας την ιδιαίτερη οπτική γωνία του ήρωα, που παρουσιάζεται πολύ υπερήφανος για τον γενέθλιο τόπο του. Ενώ, στο δεύτερο, επικεντρώνεται στα “εβραϊκά” της Κέρκυρας κατά το Πάσχα του 1891, μέσα από την αντιπαλότητα του ήρωα με έναν εβραίο συμπατριώτη του.
Σε αυτό το δεύτερο διήγημα, ο συγγραφέας εμπλουτίζει τα βιογραφικά του μπάρμπα-Πύπη. Το 1891, εκείνος είναι εβδομηκοντούτης και έχει “τριάντα χρόνους να πατήση εις την πατρίδα του”, που σημαίνει ότι έφυγε από την Κέρκυρα περί το 1860. Στο πρώτο, αναφέρει ότι “έλειπεν υπέρ τα είκοσι έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του” και το κυρίως διήγημα τοποθετείται “την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188...” Το συνηθίζει ο Παπαδιαμάντης να προσδιορίζει μόνο τη δεκαετία. Ωστόσο, το παρόν της αφήγησης τοποθετείται κάποιους χρόνους αργότερα, με τον αφηγητή να περνά το Πάσχα εκτός άστεως. Κατά τα άλλα, στο πρώτο διήγημα αναφέρεται ως τόπος συνάντησης της παρέας “το γειτονικόν παντοπωλείον”, ενώ στο δεύτερο, “το μπακάλικον του Καρμάνη”. Αν συνδυάσουμε τα βιογραφικά του μπάρμπα-Πύπη με εκείνα του Παπαδιαμάντη, είναι τα χρόνια, που συχνάζει στο μπακάλικο του Καχριμάνη και πηγαίνει το Πάσχα στο Χαρβάτι. Δηλαδή, κοντά στο χρόνο δημοσίευσης του διηγήματος, που είναι το Μεγάλο Σάββατο του 1891.
Το πρώτο διήγημα, το «Πάσχα ρωμέϊκο», δημοσιεύεται στο περιοδικό «Αττικόν Μουσείον», σε ένα τεύχος με πασχαλιάτικη εικονογράφηση και θεματογραφία. Ανοίγει με ποίημα του Αρ. Προβελέγγιου «Εις τον Γολγοθάν» και μετά το διήγημα του Παπαδιαμάντη, ακολουθεί το πρώτο πασχαλιάτικο του Μωραϊτίδη, «Ο μπάρμπα Κώστας ο Ολλαντέζος». Το πιθανότερο, ο Παπαδιαμάντης να έγραψε αυτό το διήγημα κατά παραγγελία, όπως και το χριστουγεννιάτικο του 1890, που είχε δημοσιευτεί στο ίδιο περιοδικό. Εκείνο τον Απρίλιο, η «Εφημερίς» του Κορομηλά και η «Ακρόπολις» του Γαβριηλίδη, οι δυο εφημερίδες, με τις οποίες συνεργάζεται ο Παπαδιαμάντης, δημοσιεύουν ειδήσεις από τα “εβραϊκά” στην Κέρκυρα και μετά στην Ζάκυνθο. Και συνεχίζουν την Μεγάλη Εβδομάδα, ιδιαίτερα το Μεγάλο Σάββατο, καλύπτοντας τα έκτροπα κατά την περιφορά του Επιταφίου, ενώ ο ειδησεογραφικός απόηχος φθάνει μέχρι και τα τέλη Μαΐου. Καθόλου απίθανο, ο Παπαδιαμάντης, έχοντας μόλις τελειώσει το «Πάσχα ρωμέϊκο» και έχοντας έτοιμο ήρωα, να στήνει τον αθηναϊκό καβγά, που διαδραματίζεται στο διήγημα «Ο Αντίκτυπος του νου», στον αντίκτυπο των “εβραϊκών”.
Αν, όμως, το διήγημα γράφτηκε εν θερμώ, άνοιξη 1891, γιατί έμεινε στο συρτάρι; Μήπως λειτούργησε ανασταλτικά το διήγημα «Σκιά έργου», που ο Ξενόπουλος δημοσίευσε στα τέλη Ιουλ. 1891, στο περιοδικό «Εστία», με το οποίο επίσης συνεργαζόταν ο Παπαδιαμάντης; Ο Ξενόπουλος, με τις ενοχές του Ζακύνθιου, υπερασπίζεται στο διήγημα το δίκαιο των Εβραίων, διεκτραγωδώντας την κακή τους τύχη. Ανασταλτικά μπορεί να λειτούργησαν και τα άλλα δημοσιεύματα καθώς και βιβλία που ακολούθησαν μέσα στο έτος. Ύστερα, ο Παπαδιαμάντης φαίνεται να απέφευγε την επικαιρογραφία. Όπως και να έχει, κοντά είκοσι χρόνια αργότερα, όταν αποφάσισε να ανασύρει το διήγημα, μετά την επιστολή που του έστειλε ο εκδότης του περιοδικού «Χαραυγή» στις 30 Οκτ. 1910, ζητώντας ένα μεγάλο διήγημα, πολλά είχαν αλλάξει. Αυτό το δείχνουν οι μεταβολές που επέφερε στο πρώτο μέρος του διηγήματος, εκείνο που έστειλε στο περιοδικό.
Κατ’ αρχήν, οι διαφοροποιήσεις στη γλώσσα του πρωτότυπου, η οποία ανήκει στο λεκτικό περιβάλλον των διηγημάτων της πρώτης περιόδου. Ενδιαμέσως, ο Παπαδιαμάντης έχει δημοσιεύσει, το 1905, ένα διήγημα στη δημοτική και σε κατοπινή επιστολή του στον Βλαχογιάννη αναφέρει ότι γράφει και ένα δεύτερο. Αλλά και γενικότερα, σε αυτήν την τελευταία περίοδο, αποφεύγει τους ακραίους καθαρευσιάνικους τύπους. Αυτό φαίνεται ήδη με την αλλαγή της πρώτης φράσης του διηγήματος: «Εις του Καρμάνη...» γίνεται «Στου Καρμάνη...». Επίσης, επιφέρει αλλαγές στον τρόπο παρουσίασης του Εβραίου. Αποφεύγει την ευθεία αναφορά σε εβραϊκά χαρακτηριστικά. Αντικαθιστά την εθνολογική αναφορά με το όνομα του ήρωα, απαλείφει προσδιορισμούς, όπως Λευΐς ή Φάσκα για το εβραϊκό Πάσχα, καθώς και φράσεις της μορφής, «Δεν ηρώτα αν το κρέας ήτον τροφάς ή κασέρ...» ή «Ενίοτε εγεύετο και χοιρινά». Και βεβαίως, επειδή ο Παπαδιαμάντης δεν έμεινε στάσιμος ως διηγηματογράφος, αλλά η μαστορική του εξελίχτηκε, σε ορισμένα σημεία, η αφήγηση αποκτά ειρωνικές αποχρώσεις, ενώ, στις περιγραφές των γευμάτων, δανείζεται φράσεις από διηγήματα, που έγραψε ενδιαμέσως.
Ολόκληρο το διήγημα δημοσιεύθηκε στο πανηγυρικό τεύχος του περιοδικού «Μπουκέτο», το 1929. Όχι, όμως, σύμφωνα με το χειρόγραφο, το οποίο είχε διασωθεί στα κατάλοιπα του Παπαδιαμάντη. Το πρώτο μέρος πάρθηκε από το δημοσίευμα στην «Χαραυγή» και μόνο το υπόλοιπο, που είναι και το μεγαλύτερο τμήμα, από το χειρόγραφο. Σε αυτό το δεύτερο μέρος, όπως δείχνει η σύγκριση με το χειρόγραφο, του οποίου φωτοτυπία δημοσιεύτηκε στα Άπαντα του Δόμου, υπάρχουν πολλά παρατυπώματα. Πάντως, σε αυτήν τη μορφή, δηλαδή της συρραφής με τα τυπογραφικά λάθη στο δεύτερο κομμάτι, αναπαρήχθη στα Άπαντα Βαλέτα, Σεφερλή, Φυτράκη-Κουτσουμπού, καθώς και στα πρόσφατα, του ΔΟΛ, όπου, όμως, το δεύτερο μέρος διορθώθηκε με βάση το χειρόγραφο.
Όσο αφορά το δεύτερο τμήμα του διηγήματος, το χειρόγραφο είναι κολοβό. Γεγονός που οδήγησε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα ημιτελές διήγημα. Δηλαδή, ότι ο Παπαδιαμάντης, είτε έγραψε το διήγημα στα τέλη του 1910 και λόγω της ασθένειας και του θανάτου του ποτέ δεν το ολοκλήρωσε, είτε το έγραψε νωρίτερα, αλλά το εγκατέλειψε στη μέση. Ωστόσο η φωτοτυπία του χειρογράφου έχει την τελευταία σελίδα πλήρως γραμμένη, με ημιτελή την τελευταία φράση να τελειώνει με κόμμα. Δεν συνηθίζεται, όμως, όταν κάποιος φτάνει στο τέλος της σελίδας, να αφήνει τη φράση του στη μέση για να την συμπληρώσει αργότερα. Επίσης, η τελευταία σελίδα φαίνεται τσαλακωμένη. Με άλλα λόγια, έχουμε τρεις τουλάχιστον ενδείξεις πως ο Παπαδιαμάντης δεν έπασχε από έλλειψη έμπνευσης αλλά μάλλον απωλέσθησαν οι σελίδες του χειρογράφου. Ακριβέστερα, ακόμη κι αν το διήγημα είναι ημιτελές, θα πρέπει να είχε περισσότερες σελίδες από όσες οι σωζόμενες. Πάντως, στο δημοσίευμα του «Μπουκέτου» και σε όσες αναδημοσιεύσεις στηρίχτηκαν σε αυτό, εκτός εκείνης του ΔΟΛ, η μισοτελειωμένη φράση έχει αφαιρεθεί. Η αυθαιρεσία, θα λέγαμε ότι είναι κάτι το σύνηθες σε ένα εβδομαδιαίο περιοδικό ποικίλης ύλης. Το παράδοξο είναι πως το διήγημα, χωρίς τη μισή φράση, δείχνει ολοκληρωμένο. Άραγε πρόκειται για σύμπτωση ή μήπως είναι παρέμβαση του κατόχου του χειρογράφου, του Κωνσταντίνου Φαλτάϊτς; Όντας ο ίδιος συγγραφέας, θα μπορούσε να είχε φροντίσει αντίστοιχα την αντιγραφή του χειρογράφου, που έδωσε στο περιοδικό, ώστε να προκύπτει ένα ολοκληρωμένο διήγημα.
Ακέραιο το κείμενο του χειρογράφου, με την ημιτελή φράση, δημοσιεύτηκε μόνο στα Άπαντα του Δόμου. Είναι η μόνη δημοσίευση, που μας δίνει το διήγημα, όπως γράφτηκε, με ενιαία γλώσσα και αντιμετώπιση των εβραϊκών. Η λύση, που δόθηκε στα Άπαντα του ΔΟΛ, να νοθευτεί το αυτοτελές διήγημα του 1891 με ένα μπάλωμα, που έγινε είκοσι χρόνια αργότερα, επειδή αυτό το μπάλωμα είναι ξαναδουλεμένο και άρα κρίνεται εντελέστερο, μας φαίνεται άστοχη. Οι εβραιολόγοι, πάντως, αποφαινόμενοι για τα αισθήματα του Παπαδιαμάντη απέναντι στους Εβραίους, τοποθετούν τη συγγραφή του διηγήματος το 1910 και βιάζουν -πάντοτε κατά τη γνώμη μας - τα συμπεράσματα. Το σίγουρο είναι ότι δεν λαμβάνουν υπόψη, στο πρώτο μέρος, την αλλαγή των αποχρώσεων μεταξύ των δυο γραφών. Όπως και κάποιες διαγραφές στο χειρόγραφο, που δείχνουν πιθανώς αμφιταλάντευση κατά τη μυθοπλαστική ανάπλαση των γεγονότων. Ύστερα, δεν δίνουν σημασία στο χώρο, στον οποίο τοποθετείται ο καβγάς. Το μπακάλικο του Καρμάνη ή Καχριμάνη βρισκόταν στην οδό Σαρρή, μέσα στην εβραϊκή συνοικία. Δίπλα, αν δεν σφάλλουμε, ήταν το αρχοντικό του Νταβίντ Πατσίφικο, όπου έλαβαν χώρα τα μόνα αθηναϊκά “εβραϊκά”, εκείνα του 1847. Βεβαίως, εκείνη ήταν μια παλιά ιστορία, αλλά όταν πρόκειται για προκαταλήψεις, δεν μπορούμε να διαγράφουμε τις παλιές ιστορίες. Όσο για εμάς τους σημερινούς Αθηναίους, “ως πίθηκοι” της καλοπέρασης, καταπώς αποκαλεί τους συγχρόνους του ο Παπαδιαμάντης, θα κάνουμε Πάσχα και “αλλα-Φράγκα” και “αλλα-Γκρέκα”. Ή, σωστότερα, Πάσχα υπό τη βαριά σκιά της Τρόϊκα.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/4/2012.
Ο άλλος Κάλβος
Δημήτρης Δ. Αρβανιτάκης
«Απολογία της αυτοκτονίας.
Ένα αφελές κείμενο
του Ανδρέα Κάλβου»
Έκδοση:
Βιβλιοθήκη Μουσείου Μπενάκη
Ιανουάριος 2012

Κατά φαντασία πορτραίτο
του Ανδρέα Κάλβου
από τον Οδυσσέα Ελύτη.
Με το τέλος του μηνός Μαρτίου, συμπληρώθηκαν μετά βεβαιότητας 220 χρόνια από τη γέννηση του Ανδρέα Κάλβου. Γράφουμε μετά βεβαιότητας, γιατί το μόνο σίγουρο είναι ο μήνας. Γεννήθηκε Μάρτιο 1792. Προσώρας, η ακριβής ημερομηνία λανθάνει. Προσώρας, γιατί δεν αποκλείεται, αύριο μεθαύριο, κάποιος ερευνητής να εντοπίσει την ημέρα, ακόμη κι αν ήταν ξημέρωμα, μεσημέρι ή τις προμεσονύκτιες ώρες, όταν η Αντριανούλα Ρουκάνη- Κάλβου έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί. Η ημερομηνία γέννησης του ποιητή είναι μια πρώτη από τις πολλές ελλείπουσες ψηφίδες στο παζλ του Κάλβου. Το μυστήριο που θάλλει γύρω από το πρόσωπό του φαίνεται να ελκύει περισσότερο και από τον ίδιο τον ποιητή Κάλβο. Ένα μυστήριο, που είναι συσχετισμένο και με “τον άλλο Κάλβο”, όπως έχει αποκαλέσει ο βιβλιογράφος του, Γιώργος Ανδρειωμένος, τον, πέραν του ποιητή, πολυμερή συγγραφέα Κάλβο.
Αυτός “ο άλλος Κάλβος” ενδιαφέρει και τον Δημήτρη Αρβανιτάκη, θεωρώντας τον απαραίτητο για την καλύτερη κατανόηση του ποιητή. Γι’ αυτό και επικεντρώνει την έρευνά του σε μια πρώιμη χρονική περίοδο. Εκείνη του νεαρού Ζακύνθιου, που φθάνει δεκαετής στην Ιταλία και εκεί εκκολάπτεται ως δραματουργός και ποιητής της ιταλικής γλώσσας. Αλλά και την λίγο μεταγενέστερη, του εικοσιτετράχρονου Κάλβου, του μόλις αφιχθέντος στο Λονδίνο γραμματέα του Ούγο Φώσκολο, που συγχρωτίζεται με τους εκεί ιταλούς εξόριστους. Ο Αρβανιτάκης έχει εκδώσει, μέσα σε ενάμισι χρόνο, δυο πολυσέλιδες μονογραφίες. Αμφότερες αφορούν ιταλικά κείμενα του Κάλβου και έχουν ως στόχο να φωτίσουν τους τρόπους που διαμορφώθηκε πνευματικά ο μετέπειτα θεωρούμενος ως εθνικός ποιητής, με την έμφαση να δίνεται στο χρόνο και τους χώρους που αυτή η διάπλαση έλαβε χώρα.
Η πρώτη έρευνα αφορούσε πιθανολογούμενες συνεργασίες του Κάλβου στο ιταλικό περιοδικό, «L’ Ape italiana a Londra», που κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το 1819. Εκείνο που κέντρισε τον Αρβανιτάκη ήταν η αδυναμία των μελετητών να εντοπίσουν το περιοδικό αλλά και να συγκεντρώσουν στοιχεία για τον εκδότη του, του οποίου γνώριζαν μόνο το όνομα. Τελικά, εντόπισε το περιοδικό και κατήρτισε το βιογραφικό όχι μόνο του εκδότη αλλά και εκείνα των συνεργατών του περιοδικού, ωστόσο η έρευνα στάθηκε άγονη. Ο Κάλβος δεν συνεργάστηκε σε κανένα από τα δώδεκα τεύχη του περιοδικού, που εκδόθηκαν από 15 Απριλίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1819. Κι όμως, παρά την πρώτη εντύπωση, που δημιουργεί το αρνητικό αποτέλεσμα, ο τόσος κόπος δεν πήγε χαμένος. Δεν ήταν “για ένα πουκάμισο αδειανό”. Μέσω της παρουσίασης του περιοδικού, ο μελετητής συμπληρώνει ψηφίδες για τα τρεισήμισι χρόνια της πρώτης διαμονής του Κάλβου στο Λονδίνο και παράλληλα, συλλογάται τις τύχες των ποιητών και την εποχή τους, φιλοσοφώντας για τις πατρίδες, χαμένες, εθνικές, με ή και χωρίς σύνορα.
Στο δεύτερο βιβλίο, ο Αρβανιτάκης φαίνεται σαν να δηλώνει εκ προοιμίου, με τον υπότιτλο που επιλέγει, ότι καταπιάστηκε για δεύτερη φορά με “ένα πουκάμισο αδειανό”. Μπορεί, βεβαίως, στην πορεία να προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός “αφελές” για το κείμενο του Ανδρέα Κάλβου, που φέρεται με τον ελληνικό τίτλο «Απολογία της αυτοκτονίας», ανήκει σε άλλους και ότι αυτός συγκεντρώνει επιχειρήματα προς κατάρριψή του, ωστόσο το γεγονός ότι τον παραθέτει στον υπότιτλο χωρίς ανωφερή εισαγωγικά προς δήλωση ότι πρόκειται για δάνειο, δημιουργεί την εντύπωση ότι τον υιοθετεί ως άμυνα ή ίσως, και για να προκαλέσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Όπως και να έχει, το εν λόγω κείμενο, το οποίο παλαιότερα χαρακτηρίστηκε ως ανάξιο λόγου, τα τελευταία χρόνια φαίνεται πως επανεκτιμάται. Για παράδειγμα, το 2009, στο αφιέρωμα του περιοδικού, «Επτανησιακά Φύλλα», για τα «140 χρόνια από τον θάνατο του ποιητή των Ωδών», το σχολιάζει ο νεότερος ζακύνθιος ποιητής Ζαχαρίας Στουφής. Ένα χρόνο αργότερα, η Αγγελική Γιώτη, στο περιοδικό «Κονδυλοφόρος» (όχι «Μαντατοφόρος», όπως εκ παραδρομής αναγράφεται στη μελέτη), εξετάζοντας την πρόσληψη του Κάλβου από τη γενιά του ’30, διακρίνει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον Κάλβο ο υπερρεαλιστής ποιητής Νικόλας Κάλας, αναφερόμενη και στο συγκεκριμένο περί αυτοκτονίας κείμενο του Κάλβου.
Αυτά τα δημοσιεύματα, καθώς και άλλες αναφορές, δημιουργούν την εντύπωση ότι τόσο ο τίτλος του κειμένου όσο και η πατρότητά του είναι δεδομένα. Εικόνα που ανατρέπει η ιστορία του χειρογράφου, όπως την παραθέτει στο πρώτο κεφάλαιο ο Αρβανιτάκης. Εκεί δείχνει, με τον διεξοδικό και γλαφυρό αφηγηματικό του τρόπο, ότι πρόκειται για “ένα αινιγματικό χειρόγραφο, που χάθηκε”. Αινιγματικό, αφού ούτε τίτλος ούτε υπογραφή υπάρχουν και ο ιταλός μελετητής τού Ούγο Φώσκολο, που το πρωτοδημοσίευσε το 1916, παραλείπει να διαβεβαιώσει ότι ο γραφικός χαρακτήρας είναι του Κάλβου, όπως κάνει για το δεύτερο κείμενο που παρουσιάζει στην ίδια δημοσίευση. Επίσης, σήμερα πλέον, θεωρείται χαμένο, αφού η βιβλιοθήκη του Λιβόρνο, στην οποία δόθηκαν τα καλβικά χειρόγραφα βομβαρδίστηκε στον πόλεμο και ο φάκελος εξαφανίστηκε. Οι δυο έλληνες μελετητές του Κάλβου, που είδαν το χειρόγραφο, ο Γέωργιος Ζώρας, που το μετέφρασε και το δημοσίευσε για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1937, και ο Νικόλαος Τωμαδάκης, δείχνουν να υπεκφεύγουν ή και να αυθαιρετούν κατά την παρουσίασή του ως κείμενο αυταπόδεικτα του Κάλβου, που φέρει τον συγκεκριμένο τίτλο. Τουλάχιστον αυτήν την εντύπωση δημιουργεί ο σχολιασμός του Αρβανιτάκη για τα δημοσιεύματά τους. Εκείνο, όμως, το στοιχείο, που καθιστά πράγματι αινιγματικό το χειρόγραφο, είναι η πληροφορία ότι έφερε την επικεφαλίδα, «Στον Α. Κάλβο», και ότι ο τίτλος που επικράτησε δόθηκε από τους μελετητές ως επιγραμματική περίληψη του περιεχομένου του. Παραδόξως, αυτή η επικεφαλίδα, που έχει τη μορφή αφιέρωσης του κειμένου στον Κάλβο, δεν οδήγησε στην εικασία ότι πρόκειται για κείμενο φίλου, που δόθηκε στον Κάλβο ή που του εστάλη, πιθανώς ως συνοδευτικό επιστολής, αφού, μάλιστα, στον φάκελο με τα δυο κείμενα υπήρχαν και επιστολές προς αυτόν. Αντ’ αυτού, ο Τωμαδάκης θεώρησε ότι η αφιερωματική φράση γράφτηκε από τον Κάλβο και την ερμήνευσε ως ισοδύναμη της έκφρασης «Εις εαυτόν». Κατά το σκεπτικό του, με αυτήν την επικεφαλίδα ο συγγραφέας στοχεύει στη δημιουργία απόστασης από το κείμενό του. Υπόθεση, που θα είχε κάποια αληθοφάνεια, αν τουλάχιστον παρετίθετο ακέραιο το ονοματεπώνυμο και όχι το αρχικό του μικρού ονόματος.
Σε αυτό το σημείο, πάντως, αφού ο Αρβανιτάκης ανακινεί το θέμα του χειρογράφου, θα αναμενόταν μια έστω και επί τροχάδην αναζήτηση πιθανών συγγραφέων του ανάμεσα στους αποστολείς των επιστολών του φακέλου ή και ανάμεσα στους άλλους αλληλογράφους του Κάλβου και τα πρόσωπα του στενότερου περιβάλλοντός του. Προς μεγάλη απογοήτευση του αναγνώστη, του οποίου έχει υποδαυλίσει την περιέργεια, παρακάμπτει την περαιτέρω εξέταση και περνά στο χρόνο γραφής του κειμένου και κατ’ επέκταση, στον τόπο γραφής του. Στην πρώτη ελληνική δημοσίευσή του, ο Ζώρας γράφει: «Δεν γνωρίζομε επίσης την ακριβή χρονολογίαν της συγγραφής. Το πρωτότυπο δεν παρέχει ουδεμίαν σχετική πληροφορία. Πάντως εγράφη προ της αναχωρήσεως του Κάλβου εξ Ιταλίας, ήτοι προ του 1818.» Ο Αρβανιτάκης δέχεται αυτήν την υπόθεση, διορθώνοντας μόνο ως τυπογραφικό λάθος το έτος και τοποθετώντας το πριν από το 1816. Υποθέτουμε ότι εννοεί πριν από τις 27 Μαΐου 1816, όταν ο Κάλβος αναχώρησε από το Μιλάνο για την Γενεύη. Ενώ, απορρίπτει την υπόθεση του Τωμαδάκη, ότι γράφτηκε τον χειμώνα 1820-1821, που ο Κάλβος είχε επιστρέψει στην Ιταλία. Κι αυτό, γιατί η εκτίμηση του Τωμαδάκη ότι το κείμενο πρέπει να γράφτηκε προ της Ελληνικής Επαναστάσεως, καθώς “ο ποιητής το 1821 βρήκε τον σκοπό της ζωής του στρεβλώνει το νόημα του κειμένου”. Ακριβώς, η απόδειξη αυτής της στρέβλωσης συνιστά την πεμπτουσία της δικής του μελέτης, που εντάσσει το κείμενο στη μεγάλη ευρωπαϊκή συζήτηση περί αυτοκτονίας και στο κλίμα της αφυπνιζόμενης Ιταλίας κατά τη ναπολεόντεια εποχή. Αν και έχουμε την εντύπωση ότι αυτή η ιστορική αναδρομή είναι εκτενέστερη από όσο θα χρειαζόταν. Δεδομένου, μάλιστα, ότι για την συνολική ευρωπαϊκή εικόνα υπάρχουν οι μονογραφίες του Ζωρζ Μινουά, «Ιστορία της αυτοκτονίας» του 1995 και «Η αθεΐα στον Δυτικό κόσμο» του 1998. Και οι δυο έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, η πρώτη, της οποίας η παραπομπή έχει παραπέσει, το 2006 από τις εκδόσεις Πολύτροπον.
Όσο αφορά τη χρονολόγηση του χειρογράφου, θα αναμενόταν να ληφθεί υπόψη και ένα άλλο terminus ante quem. Το κείμενο θα πρέπει να γράφτηκε πριν από τη μύηση του Κάλβου στην επαναστατική αδελφότητα των Καρμπoνάρων. Στην περσινή μελέτη της, η Αθηνά Γεωργαντά τοποθετεί την στράτευσή του στην περίοδο της παραμονής του στο Λονδίνο, δηλαδή από τις 11 Σεπτεμβρίου 1816 και μέχρι, το αργότερο, το 1819, όταν συγγράφει την λανθάνουσα μέχρι το 2003 ωδή «Ελπίς πατρίδος». Ο Αρβανιτάκης δεν αναφέρει τη συγκεκριμένη μελέτη, ούτε τον απασχολεί ο Καρμπονάρος Κάλβος. Μόνο στο εισαγωγικό μέρος, μνημονεύοντας “μικρές και μεγαλύτερες ψηφίδες για τον μη ελληνικό κόσμο του Κάλβου”, που προστέθηκαν “από τη δεκαετία του 1930 και μετά”, αναφέρει και “την ανακάλυψη από τον Κ. Πορφύρη της συμμετοχής του στο κίνημα των Καρμπονάρων της Τοσκάνης(1820-1821)”. Οπότε, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι θεωρεί την ένταξη στον καρμποναρισμό ή και γενικότερα σε μια ριζοσπαστική οργάνωση αδιάφορη σε μια συζήτηση γύρω από την “κλασική” αυτοκτονία, όπως αποκαλείται η αυτοκτονία για την πατρίδα. Όπως και να έχει, το κείμενο της απολογίας δύσκολα αποδίδεται σε έναν Καρμπονάρο. Πέραν αυτού, από τον Κάλβο, που είναι μεν ιταλοθρεμμένος αλλά στρέφεται συνεχώς προς την αρχαία Ελλάδα, σε ένα λόγο υπερασπιστικό της αυτοκτονίας πιο δόκιμο θα ήταν να μνημονεύει ως κορυφαίο παράδειγμα εκείνη του ομηρικού Αίαντα και όχι του Κάτωνα.
Παρατηρούμε, πάντως, ότι οι δυο πρόσφατες μελέτες, της Γεωργαντά και του Αρβανιτάκη, συνομιλούν ακόμη και εις πείσμα των συγγραφέων τους. Και στις δυο σχολιάζεται η αντιμετώπιση του θανάτου από τον Κάλβο, ξεκινώντας από την ποίηση του Φώσκολο και καταλήγοντας στην ωδή «Εις θάνατον». Ο Αρβανιτάκης επιμένει περισσότερο στο “μυθιστόρημα-ορόσημο” του Φώσκολο, «Τελευταίες επιστολές του Γιάκοπο Όρτις», μεταφράζοντας και παραθέτοντας σε παράρτημα επιστολή του Φώσκολο στον φίλο του Γιάκομπ Σάλομον Μπαρτόλντυ για τα στάδια της σύνθεσης. Ενώ, δεν αναφέρει τον Καρμπονάρο Φώσκολο ούτε ερμηνεύει την ωδή «Εις θάνατον» με τους συμβολισμούς του καρμποναρισμού, όπως κάνει η Γεωργαντά. Αντ’ αυτού, προτείνει μια βήμα προς βήμα παρακολούθηση “της οικοδόμησης του ποιητή-πολίτη”. Οι δυο μελετητές φαίνεται να συμφωνούν ότι υπήρξε μια μακριά περίοδος μύησης και να απορρίπτουν την άποψη της “στιγμιαίας, λόγω της εθνικής επανάστασης, έκλαμψης”.
Ένα σημαντικό κεφάλαιο της πρόσφατης μελέτης του Αρβανιτάκη, που παρατίθεται ως εισαγωγικό στην ερμηνεία της «Απολογίας της αυτοκτονίας», αφορά τον αντίκτυπο που είχε το κείμενο στη γενιά του μεσοπολέμου. Η δημοσίευση της μετάφρασής του έγινε την 1η Οκτωβρίου 1937, λίγες μέρες μετά την αυτοκτονία του Ιωάννη Συκουτρή, στις 22 Σεπτεμβρίου. Δεν φαίνεται να πρόκειται για σύμπτωση, δεδομένου ότι το κείμενο του Ζώρα προτάσσεται στο τεύχος, ενώ στη ρουμπρίκα «Το δεκαπενθήμερον» δημοσιεύεται νεκρολογία του Ν. Ι. Λούβαρη για τον Συκουτρή. Διόλου απίθανο, χωρίς την αυτοκτονία Συκουτρή, να αργούσε η δημοσίευση, καθώς ο Ζώρας, στο προλογικό του σημείωμα, σπεύδει να παρατηρήσει ότι “δεν παρουσιάζει μέγα ενδιαφέρον, ούτε τα επιχειρήματα είναι πολύ σπουδαία, τόσον από θεολογικής όσον και από κοινωνικής απόψεως· ακόμη δε μικροτέρα είναι η σημασία του έργου από λογοτεχνικής απόψεως”. Πάντως, η συζήτηση γύρω από το κείμενο άργησε να ξεκινήσει. Ο Αρβανιτάκης σχολιάζει σε χρονολογική σειρά τα δημοσιεύματα, σταθμίζοντας τις αποχρώσεις μιας γενικότερα απορριπτικής στάσης, καθώς το κείμενο της απολογίας δεν συμφωνούσε με τη θεμελιωμένη άποψη του πολιτικού ποιητή Κάλβου. Οι μόνοι, που υπερασπίζονταν μια διαφορετική εικόνα του Κάλβου, ήταν ο νέος αισθητικός Δημήτρης Καπετανάκης και ο Κάλας. Μόνο που και οι δύο είχαν μορφώσει αυτήν την εικόνα πριν διαβάσουν το κείμενο της απολογίας. Η Γιώτη αναφέρει κάποιες σημειώσεις, που ο Κάλας άρχισε να κρατά, το πιθανότερο μετά την ανάγνωση, με την οπτική μιας μελέτης περί Κάλβου. Ούτε εκείνη ούτε ο Αρβανιτάκης παρουσιάζουν αυτές τις σημειώσεις, παρότι δίνουν ιδιαίτερο βάρος στις απόψεις του υπερρεαλιστή ποιητή. Εκτός κι αν αμφότεροι ετοιμάζουν δημοσιεύσεις. Οψόμεθα. Όπως και να έχει, με το ρηξικέλευθο βιβλίο του συντοπίτη του Κάλβου, ο εορτασμός του επετειακού 2012 μόλις που ξεκίνησε.
Μ.Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 8/4/2012.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.
