Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013
Φιλόδοξο βήμα
Φράνσις
Μπέικον,
«Σπουδή για
προσωπογραφία», 1971.
Πάνος Τσίρος
«Δεν είν’ έτσι;»
Εκδόσεις Μικρή Άρκτος
Μάρτιος 2013
Πέντε χρόνια μετά την έκδοση του πρώτου βιβλίου του Πάνου Τσίρου, «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα», εκδόθηκε το δεύτερο. Πρόκειται και πάλι για ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο με διηγήματα. Συμπτωματικά, τα δυο βιβλία αριθμούν τον ίδιο αριθμό σελίδων, 92. Αλλάζουν, όμως, το σχήμα και η τυποτεχνική φυσιογνωμία, καθώς άλλαξε ο εκδότης. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης το πρώτο, από την δισκογραφική και εκδοτική εταιρεία Μικρή Άρκτος το δεύτερο. Μικρός και ο δεύτερος εκδοτικός οίκος, σύμφωνα και με την επωνυμία του, δέκα επτά έτη μετά την ίδρυσή του, βουτά στον ωκεανό της πεζογραφίας, διαψεύδοντας το ισχύον για την “αείποτε περί τον πόλον στρεφόμενην” Μικρή Άρκτο, το “μηδέποτε εις τον ωκεανόν βυθιζομένην”. Ο εκδότης, Παρασκευάς Καρασούλος, μετά την περσινή διπλή επέτειο της συμπλήρωσης πέντε δεκαετιών βίου και δυόμισι στιχουργικής παρουσίας, και αφού φρόντισε καλλιτέχνες και ποιητές, αποφάσισε να κάνει τόπο και στους πεζογράφους. Ξεκινά με τη διηγηματογραφία. Το δεύτερο βιβλίο του Τσίρου είναι το πρώτο, όπως ανακοίνωσε, στη σειρά «Διηγήσεις».
Οκτώ χρόνια νεότερός του ο Τσίρος, παρουσιάστηκε με εκείνο το πρώτο βιβλίο, χωρίς προηγούμενες δημοσιεύσεις σε έντυπα. Δεν έμεινε αμνημόνευτο το πόνημά του. Επισήμως, καταγράφτηκαν τέσσερις παρουσιάσεις, που συναγωνίζονται σε επαίνους. Διάκριση δεν απέσπασε, ούτε καν πρόκριση στη βραχεία λίστα του Βραβείου Διαβάζω για πρωτοεμφανιζόμενους. Εκείνη τη χρονιά, το Βραβείο δόθηκε στην Σταυρούλα Σκαλίδη, ενώ, του διηγήματος, στην επίσης πρωτοεμφανιζόμενη Μαρία Κουγιουμτζή. Το Κρατικό Βραβείο διηγήματος –πρωτοεμφανιζόμενου δεν είχε ακόμη προκύψει– στην Ευγενία Φακίνου. Πάντως, το βιβλίο δεν λησμονήθηκε. Υπήρξαν αργοπορημένες παρουσιάσεις, πιθανώς απόρροια των σχέσεων, που είχε αρχίσει να έχει ο συγγραφέας με το χώρο του βιβλίου. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να είναι τυχαία η μεταστέγασή του σε εκδοτικό οίκο ομότεχνού του.
Το βιογραφικό στο αυτάκι του βιβλίου έμεινε το ίδιο, πλην της προσθήκης της έκδοσης του πρώτου βιβλίου και φωτογραφίας. Μια πληροφορία, που κανείς συγκρατεί, είναι το θέμα των μεταπτυχιακών σπουδών του στο Λονδίνο. Ασχολήθηκε με το «Tractatus Logico-Philosophicus» του Βίτγκενσταϊν. Στη συνέχεια, εγκατέλειψε τις σπουδές φιλοσοφίας για τη Μέση Εκπαίδευση. Αν και ποτέ δεν ξέρεις. Και ο Βίτγκενσταϊν διέκοψε την ενασχόλησή του με τη φιλοσοφία και μετά δέκα χρόνια επανήλθε. Όπως και να έχει, εκείνο το πρώτο έργο του αυστριακού φιλόσοφου εξακολουθεί να τον απασχολεί. Μάλιστα, το δεύτερο βιβλίο του δείχνει ότι τον έχει επηρεάσει ο φιλοσοφικός στοχασμός και της δεύτερης περιόδου του Βίτγκενσταϊν. Αν τα πρώτα διηγήματά του αντανακλούν τον προβληματισμό του νεαρού Βίτγκενσταϊν, το δεύτερο βιβλίο του ακολουθεί τον αυστριακό φιλόσοφο στις αναζητήσεις του κατά τα ύστερα χρόνια, όπως αυτές καταγράφτηκαν στο δεύτερο μεγάλο έργο του, τις «Φιλοσοφικές έρευνες».
Ήδη, στο πρώτο διήγημα του πρώτου βιβλίου, με τίτλο, «Χωρίς στόμα», λανθάνει η έβδομη και τελευταία πρόταση της «Λογικό-Φιλοσοφικής Πραγματείας» (όπως αποδόθηκε ο τίτλος του «Tractatus...» στα ελληνικά, σύμφωνα με τον τίτλο του πρωτότυπου «Logisch-Philosophische Abhandlung»): “Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, πρέπει να σωπαίνει.” Το τι μπορεί να ειπωθεί και να γίνει κατανοητό από τον άλλο, δηλαδή η φύση της γλώσσας, ήταν το θεμελιώδες πρόβλημα, που έθεσε ο αυστριακός φιλόσοφος. Η απάντηση, στην οποία κατέληξε, γκρόσο μόντο, ήταν ότι οι μόνες κατανοητές προτάσεις είναι εκείνες που δίνουν μια εικόνα της πραγματικότητας. Από τα όρια της γλώσσας, ένας συγγραφέας περνάει σε εκείνα της λογοτεχνίας. Στα πρώτα διηγήματα, ο Τσίρος δοκιμάζει τα όρια της ρεαλιστικής αφήγησης. Οι ήρωές του, εκτός από τους ανθρώπους του περίγυρού τους, συγχρωτίζονται με τους νεκρούς τους, όπως και με τους προσφιλείς τους παρελθοντικών χρόνων, με την υπόσταση που εκείνοι είχαν τότε. Στο παρόν, μπορεί να είναι μεν ζωντανοί, όμως είναι άλλοι, καθώς, στο πέρασμα του χρόνου, διαφοροποιήθηκε η υπόστασή τους. Αυτή η συμβίωση, που νοερά γίνεται σαν προέκταση των καθημερινών συναναστροφών, δεν χωράει στον πραγματικό χώρο. Η επιτυχία των διηγημάτων έγκειται στον τρόπο με τον οποίο η αφήγηση περνάει στο χώρο του φανταστικού ή συμπληρώνει μια εικόνα της πραγματικότητας με προσφυγές στο παράλογο.
Στο δεύτερο βιβλίο, κερδίζει έδαφος η ρεαλιστική αφήγηση. Δεν υπάρχουν παρεκβάσεις προς το φανταστικό, ενώ το παράλογο περιορίζεται στο χώρο των ονείρων, τα οποία και πληθαίνουν. Οκτώ τα διηγήματα του πρώτου βιβλίου, δέκα τέσσερα τα πεζά του δεύτερου, που χαρακτηρίζονται και αυτά διηγήματα. Ωστόσο, διαβάζοντάς τα δημιουργείται η αίσθηση της συνέχειας, με το τελευταίο πεζό να θέτει υπό αίρεση τον χαρακτηρισμό του βιβλίου ως συλλογή διηγημάτων. Αυτό το δέκατο τέταρτο πεζό φέρει τον τίτλο, «Επίλογος», και έχει, σε μικρογραφία, τη μορφή του «Tractatus...», όπως επισημαίνει και ο αφηγητής. Αποτελείται από μια σειρά παρατηρήσεις παρατεταγμένες και αριθμημένες με δεκαδική αρίθμηση. Δηλαδή, καθεμία από τις κύριες παρατηρήσεις ακολουθείται από άλυσο προτάσεων, που φέρουν ένα δεύτερο δεκαδικό ψηφίο. Οι κύριες προτάσεις του «Επιλόγου» είναι έξι, έναντι των επτά θέσεων του «Tractatus...».
Στη δεύτερη πρόταση του «Επιλόγου», ο αφηγητής σημειώνει: “Όλες οι προηγούμενες ιστορίες αφορούν άμεσα ή έμμεσα τον φίλο μου.” Ουσιαστικά, ανατρέπει τον χαρακτηρισμό διηγήματα, προϊδεάζοντας για την μυθιστορηματική υφή του βιβλίου του. Μάλιστα, μοντερνίστικη, αφού, σε μια επόμενη πρόταση, δηλώνει ότι δεν ακολούθησε “ευθύγραμμη ομαλή αφήγηση”. Ενώ, σε μια άλλη, κατοπινή της πρόταση, διατυπώνει την άποψη πως “μια ιστορία κατασκευάζεται όπως ένα παζλ. Δεν έχει σημασία ποιο κομμάτι θα βάλεις πρώτα.” Γεγονός που μπορεί να ισχύει για τον τρόπο γραφής, μόνο που αυτός ο άναρχος τρόπος αποβαίνει προβληματικός, όταν διατηρείται στην τελική μορφή. Οι επόμενες προτάσεις, ωστόσο, υπερασπίζονται την αποτελεσματικότητα παρόμοιων αφηγηματικών πειραματισμών. Στην τελευταία πρόταση της πέμπτης αλύσου, συνοψίζει: “Αλλά αυτό που θέλουμε να πούμε καθρεφτίζεται μέσα σ’ αυτό που γράφουμε.”
Τι θέλει, λοιπόν, να πει ο συγγραφέας; Έμμεσα δίνεται η απάντηση, με τους αφηγηματικούς τρόπους που υιοθετεί, τη δομή που δίνει στο βιβλίο, και, πρώτα απ’ όλα, με τον τίτλο. Το “δεν είν’ έτσι;” του τίτλου, εκφράζει την αβεβαιότητα του αφηγητή. Δυο από τα τελευταία κεφάλαια στις «Φιλοσοφικές έρευνες» του Βίτγκενσταϊν φέρουν τους τίτλους, «Περί αβεβαιότητας» και «Τα εντός μας». Το ερώτημα που εκείνος έθετε ήταν το πώς μπορώ να γνωρίζω τα αισθήματα και τις σκέψεις του άλλου. Δεν μπορώ να εξομοιώσω την εμπειρία του με τη δική μου, αλλά ούτε και να στηριχτώ στη δική του λεκτική διατύπωση για το τι αισθάνεται. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι ο άλλος είναι ειλικρινής και δεν υποκρίνεται. Ο αφηγητής του Τσίρου περιγράφει δράσεις και αντιδράσεις των χαρακτήρων, μεταφέροντας όσα του λένε. Για τις σκέψεις και τα αισθήματά τους, όμως, ελλοχεύει πάντοτε η αμφιβολία, δηλαδή κατά πόσο είναι πράγματι έτσι.
Ένας τρόπος παρουσίασης του βιβλίου θα ήταν η αναδιάταξη του παζλ, σε μια απόπειρα να αποκατασταθεί η χρονική αλληλουχία. Με εξαίρεση το έβδομο κεφάλαιο, στα υπόλοιπα θα μπορούσε ο αφηγητής να είναι κοινός. Οι τέσσερις τόποι, στους οποίους εκείνος βρίσκεται σε διαφορετικούς χρόνους, οδηγούν σε τέσσερις περιόδους της ζωής του. Παρεμπιπτόντως, μένει απορία, γιατί ως εξώφυλλο επιλέχθηκε πίνακας από μια πέμπτη πόλη, το Βελιγράδι. Στην πρώτη χρονικά ενότητα, πέντε κεφαλαίων (2,4,6,8,11), με τίτλους τα ονόματα προσώπων και συμβάντων γύρω από τα οποία στρέφεται το κάθε κεφάλαιο, ο αφηγητής κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στη Θεσσαλονίκη, σχετικές με τη φιλοσοφία και τον Βίτγκενσταϊν, όπως λέει στην κοπέλα του μπαρ που φλερτάρει. Της διηγείται και την υπόθεση μιας ταινίας που είδε τελευταία, τον «Κρυμμένο» του Μίκαελ Χάνεκε. Πρόκειται για αφηγηματικό τέχνασμα, ώστε να αναφερθεί πλαγίως στο τι σημαίνει παρακολουθώ τις ζωές των άλλων.
Σε αυτήν την ενότητα, υπάρχει μια υποτυπώδης πλοκή. Παρουσιάζεται ο φίλος του αφηγητή, που είναι, σύμφωνα με τον «Επίλογο», “ο άξονας του βιβλίου”. Τον αναφέρει ως Δ. και είναι συγκάτοικός του. Ο αφηγητής περιγράφει συγκεκριμένα γεγονότα, όπως η επίσκεψη των γονιών του Δ. και οι τυχαίες συναντήσεις με γνωστά του πρόσωπα. Η συνέχεια δίνεται στο μοναδικό κεφάλαιο της δεύτερης ενότητας (12), στο οποίο ο αφηγητής είναι φαντάρος στην Κομοτηνή. Αυτή η ενότητα, αντί του εκ των υστέρων δηλωτικού τίτλου, «Χημικό εργαστήρι», θα μπορούσε να έχει τον κυριολεκτικό, «Το τηλεφώνημα», καθώς το μόνο που συμβαίνει είναι ένα τηλεφώνημα από τον Δ., παραμονή Πρωτοχρονιάς, στο στρατόπεδο. Εκείνος είναι ακόμη φοιτητής στη Θεσσαλονίκη και του ζητάει βοήθεια. Η έκβαση δίνεται επιγραμματικά στον «Επίλογο», σε επί μέρους πρόταση της υπ’ αριθμό τρίτης αλύσου: “Τελικά τη βοήθεια που μου ζήτησε δεν του την έδωσα. Δεν ήθελα να μπλέξω.”
Σύντομες και κοφτές οι προτάσεις, περιορίζονται στην περιγραφή δράσεων και τη μεταφορά διαλόγων, που δείχνουν κοινότοποι, καθώς αναπαράγουν όσα συνήθως λέγονται σε παρόμοιες περιστάσεις. Κάποιοι χαρακτήρες διηγούνται παρελθοντικές ιστορίες, τις οποίες επίσης μεταφέρει ο αφηγητής. Σε κάθε περίπτωση, αυτός δεν σχολιάζει, σαν να κρατά αποστάσεις. Κατά την εκτίμησή μας, δίνει αφηγηματική υπόσταση στη θέση του αυστριακού δασκάλου του ότι εκείνο που μπορεί να περιγραφεί είναι οι εκφράσεις της ανθρώπινης ζωής. Από ό,τι εξωτερικεύεται και μόνο, συνάγουμε χαρακτήρες και αισθήματα. Οδηγούμενοι από αυτά, θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε τον ελλείποντα αφηγητή του έβδομου κεφαλαίου με έναν από τους γνωστούς τού κυρίως αφηγητή. Συγκεκριμένα, τον αλκοολικό Λάζαρο του έκτου κεφαλαίου. Χωρίς να είναι απαραίτητο, καθώς τα πεζά διατηρούν την αυτονομία τους. Μερικά, μάλιστα, διαθέτουν αρετές διηγήματος
Στην τρίτη ενότητα, τεσσάρων κεφαλαίων (5,9,10,13), με περιφραστικούς ή και αλληγορικούς τίτλους, ο αφηγητής είναι παντρεμένος στην Αθήνα με γυναίκα έγκυο στον έκτο μήνα. Εδώ, εστιάζει στον εαυτό του. Ένας ένδον λόγος, που ανακυκλώνει σκέψεις, αισθήματα και ενοχές, γιατί δεν κατάλαβε τι ζητούσαν οι άλλοι από αυτόν. Όλοι πάσχοντες, που αγωνιούσαν να ξεπεράσουν τις εξαρτήσεις τους από ανθρώπους, αλκοόλ, ναρκωτικές ουσίες. Για το μόνο πρόσωπο, που ο αφηγητής εκδηλώνει συναισθηματική έγνοια, είναι η σύζυγος του. Κι αυτό, γιατί κυοφορεί την κόρη του. Καθρέφτης της ψυχικής του κατάστασης είναι τα όνειρα. Λιγότερο ή περισσότερο εφιαλτικά, τα καταγράφει με τη ζωντάνια που διατηρούν για έναν ελάχιστο χρόνο μετά το ξύπνημα. Ως κύρια μορφή σε αυτά, προβάλλει ο πατέρας. Γύρω από αυτόν και τα φροϋδικά υποκατάστατά του στρέφονται δυο από τα καλύτερα διηγήματα του βιβλίου, το «Χαρταετός» και το «Ο γέρος στο σπίτι», που θα μπορούσαν να δώσουν τροφή σε εκτενή ψυχαναλυτική ανάπτυξη.
Σε μια από τις παρατηρήσεις του «Επιλόγου», ο αφηγητής προσδιορίζει: “Την περίοδο που έγραψα την ιστορία περίμενα τη γέννηση της κόρης μου.” Αν δώσουμε βάση στο λόγο του, η εναπομένουσα ενότητα, δυο κεφάλαιων (1,3), με τους παράξενους τίτλους, «Διαχείριση ποιότητας» και «Έχω δώσει τη ζωή μου», μένει εκτός χρονικής αλληλουχίας. Σε αυτήν ο αφηγητής εργάζεται στο Λονδίνο και κατοικεί μαζί με τη σύζυγό και την πεθερά του. Στην πρώτη πρόταση του πρώτου κεφαλαίου, με το που ανοίγει το βιβλίο, εκείνος μνημονεύει τη σοβούσα οικονομική κρίση, περιγράφοντας το εγκαταλελειμμένο λονδρέζικο κέντρο. Αναφέρεται στον εαυτό του, την καθημερινή ρουτίνα της εργασίας του σε μια εταιρεία, επιμένει σε κινήσεις και συναντήσεις. Χρησιμοποιεί προσεκτική γλώσσα, επιδεικνύοντας ορθολογιστική διάθεση, που έχει κάτι το μηχανιστικό, σαν να δίνει αναφορά σε ανώτερό του. Ο τόνος αλλάζει όταν απομακρύνεται από τον τόπο εργασίας, στα συναπαντήματα με μετανάστες στις δικές τους γειτονιές. Με τα δυο κεφάλαια αυτής της ενότητας, δημιουργείται από την αρχή μια οργουελική ατμόσφαιρα, που, ακολουθώντας την παράταξη των πεζών στο βιβλίο, γίνεται όλο και πιο απειλητική, φθάνοντας να εξαντλήσει τις αντοχές του αφηγητή, που βρίσκεται τελικά σπρωγμένος εκτός κοινωνικού περίγυρου.
Το δεύτερο βιβλίο του Τσίρου είναι φιλόδοξο. Μπορεί από την κριτική να εκτιμηθεί λιγότερο από το πρώτο, όπως συνέβη με το δεύτερο έργο του Βίτγκενσταϊν, που θεωρήθηκε αινιγματικό. Εκείνος το είχε γράψει με τους πόνους του καρκινοπαθούς, αρνούμενος τη νοσοκομειακή περίθαλψη. Είχε προτιμήσει να συνεχίσει τις φιλοσοφικές του έρευνες, στοχαζόμενος πάνω στην έννοια του πόνου. Πέθανε την ίδια μέρα με τον Καβάφη, 18 χρόνια αργότερα, επιβιώνοντας δυο χρόνια περισσότερα. Το 1951, στα 72. Το φιλοσοφικό πνεύμα που επικρατούσε τότε ήταν ξένο προς τον δικό του στοχασμό. Όπως, καλή ώρα, το πνεύμα που επικρατεί στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας ως προς το δεύτερο βιβλίο του Τσίρου. Μόνο που αυτός είναι ένας μάχιμος, ετών 43. Εδώ, το ερώτημα είναι αν θα κρατήσει ψηλά τον πήχυ των επιδιώξεων ή θα ενδώσει.
Μ.Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/7/2013.
Λίγο απ’ όλα για την κρίση
Σύνθημα σε βιτρίνα αδειανού καταστήματος της οδού Σταδίου. Αδειανό από το 1997, όταν η κρίση της αγοράς άρχισε να χτυπάει τις πρώτες ελληνικές επιχειρήσεις. Πρόκειται για το άλλοτε γνωστό κατάστημα
των Αθηνών Άκρον-Ίλιον-Κρυστάλ, Σταδίου 26.
«Το αποτύπωμα της κρίσης»
Ιστορίες
Επιμέλεια:
Ελένη Μπούρα, Μικέλα Χαρτουλάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Φεβρουάριος 2013
Εκ πρώτης όψεως, ο τίτλος του βιβλίου δείχνει πολύ ευρύς για μια θεματική συλλογή ιστοριών. Δεν προσδιορίζεται τοπικά, οπότε μπορεί να αφορά την κρίση σε παγκόσμια κλίμακα ή σε συγκεκριμένο τμήμα του πλανήτη, όπως ο ευρωπαϊκός νότος, ή, ακόμη στενότερα, μια χώρα, αλλά και ακόμη πιο συγκεκριμένα, την πρωτοπόρο στον συγκεκριμένο στίβο, Ελλάδα. Επίσης, αφήνει ανοιχτή τη σφαίρα, στην οποία αναφέρεται. Πολιτική, οικονομική, πολιτισμική. Ακόμη και μόνο η πρώτη λέξη του τίτλου, το αποτύπωμα, επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες, καθώς δεν προσδιορίζεται επί ποιου σώματος δημιουργείται αυτό το αποτύπωμα. Του εθνικού, του κοινωνικού ή του προσωπικού ως ένδειξη ορισμένης ψυχολογικής κατάστασης.
Αυτήν την ευρύτητα, ωστόσο, περιορίζει, ήδη με τον τίτλο του, ο πρόλογος των δυο επιμελητριών, της Ελένης Μπούρα και της Μικέλας Χαρτουλάρη, «Το λογοτεχνικό αποτύπωμα της ελληνικής επικαιρότητας». Σύμφωνα με το κείμενό τους, “οι ιστορίες λειτουργούν ως μεγεθυντικός φακός αλλά και μαρτυρίες για την κρίση στην Ελλάδα από το 2010”. Πού σημαίνει την τριετία από τις 23 Απρ. 2010, που ο τότε πρωθυπουργός Γιωργάκης Παπανδρέου, από το ακριτικό Καστελόριζο, ανακοίνωνε την προσφυγή της χώρας στον τριπλό μηχανισμό οικονομικής στήριξης μέχρι το χρόνο γραφής των ιστοριών, που προσδιορίζεται από τον Μάρ. μέχρι τον Οκτ. του 2012. Μένει να φανεί κατά πόσο οι ιστορίες επαληθεύουν τις εξαγγελίες τους. Ή, μήπως κάποιοι από τους συμμετέχοντες συγγραφείς παρεξέκλιναν, δελεασμένοι από τον γενικόλογο τίτλο. Αλλά και όσοι περιορίστηκαν στο εδώ και τώρα, κατά πόσο λειτούργησαν με τον τρόπο που τους ζητήθηκε, δηλαδή ως αυτόπτες μάρτυρες.
Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για μια συλλογή 17 ιστοριών από ισάριθμους συγγραφείς, των οποίων τα ονόματα αναγράφονται στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο. Και τις δυο φορές, όπως και στην παράταξη των ιστοριών τους, υιοθετείται η αλφαβητική σειρά. Άλλωστε, οποιαδήποτε άλλη τάξη μάλλον δεν θα γινόταν αποδεκτή από τους συμμετέχοντες. Μια διαφορετική, ωστόσο, διαδοχή των ιστοριών, πιθανώς να έδινε ένα αφηγηματικά πιο ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Δεν πρόκειται για ανθολόγημα, αφού δεν έγινε σταχυολόγηση από κάποια παρακαταθήκη ήδη δημοσιευμένων ιστοριών, αλλά για επιλογή συγκεκριμένων συγγραφέων, που έγραψαν “εν θερμώ” τις ιστορίες τους. Σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα, οι συμμετέχοντες πιθανώς να ήταν περισσότεροι ή, ίσως, να προτιμώντο κάποιοι άλλοι, που αρνήθηκαν λόγω ανωτέρας βίας, τουτέστιν έλλειψης χρόνου ή και δοθείσης υπόσχεσης απόλυτης πίστης στον εκδότη τους. Επιδίωξη, πάντως, των επιμελητριών ήταν να επιλεγούν “οι πλέον παρεμβατικοί και ενδιαφέροντες έλληνες συγγραφείς”. Μεγάλη κουβέντα, από εκείνες που συνηθίζονται σε διαφημιστικά σλόγκαν. Όταν, όμως, έρχεται από δυο επιτυχημένες μάνατζερ στο χώρο του βιβλίου, που δραστηριοποιούνται σε αυτόν περισσότερο της εικοσαετίας, ως επιμελήτρια η πρώτη και ως βιβλιοπαρουσιάστρια η δεύτερη, αποκτά διαφορετική βαρύτητα. “Κόουτς” διάσημων συγγραφέων χαρακτηρίζεται η Μπούρα, ελληνικό ισοδύναμο του Μπερνάρ Πιβώ η Χαρτουλάρη, άρα κάτι θα γνωρίζουν περισσότερο από εμάς για το τι συνιστά σήμερα τον παρεμβατικό και ενδιαφέροντα συγγραφέα. Παρατηρούμε ότι δεν επιλέγουν τους κατέχοντες υψηλές θέσεις, ούτε όσους έχουν κατέβει στον πολιτικό στίβο, ούτε καν τους γνωστούς επιφυλλιδογράφους. Ανεξάρτητα, πάντως, με το πόσο παρεμβαίνουν στα κοινά οι 17 επιλεχθέντες ή το πόσο ενδιαφέροντα μπορεί να κριθούν τα βιβλία τους, υπάρχει σαφής προτίμηση στους κατοίκους της Αθήνας, όπως και στους άρρενες.
Οι επιλογές τους, γραμματολογικά, περιορίζονται σε δυο ομάδες συγγραφέων: Επτά ταξινομούνται στους προβεβλημένους της λεγόμενης γενιάς του ’80, όπου δυο τρεις από αυτούς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και παρεμβατικοί. Και δέκα - ανεξαρτήτως ηλικίας, τρεις είναι συνηλικιώτες των προηγούμενων - εντάσσονται στην επόμενη ομάδα, που εμφανίστηκε με την ανθοφορία της ελληνικής πεζογραφίας στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και φτάνει μέχρι τις παραμονές της κρίσης. Και εδώ, δυο τρεις πιθανώς και να χαρακτηρίζονταν παρεμβατικοί, με βάση το πόσο συχνά εμφανίζονται με κάποια δήλωση στα ΜΜΕ. Αν και αυτήν τη διασημότητα την οφείλουν μάλλον στις επαγγελματικές τους δραστηριότητες παρά στη συγγραφική τους ιδιότητα. Παρεμπιπτόντως, ποτέ, ούτε παλαιότερα ούτε σήμερα, το παρεμβατικός δεν σημαίνει και ενδιαφέρων συγγραφέας, χωρίς και να το αποκλείει.
Επιμέλεια:
Ελένη Μπούρα, Μικέλα Χαρτουλάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Φεβρουάριος 2013
Εκ πρώτης όψεως, ο τίτλος του βιβλίου δείχνει πολύ ευρύς για μια θεματική συλλογή ιστοριών. Δεν προσδιορίζεται τοπικά, οπότε μπορεί να αφορά την κρίση σε παγκόσμια κλίμακα ή σε συγκεκριμένο τμήμα του πλανήτη, όπως ο ευρωπαϊκός νότος, ή, ακόμη στενότερα, μια χώρα, αλλά και ακόμη πιο συγκεκριμένα, την πρωτοπόρο στον συγκεκριμένο στίβο, Ελλάδα. Επίσης, αφήνει ανοιχτή τη σφαίρα, στην οποία αναφέρεται. Πολιτική, οικονομική, πολιτισμική. Ακόμη και μόνο η πρώτη λέξη του τίτλου, το αποτύπωμα, επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες, καθώς δεν προσδιορίζεται επί ποιου σώματος δημιουργείται αυτό το αποτύπωμα. Του εθνικού, του κοινωνικού ή του προσωπικού ως ένδειξη ορισμένης ψυχολογικής κατάστασης.
Αυτήν την ευρύτητα, ωστόσο, περιορίζει, ήδη με τον τίτλο του, ο πρόλογος των δυο επιμελητριών, της Ελένης Μπούρα και της Μικέλας Χαρτουλάρη, «Το λογοτεχνικό αποτύπωμα της ελληνικής επικαιρότητας». Σύμφωνα με το κείμενό τους, “οι ιστορίες λειτουργούν ως μεγεθυντικός φακός αλλά και μαρτυρίες για την κρίση στην Ελλάδα από το 2010”. Πού σημαίνει την τριετία από τις 23 Απρ. 2010, που ο τότε πρωθυπουργός Γιωργάκης Παπανδρέου, από το ακριτικό Καστελόριζο, ανακοίνωνε την προσφυγή της χώρας στον τριπλό μηχανισμό οικονομικής στήριξης μέχρι το χρόνο γραφής των ιστοριών, που προσδιορίζεται από τον Μάρ. μέχρι τον Οκτ. του 2012. Μένει να φανεί κατά πόσο οι ιστορίες επαληθεύουν τις εξαγγελίες τους. Ή, μήπως κάποιοι από τους συμμετέχοντες συγγραφείς παρεξέκλιναν, δελεασμένοι από τον γενικόλογο τίτλο. Αλλά και όσοι περιορίστηκαν στο εδώ και τώρα, κατά πόσο λειτούργησαν με τον τρόπο που τους ζητήθηκε, δηλαδή ως αυτόπτες μάρτυρες.
Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για μια συλλογή 17 ιστοριών από ισάριθμους συγγραφείς, των οποίων τα ονόματα αναγράφονται στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο. Και τις δυο φορές, όπως και στην παράταξη των ιστοριών τους, υιοθετείται η αλφαβητική σειρά. Άλλωστε, οποιαδήποτε άλλη τάξη μάλλον δεν θα γινόταν αποδεκτή από τους συμμετέχοντες. Μια διαφορετική, ωστόσο, διαδοχή των ιστοριών, πιθανώς να έδινε ένα αφηγηματικά πιο ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Δεν πρόκειται για ανθολόγημα, αφού δεν έγινε σταχυολόγηση από κάποια παρακαταθήκη ήδη δημοσιευμένων ιστοριών, αλλά για επιλογή συγκεκριμένων συγγραφέων, που έγραψαν “εν θερμώ” τις ιστορίες τους. Σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα, οι συμμετέχοντες πιθανώς να ήταν περισσότεροι ή, ίσως, να προτιμώντο κάποιοι άλλοι, που αρνήθηκαν λόγω ανωτέρας βίας, τουτέστιν έλλειψης χρόνου ή και δοθείσης υπόσχεσης απόλυτης πίστης στον εκδότη τους. Επιδίωξη, πάντως, των επιμελητριών ήταν να επιλεγούν “οι πλέον παρεμβατικοί και ενδιαφέροντες έλληνες συγγραφείς”. Μεγάλη κουβέντα, από εκείνες που συνηθίζονται σε διαφημιστικά σλόγκαν. Όταν, όμως, έρχεται από δυο επιτυχημένες μάνατζερ στο χώρο του βιβλίου, που δραστηριοποιούνται σε αυτόν περισσότερο της εικοσαετίας, ως επιμελήτρια η πρώτη και ως βιβλιοπαρουσιάστρια η δεύτερη, αποκτά διαφορετική βαρύτητα. “Κόουτς” διάσημων συγγραφέων χαρακτηρίζεται η Μπούρα, ελληνικό ισοδύναμο του Μπερνάρ Πιβώ η Χαρτουλάρη, άρα κάτι θα γνωρίζουν περισσότερο από εμάς για το τι συνιστά σήμερα τον παρεμβατικό και ενδιαφέροντα συγγραφέα. Παρατηρούμε ότι δεν επιλέγουν τους κατέχοντες υψηλές θέσεις, ούτε όσους έχουν κατέβει στον πολιτικό στίβο, ούτε καν τους γνωστούς επιφυλλιδογράφους. Ανεξάρτητα, πάντως, με το πόσο παρεμβαίνουν στα κοινά οι 17 επιλεχθέντες ή το πόσο ενδιαφέροντα μπορεί να κριθούν τα βιβλία τους, υπάρχει σαφής προτίμηση στους κατοίκους της Αθήνας, όπως και στους άρρενες.
Οι επιλογές τους, γραμματολογικά, περιορίζονται σε δυο ομάδες συγγραφέων: Επτά ταξινομούνται στους προβεβλημένους της λεγόμενης γενιάς του ’80, όπου δυο τρεις από αυτούς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και παρεμβατικοί. Και δέκα - ανεξαρτήτως ηλικίας, τρεις είναι συνηλικιώτες των προηγούμενων - εντάσσονται στην επόμενη ομάδα, που εμφανίστηκε με την ανθοφορία της ελληνικής πεζογραφίας στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και φτάνει μέχρι τις παραμονές της κρίσης. Και εδώ, δυο τρεις πιθανώς και να χαρακτηρίζονταν παρεμβατικοί, με βάση το πόσο συχνά εμφανίζονται με κάποια δήλωση στα ΜΜΕ. Αν και αυτήν τη διασημότητα την οφείλουν μάλλον στις επαγγελματικές τους δραστηριότητες παρά στη συγγραφική τους ιδιότητα. Παρεμπιπτόντως, ποτέ, ούτε παλαιότερα ούτε σήμερα, το παρεμβατικός δεν σημαίνει και ενδιαφέρων συγγραφέας, χωρίς και να το αποκλείει.
Θεματικές προτιμήσεις
Η γενικότερη εντύπωση από τις ιστορίες τους είναι ότι οι μικρότεροι ηλικιακά συγγραφείς στάθηκαν πιο πειθαρχικοί, πιθανώς και γιατί έχουν συνηθίσει να γράφουν ιστορίες κατά παραγγελία για ποικίλα έντυπα και θεματικές ανθολογίες. Αυτοί περιορίστηκαν στο συγκεκριμένο θέμα της ελληνικής κρίσης, επιλέγοντας ως εστίαση, άλλοι τα αίτια, που απλώνονται σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, και άλλοι τα αποτελέσματα, όπως τα βιώνουμε σήμερα. Αντιθέτως, οι συγγραφείς της πρώτης ομάδας άνοιξαν τον θεματικό ορίζοντα, μάλλον ακριβέστερα, έμειναν προσκολλημένοι στις δικές τους θεματικές προτιμήσεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση δυο συνομήλικων, από τους πολυγραφότερους αυτής της ομάδας, της Σώτης Τριανταφύλλου και του Θεόδωρου Γρηγοριάδη. Από μια άποψη, οι ιστορίες τους δείχνουν το αποτύπωμα της παγκόσμιας κρίσης, ή και ειδικότερα, τη βαρβαρότητα του ύστερου καπιταλισμού, που ξεσπίτωσε από Ιρακινούς μέχρι Αφρικανούς, δημιουργώντας το μεταναστευτικό ρεύμα οικονομικών και πολιτικών προσφύγων.
Αν και η ιλαροτραγική ιστορία του νεαρού άντρα από το Μπενίν της Δυτικής Αφρικής έχει διαφορετικά αίτια. Ο ανήσυχος ήρωας της Τριανταφύλλου διψάει για περιπέτειες. Το ίδιο του κάνει αν θα καταλήξει σε μια αφρικανική μεγαλούπολη ή σε μια ευρωπαϊκή. Αρκεί να είναι γαλλόφωνη, καθόσον η χώρα του, το παλαιό βασίλειο της Δαχομέης, υπήρξε γαλλική αποικία. Κι αν δεν εγκαθίσταται τελικά στην Ελλάδα, δεν φταίει η κρίση και η ανεργία. Ένας καλός τεχνίτης όπως αυτός, και μάλιστα, μαρμαράς, που κάνει από ταφόπλακες μέχρι μερεμέτια μπάνιου, δεν έχει πρόβλημα. Το δικό του δράμα στάθηκε ερωτικό. Αντανακλά το παλαιό και μέγα πρόβλημα για ένα ζευγάρι, αυτό του διαφορετικού θρησκεύματος, που συνεπάγεται και άλλους ηθικούς κώδικες. Όταν, μάλιστα, εκείνος δεν είναι μουσουλμάνος, όπως ο συμπατριώτης του, που επέδειξε ευελιξία και αλλαξοπίστησε, αλλά ασπάζεται το βουντού, την πανάρχαια αφρικανική θρησκεία των θεοποιημένων προγόνων και των πνευμάτων τους, που απλώθηκε στην αμερικανική ήπειρο με τους σκλάβους και την κυρίευσε, το χάσμα αποβαίνει αγεφύρωτο. Η ιστορία έρχεται ως συνέχεια των αφρικανικών μυθιστορημάτων της Τριανταφύλλου, με τίτλο, «Voodoo child», δάνειο από μικρού μήκους, βραβευμένη ταινία.
Διαφορετική είναι η περίπτωση του Κούρδου από το Ιράκ, που ήρθε πρόσφυγας στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας αλλά τελικά έφυγε, όπως προϊδεάζει ο τίτλος της ιστορίας του Γρηγοριάδη, «Ο ξένος που έφυγε». Σύμφωνα με την αφήγησή του, περισσότερο τον απασχολεί το αποτυχημένο ζευγάρωμά του με μια Αθηναία. Όπως ο ήρωας της Τριανταφύλλου, έτσι κι αυτός, δουλειά βρίσκει εύκολα στις οικοδομές, ρατσιστικές συμπεριφορές και ξενοφοβία δεν αναφέρει. Το μόνο παράπονό του είναι η μεταναστευτική πολιτική, την οποία συγκρίνει με εκείνη των σκανδιναβικών χωρών, όπου καταφεύγει στη συνέχεια. Τελικά, το βαθύτερο αποτύπωμα είναι εκείνο του νόστου, αφού καταλήγει να επιστρέψει στο Ιράκ και εκεί να νοικοκυρευτεί.
Μια τρίτη περίπτωση είναι αυτή του Σωτήρη Δημητρίου, καθώς η ιστορία του δείχνει σαν συνέχεια των πρόσφατων δημοσιευμάτων του. Ήταν από τους πρώτους, που έγραψε διηγήματα με περιθωριοποιημένους εσωτερικούς μετανάστες, και τώρα, θα αναμενόταν να τον εμπνεύσει “το νέο προλεταριάτο” της Αθήνας. Όπως, επίσης, “η έξοδος προς την περιφέρεια” ή, έστω, η επιστροφή των μετοίκων της Αθήνας στον γενέθλιο τόπο τους. Αλλά ο Δημητρίου περνάει προσώρας φάση αυτοβιογράφησης. Αφηγείται μια επίσκεψη στην Ηγουμενίτσα, αντιπαραθέτοντας εικόνες των αρχών του ’60 με σημερινές, στις οποίες τονίζεται η μεταμόρφωση της υπαίθρου, από λουλουδιασμένες πλαγιές με μονοπάτια σε πυκνά και εις ύψος δομημένη περιοχή. Αυτά είναι τα “ξένα ρούχα”, που, κατά τον τίτλο, φόρεσε ολόκληρη η χώρα. Δεν είναι, βεβαίως, άστοχη ως παρατήρηση, αν και δείχνει επισφαλής στη μερικότητά της .Όπως και ο περιορισμός των δεινοπαθούντων στους Αλβανούς.
Τελικά, για τους συγγραφείς, το μέτρο της κοινωνικής ευαισθησίας φαίνεται πως εκφράζεται μέσω των Αλβανών. Ένας άλλος συγγραφέας της ίδιας γενιάς, ο Κώστας Ακρίβος, δίνει στην ιστορία του τη μορφή επιστολής, που άφησε μαθητής στο γραφείο του καθηγητή-αφηγητή. Με στόχο να αναδείξει το φαινόμενο του ρατσισμού, στήνει ένα δίπολο: από τη μια, ο Αλβανός που έγραψε το γράμμα και από την άλλη, εκείνος που “ζωγραφίζει πάνω στο θρανίο αγκυλωτούς σταυρούς”. Η ιστορία αγλαΐζει τον Αλβανό, ήδη από το παράπονο που εκφράζεται με τον τίτλο, «Δεν θα γίνω Έλληνας ποτέ;». Το έτερο άκρο του δίπολου, όπου βρίσκεται “το αποτύπωμα της κρίσης” και για το οποίο φέρει ευθύνη και ο καθηγητής, εκείνος το αντιπαρέρχεται με την καταληκτική παράγραφο: Στην επέτειο του Πολυτεχνείου προγραμματίζει να διδάξει τη «Δήλωση» του Σεφέρη. “Η πρώτη για φέτος δοκιμασία”, αποφθέγγεται. Απορούμε, τι θέλει να πει ο συγγραφέας. Να παρατηρήσουμε ότι η ιστορία του Ακρίβου είναι καθοριστικής σημασίας για την εντύπωση που δημιουργεί ο αναγνώστης, καθώς με αυτήν ανοίγει το βιβλίο. Του δίνει την πρώτη γεύση της κρίσης.
Αν και η ιλαροτραγική ιστορία του νεαρού άντρα από το Μπενίν της Δυτικής Αφρικής έχει διαφορετικά αίτια. Ο ανήσυχος ήρωας της Τριανταφύλλου διψάει για περιπέτειες. Το ίδιο του κάνει αν θα καταλήξει σε μια αφρικανική μεγαλούπολη ή σε μια ευρωπαϊκή. Αρκεί να είναι γαλλόφωνη, καθόσον η χώρα του, το παλαιό βασίλειο της Δαχομέης, υπήρξε γαλλική αποικία. Κι αν δεν εγκαθίσταται τελικά στην Ελλάδα, δεν φταίει η κρίση και η ανεργία. Ένας καλός τεχνίτης όπως αυτός, και μάλιστα, μαρμαράς, που κάνει από ταφόπλακες μέχρι μερεμέτια μπάνιου, δεν έχει πρόβλημα. Το δικό του δράμα στάθηκε ερωτικό. Αντανακλά το παλαιό και μέγα πρόβλημα για ένα ζευγάρι, αυτό του διαφορετικού θρησκεύματος, που συνεπάγεται και άλλους ηθικούς κώδικες. Όταν, μάλιστα, εκείνος δεν είναι μουσουλμάνος, όπως ο συμπατριώτης του, που επέδειξε ευελιξία και αλλαξοπίστησε, αλλά ασπάζεται το βουντού, την πανάρχαια αφρικανική θρησκεία των θεοποιημένων προγόνων και των πνευμάτων τους, που απλώθηκε στην αμερικανική ήπειρο με τους σκλάβους και την κυρίευσε, το χάσμα αποβαίνει αγεφύρωτο. Η ιστορία έρχεται ως συνέχεια των αφρικανικών μυθιστορημάτων της Τριανταφύλλου, με τίτλο, «Voodoo child», δάνειο από μικρού μήκους, βραβευμένη ταινία.
Διαφορετική είναι η περίπτωση του Κούρδου από το Ιράκ, που ήρθε πρόσφυγας στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας αλλά τελικά έφυγε, όπως προϊδεάζει ο τίτλος της ιστορίας του Γρηγοριάδη, «Ο ξένος που έφυγε». Σύμφωνα με την αφήγησή του, περισσότερο τον απασχολεί το αποτυχημένο ζευγάρωμά του με μια Αθηναία. Όπως ο ήρωας της Τριανταφύλλου, έτσι κι αυτός, δουλειά βρίσκει εύκολα στις οικοδομές, ρατσιστικές συμπεριφορές και ξενοφοβία δεν αναφέρει. Το μόνο παράπονό του είναι η μεταναστευτική πολιτική, την οποία συγκρίνει με εκείνη των σκανδιναβικών χωρών, όπου καταφεύγει στη συνέχεια. Τελικά, το βαθύτερο αποτύπωμα είναι εκείνο του νόστου, αφού καταλήγει να επιστρέψει στο Ιράκ και εκεί να νοικοκυρευτεί.
Μια τρίτη περίπτωση είναι αυτή του Σωτήρη Δημητρίου, καθώς η ιστορία του δείχνει σαν συνέχεια των πρόσφατων δημοσιευμάτων του. Ήταν από τους πρώτους, που έγραψε διηγήματα με περιθωριοποιημένους εσωτερικούς μετανάστες, και τώρα, θα αναμενόταν να τον εμπνεύσει “το νέο προλεταριάτο” της Αθήνας. Όπως, επίσης, “η έξοδος προς την περιφέρεια” ή, έστω, η επιστροφή των μετοίκων της Αθήνας στον γενέθλιο τόπο τους. Αλλά ο Δημητρίου περνάει προσώρας φάση αυτοβιογράφησης. Αφηγείται μια επίσκεψη στην Ηγουμενίτσα, αντιπαραθέτοντας εικόνες των αρχών του ’60 με σημερινές, στις οποίες τονίζεται η μεταμόρφωση της υπαίθρου, από λουλουδιασμένες πλαγιές με μονοπάτια σε πυκνά και εις ύψος δομημένη περιοχή. Αυτά είναι τα “ξένα ρούχα”, που, κατά τον τίτλο, φόρεσε ολόκληρη η χώρα. Δεν είναι, βεβαίως, άστοχη ως παρατήρηση, αν και δείχνει επισφαλής στη μερικότητά της .Όπως και ο περιορισμός των δεινοπαθούντων στους Αλβανούς.
Τελικά, για τους συγγραφείς, το μέτρο της κοινωνικής ευαισθησίας φαίνεται πως εκφράζεται μέσω των Αλβανών. Ένας άλλος συγγραφέας της ίδιας γενιάς, ο Κώστας Ακρίβος, δίνει στην ιστορία του τη μορφή επιστολής, που άφησε μαθητής στο γραφείο του καθηγητή-αφηγητή. Με στόχο να αναδείξει το φαινόμενο του ρατσισμού, στήνει ένα δίπολο: από τη μια, ο Αλβανός που έγραψε το γράμμα και από την άλλη, εκείνος που “ζωγραφίζει πάνω στο θρανίο αγκυλωτούς σταυρούς”. Η ιστορία αγλαΐζει τον Αλβανό, ήδη από το παράπονο που εκφράζεται με τον τίτλο, «Δεν θα γίνω Έλληνας ποτέ;». Το έτερο άκρο του δίπολου, όπου βρίσκεται “το αποτύπωμα της κρίσης” και για το οποίο φέρει ευθύνη και ο καθηγητής, εκείνος το αντιπαρέρχεται με την καταληκτική παράγραφο: Στην επέτειο του Πολυτεχνείου προγραμματίζει να διδάξει τη «Δήλωση» του Σεφέρη. “Η πρώτη για φέτος δοκιμασία”, αποφθέγγεται. Απορούμε, τι θέλει να πει ο συγγραφέας. Να παρατηρήσουμε ότι η ιστορία του Ακρίβου είναι καθοριστικής σημασίας για την εντύπωση που δημιουργεί ο αναγνώστης, καθώς με αυτήν ανοίγει το βιβλίο. Του δίνει την πρώτη γεύση της κρίσης.
Άρωμα κρίσης
Δυο συγγραφείς της πρώτης ομάδας, η Έρση Σωτηροπούλου και ο Τάσος Καλούτσας, γράφουν ιστορίες επικεντρωμένες στην ελληνική κρίση της σήμερον, με ήρωες γηγενείς, στριμωγμένους οικονομικά. Στην ιστορία της Σωτηροπούλου, το κύριο πρόσωπο είναι μια άνεργη και το θέμα η πολυπόθητη, ακόμη και από καθ’ όλα μάχιμους μεσήλικες, συνταξιοδότηση. Η ιστορία πλέκεται γύρω από τη συνάντησή της με έναν λογιστή. Υποτίθεται ότι είναι ο άνθρωπος κλειδί, αφού γνωρίζει δικηγόρους και εργατολόγους, άρα είναι σε θέση να ανοίγει παράθυρα στους νόμους. «Ελάτε στο γραφείο μου» είναι ο τίτλος και εύστοχη η ιδέα της συγγραφέως να πλάσει έναν συνταξιούχο λογιστή, που χρησιμοποιεί για γραφείο την καφετέρια πολυκαταστήματος, καθώς αντανακλά μια καινούρια συνήθεια των Αθηναίων να επιλέγουν τις καφετέριες για παραδόσεις μαθημάτων, επαγγελματικά ραντεβού, αναγνωστήρια και πλείστα άλλα. Η κουβέντα ανέργου και λογιστή έχει το στερεότυπο χαρακτήρα παρόμοιων συζητήσεων. Η συγγραφέας δίνει έναν σουρεαλιστικό τόνο στις στιχομυθίες και την περιγραφή της επικρατούσας ατμόσφαιρας, σε μια προσπάθεια να αποτυπώσει την έκρυθμη κατάσταση της κρίσης. Όσο για την άνεργο, ο εσωτερικός της μονόλογος ταιριάζει περισσότερο σε μια αργόσχολη.
Ο Καλούτσας επιλέγει έναν θεσσαλονικιό οικογενειάρχη, μισθωτό, που ξεχρεώνει δάνειο. Τον στενοχωρούν τα κλεισμένα καταστήματα και οι έρημοι δρόμοι. Προ πάντων φοβάται, καθώς κατατρύχεται από τις τηλεοπτικές ειδήσεις για ληστείες και φόνους. Άλλα, όμως, είναι εκείνα που μαυρίζουν τη ζωή του και αναζητά μια ανάσα στην προοπτική της τριήμερης “δραπέτευσης” στο σπιτάκι του χωριού. Έχει προβληματικό παιδί και ο ίδιος πάσχει από εκ γενετής βλάβη στην καρδιά. Είναι ένα διήγημα με φόντο την κρίση, καθώς τοποθετείται στις αρχές Μαρ. 2011, όταν αρχίζουν οι μαζικές διαδηλώσεις στην Αθήνα.
Στο εδώ και τώρα της κρίσης πειθαρχεί και ο έβδομος της πρώτης ομάδας, ο Βασίλης Γκουρογιάννης. Οι δικοί του ήρωες δεν έχουν οικονομικά προβλήματα. Η ιστορία του έχει τη μορφή συζήτησης τεσσάρων φίλων και συναδέλφων. Νομικοί, ηλικίας άνω των 55, εκεί που υποτίθεται ότι τους απασχολεί η κρίση, αρχίζουν τις αμπελοφιλοσοφίες περί ζωής και ευθύνης του Θεού. Την αφορμή τους τη δίνει η αποκάλυψη του μποζονίου, του λεγόμενου σωματιδίου του Θεού. Ακροβατούν μεταξύ Φυσικής και πολιτικής, για να καταλήξουν στο συλλογισμό πως, αν ο Έλληνας πιάσει πάτο, θα αποδεχθεί ότι είναι μηδενικό και θα αρχίσει να αναζητά την αξία του. Μια απλουστευτική σκέψη, που τελευταία επαναλαμβάνεται σαν καραμέλα. Καλοί οι παραλληλισμοί τους, αλλά παραβλέπουν τα στοιχειώδη από τις γυμνασιακές σπουδές. Το σωματίδιο του Θεού έχει μηδενική μάζα, αλλά διαθέτει το ισοδύναμο, κατά τον παππού Αϊνστάιν, σε ενέργεια.
Άρωμα από την κρίση έχουν και ιστορίες των συνομηλίκων τους, που άργησαν να εμφανιστούν και εξέδωσαν το πρώτο πεζογραφικό τους βιβλίο μετά το 2000. Ο Μιχάλης Μοδινός, από την εμπειρία του ως περιβαλλοντολόγος, πλέκει μια ιστορία, που διακωμωδεί τις αποτυχημένες προσπάθειες για την “πράσινη ανάπτυξη”, καθώς και τους πονηρούς τρόπους για τη νομιμοποίηση οικιστικών παρανομιών. Ό ήρωας της Ελένης Γιαννακάκη, κοντά ογδόντα χρόνων, δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του έναν ακόμη που πήδηξε από την ταράτσα του. Τα δικά του προβλήματα, ωστόσο, που είναι τα γεράματα, η οικονομική στενότητα και ο παντρεμένος γιος στη Γερμανία, υπήρχαν και ανεξάρτητα της κρίσης. Συγγενεύει με το διήγημα του Καλούτσα, καθώς και οι δυο συγγραφείς εντοπίζουν το αποτύπωμα της κρίσης στους ηλικιακά μεγαλύτερους και οικογενειάρχες, δηλαδή στους πιο ευάλωτους στην τρομοκράτηση που ασκούν τα ΜΜΕ.
Ο Καλούτσας επιλέγει έναν θεσσαλονικιό οικογενειάρχη, μισθωτό, που ξεχρεώνει δάνειο. Τον στενοχωρούν τα κλεισμένα καταστήματα και οι έρημοι δρόμοι. Προ πάντων φοβάται, καθώς κατατρύχεται από τις τηλεοπτικές ειδήσεις για ληστείες και φόνους. Άλλα, όμως, είναι εκείνα που μαυρίζουν τη ζωή του και αναζητά μια ανάσα στην προοπτική της τριήμερης “δραπέτευσης” στο σπιτάκι του χωριού. Έχει προβληματικό παιδί και ο ίδιος πάσχει από εκ γενετής βλάβη στην καρδιά. Είναι ένα διήγημα με φόντο την κρίση, καθώς τοποθετείται στις αρχές Μαρ. 2011, όταν αρχίζουν οι μαζικές διαδηλώσεις στην Αθήνα.
Στο εδώ και τώρα της κρίσης πειθαρχεί και ο έβδομος της πρώτης ομάδας, ο Βασίλης Γκουρογιάννης. Οι δικοί του ήρωες δεν έχουν οικονομικά προβλήματα. Η ιστορία του έχει τη μορφή συζήτησης τεσσάρων φίλων και συναδέλφων. Νομικοί, ηλικίας άνω των 55, εκεί που υποτίθεται ότι τους απασχολεί η κρίση, αρχίζουν τις αμπελοφιλοσοφίες περί ζωής και ευθύνης του Θεού. Την αφορμή τους τη δίνει η αποκάλυψη του μποζονίου, του λεγόμενου σωματιδίου του Θεού. Ακροβατούν μεταξύ Φυσικής και πολιτικής, για να καταλήξουν στο συλλογισμό πως, αν ο Έλληνας πιάσει πάτο, θα αποδεχθεί ότι είναι μηδενικό και θα αρχίσει να αναζητά την αξία του. Μια απλουστευτική σκέψη, που τελευταία επαναλαμβάνεται σαν καραμέλα. Καλοί οι παραλληλισμοί τους, αλλά παραβλέπουν τα στοιχειώδη από τις γυμνασιακές σπουδές. Το σωματίδιο του Θεού έχει μηδενική μάζα, αλλά διαθέτει το ισοδύναμο, κατά τον παππού Αϊνστάιν, σε ενέργεια.
Άρωμα από την κρίση έχουν και ιστορίες των συνομηλίκων τους, που άργησαν να εμφανιστούν και εξέδωσαν το πρώτο πεζογραφικό τους βιβλίο μετά το 2000. Ο Μιχάλης Μοδινός, από την εμπειρία του ως περιβαλλοντολόγος, πλέκει μια ιστορία, που διακωμωδεί τις αποτυχημένες προσπάθειες για την “πράσινη ανάπτυξη”, καθώς και τους πονηρούς τρόπους για τη νομιμοποίηση οικιστικών παρανομιών. Ό ήρωας της Ελένης Γιαννακάκη, κοντά ογδόντα χρόνων, δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του έναν ακόμη που πήδηξε από την ταράτσα του. Τα δικά του προβλήματα, ωστόσο, που είναι τα γεράματα, η οικονομική στενότητα και ο παντρεμένος γιος στη Γερμανία, υπήρχαν και ανεξάρτητα της κρίσης. Συγγενεύει με το διήγημα του Καλούτσα, καθώς και οι δυο συγγραφείς εντοπίζουν το αποτύπωμα της κρίσης στους ηλικιακά μεγαλύτερους και οικογενειάρχες, δηλαδή στους πιο ευάλωτους στην τρομοκράτηση που ασκούν τα ΜΜΕ.
Σατιρικές εκδοχές
Διαφορετική η περίπτωση του Νίκου Κουνενή, που καλύπτει ένα μεγάλο κενό όχι μόνο της συλλογής αλλά και γενικότερα. Την απουσία της σάτιρας από το ιδιαίτερα πρόσφορο για διακωμώδηση παρόν της κρίσης. Στο στοιχείο του ο συγγραφέας, αποπειράται μια γελοιογραφική ταξινόμηση των πολιτών της χώρας με βάση την επαγγελματική τους ιδιότητα και συνακόλουθα, το πόσο πλήττονται από την κρίση. Μιας μορφής σάτιρα προσπαθεί να στήσει και ένας από τους νεότερους, ο Κώστας Κατσουλάρης. Εκείνος, όμως, επιλέγει να κινηθεί στο χώρο της μελλοντολογίας, όπου απαιτείται άλλου είδους επινοητικότητα. Το σκηνικό που στήνει κατ’ εικόνα και ομοίωση του σημερινού, σε συνδυασμό με το διδακτικό μύθο της ιστορίας, αποδυναμώνει το αποτέλεσμα. Στο ίδιο σατιρικό πνεύμα κινείται και ο Χρήστος Αστερίου, πλάθοντας την καρικατούρα ενός πολιτευόμενου. Στα χρόνια που το κόμμα του κατείχε την εξουσία, έκανε ένα πλήθος δημόσια έργα στον γενέθλιο τόπο του, ένα ορεινό χωριό, με απώτερο στόχο τη δημαρχία. Ανακατώνοντας ο συγγραφέας γνωστές περιπτώσεις σπατάλησης κονδυλίων για μουσεία στη μέση του πουθενά και έργα τύπου Καλατράβα, καταλήγει σε μια μάλλον παρατραβηγμένη ιλαροτραγωδία.
Υπάρχουν και δυο ιστορίες, που αποτυπώνουν τη δυναμική της κρίσης, χάρις στους ήρωές τους. Τους νέους, χωρίς οικογενειακά βάρη, με δυνατότητες να προκόψουν, που υπερεκτίμησαν τις δυνάμεις τους, δεν στάθμισαν σωστά τις υποσχέσεις των γύρω τους, και κατέληξαν άνεργοι στα όρια της εξαθλίωσης. Είναι οι ιστορίες της Λένας Κιτσοπούλου και της Κάλλιας Παπαδάκη, που εμφανίζονται σαν έτοιμες από καιρό για παρόμοιες ιστορίες. Μεγαλύτερης εμβέλειας της Παπαδάκη, καθώς δείχνει το αποτύπωμα της κρίσης και μέσω του χώρου της λεγόμενης κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και την απειλητική εγγύτητα για πολλούς της κατάστασης του άστεγου.
Νουνεχή θα χαρακτηρίζαμε τον Νίκο Παναγιώταπουλο, που περιορίστηκε στο μόνο χώρο, από τον οποίο έχει βιωματική εμπειρία των συνεπειών της κρίσης. Στην ιστορία του, ζωντανεύει τον μικρόκοσμο της πολυκατοικίας κατά τη διάρκεια μιας κωμικοτραγικής συνέλευσης των ενοίκων. Απρόσμενος αποδεικνύεται ο Χρήστος Οικονόμου. Προ τριετίας εξέδωσε μια συλλογή με μερικά από τα πρώτα διηγήματα, που έφεραν το αποτύπωμα της κρίσης, και τώρα, που θα αναμενόταν ακόμη ένα, λ.χ., με αγανακτισμένους πολίτες ή αυτόχειρες, που ουσιαστικά απουσιάζουν από τη συλλογή, εκείνος πλάθει έναν “φευγάτο”. Προφανώς και υπάρχει το άρωμα κρίσης, αφού παρόμοιοι ήρωες ζουν μονίμως σε καταστάσεις κρίσης. Ο ήρωάς του, ονόματι Τάσος Δελιάς, είναι εμπνευσμένος από τον Σμυρνιό Ανέστη Δελιά. Ήταν από τα πρώτα μπουζούκια του Πειραιά, αλλά και πρώτος πρεζάκιας. Τον βρήκαν νεκρό στο πεζοδρόμιο της Βαρβακείου Αγοράς, το 1944, μόλις πατημένα τα 30.
Απομένει η τελευταία ιστορία της συλλογής, σημαντική για τη συνολική εντύπωση του βιβλίου όπως και η πρώτη. Είναι του Χρήστου Χρυσόπουλου, που φαίνεται σαν να γράφει ένα επιπλέον κεφάλαιο στο περσινό βιβλίο του, «Φακός στο στόμα». Ο άστεγος, η κρίση, η Αθήνα, από τη γωνία ενός αποστασιοποιημένου περιπατητή. Μια παρατήρηση για τις σκέψεις, που εκείνος κάνει με αφορμή το γκράφιτι σε βιτρίνα αδειανού καταστήματος (η εικόνα που παραθέτουμε). Ο αφηγητής βλέπει σε αυτό αδυναμία να ονειρευτούμε, καθώς η ανισότητα στο γκράφιτι του θυμίζει το σύνθημα, “η φαντασία στην εξουσία”. Εμείς πιστεύουμε ότι οι γκραφιτάδες είναι πιο προσγειωμένοι από τους συγγραφείς. Εδώ, το γκράφιτι παραπέμπει στην εποχή των δανείων και των υποσχέσεων, όταν δυο συν δυο μπορούσαν να ισούνται με οτιδήποτε.
Τελικά, η συλλογή γεννά το ερώτημα: μήπως οι ιστορίες για την τρέχουσα κρίση δεν γράφονται και τόσο εύκολα από τη θέση του παρατηρητή; Υπήρξαν, παλαιότερα, συγγραφείς, που έζησαν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στις συνθήκες και τις καταστάσεις, στις οποίες ήθελαν να τοποθετήσουν τους ήρωές τους. Με άλλα λόγια, να βρεθείς ο ίδιος με το “φακό στο στόμα”. Άλλο, δηλαδή, παρατηρητής και άλλο παθών. Υπάρχει, ωστόσο, και ο συγκερασμός αυτών των δύο, απ’ τον οποίο προκύπτει ο παθιασμένος παρατηρητής.
Υπάρχουν και δυο ιστορίες, που αποτυπώνουν τη δυναμική της κρίσης, χάρις στους ήρωές τους. Τους νέους, χωρίς οικογενειακά βάρη, με δυνατότητες να προκόψουν, που υπερεκτίμησαν τις δυνάμεις τους, δεν στάθμισαν σωστά τις υποσχέσεις των γύρω τους, και κατέληξαν άνεργοι στα όρια της εξαθλίωσης. Είναι οι ιστορίες της Λένας Κιτσοπούλου και της Κάλλιας Παπαδάκη, που εμφανίζονται σαν έτοιμες από καιρό για παρόμοιες ιστορίες. Μεγαλύτερης εμβέλειας της Παπαδάκη, καθώς δείχνει το αποτύπωμα της κρίσης και μέσω του χώρου της λεγόμενης κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και την απειλητική εγγύτητα για πολλούς της κατάστασης του άστεγου.
Νουνεχή θα χαρακτηρίζαμε τον Νίκο Παναγιώταπουλο, που περιορίστηκε στο μόνο χώρο, από τον οποίο έχει βιωματική εμπειρία των συνεπειών της κρίσης. Στην ιστορία του, ζωντανεύει τον μικρόκοσμο της πολυκατοικίας κατά τη διάρκεια μιας κωμικοτραγικής συνέλευσης των ενοίκων. Απρόσμενος αποδεικνύεται ο Χρήστος Οικονόμου. Προ τριετίας εξέδωσε μια συλλογή με μερικά από τα πρώτα διηγήματα, που έφεραν το αποτύπωμα της κρίσης, και τώρα, που θα αναμενόταν ακόμη ένα, λ.χ., με αγανακτισμένους πολίτες ή αυτόχειρες, που ουσιαστικά απουσιάζουν από τη συλλογή, εκείνος πλάθει έναν “φευγάτο”. Προφανώς και υπάρχει το άρωμα κρίσης, αφού παρόμοιοι ήρωες ζουν μονίμως σε καταστάσεις κρίσης. Ο ήρωάς του, ονόματι Τάσος Δελιάς, είναι εμπνευσμένος από τον Σμυρνιό Ανέστη Δελιά. Ήταν από τα πρώτα μπουζούκια του Πειραιά, αλλά και πρώτος πρεζάκιας. Τον βρήκαν νεκρό στο πεζοδρόμιο της Βαρβακείου Αγοράς, το 1944, μόλις πατημένα τα 30.
Απομένει η τελευταία ιστορία της συλλογής, σημαντική για τη συνολική εντύπωση του βιβλίου όπως και η πρώτη. Είναι του Χρήστου Χρυσόπουλου, που φαίνεται σαν να γράφει ένα επιπλέον κεφάλαιο στο περσινό βιβλίο του, «Φακός στο στόμα». Ο άστεγος, η κρίση, η Αθήνα, από τη γωνία ενός αποστασιοποιημένου περιπατητή. Μια παρατήρηση για τις σκέψεις, που εκείνος κάνει με αφορμή το γκράφιτι σε βιτρίνα αδειανού καταστήματος (η εικόνα που παραθέτουμε). Ο αφηγητής βλέπει σε αυτό αδυναμία να ονειρευτούμε, καθώς η ανισότητα στο γκράφιτι του θυμίζει το σύνθημα, “η φαντασία στην εξουσία”. Εμείς πιστεύουμε ότι οι γκραφιτάδες είναι πιο προσγειωμένοι από τους συγγραφείς. Εδώ, το γκράφιτι παραπέμπει στην εποχή των δανείων και των υποσχέσεων, όταν δυο συν δυο μπορούσαν να ισούνται με οτιδήποτε.
Τελικά, η συλλογή γεννά το ερώτημα: μήπως οι ιστορίες για την τρέχουσα κρίση δεν γράφονται και τόσο εύκολα από τη θέση του παρατηρητή; Υπήρξαν, παλαιότερα, συγγραφείς, που έζησαν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στις συνθήκες και τις καταστάσεις, στις οποίες ήθελαν να τοποθετήσουν τους ήρωές τους. Με άλλα λόγια, να βρεθείς ο ίδιος με το “φακό στο στόμα”. Άλλο, δηλαδή, παρατηρητής και άλλο παθών. Υπάρχει, ωστόσο, και ο συγκερασμός αυτών των δύο, απ’ τον οποίο προκύπτει ο παθιασμένος παρατηρητής.
Μ.Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/7/2013.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.


