Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014
Άλλοτε και τώρα
Νίκη Τρουλλινού
«Το τελευταίο καλοκαίρι
της αθωότητας»
Εκδόσεις Εστίας
Μάρτιος 2014
Η Νίκη Τρουλλινού έχει ήδη συμπληρώσει είκοσι συναπτά έτη συγγραφικής παρουσίας, καθώς το πρώτο βιβλίο της εκδόθηκε το 1995 αλλά περιείχε πεζά ήδη δημοσιευμένα. Τον Μάρτιο του 2007, όταν συμπλήρωνε μία διαφορετική εικοσαετία, εκείνη της μάχιμης δικηγορίας, και το γράψιμο αναβαθμιζόταν γι’ αυτήν από ερασιτεχνική σε κύρια ενασχόληση, δήλωνε σε συνέντευξή της ότι “αγαπά το διήγημα”. Πρόσθετε, μάλιστα, πως νομίζει ότι ταιριάζει στον χαρακτήρα της, τονίζοντας, “Είναι τα μικρά πράγματα που προτιμώ”. Κι όμως, παρ’ ελπίδα, το επόμενο βιβλίο, που εκδόθηκε Ιανουάριο 2009, ήταν μυθιστόρημα. Με αυτό φαίνεται πως άνοιξαν οι πόρτες του μεγάλου εκδοτικού οίκου, που “δύσκολα εκδίδει διηγήματα”, όπως παρατηρούσε στην προαναφερθείσα συνέντευξη. Οπότε, βρέθηκε κι αυτή, έστω και λίγο καθυστερημένα, “στον αστερισμό του μυθιστορήματος”, που τότε πίστευε και ορθά ότι ζούσαμε. Αν ως κριτήριο ληφθεί η κριτική υποδοχή, αυτή η πρώτη μεταπήδηση από το διήγημα στο μυθιστόρημα θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχημένη.
Ωστόσο, παρότι το επόμενο βιβλίο της, με τα τρέχοντα στάνταρ, σχετικά αργεί, εκδίδεται εφέτος, δηλαδή μετά πέντε έτη, χρονική απόσταση που προοιωνίζεται μυθιστόρημα, αυτό είναι συλλογή διηγημάτων. Όπου, και πάλι αλλάζει ο εκδότης. Αυτήν τη φορά, η υποδοχή υπερβαίνει σε θέρμη όλες τις προηγούμενες, εκείνης του μυθιστορήματος συμπεριλαμβανομένης. Μέχρι που εκφράστηκε η άποψη ότι πρόκειται για μακράν το καλύτερο βιβλίο της, ενώ η ίδια αναφέρεται πλέον μεταξύ των αναγνωρισμένων μαστόρων του είδους διήγημα, διεκδικώντας σχεδόν τη μονοκρατορία της θήλειας μαστόρισσας. Νεόκοπη κριτικός λογοτεχνίας, μάλιστα, συμπεριλαμβάνει τη συλλογή στις λιγοστές που “ανανεώνουν την εμπιστοσύνη μας στο είδος του διηγήματος”. Βεβαίως, στον καιρό της κρίσης, το κέλευσμα του “positive thinking” και ως έξωθεν ερχόμενο, βρίσκει μεγάλη απήχηση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για συγγραφείς που έχουν επαινεθεί στο παρελθόν, οπότε ο βιβλιοπαρουσιαστής που επείγεται διαβάζει τις κριτικές αντί του έργου. Ωστόσο, κατά μία άλλη ανάγνωση, η επιστροφή της Τρουλλινού στο διήγημα, όπως επιγράφει τα πεζά της, προβληματίζει. Κατ’ αρχήν, μπορεί να μην πρόκειται για επιστροφή αλλά περί αγρανάπαυσης, εν αναμονή ανάκτησης της γονιμοποιού δύναμης, που απαιτεί ένας μυθιστορηματικός διάπλους. Άλλωστε, από τα συνολικά 21 πεζά, τα εννέα έχουν δημοσιευτεί εντός της ενδιάμεσης πενταετίας, αρχής γενομένης από την επομένη της έκδοσης του μυθιστορήματος. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να διατηρεί κάποιος συγγραφέας την αναγνωρισιμότητά του.
Κυρίως, όμως, προβληματίζει το κατά πόσο πρόκειται για διηγήματα, όπως ήταν τα προηγούμενα δικά της πεζά, και όχι για ιστορίες, από αυτές που βγαίνουν στα απόνερα ενός μυθιστορήματος. Οπότε αναφύεται και το γενικότερο ερώτημα, αν είναι δυνατόν ένας συγγραφέας να παλινδρομεί ανάμεσα στις δυο φόρμες. Με το πρόσφατο βιβλίο της, η Τρουλλινού αριθμεί 50 διηγήματα και ένα μυθιστόρημα. Τα 29 προ μυθιστορήματος, μοιρασμένα σε τρεις συλλογές, τα 21 μετά, σε μία συλλογή. Θα διακινδυνεύαμε την άποψη πως πρόκειται για ιστορίες. Μάλιστα, θα προχωρούσαμε στην υπόθεση εργασίας ότι αυτό είναι επακόλουθο της συγγραφής του μυθιστορήματος. Με άλλα λόγια, διατεινόμαστε, ότι άπαξ και κάποιος ενδώσει στη μυθιστοριογραφία, η επιστροφή στο διήγημα είναι δύσκολη.
Η Τρουλλινού, όπως παρατηρούσαμε με αφορμή την πρώτη συλλογή διηγημάτων της, είχε δείξει ότι διαθέτει αίσθημα αφηγηματικής οικονομίας διηγηματογράφου. Το κύριο χαρακτηριστικό ήταν ο βραχύς λόγος, που δημιουργεί ατμόσφαιρα και μετακενώνει αισθήματα, έτσι όπως πυκνώνει τις περιγραφές με το ρήμα ή το ουσιαστικό στα νοούμενα, ή γέρνει προς τη μεταφορική σημασία των λέξεων, αφήνοντας τελικά αίσθηση έλλειψης. Με το μυθιστόρημα πέρασε σε ένα λόγο αναλυτικό. Η χρήση παρόμοιου λόγου, που είναι πλησιέστερα στον κοινό τρόπο διατύπωσης, κατά κανόνα παγιώνεται και ως ευχερέστερη. Εξ ου, και οι απώλειες σε διηγηματογράφους, εφόσον ενδώσουν στις σειρήνες της αγοράς. Στη συνέχεια, μπορεί να γράφουν σύντομα πεζά, αλλά αυτά είναι “short stories”, που διαφέρουν από το μυθιστόρημα μόνο ως προς την έκταση.
Στα πρόσφατα πεζά της Τρουλλινού, οι αφηγηματικοί τρόποι είναι μεν διαφορετικοί, αλλά δείχνουν δουλεμένοι. Με το κατάλληλο μοντάρισμα των επιμέρους σκηνών, αποφεύγονται πλατειασμοί και συγκινησιακά κρετσέντα. Αυτή η συρραφή, που επιτρέπει χρονικά πηδήματα, δίνει αίσθηση πύκνωσης, διαφορετικού, όμως, τύπου από εκείνη του διηγήματος. Εδώ, πρόκειται μάλλον για επινοήματα μοντερνίστικης μυθιστοριογραφίας. Ένα παράδειγμα επιτυχημένου μονταρίσματος συνιστά το ομότιτλο, πρώτο στην παράταξη, διήγημα της συλλογής. Σε άλλα, όπως το «Σκοτεινός θάλαμος», η τεχνική δείχνει να πάσχει στην εκτέλεσή της. Αλλά και το σχήμα λόγου της μεταφοράς διαφοροποιείται. Στο διήγημα, είναι σύνδρομο στοιχείο της ελλειπτικής αφήγησης, ενώ, στο μυθιστόρημα, συμβάλλει στην εκφραστική δύναμη των περιγραφών, που κερδίζει ένα πλατύτερο αναγνωστικό κοινό. Ένα παράδειγμα παρόμοιου φορτισμένου λόγου από το «Πάμε μια βόλτα στο Κατίν»: “Οι οργανώσεις, που είχαν αλωνίσει κιόλας τα στάχυα της νιότης τους”, γράφει για τις κομματικές οργανώσεις με την οπτική ενός, περασμένα τα πενήντα, “δραπέτη στον λειμώνα των εξομολογήσεων που αναμόχλευε παλιές ιστορίες”. Τον ίδιο στόχο έχουν και τα εμφατικά ξεκινήματα ορισμένων ιστοριών, όπως το “Ήταν ο θάνατος που μας έφερε πάλι κοντά” στο «Μεταφυσικές ακροβασίες». Όσο για την αίσθηση της έλλειψης, που αφήνει το διήγημα, ουδόλως σχετίζεται με το “ανοιχτό τέλος”, κι αυτό ένα μοντερνίστικο στοιχείο, που προτιμάται σε ορισμένα πεζά της συλλογής. Κυρίως εκείνα που δείχνουν σαν αφηγηματικές παρεκβάσεις ή επεισόδια του μυθιστορήματος, επικεντρωμένα σε δευτερεύοντες χαρακτήρες. Ή και κάποια άλλα, με δομή σκαριφήματος, που θα μπορούσαν να απλωθούν σε νουβέλα ή, ακόμη, και σε μυθιστόρημα.
Πιθανώς και να μακρηγορούμε γύρω από την ειδολογική διαφορά διηγήματος και ιστορίας, αλλά ο σκοπός είναι καλός. Αν μετριαστεί ο μύθος περί νέας άνθησης του διηγήματος, μπορεί και να αναχαιτιστεί κάπως η πρόσφατη μόδα της διηγηματογραφίας. Κι αυτό, επειδή, με τα ψέματα και τα πες πες, τελικά θα πιστέψουμε ότι ζούμε στον φωτεινό αστερισμό του διηγήματος. Κατά τα άλλα, έχουν και οι ιστορίες, όπως κάθε άλλο λογοτεχνικό είδος, ποιοτική διαβάθμιση. Υπάρχουν επιτυχημένοι μυθιστοριογράφοι, που βραβεύτηκαν για τις ιστορίες τους. Λ.χ., ο Μένης Κουμανταρέας και η Ρέα Γαλανάκη. Το ίδιο μπορεί να συμβεί με την περίπτωση της Τρουλλινού, που με τις προηγούμενες συλλογές, εκείνες με τα διηγήματα, έμεινε στους επιλαχόντες της βραχείας λίστας. Άλλωστε, οι ιστορίες, τόσο με τον τρόπο γραφής όσο και με την σαφώς διαγεγραμμένη υπόθεση, έχουν το ατού να ελκύουν πλατύτερο αναγνωστικό κοινό. Γεγονός, που επηρεάζει τους κριτές, καθώς επιζητούν για τις επιλογές τους την έξωθεν καλή μαρτυρία. Αν και τελικά, μία καθοριστική παράμετρος είναι το θέμα του προς βράβευση βιβλίου.
Το θέμα στα βιβλία της Τρουλλινού παραμένει σταθερό. Ούτε στο πρόσφατο αλλάζει. Είναι ο επιλεκτικός και περίπλοκος τρόπος που δουλεύει η μνήμη, με μόνιμο δρομοδείχτη το συναίσθημα. Μόνο που στην πρόσφατη συλλογή, όπως και στο μυθιστόρημα, η μνήμη εστιάζει σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, τα τέλη της Δικτατορίας και την αρχή της Μεταπολίτευσης. Ούτε ο αφηγητής αλλάζει, παρόλο που η αφήγηση διαφοροποιείται. Άλλοτε σε πρώτο και άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο, με τον λόγο να μοιράζεται σε διαφορετικές γυναίκες και άνδρες, αυτοί λιγότεροι, όλοι τους παραπλήσιας ηλικίας. Ωστόσο, υπάρχει πάντα σαν προέκταση της δικής τους φωνής, εκείνη του αφηγητή, που αποτιμά και ασκεί κριτική. Αυτό το διευκολύνει η δομή αρκετών ιστοριών σε δυο χρονικά επίπεδα, το τότε της νεότητας και το τώρα. Στο πρόσφατο βιβλίο, ωστόσο, σαν να αλλάζει η σχέση αφηγητή και προσώπων, καθώς εκείνος προβάλλει περισσότερο απόλυτος. Είτε εξωραΐζει είτε καταδικάζει καταστάσεις το κάνει μετ’ επιτάσεως. Παράδειγμα: Προς ηρωοποίηση χρησιμοποιείται μία φράση κλισέ, “Οι παλιοί, οι μπαρουτοκαπνισμένοι του Πολυτεχνείου”. Προς χλεύη επιστρατεύονται περιγελαστικά επίθετα, “Το άγγιγμα των Αγίων Ολυμπιακών Αγώνων τα στρίμωξε όλα στα μεταμοντέρνα παπούτσια.” Καταλήγει, ωστόσο, ειρωνεία, η κριτική να έρχεται από τη γενιά που πρωταγωνίστησε στα χρόνια της Μεταπολίτευσης.
Γνωστά πρόσωπα, όπως “ο σκηνοθέτης των μεγάλων πλάνων που επέμενε να χώνει τα δάχτυλα στον τύπο των ήλων της Ιστορίας”, και κυρίως, οι τόποι δεν κατονομάζονται, αλλά δηλώνονται περιφραστικά πλην όμως πεντακάθαρα. Στον αναγνώστη μυθιστορημάτων και ιστοριών δεν αρέσουν οι λογοτεχνίζουσες νύξεις. Οι εκτενέστερες περιγραφές αφορούν τόπους, με πρώτη και καλύτερη την Κρήτη, γενέτειρα της συγγραφέως. Εδώ, η αφήγηση γίνεται μακροπερίοδη, μόνο που δεν έχει τη φιδίσια χάρη των αλλοτινών περιγραφών. Η παράταξη των προτάσεων έχει έναν τυποποιημένο χαρακτήρα, σχεδόν μηχανιστικό, με συνδετικό τις άνω τελείες. Συνήθως, και πάλι προς μεγέθυνση των εντυπώσεων, χρησιμοποιείται ο πληθυντικός, καταλήγοντας σε ξεφτισμένες φράσεις. Λ.χ., “κι η γιαγιά, γυναίκα ταλαιπωρημένη από Κατοχές και Δικτατορίες, από διώξεις και συμβιβασμούς...”
Εκτός από τις ιστορίες, που συγγενεύουν με το μυθιστόρημα, υπάρχει μία “σύντομη ιστορία” γραμμένη κατά παραγγελία με δοσμένο το θέμα και αρκετές άλλες, που, εν μέρει ή αποκλειστικά, αντανακλούν την οπτική του σημερινού ευαισθητοποιημένου πολίτη. Στην κατά παραγγελία, ζητήθηκε πεζό έως 300 λέξεις που να στεγάζεται κάτω από τον γενικό τίτλο «Η δική μας Ελλάδα». Κατά την συνοδευτική επεξήγηση του παραγγελιοδότη, που ήταν η Εταιρεία Συγγραφέων, θα έπρεπε, εν έτει 2012, “να δείχνει πως η χώρα μας έχει και τις φωτεινές της πλευρές, έχει δηλαδή τις αντιστάσεις της, την ιδιαίτερη ψυχή της”. Το πεζό της Τρουλλινού, «Τα πορτοκάλια του Δαιδάλου», είναι μια ουτοπική φαντασίωση αλληλέγγυας συμπεριφοράς. Την προκάλεσε ένα τυχαίο συμβάν, που έκανε τους ανθρώπους “να κοιταχτούν χωρίς τεθλασμένες”. Έχει τη χροιά περισσότερο παραμυθιού. Μόνο που ούτε καν μικρά παιδιά δεν θα το πίστευαν. Βεβαίως, τοποθετείται σε εμπορικό πεζόδρομο της πόλης του Ηρακλείου, που οδηγεί στην πλατεία Λιονταριών, όπου μπορεί οι άνθρωποι να προστρέχουν ακόμη σε βοήθεια.
Κεντρικό πρόσωπο του κατά παραγγελία πεζού είναι ένας αχθοφόρος, πιθανώς παραγιός μανάβη, που αναφέρεται ως “παιδί, χωρίς όνομα, χωρίς τόπο προέλευσης”. Σε αυτήν τη συλλογή, κύριο μέλημα της συγγραφέως φαίνεται να είναι τα κοινωνικά προτάγματα, από την προστασία των ζώων μέχρι τη συμπαράσταση στους μετανάστες. Σε ένα διήγημα («Η Τόντο»), κυριαρχεί το σοκ που προκαλεί βιαιοπραγία κατά γάτας, ανεξάρτητα αν αυτή κατούρησε τον θύτη. Σε ένα άλλο («Σίδερα, παλιοσίδερα και άλλα συναφή»), σκύλος εμφανίζεται ως νοήμονας σύντροφος και τηλεθεατής, παρακαθήμενος του αφηγητή. Μεγαλύτερη είναι η παρουσία των μεταναστών: σε τρία διηγήματα πρωταγωνιστούν και σε τέσσερα εμφανίζονται ως δευτεραγωνιστές. Ο αγλαϊσμός τους πλησιάζει εκείνον των ηρώων του Πολυτεχνείου, αν δεν τον υπερβαίνει, όταν γίνονται συγκρίσεις με τη συμπεριφορά των ντόπιων, όπως στο «Ακορντεόν ανάπηρο» ή στο «Η ξένη», που έχουν στόχο να εξάρουν την αξιοπρεπή και φιλική στάση τους. Στην κατακλείδα ενός άλλου διηγήματος («Μικρές ιστορίες για όνειρα»), δίνονται σχεδόν επικές διαστάσεις στην “Αλβανή παραδουλεύτρα, που με τα πόδια είχε περάσει βουνά και διάσελα κάπου στα 1990”
Σε αυτά τα διηγήματα, η συγκίνηση αφήνεται ανεξέλεγκτη, ανταμείβοντας όσες αγόρασαν το βιβλίο χάριν του τίτλου του, που υπόσχεται τη συναισθηματική φόρτιση του μπεστ σέλερ. Αν και το βούρκωμα θα το φέρει η ιστορία του τυφλού μετανάστη στη Γερμανία από την Ανατολία και της Γερμανίδας πόρνης. Ένας λόγος παραπάνω, γιατί αγγίζει μία άλλη ευαίσθητη χορδή, καθώς τιτλοφορείται «1989» και τοποθετείται στο Κρόϊτσμπεργκ, προάστιο του Δυτικού Βερολίνου που κυκλωνόταν ασφυκτικά από το Τείχος. Κατά μία άποψη, παρόμοιες ιστορίες είναι αναμενόμενες από μία συγγραφέα αριστερών καταβολών, όπως η Τρουλλινού. Με τον εξόφθαλμο, όμως, τρόπο, που στήνονται, αφήνουν την εντύπωση ενός νέου τύπου διδακτισμού. Κάποτε, φτάνουν να αποδυναμώνουν και το λογοτεχνικό αποτέλεσμα. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες της πρόσφατης συλλογής, «Η φωτογραφία», θα μπορούσε να μείνει ανοιχτή σε διαφορετικές αναγνώσεις, αν δεν την περιόριζε η συγγραφέας στο γένος των Εβραίων, με το όνομα της ηρωίδας και μια κατακλείδια αναφορά. Έτσι, πάντως, το θεματικό φάσμα της συλλογής μεγαλώνει, εξισορροπώντας τα αλλοτινά δεινά με τις σημερινές ευαίσθητες περιοχές αντιπαράθεσης.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/9/2014.
Φωτογραφία: Ηράκλειο. Η Πλατεία Λιονταριών, εδώ προβάλλει η οδός Δαιδάλου.
Τύχες καβαφικού ποιήματος
Ο λόγος για ένα από τα γνωστότερα καβαφικά ποιήματα, τα «Τείχη». Δεν θεωρείται το πιο διάσημο, καθώς τα πρωτεία τα κατέχει η «Ιθάκη», είναι, όμως, εκείνο με τις πλέον ασυνήθεις τύχες, εκδοτικές και μεταφραστικές, εάν κρίνουμε με μέτρο την ακολουθούμενη από τον Καβάφη τακτική. Αλλά και εκείνο, που, κατά την αξιολόγησή του, έτυχε διαφορετικής, μάλλον μοναδικής αντιμετώπισης, καθώς από την υψηλή αποδοχή περιέπεσε σχεδόν σε αφάνεια. Συγκαταλεγόμενο αρχικά στα “μεγάλα” ποιήματα του Καβάφη, το 1963, που συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννησή του, έχει ήδη αρχίσει η καθοδική του πορεία. Στα δυο πολυσέλιδα αφιερωματικά τεύχη της «Νέας Εστίας» και της «Επιθεώρησης Τέχνης», αμφότερα με ανθολόγιο ποιημάτων, δεν περιλαμβάνεται στα 22 ποιήματα του πρώτου, αλλά συγκρατείται στα 41 του δεύτερου.
Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1983, με τη συμπλήρωση μισού αιώνα από τον θάνατο του Καβάφη, τείνει προς εξαφάνιση. Στα πολυπληθή αφιερώματα περιοδικών και τις ακόμη πολυπληθέστερες εκδηλώσεις του επετειακού 1983, τα «Τείχη» εξασφαλίζουν μία και μοναδική αναδημοσίευση, κι αυτή εκτός ελλαδικού χώρου. Τη συναντάμε στο έντυπο πρόγραμμα των εκδηλώσεων του Πολιτιστικού Κέντρου Δήμου Λευκωσίας, όπου επιλέγονται δυο ποιήματα από τα εικονογραφημένα της πολυτελούς έκδοσης των Απάντων του 1966. Με τα «Τείχη» ξεκίνησε ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας την εικονογράφηση των εν λόγω Απάντων, ξεχωρίζοντας να εικονογραφήσει 44 ποιήματα από τα συνολικά 154. Της γενιάς του ’30 ο Γκίκας, προτίμησε τα συμβολικά ποιήματα της πρώτης περιόδου και ορισμένα από τα λεγόμενα ιστορικοφανή, κρατώντας και μερικά από τα αμιγώς ερωτικά.
Βασικός λόγος για τον παραμερισμό του στάθηκε η σύνδεση της τύχης του με τα προσωπικά του Καβάφη και μάλιστα, με την ευαίσθητη πτυχή της ερωτικής του ζωής. Τα «Τείχη» ήταν το ποίημα που “συγκλόνισε” τον Ξενόπουλο περισσότερο από κάθε άλλο. Στο πρώτο άρθρο του στα «Παναθήναια», Νοέ. 1903, επαναλαμβάνει πως εκείνος “έχει γράψει πέντε-έξη ποιήματα τόσο έμμορφα, τόσο βαθειά, τόσο μεγάλα, όσο λίγοι ποιητάδες. Κ’ ένα μονάχα θα έφθανε – π.χ., τα «Τείχη».” “Τα περίφημα «Τείχη»”, όπως τα αποκαλεί στην τελευταία του ομιλία 40 χρόνια αργότερα, εξακολούθησαν μέχρι τέλους του βίου του “να τον κατέχουν”. Τα «Τείχη» δεν “ταίριαξαν στη ζωή” μόνο του Ξενόπουλου. Όσο το συμβολικό φορτίο τους έμενε ανοικτό σε διαφορετικές ερμηνείες κέρδιζαν σε απήχηση. Χαρακτηριστική παραμένει η διατύπωση του Άγρα ότι “τα «Τείχη» είν’ ένα σύμβολο πλατειάς έννοιας σε διάφορες σφαίρες”.
Αυτά μέχρι τον Απρ. 1958, που ο Γ. Παπουτσάκης δημοσίευσε την καβαφική “σημείωση” της 9ης Νοε. 1902, στην οποία ο ποιητής, αντί εξομολογήσεως, αρκείτο “να σημειώσει το γράμμα Τ ως σύμβολο του αισθήματός του”. Τότε διατυπώθηκαν διάφορες ερμηνείες, υπερίσχυσε, όμως, εκείνη του Τίμου Μαλάνου, ο οποίος έσπευσε τον επόμενο χρόνο να εκδώσει βιβλίο, υπό μορφή μακράς συνέντευξης προς τον Μαν. Γιαλουράκη, με τίτλο, «Ο Καβάφης του κεφαλαίου “Τ”». Σε αυτό, αποκρούει την ερμηνευτική εκδοχή του Παπουτσάκη, πως πρόκειται για το αρχικό του ονόματος αγαπημένου προσώπου, αντιπροτείνοντας το αρχικό τίτλου ποιήματος. Κατά τον Μαλάνο, το γράμμα “Τ” παραπέμπει στο ποίημα «Τείχη», συμβολίζοντας τα κοινωνικά τείχη, που απέκλειαν τον ποιητή “από τον κόσμο της ερωτικής ομαλότητας”. “Από τότε που δημοσιοποιήθηκε η σημείωση το γράμμα Τ σημαίνει για τους αναγνώστες του τον ομοφυλόφιλο Καβάφη”, αποφαίνεται ο Ρόμπερτ Λίντελ στη βιογραφία Καβάφη, που εκδίδει το 1974. Άρα, κατά τις αποφάνσεις Μαλάνου-Λίντελ, το ποίημα τα «Τείχη» ταυτίζεται με τον ομοφυλόφιλο Καβάφη. Μόνο που αυτή η ερμηνεία οδήγησε αυτόματα στον εννοιολογικό περιορισμό του ποιήματος. Οπότε, με το στένεμα του βιωματικού ορίζοντα, η τύχη του ποιήματος ήταν προδιαγεγραμμένη.
Αν δεχτούμε πως τα «Τείχη» σηματοδοτούν τον κοινωνικό αποκλεισμό των ομοφυλόφιλων, τότε έχουν χάσει το νόημά τους εδώ και καιρό, αφού, τα συναφή κοινωνικά τείχη έχουν προ πολλού πέσει. Ο τελευταίος μεταφραστής απάντων των ποιημάτων του Καβάφη στην αγγλική, Ντανιέλ Μέντελσον, το μόνο σχόλιο που κάνει σχετικά με το ποίημα, είναι πως πρόκειται για ένα από τα πλέον απαισιόδοξα. Δείχνει παράδοξο, το ποίημα που συνδέθηκε με τον ομοφυλόφιλο Καβάφη, σήμερα, που αυτή η πλευρά του προβάλλεται περισσότερο των άλλων, εκείνο να παραγκωνίζεται. Τα «Τείχη» δεν περιλαμβάνονται στα “ερωτικά” του Καβάφη, που τα τελευταία χρόνια παίρνουν την πρώτη θέση εν μέσω των ποιημάτων του στον αγγλόφωνο και γαλλόφωνο κόσμο, καθώς συστήνουν τον Καβάφη που συγκινεί μία καινούρια πλειοψηφία. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, για “τις γκέι κοινότητες της Μ. Βρετανίας και των Η.Π.Α.”, που γνωρίζουν τον Καβάφη από τα 14 “ερωτικά” του, τα οποία επέλεξε και εικονογράφησε ο Ντέιβιντ Χόκνεϋ, τα κοινωνικά τείχη είχαν αρχίσει να πέφτουν, οπότε και τα «Τείχη» τούς ήταν μάλλον αδιάφορα. Σήμερα, φαίνεται να δημιουργούν έως και απώθηση στη διεθνή κοινότητα των ομοφύλων, όπως προτιμούν να αυτοαποκαλούνται.
Το ποίημα «Τείχη» είχε ξεχωριστή πορεία, με κάποιες αξιομνημόνευτες αποκλειστικότητες και πρωτιές. Δεν δημοσιεύτηκε πρώτα σε κάποιο περιοδικό ή εφημερίδα, αλλά τυπώθηκε σε φυλλάδιο. Συγκεκριμένα, αποτέλεσε μόνο του το δεύτερο στη σειρά φυλλάδιο, του 1897. Είχε προηγηθεί, το 1891, το μονόφυλλο, επίσης με ένα μόνο ποίημα, το «Κτίσται». Το τύπωμα, όμως, του πρώτου φυλλαδίου συνδέθηκε με τη δημοσίευση του ποιήματος σε αθηναϊκό περιοδικό. Είτε το φυλλάδιο είχε προηγηθεί της δημοσίευσης είτε είχε ακολουθήσει σε απόσταση μηνός (μένει αδιευκρίνιστο), το τύπωμά του εικάζεται πως ήταν απόρροια της ικανοποίησης του Καβάφη από την πρώτη εμφάνισή του σε ελλαδικό έντυπο.
Το δεύτερο φυλλάδιο είναι δίφυλλο χωρίς λευκές σελίδες, όπως το επόμενο, ένα χρόνο μετά. Σε αυτό, το ποίημα συνοδεύεται από τη μετάφρασή του. Τα «Τείχη» είναι το μοναδικό ποίημα, τουλάχιστον ζώντος του Καβάφη, που τυπώθηκε αυτοτελώς και αντικριστά με τη μετάφρασή του. Όπου, αυτή, με τη σειρά της, ήταν η πρώτη δημοσιευθείσα μετάφραση καβαφικού ποιήματος. Μεταφραστής ο Τζων-Κωνσταντίνος Καβάφης, ο έβδομος γιος και το όγδοο παιδί της οικογένειας Καβάφη, ένα χρόνο και οκτώ μήνες μεγαλύτερος του βενιαμίν Κωνσταντίνου. Είναι ο πρώτος μεταφραστής του Καβάφη. Στο Αρχείο Καβάφη σώθηκαν οι μεταφράσεις του από 63 ποιήματα, όλες, πλην της πρώτης, παρέμειναν αδημοσίευτες μέχρι την έκδοσή τους, το 2003, σε βιβλίο από τον Μανόλη Σαββίδη .
Ο Γ.Π.Σαββίδης θέτει το διττό ερώτημα, γιατί ο Καβάφης αποφασίζει να εκδώσει ένα δεύτερο φυλλάδιο και γιατί επιλέγει το συγκεκριμένο ποίημα, ενώ υπάρχουν τα ήδη δημοσιευμένα όπως και αλλά αδημοσίευτα. Πολιορκεί το ερώτημα από την πλευρά του Καβάφη, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα το ρόλο του αδελφού του. Το σκεπτικό του στηρίζεται στη συνολική εικόνα που έχει για τη συνεργασία τους, όπου ο Τζων υστερούσε και λόγω της αποκλειστικά αγγλόγλωσσης παιδείας του. Απόφοιτος αγγλικού σχολείου στην Αγγλία, υπάλληλος αγγλικής επιχείρησης στην Αλεξάνδρεια, εμφανίστηκε ως ποιητής με αγγλικούς στίχους από το 1889 μέχρι τα τέλη του 1896. Η μετάφραση στο φυλλάδιο με ημερομηνία 16 Ιαν. 1897 ήταν και η τελευταία γνωστή δημοσίευσή του. Συνέχισε, πάντως, να μεταφράζει ποιήματα του αδελφού του μέχρι τέλους. Απεβίωσε στις 9 Φεβ. 1923. Από την πρώτη περίοδο, μέχρι το 1899, που η συνεργασία τους ήταν στενότερη, σώζονται “μεταφραστικές υποδείξεις” του Καβάφη. Σύμφωνα πάντα με τον Σαββίδη, εκείνος “έλεγχε εξονυχιστικά τις μεταφράσεις”. Μάλλον πίστευε πως “δεν σήκωναν γιατρειά” και γι’ αυτό δεν έδωσε τη συγκατάθεσή του ή δεν επεδίωξε άλλη δημοσίευση. Ο επόμενος πάντως μεταφραστής του Καβάφη στην αγγλική θα αργήσει. Είναι ο Γιώργος Βαλασόπουλος, του οποίου οι πρώτες καβαφικές μεταφράσεις δημοσιεύονται στο άρθρο του Φόρστερ το 1919. Στον “κατάλογο ποιημάτων του Καβάφη μεταφρασμένων από εκείνον”, που παρατίθεται στην αλληλογραφία Φόρστερ-Καβάφη, τα «Τείχη» απουσιάζουν.
Έχουμε την εντύπωση πως αυτή η συνολική εικόνα διαφοροποιείται στο ξεκίνημα της συνεργασίας τους. Δεν αποκλείεται να ήταν ο Τζων εκείνος που οδήγησε τον Καβάφη στην τακτική των φυλλαδίων. Το πιθανότερο, εκείνος βρίσκει τα δυο τυπογραφεία, στα οποία τυπώνονται τα πρώτα πέντε φυλλάδια. Το πρώτο, γνωρίζουμε από σημείωση του Καβάφη, ότι τυπώθηκε στου Πενασσών, όπου τυπώνονταν τα αγγλικά περιοδικά στα οποία δημοσίευε ποιήματα ο Τζων, αλλά και δικά του μονόφυλλα. Πρόκειται για το Τυπολιθογραφείο του Β. Πενασσών, που ξεκίνησε το 1883. Στο τρίτο και το πέμπτο φυλλάδιο αναγράφεται το Τυπολιθογραφείο Ι. Κ. Λαγουδάκη. Στο ίδιο θα πρέπει να τυπώθηκαν και τα δυο άλλα, παρότι δεν αναφέρεται τυπογραφείο και για το δεύτερο έχει διατυπωθεί η εικασία πως τυπώθηκε στου Πενασσών. Προς αυτό το συμπέρασμα οδηγεί η τυποτεχνική εικόνα των τεσσάρων φυλλαδίων. Ο Ιωάννης Λαγουδάκης είναι ο πρώτος και ο μόνος, που διατηρούσε από το 1889 Χρωμολιθογραφείο στην Αλεξάνδρεια. Σε αυτό θα πρέπει να τυπώθηκε και το αποχαιρετιστήριο φυλλάδιο του Τζων, μέσα στον Δεκέμβριο του 1896. Ίσως, μάλιστα, οι καλαίσθητες επιδόσεις του νέου τυπογράφου να τον παρακίνησαν σε αυτήν την πρώτη μεταφραστική του απόπειρα.
Κατά τον Σαββίδη, το πρωτότυπο και η μετάφραση δημοσιεύονται “σχεδόν ισότιμα” στο φυλλάδιο. Θα υποστηρίζαμε ισότιμα, αν, μάλιστα, δεν υπερτερεί η μετάφραση. Επίσης, θα υιοθετούσαμε την εικασία που κάνει, ορμώμενος και από “την συγκριτικά εξαιρετική μορφολογική εκζήτηση του φυλλαδίου”, πως η έκδοση έγινε “με πρωτοβουλία όχι του ποιητή αλλά του μεταφραστή”. Ασχέτως αν εκείνος την θεωρεί απίθανη, με βάση τη μετέπειτα μη ενεργό συμμετοχή στα λογοτεχνικά του Τζων. Ας δούμε αυτό το καλλιτεχνικότερο όλων καβαφικό δίφυλλο, που, το πιθανότερο, συνιστά δικό του έργο. Η πρώτη και η τέταρτη σελίδα επέχουν θέση εξωφύλλου και είναι τυπωμένες με κεφαλαιογράμματα κόκκινου χρώματος. Επίσης, με το ίδιο χρώμα είναι τα αρχιγράμματα των στίχων πρωτότυπου και μετάφρασης στις δυο εσωτερικές σελίδες. Είναι, ωστόσο, λίγο μεγαλύτερα τα κόκκινα κεφαλαιογράμματα της μετάφρασης, με τα οποία και αναγράφεται στο άνω δεξιό άκρο της σελίδας, διαγώνια, η λέξη “translation”.
Στην πρώτη σελίδα, δίνονται τα στοιχεία του ποιήματος: «Τείχη» υπό Κωνστ. Καβάφη, μότο από τον Αισχύλο, Αλεξάνδρεια, 1η Σεπτεμβρίου 1896. Στην τέταρτη σελίδα, συμμετρικά αναγράφονται εκείνα της μετάφρασης. Εδώ, υπάρχουν δυο ουσιαστικές παρεμβάσεις του μεταφραστή. Ο τίτλος παραλλάσσει σε «My walls» και το μικρό όνομα του Καβάφη παρατίθεται ολογράφως. Επίσης, ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος γραφής της ημερομηνίας εκπόνησης της μετάφρασης: January 16th. / MDCCCXCVII Με τελεία και σε χωριστή γραμμή από κάτω το έτος, θα μπορούσε να είναι ένας τρόπος να δηλωθεί ταυτόχρονα και το έτος έκδοσης του φυλλαδίου που λάνθανε. Στο ποίημα, η διάταξη των στίχων, αντί των τεσσάρων δίστιχων της τελικής μορφής, γίνεται 2/1/2/1/2. Ανάλογα χωρίζεται η μετάφραση, μόνο που τα ακραία δίστιχα γίνονται τρίστιχα. Αυτό λόγω της παρεμβολής δυο ερωτηματικών φράσεων εντός παρενθέσεως. Στο πρώτο δίστιχο, εκφράζεται απορία για το ποιοι ήταν αυτοί που έχτισαν τα τείχη (who were they?), στο τελευταίο, για το πότε αυτοί ύψωσαν τα τείχη (when were they there?). Να σημειώσουμε πως στην έκδοση των μεταφράσεων του Τζων δεν υπάρχουν ούτε η αλλαγή του τίτλου ούτε οι εμβόλιμες φράσεις. Σύμφωνα με τα βιβλιογραφικά δεδομένα, η συγκεκριμένη μεταφραστική εκδοχή αναδημοσιεύτηκε άπαξ στα «Κυπριακά Γράμματα», Απρίλιο 1954.
Αναμφιβόλως, “τίποτα δεν θα έγινε παρά την γνώμη του Κωνσταντίνου”, όπως τονίζει ο Σαββίδης. Ποιος, όμως, ήταν ο Κωνσταντίνος το φθινόπωρο του 1896; Τότε, ακόμη, τα δυο αδέλφια συγκατοικούσαν υπό τη σκέπη της μητέρας τους, που απεβίωσε στις 4 Φεβ. 1899. Αν και από τις αρχές του 1898, ο Τζων μετακόμισε σε επιπλωμένο διαμέρισμα, αφήνοντας τον Παύλο και τον Κωνσταντίνο “στην γκρίνια της Χαρίκλειας”. Αργότερα, θα απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο, καθώς, από το 1906, εγκαταστάθηκε στο Κάιρο. Τα δυο αδέλφια, από τις 10 Μαΐου μέχρι τις 28 Ιουνίου 1897, ταξίδεψαν σε Παρίσι και Λονδίνο. Από τους μήνες πριν και μετά το ταξίδι σώζονται “σημειώσεις” του Καβάφη, που αντικατοπτρίζουν την άσχημη ψυχολογική του κατάσταση. Από αυτές είναι προφανές ότι τον απασχολεί περισσότερο η υγεία του, που πιστεύει ότι απειλείται από τις σεξουαλικές του συνήθειες εκείνης της εποχής. Πολλά θα αλλάξουν στα αμέσως επόμενα χρόνια, με καταλύτη τον θάνατο της Χαρίκλειας.
Μετά την πρώτη παρουσίαση στο φυλλάδιο, το ποίημα αναδημοσιεύθηκε σε ετήσιο Ημερολόγιο του Καΐρου, του έτους 1901. Σε αυτό, οι περισσότερες συνεργασίες είναι από Ελλαδίτες. Οι επόμενες αναδημοσιεύσεις γίνονται σε άρθρα για τον Καβάφη, με πρώτο εκείνο του Ξενόπουλου. Ακολουθούν, μέχρι το 1925, ο Παύλος Πετρίδης, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Γιώργος Βρισιμιτζάκης, ο Τέλλος Άγρας, ο Πέτρος Εκάβης. Ο τελευταίος, στη Βιβλιογραφία Δασκαλόπουλου, αναφέρεται ως αταύτιστο ψευδώνυμο. Εδώ, το παράξενο είναι ότι, ενώ ο Καβάφης φαίνεται να μην κυνηγά την αναδημοσίευσή του, οι σημαντικότεροι από όσους αναφέρονται στο έργο του το περιλαμβάνουν σε εκείνα που παραθέτουν δίκην παραδείγματος. Επίσης, επιλέγεται σε δυο αθηναϊκές ανθολογίες νεοελληνικής ποίησης (1924, 1930), με 12 καβαφικά ποιήματα η πρώτη και 13 η δεύτερη. Ακόμη, έχει δυο φορές την τύχη να αποτελέσει πρωτοσέλιδο εντύπου: Δεκέμβριο 1916, στο αλεξανδρινό περιοδικό «Προπύλαια», με σημείωση ότι πρόκειται για την τελική μορφή. Μάρτιο 1921, στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» (επί μία εβδομάδα, 8/3-14/3/1921, δημοσιεύεται σε πρωτοσέλιδο καβαφικό ποίημα). Ο Καβάφης θυμάται τα «Τείχη» το 1926, όταν ξεχωρίζει 12 ποιήματα προς δημοσίευση στο περιοδικό του «Αλεξανδρινή Τέχνη». Και βεβαίως, οι δημοσιογράφοι στις νεκρολογίες τού 1933.
Τέλος, το επετειακό 1943, καίτοι “μέσα σε πόλεμο”, τα «Τείχη» είχαν την εξαιρετική τύχη να τα απαγγείλει δημοσίως ο Άγγελος Σικελιανός σε αθηναϊκή εκδήλωση, μαζί με «Τα άλογα του Αχιλλέως».
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/9/2014.
Τρελός από έρωτα
Ανδρέας Μήτσου
«Η εξαίσια γυναίκα
και τα ψάρια»
Εκδόσεις Καστανιώτη
Μάρτιος 2014
Ο Ανδρέας Μήτσου θα ανέμενε κανείς να προβληθεί ευρύτερα με το τελευταίο μυθιστόρημά του, το προπέρσινο, «Ο κίτρινος στρατιώτης». Άλλωστε, ως μυθιστοριογράφος έχει αποσπάσει τις δυο σημαντικές βραβεύσεις της 33 ετών θητείας του στη γραφή. Η κριτική, όμως, το προσπέρασε, αναφερόμενη κυρίως στο ιστορικό του περιεχόμενο, το οποίο ανάγεται στο Αφρικανικό Μέτωπο του τελευταίου Πολέμου, έναν σχεδόν παρθένο χώρο για την μετά τον Τσίρκα και τις «Ακυβέρνητες πολιτείες» πεζογραφία. Το βιβλίο, βεβαίως, προκάλεσε ικανό αριθμό συνεντεύξεων και κριτικών, όπως συνήθως συμβαίνει με τα βιβλία του Μήτσου, έχουμε, ωστόσο, την εντύπωση ότι δεν επισημάνθηκαν οι λογοτεχνικές του αξιώσεις. Ίσως και γιατί εμφανίστηκε, αφού η μόδα του ιστορικού μυθιστορήματος μετα-αναθεωρητικού χαρακτήρα είχε υποχωρήσει.
Την αναμενόμενη καταξίωση φαίνεται να την φέρνει η πρόσφατη συλλογή διηγημάτων. Γεγονός, που, εκ πρώτης όψεως, ξενίζει, καθώς, μέχρι σήμερα, ο Μήτσου σχολιάστηκε περισσότερο ως μυθιστοριογράφος παρά ως διηγηματογράφος. Είναι ενδεικτικό ότι, παρόλο που το κυρίως έργο του το απαρτίζουν συλλογές διηγημάτων, δεν έχει τιμηθεί με κάποιο βραβείο διηγήματος, πέραν του Βραβείου Ουράνη, το οποίο λογαριάζεται περισσότερο ως γενικότερη συγγραφική αναγνώριση. Με το που κυκλοφόρησε, ωστόσο, η πρόσφατη ένατη συλλογή του, η κριτική κινήθηκε σε υψηλούς τόνους, αποδίδοντάς του χαρακτηρισμούς, όπως “έξοχος δημιουργός”, “μάστορας” και τα λοιπά συναφή. Καμιά από τις προηγούμενες συλλογές του δεν έτυχε τόσο ενθουσιώδους υποδοχής. Τα ευμενή, μάλιστα, σχόλια ήρθαν και από κριτικούς, που, στο παρελθόν, είχαν σταθεί φειδωλοί σε επαίνους. Ενώ, για την πρόσφατη, ουδείς επεσήμανε πιθανές αδυναμίες. Αντιθέτως, φαίνεται να υπάρχει ομοφωνία για το αψεγάδιαστο του εγχειρήματος. Μπορεί και πάλι κανείς να εικάσει, ότι αυτό οφείλεται σε μία όψιμη λογοτεχνική μόδα, αυτήν του διηγήματος.
Πέραν, όμως, από τις τυχόν κρατούσες μόδες, καθοριστικά συμβάλλει η θεματική περιοχή, στην οποία κινούνται τα διηγήματα μίας οποιασδήποτε συλλογής. Το ενδιαφέρον ενός πλατύτερου αναγνωστικού κοινού, γαλουχημένου με μυθιστορήματα, συνήθως κερδίζουν συλλογές με ένα θεματικό κύκλο. Πολύ περισσότερο, λοιπόν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, που η συλλογή εμφανίζεται με αμιγή θεματικό πυρήνα, τον ερωτικό. Επιπροσθέτως, αυτός ο πυρήνας την τελευταία περίοδο βρίσκεται σε υποχώρηση, καθώς, στα χρόνια της κρίσης, οι πεζογράφοι μας έχουν στρέψει την προσοχή τους στα πάθη των πάσης φύσεως αθλίων της χώρας.
Εξαρχής, στα βιβλία του Μήτσου, το ερωτικό στοιχείο είναι έντονο. Διηγήματα αλλά και μυθιστορήματα αποπνέουν έναν ιδιόμορφο ερωτισμό, που, εν πολλοίς, οφείλεται στον αφηγητή. Σαν έτοιμο από καιρό, τον παρουσιάζει ο Μήτσου στην πρώτη ολιγοσέλιδη συλλογή διηγημάτων του, «Ένα μήλο, ένα κυδώνι, ένα κλωνί βασιλικό», και έκτοτε μόνο αραιά και πού τον αποχωρίζεται. Μαζί του ωριμάζει συγγραφικά, παρακολουθώντας τον να χάνει το κάλλος της νεότητας αλλά όχι και το σφρίγος του. Το βασικότερο, ο αφηγητής του παραμένει ένας “εξαίσιος” νάρκισσος. Στην πρόσφατη συλλογή, του δίνει το ρόλο του εγκαταλελειμμένου εραστή. Ρόλος, που αποβαίνει κορυφαίος, αφού η εγκατάλειψη ήρθε μετά από έναν μεγάλο έρωτα. Επιστρατεύουμε αυτόν τον υπερθετικού βαθμού χαρακτηρισμό, όχι γιατί ο ερωτικός δεσμός μακροημέρευσε – έτσι κι αλλιώς, η διάρκειά του δεν προσδιορίζεται – αλλά για δυο διαφορετικούς λόγους: Πρώτον, είναι ένας έρωτας παράνομος και ως γνωστόν όλοι οι έρωτες που μένουν εκτός θρησκευτικών και θεσμικών πλαισίων είναι πλέον συνταρακτικοί. Δεύτερον και σημαντικότερο, το οποίο αναφέρεται στο κειμενάκι του οπισθόφυλλου ώστε να λειτουργήσει ως δέλεαρ, είναι ένας έρωτας “για μία πολύ μικρότερή του γυναίκα”. Αν, μάλιστα, λάβουμε υπόψη ότι ο εραστής φέρει το βάρος συζύγου και τέκνων, γίνεται καλύτερα αντιληπτό το πόσο λυτρωτικά αυτός βίωσε τον έρωτα με “την εξαίσια γυναίκα”.
Η ερωτική ιστορία, με την έννοια της παρελθοντικής αναδρομής, λανθάνει. Άλλωστε, σε μία δοκιμασία, όπως αυτή της εγκατάλειψης, τα πριν όπως και τα μετά σκοτεινιάζουν. Οπότε η αφήγηση διαγράφει κύκλους στο ακανθώδες παρόν. Ο εγκαταλειφθείς, με πεισιθάνατους συνειρμούς, κλώθει τον ιστό της χωρίς να κρατά συνέχεια και διαδοχή στο χρόνο. Δεν ανακαλεί τη σκηνή της εγκατάλειψης, αλλά αφήνεται σε φαντασιώσεις εκδίκησης. Όπως γλείφεις ένα πονεμένο δάχτυλο για να μαλακώσει ο πόνος, έτσι και εκείνος πλάθει ποικιλία ευφάνταστων ιστοριών. Αλλάζει σε τέτοιο σημείο τα συμβάντα, ώστε σε μία ιστορία να εμφανίζεται ως θύτης αντί για θύμα («Οι ατμοί του κορμιού»), ενώ, κατά μία άλλη, φθάνει στο σημείο να λοιδορεί την αγαπημένη γυναίκα («Η εξαίσια γυναίκα και τα ψάρια»). Γίνεται φανερό μέσα από τους αφηγηματικούς τρόπους, ότι νοθεύει την πραγματικότητα που βίωσε με τις επιθυμίες του, αλλά και δηλητηριάζει τις ημέρες του με τα εφιαλτικά όνειρα που γεννούν οι ολιγόυπνες νύχτες του.
Σε πείσμα των εκδοτών, που ζητούν από τους συγγραφείς μυθιστορήματα, μέχρι να τα απαιτούν όταν πρόκειται για κάποιον νεότερο, ο Μήτσου, αυτήν τη φορά, προσήλθε με διηγήματα. Παρότι διέθετε τα υλικά για ένα μυθιστόρημα, προτίμησε να στήσει δέκα εννέα διηγήματα. Όπως δηλώνεται και με τον τίτλο της συλλογής, όλες οι αφηγήσεις, που πλάσθηκαν από την “διάσπαση” της ερωτικής ιστορίας, στρέφονται γύρω από “την εξαίσια γυναίκα”. Ακόμη και συμβάντα της καθημερινότητας του αφηγητή, λόγω της ψυχολογικής του κατάστασης, αποκτούν αλλόκοτη προοπτική και έκβαση («Ο “Λαμπράκης” κι εγώ»). Παρομοίως, παιδικές ή εφηβικές αναμνήσεις, καθώς φορτίζονται από τα πρόσφατα αισθήματα, φθάνουν σε απρόσμενες κορυφώσεις («Το σερσέγκι», «Ο δίχρωμος λύκος»). Αλλά και όταν εκείνος θυμάται την συγγραφική του ιδιότητα και αφηγηματικά παραχωρεί τη θέση του σε άλλα πρόσωπα, εγκιβωτίζοντας, κατά μία ερμηνεία, τις ιστορίες τους, οι παράταιροι έρωτες που εκείνα πλέκουν και οι ακραίες συμπεριφορές των ηρώων τους δείχνουν σαν αντικατοπτρισμοί του έμμονου πάθους από το οποίο κατατρύχεται («Το τέρας», «Εικασίες για τα άγρια ζώα», «Οι έρωτες των άλλων», «Κληρονομικά συμπτώματα»). Με άλματα από τις ξένες ιστορίες στη δική του, επιταχύνει τον ρυθμό της αφήγησης, εγκαταλείποντας το στέρεο πλαίσιο της πραγματικότητας. Εδώ, ο Μήτσου αναμιγνύει εικόνες ενός εγγονοπουλικού υπερρεαλισμού, που απαντώνται σε παλαιότερα διηγήματά του, με σκηνές μαγικού ρεαλισμού, μέσω των οποίων αποδίδει τις μεταμορφώσεις “της εξαίσιας γυναίκας” και του αφηγητή. Σε ένα διήγημα, εκείνη παίρνει τη μορφή μίας μεγαλόσωμης γίδας με λευκό τρίχωμα και γαλάζια μάτια. Παραμένει, όμως, και ως γίδα, ερωτική και άπιστη («Το πιο βολικό ψέμα»). Σε ένα άλλο διήγημα, είναι εκείνος που μεταμορφώνεται σε κάτι “σαν δικέφαλος αετός”, εγκαταλείποντας την οικογενειακή εστία, όπως θα επιθυμούσε να κάνει ο άτολμος αφηγητής («Το πουλί»). Επίσης, σε ένα δεύτερο, ο αφηγητής, “κληρονόμος πουλιών”, πετάει, “έστω και με σπασμένα φτερά”, επαληθεύοντας το στίχο του Σαχτούρη, που τοποθετείται ως μότο («Κωνσταντίνος ο τετραδάχτυλος»). Παρενθετικά να σημειώσουμε, ότι τα περισσότερα μότο στα διηγήματα είναι επιλεγμένα ώστε να προετοιμάζουν για την έκβαση των ιστοριών.
Δεδομένου ότι η ποσότητα ορίζει την ποιότητα, κάποιοι ίσως να αποφανθούν, ότι το εξαιρετικό των ευρημάτων – πρωτότυπων, ανακυκλούμενων από παλαιότερες διηγήσεις ή και δάνειων – λειτουργεί πληθωριστικά. Μία προσεκτικότερη, ωστόσο, ανάγνωση δείχνει πως, στον κύκλο των συγκεκριμένων διηγημάτων, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όπως η στάχτη που κατακάθεται μετά την ερωτική πυρκαγιά ή η εντύπωση του σάπιου εκεί που έτρεχαν τα ζωοποιά νερά του έρωτα, σκιαγραφούν το ψυχικό τοπίο μετά την εγκατάλειψη.
“Την εξαίσια γυναίκα” όλα την θυμίζουν. Εκείνη εμπνέει στον αφηγητή τα αισθήματα κακεντρέχειας μέχρι και μίσους, που τον οδηγούν σε πράξεις βίας. Με εκείνη αναμετριέται, όταν βλέπει όρθια μπροστά του τη “μεγάλη χελώνα”, με το όνομά της χαραγμένο από τον ίδιο στο καύκαλο της κοιλιάς («Μια χελώνα τον Δεκαπενταύγουστο»). Ή αγριεμένο το “ολόλευκο Λαμπραντόρ”, το σκυλί της, που εκείνη τού είχε δώσει το όνομά της («Φτηνό τίμημα»). Ανθρωπόμορφα τα ζωντανά στις φαντασιώσεις του, τον παρασύρουν σε άγριους τρόπους θανάτωσής τους. Τα δυο διηγήματα, ιδιαίτερα το δεύτερο, υποδηλώνουν τα συγκρουόμενα αισθήματα, που γεννά μία αιφνίδια και αναίτια εγκατάλειψη. Μοναδικό σφάλμα του εραστή στάθηκε το γεγονός ότι αγάπησε πολύ και επιπλέον, έκανε το λάθος να το εξομολογηθεί. Έτσι διαλύθηκε η γοητεία ενός μεγάλου έρωτα, που φανερώνεται και από τις πράξεις αποκοτιάς, στις οποίες καταφεύγει. Μέχρι “μπουκαδόρος” σε ξένους κήπους έγινε, για να της προσφέρει κάθε μέρα από ένα τριαντάφυλλο («Ο μπουκαδόρος και οι άπιστες γυναίκες»). Πιστεύοντας ότι τα ρόδα γιατρεύουν μέχρι και νεοπλασίες, έφθασε να της προσφέρει, επί τριάντα μήνες, κοντά χίλια ρόδα («Ο Αιγύπτιος»).
Μόλις σε δυο διηγήματα, ο χρόνος γυρίζει πίσω, στον ευτυχισμένο καιρό πριν την διάλυση του ερωτικού δεσμού. Στο ομότιτλο της συλλογής και στο «Άντρες ευάλωτοι το Πάσχα». Το πρώτο θα αναμενόταν να είναι ένας ύμνος, πλεγμένος με την ανάμνησή της. Δείχνει, ωστόσο, περισσότερο σαν μίας νοσηρής έμπνευσης εκδίκηση. Ο αφηγητής φαντασιώνεται έναν έρωτα της εφηβείας, που παρέμεινε για δεκαετίες ανεκπλήρωτος, με εκείνη να παντρεύεται φίλο του και ο ίδιος να αρκείται στο ρόλο του κουμπάρου. Τριάντα χρόνια χρειάστηκε να αναμένει ο κουμπάρος, μέχρι να έρθει η σειρά του. Στην πρώτη απόπειρα συνεύρεσης, εκείνη, καίτοι πλέον σαρανταπεντάρα, τού φαίνεται ως αναδυόμενη Αφροδίτη. Μόνο που “το υπέροχο αιδοίο” της ανέδιδε μία απαίσια μυρωδιά “ψαρίλας”. Μέσω της εντέχνως στημένης μυθοπλασίας, εξηγείται η αιτία της αδενικής ανωμαλίας που την προξενούσε. Ωστόσο, και μόνο η αναφορά της λέξης “ψαρίλα” παραπέμπει σε μία από τις χυδαίες αναφορές στο γυναικείο αιδοίο, που συνηθιζόταν παλαιότερα και η οποία εδώ λειτουργεί εντελώς απομυθοποιητικά, υποβιβάζοντας έναν μεγάλο έρωτα στο επίπεδο συνεύρεσης με κοινή γυναίκα.
Στο δεύτερο διήγημα περιγράφεται ένας παράνομος έρωτας, μέσα από τις τακτικές συνευρέσεις του ζεύγους σε απόμερο ξενοδοχείο. Το σκηνικό είναι γνώριμο από παλαιότερα πεζά του Μήτσου. Εδώ, όμως, προχωράει σε μία ενδιαφέρουσα αποτύπωση της ψυχολογικής εξάρτησης και της ανάγκης μετά τον χωρισμό για υποκατάστατο. Εκείνος μένει προσκολλημένος στη ρουτίνα των επισκέψεων στο ξενοδοχείο, ενώ αγκιστρώνεται στην πρώτη γυναίκα που τυχαίνει να χτυπήσει την πόρτα του δωματίου. Τελικά, ο αφηγητής, ούτε καινούρια ερωτική σύντροφο σταυρώνει, αφού ο αγχώδης εναγκαλισμός ενός απέλπιδος απωθεί, ούτε τις ενοχές του ξορκίζει. Αυτό το δεύτερο φανερώνεται σε ένα άλλο διήγημα, που κινείται στο χώρο του υπερβατικού. Μεταξύ πραγματικότητας και ενυπνίου, η φωνή της μάνας, δεκατρία χρόνια νεκρής, ανακαλεί τον μοιχό υιό στον ορθό δρόμο («Η φωνή της»).
Αρητα σπονδυλωτό μυθιστόρημα τα 19 διηγήματα, συμπληρώνονται με ένα ύστατο, το εικοστό, γραμμένο με εμφανώς διαφορετική στόχευση. Είναι το πρώτο πεζό, στο οποίο ο Μήτσου αποπειράται ανανοηματοδότηση των ιστορικών δεδομένων. Κάπως καθυστερημένα, ακολουθεί κι αυτός το παράδειγμα άλλων συγγραφέων της ίδιας γενιάς, που έχουν υιοθετήσει τα μετα-αναθεωρητικά ανοίγματα του Θανάση Βαλτινού. Στο διήγημα, ο προσδιορισμός του τόπου παραμένει αόριστος. Αναφέρεται μία κωμόπολη στον Αμβρακικό, η οποία επανέρχεται στα βιβλία του και ταυτίζεται με την Αμφιλοχία. Η αφήγηση εκκινεί με την εκτέλεση Γερμανών από αντάρτες χωρίς ονομαστικές αναφορές. Θα μπορούσε να συνιστά ευθεία αντανάκλαση της υποχώρησης των ανταρτών μετά τη Μάχη της Αμφιλοχίας, Ιούνιο 1944. Αφού εκείνοι είχαν καταλάβει εξ εφόδου την κωμόπολη, αιφνιδιάζοντας γερμανική φρουρά και χωροφυλακή, με την άφιξη γερμανικών ενισχύσεων, επανήλθαν στα ορεινά της Ευρυτανίας, παίρνοντας μαζί τους Γερμανούς αιχμαλώτους. Κατά τα ιστορικώς μαρτυρημένα, μόλις έφθασαν σε ασφαλείς θέσεις, τους απελευθέρωσαν, αφού τους αφαίρεσαν οπλισμό και ρουχισμό. Τον τελευταίο τον αντάλλαξαν με τον δικό τους. Μυθιστορηματική αδεία, πρόκειται για ένα “τσούρμο” κακομούτσουνων και κοντόχοντρων ανδρών, πάνοπλων, που γυμνώνει ολοσχερώς τους Γερμανούς και ηδονιζόμενο σαδιστικά τους εκτελεί.
Η αφήγηση αναπαραγάγει την ιστορία μίας αντάρτισσας από χωριό του Βάλτου, τόπο καταγωγής του συγγραφέα, που στάθηκε μάρτυρας της εκτέλεσης, συνδράμοντας έναν Γερμανό κατά τη διαφυγή του. Η γυναίκα είναι το μοναδικό πρόσωπο, που αποκτά ιστορική υπόσταση, καθώς αναφέρεται πως άγαλμά της έχει στηθεί σε παράλια πλατεία της κωμόπολης. Υπάρχει πράγματι άγαλμα αντάρτισσας σε πλατεία της Αμφιλοχίας και δη, επώνυμης, που εκτελέστηκε ως πληροφοριοδότης των ανταρτών. Η αφήγηση, όμως, επιφυλάσσει μία πιο πιπεράτη εκδοχή. Η γυναίκα δεν γυρόφερνε το Διοικητήριο των Γερμανών για να παρακολουθεί τις κινήσεις τους, αλλά για να βλέπει, έστω και εκ του μακρόθεν, τον διασωθέντα Γερμανό, τον οποίο είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα. «Το θαύμα του έρωτα», όπως είναι ο τίλος του διηγήματος, συντελέστηκε, όταν τον είδε ολόγυμνο και αντίκρισε την “στητή κι ολόρθη” φύση του.
Το διήγημα έχει δημοσιευτεί πριν την έκδοση του μυθιστορήματος «Ο κίτρινος στρατιώτης». Μάλλον εκ παραδρομής, δεν αναφέρεται ανάμεσα στα δημοσιευμένα της συλλογής. Εκ πρώτης όψεως, δείχνει σαν παρείσακτο. Μπορεί, ωστόσο, να τοποθετηθεί κάτω από την ομπρέλα ενός τρελού, μέχρι θανάτου, έρωτα. Άλλωστε και ο αφηγητής του κυρίως σώματος του βιβλίου, κατά μία εκδοχή («Κωνσταντίνος ο τετραδάχτυλος»), φθάνει μέχρι την αυτοκτονία.
Παρατηρούμε ότι οι συγγραφείς της γενιάς του ‘80 όχι μόνο αναζητούν όλο και συχνότερα την έμπνευση στα προσωπικά τους βιώματα, αλλά και το δηλώνουν ευθαρσώς στις συνεντεύξεις τους. Στην περίπτωση του Μήτσου, όπως και σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, μένει ζητούμενο κατά πόσο η μετανεοτερικού χαρακτήρα αναδιήγηση ξεκινά από ακούσματα ή είναι αποκύημα γόνιμης φαντασίας. Λ.χ., στο πρώτο διήγημα της συλλογής, «Πρόβατα επί σφαγή», εμπνευσμένο από “την εξαίσια γυναίκα”, παρατίθεται ως κατακλείδα διήγηση του “κίτρινου στρατιώτη”, πατέρα του αφηγητή, όπου οι στρατιώτες στο Αλαμέιν, επιτιθέμενοι στους Γερμανούς, αντί να κραυγάζουν “Αέρααα!”, “βέλαζαν ως πρόβατα επί σφαγή”. Έρωτας - θάνατος, δηλαδή.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 31/8/2014.
Φωτογραφία: Έργο του Σαλβαντόρ Νταλί.
Περί ανθολογιών
«Το ελληνικόν διήγημα
Η ανθολογία
του Κωνστ. Φ. Σκόκου»
Τόμοι Α΄Β΄
Φιλολογική επιμέλεια
Κ. Κωστίου – Ν. Φαλαγκάς
Ίδρυμα Ουράνη
Ιανουάριος 2014
Παλαιότερα, οι ανθολογίες ποιημάτων και διηγημάτων αποτελούσαν καθρέφτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας της εποχής τους. Σήμερα, δεν έχουν παρόμοιο χαρακτήρα, ιδιαίτερα οι ανθολογίες διηγημάτων, που πληθαίνουν και είναι κυρίως θεματικές. Σε αυτές, η επιλογή των συγγραφέων δεν γίνεται με κριτήριο την αντιπροσωπευτικότητα του συνόλου, αλλά με βάση ειδικότερων παραμέτρων, κάποτε εξωλογοτεχνικών. Εξαίρεση αποτελούν ορισμένες ανθολογίες με αξιώσεις γραμματολογίας. Ως πιο πρόσφατη μπορεί να θεωρηθεί αυτή των εκδόσεων Σοκόλη, που ολοκληρώθηκε το 1998. Στα ενδιάμεσα χρόνια, η εν λόγω ανθολογία-γραμματολογία, όντας και η μοναδική, δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως μία αντιπροσωπευτική ανθολόγηση, αλλά έχει αποκτήσει την εγκυρότητα της οριστικής καταγραφής. Αυτή η αποδοχή, χωρίς να έχει προηγηθεί η βάσανος της κριτικής ιδίως σε ότι αφορά “την παλαιότερη πεζογραφία μας”, είναι επισφαλής, καθώς συντείνει στο να ατονήσουν οι περαιτέρω ερευνητικές προσπάθειες.
Τη δυνατότητα ενός πρώτου ελέγχου της γραμματολογικής αξίας της συγκεκριμένης ανθολόγησης προσφέρουν οι επανεκδόσεις παλαιότερων ανθολογιών. Ανάμεσα σε αυτές, τρεις διακρίνονται, λόγω και του σχετικά μεγάλου αριθμού συγγραφέων που περιλαμβάνουν. Πέραν, όμως, του πλήθους των προσώπων, το ενδιαφέρον τους έγκειται στο ότι, καίτοι έργο ενός, το κυρίως σώμα των ανθολογούμενων κέρδισε το στοίχημα της επιβεβαίωσης. Κατά χρονολογική σειρά έκδοσης, έχουμε την ανθολογία του 1896, τα «Ελληνικά Διηγήματα», με εκδότη τον Γεώργιο Κασδόνη, και δυο ανθολογίες του 1920, τα «55 Ελληνικά Διηγήματα», σε επιμέλεια Κώστα Ι. Καρζή, με εκδότη τον Μιχαήλ Σ. Ζηκάκη, και τη δίτομη «Το Ελληνικόν Διήγημα», σε εκλογή και επιμέλεια του Κωνστ. Φ. Σκόκου, με εκδότη τον Ιωάννη Κολλάρο, διάδοχο του Κασδόνη στο Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
Χάρις στην επιμονή του Γ. Παπακώστα, οι δυο από αυτές, του 1896 και η δεύτερη του 1920, επανεκδόθηκαν μέσα στην τελευταία δεκαετία. Η πρώτη, το 2004, σε επιμέλεια του ιδίου. Είχε προηγηθεί, το 1998, η επανέκδοσή της, σε επιμέλεια Β. Τωμαδάκη, στη Σειρά μελετημάτων του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη, που δεν έτυχε πλατύτερης παρουσίασης. Η δεύτερη είναι αυτή που επανεκδόθηκε πρόσφατα. Η σύγκριση των τριών ανθολογιών με εκείνη του Σοκόλη θέτει ένα διττό ερώτημα. Πρέπει να επαινέσουμε τους παλαιούς για το ανεπτυγμένο αισθητήριό τους ή να ψέξουμε τους νεότερους για ερευνητική οκνηρία και εφησυχασμό με τα έτοιμα;
Να θυμίσουμε πως το τμήμα της ανθολογίας-γραμματολογίας Σοκόλη, το αφιερωμένο “στην παλαιότερη πεζογραφία μας”, ορίζεται χρονικά “από ιδρύσεως ελληνικού κράτους ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο” και είναι χωρισμένο σε τρεις περιόδους: 1830-1880, 1880-1900, 1900-1914, όπου αντιστοίχως ανθολογούνται, 26, 28, 24 συγγραφείς. Πρόκειται για εννέα τόμους, χωρισμένους σε τρεις ενότητες, με επί μέρους επιμελητές τους Ν. Βαγενά, Κ. Στεργιόπουλο, Γ. Δάλλα. Επίσης, να διευκρινίσουμε πως οι συγκρίσεις αφορούν τους συγγραφείς της γενιάς του 1880 και της πρώτης ομάδας του 20ου αιώνα. Εξαιρούνται, δηλαδή, οι συγγραφείς της πρώτης πεντηκονταετίας του ελληνικού κράτους, καθώς οι τρεις παλαιότεροι ανθολόγοι περιορίζονται σε μετρημένους επιφανείς, ήδη αποθανόντες το 1920: ο Κασδόνης στους Α. Ρ. Ραγκαβή, Δ. Βικέλα, Ε. Ροΐδη και Α. Βλάχο, ο Σκόκος προσθέτει σε αυτούς τους τέσσερις, στον δεύτερο τόμο, τον Ν. Δραγούμη, ενώ ο Καρζής ανθολογεί μόνο τους Βικέλα και Ροΐδη.
Αρχικά, θα πρέπει να δώσουμε μία εικόνα της ανθολογίας Καρζή, που δεν έχει επανεκδοθεί. Στην εισαγωγή της πρόσφατης επανέκδοσης της ανθολογίας Σκόκου, δίνεται μία συγκριτική περιγραφή, στην οποία εντοπίζονται οι εξής ανακρίβειες: Η εν λόγω ανθολογία 55 διηγημάτων περιλαμβάνει 52 και όχι 50 συγγραφείς, που σημαίνει ότι με δυο διηγήματα ανθολογούνται τρεις (Δημ. Καμπούρογλου, Κ. Παλαμάς, Μ. Μητσάκης) και όχι πέντε, όπως αναφέρεται. Επίσης, οι 52 του Καρζή δεν ανθολογούνται όλοι στου Σκόκου, παρά μόνο οι 48 (29 στον πρώτο τόμο, 19 στον δεύτερο). Παραλείπονται οι Γ. Ψυχάρης, Πολ. Δημητρακόπουλος, Δημ. Ταγκόπουλος, Ηλίας Σταύρου. Με το ίδιο διήγημα στις δυο ανθολογίες, Σκόκου και Καρζή, παρουσιάζονται επτά και όχι έξι (στους Ι. Πολυλά, Γ. Δροσίνη, Μητσάκη, Ι. Γκίκα, Π. Βλαστό, Ι. Ζερβό, που αναφέρονται, προστίθεται ο Εμμ. Λυκούδης με το «Μαρασμός»).
Για τις δυο ενδιαφέρουσες περιόδους 1880-1900 και 1900-1914, αφαιρώντας τους παλαιότερους, η ανθολογία του Κασδόνη ανθολογεί 30 στους συνολικά 34, του Σκόκου 63 στους συνολικά 68 (27 πρώτο τόμο, 36 δεύτερο), του Καρζή 50 στους συνολικά 52 και του Σοκόλη 52 επί συνόλου 78. Οι αριθμοί συγκλίνουν μεν, αλλά διαφοροποιούνται στα επιμέρους πρόσωπα. Ορισμένοι συγγραφείς απαντώνται σε μία ή και σε δυο ανθολογίες, αλλά δεν διασώζονται στου Σοκόλη. Μένει ζητούμενο κατά πόσο οι εν λόγω συγγραφείς, οι, τρόπον τινά, σήμερα “άστεγοι”, επανεξετάστηκαν και απορρίφθηκαν. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για 25 συγγραφείς, που ανθολογούνται ως εξής: Δυο της γενιάς του 1880 (Αριστ. Ρούκης, Θ. Βελλιανίτης) απαντώνται μόνο στου Κασδόνη. Δυο από τους νεότερους (Αντώνης Σπηλιωτόπουλος, Λ. Αστέρης) ανθολογούνται στου Κασδόνη και στον δεύτερο τόμο του Σκόκου. Ενώ, ο δεύτερος, που προχωράει σε μια ευρύτερη ανθολόγηση, στον πρώτο τόμο συγκρατεί δυο νεότερους (Μαρίνος Σιγούρος, Ευστράτιος Ευστρατιάδης), στον δεύτερο άλλους 18 (τέσσερις παλαιότερους Δημ. Πανταζής, Σκόκος, Αγαθ. Κωνσταντινίδης, Γ. Στρατήγης, και 14 νεότερους Π. Αξιώτης, Γ. Τσοκόπουλος, Π. Παναγόπουλος, Ι. Ζερβός, Ι. Γκίκας, Γ. Αδρακτάς, Α. Παπαδόπουλος, Ν. Πετιμεζας, Δημ. Καλογερόπουλος, Κ. Μακρίδης, Λ. Κανελλόπουλος, Μ. Φιλήντας, Σ. Σκίπης, Γ. Πελλερέν). Από αυτούς, ο Καρζής συγκρατεί τους δυο του πρώτου τόμου και τους επτά πρώτους του δεύτερου, ενώ προσθέτει τον νεότερο Ηλ. Σταύρου.
Στην εισαγωγή της πρόσφατης επανέκδοσης της ανθολογίας Σκόκου, διατυπώνεται η άποψη πως ο Σκόκος βασίστηκε κατά πολύ στην ανθολογία Κασδόνη. Όπως φαίνεται, ως διαπίστωση, θα πρέπει να γενικευθεί. Τόσο οι δυο ανθολογίες του 1920 όσο και του Σοκόλη υιοθέτησαν σχεδόν στο ακέραιο τις επιλογές του Κασδόνη. Οι 26 συγγραφείς του Κασδόνη (αφού αφαιρέσουμε τους 4 “άστεγους”), οι 20 της γενιάς του 1880 (Α. Παπαδιαμάντης, Α. Μωραϊτίδης, Γ. Βιζυηνός, Μ. Μητσάκης, Ι. Κονδυλάκης, Αλεξ. Παπαδοπούλου, Εμ. Λυκούδης, Ι. Πολυλάς, Χαρ. Άννινος, Γ. Δροσίνης, Δ. Καμπούρογλου, Ι. Δαμβέργης, Α. Κουρτίδης, Α. Εφταλιώτης, Χ. Χρηστοβασίλης, Α. Καρκαβίτσας, Κ. Κρυστάλλης, Γ. Βλαχογιάννης, Κ. Παλαμάς, Γ. Ψυχάρης) και οι έξι της επόμενης (Π. Νιρβάνας, Γ. Ξενόπουλος, Ν. Επισκοπόπουλος, Κώστας Πασαγιάννης, Δ. Χατζόπουλος, Γ. Βώκος) υπάρχουν στις δυο ανθολογίες του 1920 (με εξαίρεση τον Ψυχάρη που απουσιάζει από τον Σκόκο και τον Βώκο που απουσιάζει και από τις δυο, όπου συμβάλλουν οι ιδιαίτερες συνθήκες του βίου του μετά το 1913), ενώ στου Σοκόλη υπάρχει ακέραιο το σώμα των 26. Αν και στο λήμμα του Βώκου, το έργο του απαξιώνεται, σχεδόν καθ’ ολοκληρία. Παρόμοιας διάθεσης λήμματα, όπου οι σημερινοί απορρίπτουν το έργο του συγγραφέα που ανέλαβαν να παρουσιάσουν, συνιστούν βασική αδυναμία της εν λόγω ανθολογίας από την οπτική του στάτους τής γραμματολογίας που διεκδικεί.
Σε αυτούς τους 26, του Σοκόλη προσθέτει 13 συγγραφείς από το κοινό σώμα των ανθολογιών Σκόκου και Καρζή, δυο της γενιάς του 1880 (Κ. Μεταξάς-Βοσπορίτης, Α. Τραυλαντώνης) και 11 νεότερους (Κ. Ράδος, Γ. Καμπύσης, Κ. Χατζόπουλος, Κ. Θεοτόκης, Κ. Παρορίτης, Δ. Βουτυράς, Π. Βλαστός, Γ. Καζαντζάκη, Ζ. Παπαντωνίου, Σπ. Μελάς, Πλ. Ροδοκανάκης). Επίσης, τρεις που ανθολογούνται μόνο από τον Σκόκο, έναν της γενιάς του 1880 (Αρ. Παπαδοπούλου) και δυο νεότερους (Γ. Καμπύσης, Σπ. Πασαγιάννης). Ακόμη, δυο που ανθολογούνται μόνο από τον Καρζή, έναν παλαιότερο (Πολ. Δημητρακόπουλος) και ένα νεότερο (Δημ. Ταγκόπουλος). Τελικά, μένει να αναφέρουμε ποιους συγγραφείς “ανακάλυψαν” οι γραμματολόγοι, που δεν υπάρχουν στις παλαιότερες ανθολογίες. Τρεις της γενιάς του 1880 (Αλ. Πάλλης, Κ. Παρρέν, Ν. Σπανδωνής) και τέσσερις από τους νεότερους (Ίων Δραγούμης, Π. Δέλτα. Δ. Κόκκινος, Χρ. Χρηστομάνος). Παρατηρούμε ότι πρόκειται για σημαντικές προσωπικότητες, με έργο ιστορικό, κοινωνικό ή και μυθιστορηματικό του τύπου του αναγνώσματος. Δηλαδή, όχι αμιγώς λογοτεχνικό. Άρα, αν η ανθολογία-γραμματολογία Σοκόλη συνιστά τον “λογοτεχνικό κανόνα” για την περίοδο 1880-1914, αυτός είχε διαμορφωθεί εκ των ενόντων από τις τρεις ανθολογίες. Μόνο για την πρώτη περίοδο, 1830-1880, υπήρξε έρευνα που απέφερε νέα ονόματα.
Να σημειώσουμε ότι στην εισαγωγή της πρόσφατης έκδοσης έχουν παρεισφρύσει κάποιες λανθασμένες αναφορές, που μπορεί να προκαλέσουν σύγχυση. Λ.χ., ότι οι ανθολογούμενοι του Σκόκου είναι 61 αντί 68 ή πως ανθολογεί δυο παλαιότερους αντί πέντε. Επίσης, τα ποσοστά της γυναικείας πεζογραφίας που δίνονται, 3,4% και 5,9% για τις ανθολογίες αντιστοίχως Κασδόνη και Σκόκου, συσκοτίζουν, δεδομένου ότι ο πρώτος ανθολογεί μόλις μία, ποσοστό 2,9%, και ο δεύτερος τέσσερις, ποσοστό 5,88%. Αλλά και σήμερα, που δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή στις αφανείς του παρελθόντος, στου Σοκόλη προστέθηκαν μόλις τρεις (στην πρώτη περίοδο η Μ. Μηχανίδου και οι νεότερες Παρρέν, Δέλτα), ποσοστό 8,97. Στον Σκόκο, ωστόσο, αποδίδεται “μεροληψία και αποδεκατιστική λογική”.
Γενικότερα, η εισαγωγή δεν καλοσυστήνει τον Σκόκο. Η επιλογή του να παραθέσει βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων χαρακτηρίζεται μεν “πολύτιμη”, αλλά ακυρώνεται με την παρατήρηση ότι “τα υπερβολικά πολλά πραγματολογικά λάθη υπονομεύουν τη χρησιμότητα αυτών των βιογραφικών σημειωμάτων”. Όπως αναφέρεται ήδη από τον πρόλογο, “η Ανθολογία βρίθει λαθών”, τα οποία “κρίθηκε σκόπιμο να διορθωθούν”, αλλά “σιωπηρώς”. Ωστόσο, μόνο τα προφανή τυπογραφικά λάθη διορθώνονται σιωπηρώς, ενώ τα λάθη του ανθολόγου έχουν την ιστορικότητά τους. Παράδειγμα, ο εκδημοτικισμός και οι απλοποιήσεις πολλών τίτλων από τον Σκόκο. Επίσης, κάποια σφάλματα, όπως, λ.χ., η αναφορά της χρονολογίας έκδοσης του βιβλίου του Ν. Δραγούμη, «Ιστορικαί Αναμνήσεις», το 1874, ως ημερομηνία θανάτου του. Η σιωπηρή διόρθωση αποκαθιστά την ορθή χρονολογία θανάτου, το 1879, αλλά δεν αναφέρει τις χρονολογίες των δυο πρώτων εκδόσεων του βιβλίου, 1874 και 1879. Ή, ακόμη, η αναφορά του 1890 ως χρονολογία έκδοσης της «Πάπισσας Ιωάννας» αντί του 1866, που, το πιθανότερο, οφείλεται σε lapsus του Σκόκου, καθώς το 1890 μεταφράστηκε το βιβλίο, «Η αληθής Πάπισσα Ιωάννα».
Ύστερα, με το “σιωπηρώς”, φορτώνονται στον Σκόκο και λάθη της πρόσφατης επανέκδοσης. Για παράδειγμα, ο Τσοκόπουλος για τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1912, δημοσίευσε “φυλλάδιο”, με “ακριβή εξιστόρηση των αφορμών, προπαρασκευής, εξελίξεως και αποτελεσμάτων του παμβαλκανικού κατά της Τουρκίας πολέμου”, αλλά και βιβλίο, «Από τα πεδία των μαχών», ως “επισκέπτης, όταν ακόμη τα πτώματα ήταν άταφα”. Εντυπώσεις, λοιπόν, όχι Ιστορία. Τώρα, αν αυτές ενσωματώθηκαν σε “Ιστορία” στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, θα έπρεπε να διευκρινίζεται. Παρομοίως, για τα θεατρικά του Τσοκόπουλου, στου Σκόκου δίνεται η χρονολογία ανεβάσματος μίας παράστασης, ενώ, οι διορθώσεις δίνουν αυτήν της έκδοσης βιβλίου. Κατ’ εξαίρεση και χωρίς διευκρίνιση, για το έμμετρο παραμύθι “Της Ωριάς το κάστρο”, τίτλος που συμφωνεί με το δημοτικό άσμα, δίνεται η χρονολογία ανεβάσματος, με διορθωμένο τον τίτλο, «Το κάστρο της Ωριάς». Όπως κι αν έχει, καταλήγουμε με ένα νόθο βιογραφικό, που ούτε το τότε αντικατοπτρίζει ούτε για το σήμερα είναι επαρκές. Τέλος, για τους ανθολογούμενους συγγραφείς, που δεν υπάρχουν τα έτοιμα βιογραφικά του Σοκόλη, εκείνα του Σκόκου ελάχιστα διαφοροποιούνται, με λανθασμένες ορισμένες διορθώσεις.
Η πρώτη από τις έξι ενότητες της εισαγωγής αναγγέλλεται ότι “σκιαγραφεί το πορτρέτο του εκδότη της Ανθολογίας”. Μόνο που, για ακόμη μία φορά, ο Σκόκος μένει με ένα ημιτελές “πορτρέτο”. Εκτενής, ως συνήθως, είναι η αναφορά στο Ημερολόγιο, που εξέδιδε, όχι “επί τριάντα δυο χρόνια” αλλά επί τριάντα τρία, από το 1886 (συμπεριλαμβανομένου) έως το 1918. Ενώ, για τον βίο του, αντλούνται πληροφορίες από το Ημερολόγιο και κυρίως, από τα “αυτοβιογραφικά κείμενα” του Ξενόπουλου. Μόνο που αυτά γράφτηκαν για το πλατύ κοινό. Έτσι, μαθαίνουμε περισσότερα για την σύζυγο του Σκόκου, Αδριανή, το γένος Επισκοπόπουλου. Παρά τα κενά, σταχυολογώντας απόψεις, η απόφανση είναι κατηγορηματική: “Ο Σκόκος υπήρξε ένας ακαταπόνητος εργάτης του πνεύματος, μια ευφρόσυνη φωνή, που ανταποκρινόταν στο μέσο γούστο της εποχής.”
Να σημειώσουμε την ερευνητική εργασία του Ν. Φαλαγκά, που παρουσιάζεται στο Επίμετρο: κριτικά κείμενα για την ανθολογία Σκόκου, συγκριτικός πίνακας περιεχομένων με άλλες ανθολογίες, κατάλογος προηγούμενων και πρώτων δημοσιεύσεων των διηγημάτων. Μένει ζητούμενο, κατά πόσο παρεισφρέουν, και εδώ, κάποια σφάλματα. Λ.χ., ο Λυκούδης εμφανίζεται να έχει δημοσιεύσει διαφορετικό διήγημα στις ανθολογίες Σκόκου και Καρζή. Σε εισαγωγικό “σημείωμα”, δίνονται “οι εκδοτικές αρχές” κατά τη διόρθωση. Διευκρινίζεται πως “έγινε προσπάθεια να διατηρηθεί μεν η ιστορικότητα της ορθογραφίας και της γλωσσικής μορφής των κειμένων”, αλλά και να μην αποθαρρύνονται οι νέοι. Στην πράξη, λ.χ., η γραία εκσυγχρονίζεται σε γριά. Βεβαίως, αν είναι να προσέλθουν οι νέοι, χαλάλι το συγγραφικό ύφος.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/7/2014
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.




