Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014
Εξόριστος Βάρναλης (Επετειακή μνεία)
Κώστας Βάρναλης
«Αϊ-Στράτης
Θυμήματα εξορίας»
Εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια
Ηρακλής Κακαβάνης
Εκδόσεις Καστανιώτη
Σεπτέμβριος 2014
Αν διατηρείτο έως σήμερα ο θεσμός των επετειακών ετών, ο Κώστας Βάρναλης θα μπορούσε να είχε αποτελέσει τον τιμώμενο του 2014. Ή, έστω, μία υποψηφιότητα βαρύνουσα, καθώς πρόκειται για διπλή επέτειο, όπως οι πρόσφατες Παπαδιαμάντη και Καβάφη. Μεθαύριο κλείνουν 40 χρόνια από τον θάνατό του, ενώ, στις 14/2/2014, συμπληρώθηκαν 130 από τη γέννησή του. Να σημειώσουμε, πως, όσο αφορά το έτος γέννησης, αυτό άλλαξε δυο φορές, πριν οριστικοποιηθεί. Στα παλαιότερα βιογραφικά του, μέχρι το 1974, αναφέρεται ως έτος γέννησης το 1884, κατά βεβαίωση του ίδιου. Ωστόσο, σε επιστολή του προς τον Γιώργο Βαλέτα, γραμμένη το 1973, διορθώνει: “Πρέπει να γεννήθηκα το 1883, γιατί βαφτίστηκα στις 14 του Φλεβάρη του 1884”. Με βάση αυτό το δεδομένο, τα βιογραφικά του σε μεταγενέστερες εκδόσεις αναφέρουν το 1883. Αν και, μέχρι σε αφιερώματα του 1984, μνημονεύεται ακόμη ως γεννηθείς το 1884. Στα κατάλοιπά του, όμως, η Θεανώ Μιχαηλίδου, στην οποία η Νανά Καλλιανέση (Κέδρος) είχε αναθέσει από το 1981 την τακτοποίησή τους, εντόπισε το πιστοποιητικό βάπτισης, με ημερομηνία γέννησης την 14η Φεβρουαρίου 1884 και βάπτισης την 13η Μαΐου 1884. Μπορεί το μνημονικό lapsus του Βάρναλη να είναι ασήμαντο, ωστόσο αυτή η μικρή χρονολογική ανακρίβεια πήγε μπρος πίσω το έτος γέννησης, δημιουργώντας στους ακριβολογούντες σύγχυση.
Όπως και να έχει, το ενδεχόμενο να μην του αφιέρωναν επετειακά το 2014, μάλλον δεν θα οφειλόταν σε αυτήν τη σύγχυση, δηλαδή στο κατά πόσο πρόκειται για μονή ή διπλή επέτειο. Απόδειξη ότι το 2014 μετράει τον τελευταίο μήνα του, χωρίς, ουσιαστικά, μνεία της επετείου. Εκτός από μία τιμητική εκδήλωση, μεμονωμένες ομιλίες και την έκδοση γραμματοσήμου, που θα προέκυπτε και χωρίς επέτειο, καθώς τιμήθηκε μια τετράδα συγγραφέων (Βάρναλης, Σαμαράκης, Τσίρκας, Διδώ Σωτηρίου). Οπότε η έκδοση ενός βιβλίου, εν μέρει αυτοβιογραφικού περιεχομένου εν μέρει ερευνητικού, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Είναι το δεύτερο βιβλίο για τον Βάρναλη του Ηρακλή Κακαβάνη. Προηγήθηκε, το 2012, «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του». Κατά τα άλλα, οι μετά θάνατο μνημονεύσεις δεν είναι μόνο ζήτημα πνευματικού αναστήματος, αλλά και ισχύος αυτών που το επιχειρούν. Δηλαδή, κληρονόμοι, κάτοχοι του αρχείου, μελετητές, συντοπίτες ή άλλες συγγενικές ομάδες που τον διεκδικούν.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κληρονόμος, που είναι η θετή κόρη του, έκανε το καθήκον της, εναποθέτοντας το 2001 το Αρχείο του στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Με τη σειρά της, η Βιβλιοθήκη, το 2010, δημοσίευσε αναλυτικό κατάλογο του Αρχείου. Μελετητές άντλησαν υλικό και προσθέτοντας στοιχεία, προέκυψαν τέσσερα βιβλία. Όσο για συντοπίτες, ουδείς τόπος ερίζει γι’ αυτόν. Ούτε η γενέτειρά του, “ο Πύργος της Μαύρης Θάλασσας”, το σημερινό Μπουργκάς της Βουλγαρίας, ούτε οι τόποι, που, κατά καιρούς, υπηρέτησε ως εκπαιδευτικός, διέμεινε μόνιμα ή παραθέριζε τα καλοκαίρια, όπως η Αίγινα, αγαπημένος του τόπος για μισό και πλέον αιώνα, αλλά και τόπος που ευνόησε τη συγγραφή. Υπάρχουν, όμως, άλλοι δεσμοί, κάποτε, πολύ ισχυρότεροι της εντοπιότητας. “Στο φέρετρο του Κώστα Βάρναλη ακουμπούσε ολόκληρη η ΚΝΕ με κραυγαλέα πανό, ανάμεσα στα οποία το: «Βάρναλης ο ποιητής του προλεταριάτου», όταν ο όρος «προλεταριάτο» στο έργο του απαντά άπαξ”, σχολιάζει ο Αλέξ. Αργυρίου. Παρά τον τόνο ειρωνείας στην παρατήρηση, ο συγκεκριμένος ιδεολογικός χώρος εξακολουθεί να τον τιμά. Τα τελευταία χρόνια, το μόνο αφιέρωμα περιοδικού είναι εκείνο του 2010 στο κομουνιστικής κατεύθυνσης «Θέματα Παιδείας», το μόνο συνέδριο διοργανώνεται το 2011 από το ΚΚΕ, δυο βιβλία οφείλονται στον Κακαβάνη, περισσότερο από μία εικοσαετία διορθωτή του «Ριζοσπάστη». Τέλος, εφέτος, μία μόνη εκδήλωση έγινε στο Αριστοτέλειο με πρωτοβουλία της Λέσχης Πολιτισμού Αναιρέσεις, όργανου κομουνιστικής νεολαίας. Κι όμως, η ποίησή του αγαπήθηκε από τον κόσμο μίας ευρύτερης Αριστεράς. Ο ίδιος ήταν ιδεολογικά ενταγμένος, όχι όμως και στενά κομματικά.
Πριν 40 χρόνια, στο θάνατό του, απολάμβανε γενικότερης αποδοχής. Τότε, όλες οι εφημερίδες, ανεξαρτήτως ιδεολογικής κατεύθυνσης, τον είχαν τιμήσει και τουλάχιστον έξι περιοδικά δημοσίευσαν αφιέρωμα, με πλέον πολυσέλιδο εκείνο της «Νέας Εστίας» του Πέτρου Χάρη. Δέκα χρόνια αργότερα, υπήρξαν τέσσερα επετειακά αφιερώματα σε περιοδικά, τα δυο λογοτεχνικά. Ακόμη και σε αυτά, όμως, ο Βάρναλης που επιβιώνει, είναι μάλλον ο ιδεολόγος αγωνιστής παρά ο λογοτέχνης. Όλα αυτά σημαίνουν, άραγε, ότι δικαιώνεται ο Γ.Π.Σαββίδης, όταν, σε συνέντευξή του, το 1989, σχολίαζε, ότι “τον κατάπιε το κόμμα”; Ή, κατά την κομψότερη διατύπωση του Κώστα Στεργιόπουλου, δηλώνουν πως “πλήρωσε το φόρο όλων των στρατευμένων”; Πάντως, στο βαθμό που τον πλήρωσε, το κόστος δεν αφορά τόσο την υστεροφημία του και τις μεταθανάτιες εκδηλώσεις τιμής και μνήμης, αλλά, κυρίως, τυχόν αβαρίες στο λογοτεχνικό του έργο.
Διαβάζοντας την κριτική του Αργυρίου για τον ποιητή Βάρναλη της πρώτης περιόδου “πριν να ασπαστεί τον κομουνισμό”, που τον εξετάζει σε συγκριτική βάση με τον συνομήλικό του Σικελιανό, προκύπτουν κάποια ερωτήματα. Αν ο 35χρονος Βάρναλης, μετέωρος σε “μία αισθησιακά εξημμένη αναπαράσταση του αρχαίου κόσμου”, με “την τελειότητα των ενδεκασύλλαβών του”, δεν είχε πάρει το 1919 την υποτροφία του Υπουργείου Παιδείας για σπουδές στην Αισθητική και την Νεοελληνική Λογοτεχνία στο Παρίσι, δεν είχε ακούσει εκεί, σαν άλλος Σαούλ, μέσα από ευρωπαϊκά αντηχεία τα τύμπανα της Οχτωβριανής Επανάστασης, δεν είχε συγχρωτιστεί με τον Αλεξανδρινό Γιάννη Κεφαλληνό, θερμό οπαδό του Σκληρού, και δεν είχε αναβλέψει, τι θα απογινόταν; Θα έμενε στάσιμος ή θα εξελισσόταν ποιητικά; Στο λήμμα της Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, η ετυμηγορία είναι ξεκάθαρη: “Ο Βάρναλης δε φέρνει καμιά σπουδαία ανανέωση στη μορφή του παραδοσιακού στίχου.” Αν, όμως, δεν είχε το νου του στο περιεχόμενο παρά στη φόρμα, αν δεν έθετε προγραμματικούς στόχους στην ποιητική του, αν η σατιρική του ματιά δεν ήταν μονόσημη, πόσο άραγε θα ανανέωνε μορφικά το στίχο του;
Παρόμοιες απορίες έχουν ουτοπική διάσταση. Εξαλείφουν το μοναδικό δυναμικό, που διαθέτουν βιβλία, όπως «Το φως που καίει», «Σκλάβοι πολιορκημένοι», ή το κύκνειο «Οργή λαού». Το σίγουρο είναι ότι ο καλλιεργημένος ελληνοκεντρικός Βάρναλης θα πρέπει να χρειάστηκε μεγάλη αυτοπειθαρχία για να μεταστραφεί στον κοινωνικό ποιητή που “ζητούσε την αλήθεια σ’ ό,τι μάθαινε και την έλεγε στα πλήθη”. Και μάλιστα, με αισιοδοξία, αυτός ένας φύσει απαισιόδοξος. Από την άλλη, και με αυτό το δρόμο που επέλεξε, λόγω χαρακτήρα και καταβολών, θα μπορούσε να είχε διαφορετική εξέλιξη. Αν μη τι άλλο, να ολοκληρώσει ένα έργο μεγαλύτερης έκτασης. Να μη μείνει στην πολεμική του «Σολωμού χωρίς μεταφυσική». Η συγγραφική του πορεία θα ήταν πολύ πιο γόνιμη, αν δεν είχε να αντιμετωπίσει ένα διπλά αρνητικό πεδίο. Από τη μία, το κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο και από την άλλη, το γλωσσικό στη βράση του. Στα χρόνια της πνευματικής ακμής, που ένας ποιητής δημιουργεί, εκείνος είχε να αντιμετωπίσει, πρώτα, τους γλωσσικούς διχασμούς και στη συνέχεια, τις αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης, συχνά δικτατορικές, της δεκαετίας του ’30.
Ως σχολάρχης Αργαλαστής Πηλίου, το 1911, βρέθηκε κατηγορούμενος στα Αθεϊκά του Βόλου, παρόλο που δεν δίδαξε στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο. Τελικά, δεν κάθισε στο εδώλιο δίπλα στον Δελμούζο και τον Σαράτση, γιατί αποδείχθηκε μόνο μαλλιαρός και όχι άθεος, τουλάχιστον όχι εκ συστάσεως. Αντιθέτως, στα Μαρασλειακά, το 1925, είχε πρώτο ρόλο, αφού και στην Παιδαγωγική Ακαδημία δίδαξε, και το σύγγραμμά του, «Το φως που καίει», ήταν αυτό που έδωσε το έναυσμα. Αυτή τη φορά, πλήρωσε με την οριστική του απόλυση, στην οποία, εν μέρει συνέτεινε ο ίδιος, μη αποδεχόμενος τη δυσμενή μετάθεση, μετά την εξάμηνη παύση. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο τού τον αρνείται η Μαρία Ρεπούση στην εκτενή μελέτη της. Την γοητεύει περισσότερο η νεαρή καθηγήτρια της Ακαδημίας Ρόζα Ιμβριώτη, που τολμάει μία λιγότερο πατριωτική ερμηνεία του 1821, όπως η ίδια τόλμησε του 1922, παρά ο πενηντάρης Βάρναλης που “του άρεσαν οι κοπελούδες”.
Αλλά ας αφήσουμε τη διήγηση της ζωής του Βάρναλη σε εκείνον που θα την αποτολμήσει και που δεν θα έρχεται ούτε από ιδεολογικό χώρο ούτε από φεμινιστικό. Ας περιοριστούμε στο καινούριο βιβλίο με τα δημοσιεύματα του Βάρναλη. Κυκλοφορεί επτά χρόνια μετά το «Φέιγ βολάν της Κατοχής», όπου συγκεντρώνονται τα χρονογραφήματά του από εκείνα τα χρόνια στην ημερήσια εφημερίδα «Πρωία» των αδελφών Πεσματζόγλου. Τα μόλις στεγασθέντα δημοσιεύματά του είναι αυτοβιογραφικά, από την πρωινή εφημερίδα «Ανεξάρτητος» των αδελφών Πουρνάρα, που χαρακτηριζόταν “φιλεργατική, φιλαγροτική και αντιφασιστική”. Ο Βάρναλης αρχίζει να δημοσιεύει με τη μορφή επιφυλλίδων τα απομνημονεύματά του στις 17 Φεβρουαρίου 1935. Αφορμή στάθηκε το αφιέρωμα του περιοδικού «Νέοι Πρωτοπόροι» στο δεύτερο τεύχος, Φεβρουάριο 1935, για τα πενήντα χρόνια από τη γέννησή του. Όπως ο ίδιος σχολιάζει εισαγωγικά: “Όσο σωστές και να είναι οι βιογραφικές πληροφορίες, που δίνουνε, δεν εξαντλούν την... ιστορία μου. Αφήνω που μερικές είναι και λαθεμένες. Γι’ αυτό αποφάσισα να ιστορήσω μονάχος μου τα διάφορα περιστατικά της ζωής μου και μάλιστα της ψυχολογικής και πνευματικής μου εξελίξεως...”. Ο Βάρναλης συνέχισε μέχρι την 11η Αυγούστου 1935, ολοκληρώνοντας την αφήγησή του, με γενικό τίτλο, μάλλον της σύνταξης της εφημερίδας, «Τριάντα χρόνια ελληνικής ζωής – Τα απομνημονεύματα ενός μεγάλου μας λογοτέχνου».
Με τον τίτλο «Φιλολογικά απομνημονεύματα», σε επιμέλεια Κώστα Παπαγεωργίου, εκδόθηκαν Ιανουάριο 1998. Εκεί, ο Παπαγεωργίου παραθέτει σε υποσημείωση την πληροφορία ότι ο Βάρναλης επανήλθε με μία δεύτερη σειρά επιφυλλίδων, που δημοσιεύτηκαν από τις 29 Δεκεμβρίου 1935 έως τις 10 Ιανουαρίου 1936. Όπως παρατηρεί, αυτή η δεύτερη ομάδα δημοσιευμάτων, λόγω “του απόλυτα συγκεκριμένου τους θέματος, θα μπορούσε να αποτελέσει το περιεχόμενο ενός ξεχωριστού βιβλίου”. Έστω και με καθυστέρηση 17 ετών, η πρότασή του πραγματοποιήθηκε. Καθόλου εύθυμο, όπως το πρώτο, αφού αφορά τον εκτοπισμό του στον Άγιο Ευστράτιο από τις 20 Οκτωβρίου έως τις 25 Δεκεμβρίου 1935. Τα ενθυμήματα της εξορίας δεν ολοκληρώθηκαν στον «Ανεξάρτητο». Συνεχίστηκαν, με τρία δημοσιεύματα στον «Ριζοσπάστη», Φεβρουάριο-Μάρτιο 1936. Αιτία η εχθρική προς το ΚΚΕ αρθρογραφία του «Ανεξάρτητου» τις παραμονές των εκλογών της 26ης Ιανουαρίου 1936, που έφερε την οργισμένη αντεπίθεση του Κόμματος από τον «Ριζοσπάστη». Διεξοδική αναφορά στη σύγκρουση, που προκάλεσε την αποχώρηση του Βάρναλη, παραθέτει ο Κακαβάνης στο Παράρτημα του βιβλίου.
Ο γενικός τίτλος των επιφυλλίδων είναι «Με τους εξόριστους στα νησιά του θανάτου. Μια ζωή φρίκης και ηρωισμού». Ωστόσο, ως τίτλος του βιβλίου προβάλλει εμβληματικά, με κόκκινα κεφαλαιογράμματα, το τοπωνύμιο, Αϊ-Στράτης, ο πιο “διάσημος” τόπος εξορίας. Η πρώτη επιφυλλίδα τιτλοφορείται «Η ελληνική Σιβηρία του 1935». Αν είναι ποτέ δυνατόν, το νησάκι με τις γραφικές παραλίες, που, σήμερα, διαφημίζεται ως θέρετρο ιδανικό για ήρεμες διακοπές. Μάλιστα, το λήμμα Άγιος Ευστράτιος στις νεότερες εγκυκλοπαίδειες αποσιωπά αυτήν τη δυσάρεστη προηγούμενη χρήση του τόπου. Κι όμως, την σηματοδοτεί το όνομά του. Ο Όσιος Ευστράτιος, ο επιλεγόμενος θαυματουργός, βρέθηκε εκεί ως εξόριστος του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντα του Αρμενίου. Ενώ, ο Βάρναλης, επί αντιβασιλείας Γεωργίου Κονδύλη. Είχε εκτοπιστεί μαζί του και ο Δημήτρης Γληνός, προληπτικά, “ίνα αποτραπή ούτω ο κίνδυνος της διασαλεύσεως της τάξεως”. Συνελήφθη Πέμπτη 17 Οκτωβρίου. Μία εβδομάδα νωρίτερα, ο Κονδύλης είχε εξαναγκάσει σε παραίτηση τον Τσαλδάρη, που αντιτασσόταν στην επιστροφή του Γεωργίου Β΄, και είχε καταργήσει την Αβασίλευτη Δημοκρατία, επαναφέροντας την Βασιλευομένη. Επιλογή, που πλήρωσε ακριβά. Επανερχόμενος ο Βασιλέας, στις 25 Νοεμβρίου, τάχθηκε υπέρ της αμνηστίας των κινηματιών της 1ης Μαρτίου. Ο Κονδύλης διαφώνησε και καθαιρέθηκε. Χριστούγεννα του 1935, ο Βάρναλης επέστρεψε στην Αθήνα, παρόλο που τα μέτρα του Βασιλέα δεν προέβλεπαν τους εκτοπισμένους βάσει του βενιζελικού Ιδιώνυμου. Ήρθε, όμως, η Διαμαρτυρία Γάλλων Διανοουμένων, με πρώτη υπογραφή αυτή του Ρομαίν Ρολάν, και ο Βασιλεύς δυσαρεστήθηκε μεν, αλλά ενέδωσε. Όχι βεβαίως, ως προς το αίτημα της γενικής αμνηστίας, παρά μόνο όσο αφορούσε τους επιφανείς. Γι’ αυτό και η πρώτη επιφυλλίδα του Βάρναλη δεν είναι ενθύμημα από τον τόπο εξορίας, αλλά καταγγελία για την Ειδική Ασφάλεια, την Γενική Ασφάλεια και όλες “τις επιτροπές ασφαλείας που εκτόπιζαν τον οποιοδήποτε σήκωνε κεφάλι ως επικίνδυνο κομουνιστή”, ζητώντας την κατάργηση του “νόμου περί ιδιώνυμου αδικήματος”, βάσει του οποίου ο Άγιος Ευστράτιος έμεινε για χρόνια τόπος εκτοπίσεων.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, το νησί, μαζί με τρία-τέσσερα άλλα, επιλέγεται ως τόπος εξορίας. Βασικά πλεονεκτήματα επιλογής, όπως και των υπολοίπων, είναι η μικρή έκταση και η μοναχική θέση του στο μέσο του Αρχιπελάγους. Επί Παγκάλου, το 1925, οι εκτοπισθέντες πληθαίνουν. Ωστόσο, επισήμως, ανοίγει με το διαβόητο Ιδιώνυμο, το 1929. Η προσέλευση κορυφώνεται κατά την μεταξική πενταετία. Το 1941, εν αναμονή των Γερμανών, οι αποχωρούντες τοποτηρητές δεν ελευθερώνουν τους εξόριστους, ούτε οι κατακτητές το κλείνουν. Θα καταργηθεί με την Απελευθέρωση, αλλά μόνο για δυόμισι χρόνια. Άνοιξη 1947, ανοίγει εσπευσμένως, με την προσεκτικά επιλεγμένη ονομασία, Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης Εκτοπισμένων. Σε χρονικό βάθος πλησιάζει την τεσσαρακονταετία, καθώς ο τελευταίος εξόριστος αναχωρεί αρχές 1963.
Τα ενθυμήματα του Βάρναλη είναι ένα οδοιπορικό στον τόπο, όπως τον έζησε εκείνο το φθινόπωρο του Μεσοπολέμου. Αφήγημα αισιόδοξης πνοής, παρά τις αντίξοες συνθήκες και την ταλαιπωρία που συνεπάγονταν, γιατί γράφεται με την οπτική και τον ενθουσιασμό του κομουνιστή, που θέλει να διαφωτίσει και να προσφέρει. Περιγράφει τη ζωή στο νησί, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στον τρόπο λειτουργίας της κολλεχτίβας. Πρωταρχικό μέλημα η οργάνωση της ομαδικής ζωής. Δεν μένουν άεργοι, διοργανώνουν διαλέξεις, θεατρικές παραστάσεις, προλεταριακές γιορτές, φτιάχνουν εφημερίδες του τοίχου. Τις αναμνήσεις του τις συμπληρώνουν μαρτυρίες από συνεξόριστους, καθώς και η αλληλογραφία με τη σύζυγό του, την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Σε ένα τελευταίο κεφάλαιο, ο Κακαβάνης σχολιάζει διαφωτιστικά τα δυο ποιήματα, που γράφτηκαν στον Αϊ-Στράτη.
Η περίπτωση του Βάρναλη ως εξόριστου είναι μόνο δειγματοληπτική και καθόλου αντιπροσωπευτική σε χρονική διάρκεια, εάν τη συγκρίνουμε με τις χιλιάδες άλλες περιπτώσεις προσώπων της Αριστεράς, κυρίως αφανών, που κατά κύματα ή και μεμονωμένα εκτοπίζονταν στα χρόνια του Μεσοπολέμου σε μικρά νησιά, όπως Γαύδος, Ανάφη, Αμοργός κ.ά. Παρενθετικά να σημειώσουμε εδώ, ότι η σχετική βιβλιογραφία σε πρωτογενείς πηγές, δηλαδή μαρτυρίες, αλλά και σε μελέτες, αναλογικά προς εκείνες της μεταπολεμικής περιόδου, είναι περιορισμένη. Από τις πρωτογενείς σε μορφή βιβλίου, σημειώνουμε μόνο δύο, τις πιο ενδιαφέρουσες και χρονικά παλαιότερες: Στάβρος Τσακίρης, «Μέρες και νύχτες στη Γαύδο» (νουβέλα), 1934 και Γ. Ζάρκος, «Ομάδα συμβίωσης πολιτικών εξορίστων Ανάφης», 1947. Η βιβλιογραφική καταγραφή εμπλουτίζεται μετά το ’74, χωρίς, ωστόσο, να υπερβαίνει μονοψήφιο αριθμό. Σ’ αυτόν προστίθεται τώρα και το βιβλίο του Κακαβάνη.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/12/2014.
Φωτο: Ο Βάρναλης σε φωτογραφικό πορτρέτο του 1914.
Ακραίες συμπεριφορές
Νίκη Αναστασέα
«Τα άγρια περιστέρια»
Εκδόσεις Καστανιώτη
Οκτώβριος 2014
Στην ομάδα των συγγραφέων, που έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση στη λογοτεχνία σε μέση ηλικία, εντός της τελευταίας εικοσαετίας, η Νίκη Αναστασέα διακρίνεται με την αφοσίωση στη συγγραφική ενασχόληση που επιδεικνύει. Τώρα, που οι περισσότεροι πρωτοεμφανιζόμενοι έχουν θητεία σε σχολή δημιουργικής γραφής, θα χαρακτηριζόταν αυτοδίδακτη. Ακολούθησε τη δική της μέθοδο, διαβάζοντας λογοτεχνία κατά μόνας και όχι ευκαιριακά. Εκ του αποτελέσματος, κρίνεται ως συγγραφέας συστηματική και μη επαναπαυόμενη. Φαίνεται να βάζει ψηλά τον πήχυ των προσδοκιών, σχεδιάζοντας μυθοπλαστικά εγχειρήματα σε διαλογική σχέση με γνωστά έργα κλασικών συγγραφέων. Από το 1997 μέχρι σήμερα, έχει εκδώσει τέσσερα μυθιστορήματα και την πρόσφατη συλλογή έξι ιστοριών, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν νουβέλες.
Θεωρούμε το δεύτερο μυθιστόρημα, του 2006, «Επικράνθη: δια χειρός Αλέξη Ραζή», που συνομιλεί με το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκυ, «Οι δαιμονισμένοι», ως το πιο φιλόδοξο. Ενώ, το επόμενο, μετά τρία χρόνια, «Οι μικρές απολαύσεις του κυρίου Ευαγγελινού», με την υφή αστυνομικού και τη χροιά αλλόκοτης ιστορίας, δείχνει σαν μία απόπειρα ανοίγματος προς ένα πλατύτερο κοινό. Δεν γνωρίζουμε την αγοραστική απήχηση των δυο βιβλίων, πάντως η κριτική υποδοχή στάθηκε μάλλον υποτονική. Για παράδειγμα, ούτε καν επισημάνθηκε το κέντημα των διπλών προσωπείων αλά Πεσσόα, που η συγγραφέας έχει έντεχνα ενθέσει στο δεύτερο. Αντιθέτως, η κριτική, τουλάχιστον η συστημική, που απονέμει και τα βραβεία, επαίνεσε το πρώτο μυθιστόρημα, «Αυτή η αργή μέρα προχωρούσε», και το πρόσφατο, «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι». Το πρώτο απέσπασε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, το 1998. Νεότευκτο τότε, ήταν η δεύτερη χρονιά απονομής του. Ενώ, το πρόσφατο, του 2012, τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος και εκείνο του «Αναγνώστη», μετεξέλιξη του βραβείου «Διαβάζω».
Τα δυο αυτά μυθιστορήματα επικεντρώνονται στις οικογενειακές σχέσεις και εντάσεις, το πρώτο στην Ξάνθη της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, ενώ το δεύτερο, στη σύγχρονη αθηναϊκή καθημερινότητα. Η ένταση των ενδοοικογενειακών συγκρούσεων θυμίζει τον μυθιστορηματικό κόσμο του Φώκνερ. Πρόκειται για μια συνομιλία κειμένων ή και μυθιστορημάτων, περισσότερο ή λιγότερο λανθάνουσα, που επεκτείνεται στους αφηγηματικούς τρόπους και την οποία η συγγραφέας δεν ζητά να αποκρύψει. Εντέχνως θα μπορούσε, καθώς ο κορυφαίος αμερικανός συγγραφέας, στον αγγλόφωνο χώρο και κατ’ επέκταση στον ευρωπαϊκό, έχει υποσκελιστεί από τα μεταμοντέρνα εγχειρήματα των σημερινών. Όσο για τις μεταφράσεις στα ελληνικά, που κι αυτές έχουν αραιώσει, μόνο σε γενικές γραμμές, όπως είναι ο προσδιορισμός του τύπου του αφηγητή, δίνουν αίσθηση του ύφους, οπότε και συνιστούν ολισθηρή βάση για αποφάνσεις περί ομοιότητας, επιρροής ή ακόμη και μίμησης.
Τα τελευταία χρόνια, η κριτική υποδοχή ενός βιβλίου φαίνεται να επηρεάζει αρκετούς συγγραφείς όσο αφορά την κατεύθυνση που ακολουθούν στη συνέχεια. Θα λέγαμε ότι αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της Αναστασέα. Μετά την θερμή υποδοχή του τελευταίου μυθιστορήματός της, πλέκει τις πρόσφατες ιστορίες της στον ίδιο καμβά. Αν και η ίδια πληροφορεί ότι η αρχική μορφή, τουλάχιστον μίας ιστορίας, ήταν γραμμένη παλαιότερα. Όπως και να έχει, οι τέσσερις από τις έξι ιστορίες ξετυλίγονται μέσα στο κέλυφος της οικογένειας. Σύμφωνα με το κειμενάκι του οπισθόφυλλου, αφορούν “ανθρώπους στα όρια της αντοχής τους, γυναίκες και άντρες που φτάνουν στα άκρα”. Η διατύπωση, αφενός μεν δεν φαίνεται να ισχύει για το σύνολο και αφετέρου, προκαταλαμβάνει, προσανατολίζοντας τις πολλαπλές δυνατές ερμηνείες των πράξεων, προς μία, κι αυτή μάλλον λανθασμένη, κατεύθυνση. Στις δυο ιστορίες, που προτάσσονται στο εν λόγω κειμενάκι, ο ενδοοικογενειακός εμφύλιος ολοκληρώνεται με ένα έγκλημα.
Ο τίτλος της πρώτης, «Είπαν πως ήταν ατύχημα», προϊδεάζει για την κατάληξη, υπονομεύοντας το όποιο σασπένς καλλιεργεί ο πρωτοπρόσωπος εις εαυτόν λόγος του θύτη. Πρόκειται για έναν ευκατάστατο επιχειρηματία, με ακίνητα και τοκογλυφικές δραστηριότητες, που επέλεξε ως σύζυγο μία όμορφη νεαρά, την οποία έβαλε σε χρυσό κλουβί, ελέγχοντας και ρυθμίζοντας πλήρως τη ζωή της. Παλαιότερα, προ γυναικείας χειραφέτησης, κάτι τέτοιο απαντιόταν συχνά, αλλά και σήμερα συμβαίνει, αφού ο ρόλος του διακοσμητικού αντικείμενου έχει κι αυτός τα πλεονεκτήματά του, κυρίως με τη βολή που προσφέρει. Στη συγκεκριμένη ιστορία, η γυναίκα κάποτε αγανακτεί, φθάνοντας σε αυτοκαταστροφική συμπεριφορά ως μόνη άμυνα ή και εκδίκηση. Δεν κάνει άλλο απ’ το να καταλήγει σε απωθητικό κήτος. Εκείνος, αντιθέτως, δεν φθάνει στα όρια της αντοχής του. Παραμένει ένας εγωμανής, που αποφασίζει να μην χαραμίσει άλλο τη ζωή του. Πιστεύουμε ότι αυτή η συζυγική φαγωμάρα θα είχε διαφορετική ένταση, αν δεν παρουσιάζονταν τόσο μονολιθικοί οι χαρακτήρες των δυο συζύγων και δεν δινόταν αυτή η σαρκοβόρα, χωρίς διακυμάνσεις, μορφή στη σύγκρουσή τους, που κρατά μία εικοσαετία.
Η εγκληματική πράξη στη δεύτερη ιστορία έχει παπαδιαμαντικό άρωμα. Όπως στη «Φόνισσα», η Φραγκογιαννού πνίγει την εγγονή της για να την απαλλάξει από την κακή τύχη των θηλυκών, εδώ η μάνα δηλητηριάζει τον ναρκομανή γιο της για να του δώσει ένα στοιχειωδώς αξιοπρεπές τέλος. Σύμφωνα και με τον τίτλο, «Κάτι που να αξίζει να σωθεί», η μάνα πιστεύει ότι, παρά την πλήρη κατάπτωσή του, του έχει απομείνει “μια σταλιά ανθρωπιάς”. Η ιστορία, όπως και το πρόσφατο μυθιστόρημα, ξεκινάει από ένα συμβάν, που θα μπορούσε να καταχωρηθεί στο αστυνομικό δελτίο. Και πάλι, ξεδιπλώνεται ένας πρωτοπρόσωπος εις εαυτόν λόγος, με ένθετα, σαν να επιπλέουν ακέραια στην ψυχική αναταραχή, τα λόγια κατηγορίας που εκστομίστηκαν μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, και με αναδρομές, που κουβαλούν όλο το άγχος πρωτοβουλιών και πράξεων όταν αυτές τελέσθηκαν. Σε αντίθεση, όμως, με τον προηγούμενο, του συζύγου, αυτός είναι από τους εντελέστερους των τελευταίων χρόνων. Και ανακαλούμε αρκετούς ενδιαφέροντες, καθώς πολλοί νεότεροι συγγραφείς έχουν επιδοθεί στο είδος.
Ωστόσο, η πιο ερεθιστική ιστορία, τόσο από πλευράς περιεχομένου όσο και μορφής, είναι η δεύτερη στη σειρά παράταξης της συλλογής. Κατ’ αρχήν, κινείται θεματικά σε ελλιπώς χαρτογραφημένα ψυχικά τοπία. Υπάρχουν άνθρωποι, που δυσκολεύονται να αποδεχτούν την πραγματικότητα, όταν την εκλαμβάνουν ως απειλητική ή και απλώς εχθρική. Τότε, διαφεύγουν προς μία άλλη, φαντασιακή, μέσα στην οποία επιβιώνουν, αποδίδοντάς της υπόσταση πραγματικής. Κλινικά χαρακτηρίζονται ψυχωσικοί και ο μόνος τρόπος προσέγγισής τους είναι η αποδοχή της δικής τους τάξης πραγμάτων. Στο πρόσφατο βιβλίο του Δ. Σωτάκη, «Η ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον», πλάθεται ένας παρόμοιος ήρωας. Η συνηθέστερη, όμως, περίπτωση αγχωτικής πραγματικότητας, που μπορεί να οδηγήσει μέχρι την παράνοια, είναι αυτή του θανάτου προσφιλούς. Η μη αποδοχή του τετελεσμένου σημαίνει την ολίσθηση στην ψευδαίσθηση, πως αυτός εξακολουθεί να υπάρχει.
Η Ελεάννα Βλαστού, στο περσινό πρώτο της βιβλίο, «Εξαφανίσεις», που δεν προσέχθηκε όσο του αντιστοιχούσε, έχει ένα διήγημα, όπου πενθούσα σύζυγος επιβιώνει συνομιλώντας με τον αποθανόντα σαν να είναι παρών, ετοιμάζοντας το φαγητό που του άρεσε. Το διήγημα έχει τη μορφή μονολόγου. Ενώ, η ιστορία της Αναστασέα στήνεται σαν θεατρικό δυο προσώπων. Καλοδουλεμένο, έτοιμο για τη σκηνική του παρουσίαση. Εδώ, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι χάνει κόρη και εγγονή. Η γυναίκα καταφέρνει να επιζήσει, διαγράφοντας το γεγονός του θανάτου τους. Ο σύζυγος αποδέχεται τη φαντασίωσή της και συμπράττει, σύμφωνα με τον τίτλο της ιστορίας, «Μόνο και μόνο επειδή σ’ αγαπάω». Έτσι, όμως, όπως εκτυλίσσονται τα γεγονότα, φαίνεται πως νιώθει κι αυτός καλύτερα με το ανάχωμα της αυταπάτης. Ούτε εκείνη έχει ανάγκη φαρμακευτικής υποστήριξης ούτε εκείνος συνθλίβεται από τον πόνο. Δεν έχουν, πάντως, μετακυλήσει στην παράνοια. Έχουν επίγνωση της ψευδαισθησιακής κατάστασης που έχουν δημιουργήσει, αλλά ενδίδουν. Η Αναστασέα κατορθώνει να δώσει αυτήν την εύθραυστη ισορροπία, αποφεύγοντας τους δραματικούς τόνους.
Σε μία άλλη ιστορία της συλλογής, «Η προσβολή», αυτή εκτός οικογενειακού κύκλου, η υπόθεση, τουλάχιστον όσο αφορά τα πρόσωπα και την αναμεταξύ τους σχέση, θυμίζει το τελευταίο μυθιστόρημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, «Το μυστικό της Έλλης». Μία ζωντοχήρα στα 45 προσλαμβάνει αλλοδαπό για δουλειές στον κήπο. Τον ερωτεύεται, αλλά αποκαλύπτεται ότι εκείνος είναι παντρεμένος. Στου Γρηγοριάδη, αυτό δεν στέκεται εμπόδιο στη σχέση τους, εδώ, η έκβαση είναι διαφορετική. Η γυναίκα τον εκδικείται. Στην καταληκτική σκηνή, στέκει, “πίσω από την τραβηγμένη κουρτίνα, σαν μοναχικό κερί μέσα στην κάσα του παραθύρου”. Είναι αυτή η σκηνή που φέρνει στο νου την δεσποινίδα Έμιλυ Γκρήρσον του Φώκνερ. Τελικά, οι δυο καλύτερες ιστορίες της νέας συλλογής της Αναστασέα έχουν απόηχους από την πρώτη και πιο γνωστή ιστορία του, «Ένα ρόδο για την Έμιλυ». Την Έμιλυ από αρχοντική οικογένεια του αμερικανικού Νότου, που ερωτεύεται έναν υποδεέστερο Γιάνκη. Εκείνος δεν θέλει γάμο, εκείνη τον δηλητηριάζει, αλλά δεν αποδέχεται το θάνατό του. Συμβιώνει με τον νεκρό του μέχρι τέλους. Τη νύχτα αγκαλιά στο κρεβάτι, τη μέρα δίπλα του, στημένη στο παράθυρο.
Η συλλογή συμπληρώνεται με δυο ακόμη ιστορίες. Η μία, «Μεταξωτός φανοστάτης», δείχνει θεματικά παράταιρη. Είναι ο εσωτερικός μονόλογος μιας μεσήλικος ηθοποιού, όπως ξεδιπλώνεται την ημέρα της πρεμιέρας. Είναι μία καλή καρατερίστα, που της δίνεται η ευκαιρία ενός πρωταγωνιστικού ρόλου. Ένας δεύτερος γυναικείος λόγος, που η Αναστασέα δείχνει τις δυνατότητές της, αποτυπώνοντας τον πανικό της ηθοποιού. Στο μόνο σημείο, που θα μπορούσε να σκοντάψει μία ψυχαναλυτικής διάθεσης ανάγνωση είναι το ευτυχές τέλος. Παρόμοιοι φόβοι είναι τόσο βαθιά ριζωμένοι, που συνήθως οδηγούν σε πράξεις αυτοχειριασμού ή, συχνότερα, σε άτακτη υποχώρηση. Έναν παρόμοιο ήρωα πλάθει ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης στο πρόσφατο μυθιστόρημά του, «Το ελάχιστο ίχνος». Ακόμη ένα βιβλίο, που δεν έτυχε της ανάλογης κριτικής αποδοχής.
Η άλλη ιστορία, που είναι η καταληκτική του βιβλίου, αφορά οικογενειακές σχέσεις και μάλιστα δίπολα, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ενδοοικογενειακούς εμφύλιους. Όπως η νεαρή χήρα, με καθυστερημένο παιδί, η οποία ερωτεύεται κάποιον που την θέλει, αλλά χωρίς το παιδί. Ή ακόμη, η νεαρή χήρα, που συμβιώνει με τη γεροντοκόρη κουνιάδα. Όλα, όμως, βαίνουν ειρηνικά, καταλήγοντας με την ευφρόσυνη διάθεση μιας ροζ ιστορίας. Άνισες οι ιστορίες ή, μήπως, ιστορίες για όλα τα γούστα; Όπως και να έχει, συστεγάζονται σε μία συλλογή με όμορφο τίτλο, αλλά μάλλον ξένο προς αυτές ή άκρως υπαινικτικό σε βαθμό ασυσχέτιστου.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/12/2014.
Φωτ: Έργο του Λουσιέν Φρόυντ.
Ευγενή, ανεμπόδιστα, ποιητικά
Γιάννης Κοντός
«Μυστικά τοπία.
Κείμενα για πρόσωπα,
για τη ζωγραφική,
για το θέατρο, για βιβλία.»
Εκδόσεις Τόπος
Απρίλιος 2014
Στο “αυτάκι” του βιβλίου, ο Γιάννης Κοντός, σε φωτογραφία του Δημήτρη Γέρου, με εκείνο το χαρακτηριστικό χαμόγελο, όλο γλύκα, αλλά συνάμα, μια ιδέα ειρωνικό, μάλλον περιπαικτικό. Σε υποδεχόταν καθισμένος στο γραφείο του, στον πέμπτο όροφο Γ. Γενναδίου 3, χωρίς τυπικότητες, με μια θερμή οικειότητα, που σε έκανε να νιώθεις πως είσαι και συ άνθρωπος του χώρου. Το βιογραφικό, χωρίς ημερομηνία γεννήσεως. Όχι γιατί την κρύβει, έτσι κι αλλιώς, σφύζει από νεανικότητα, με τα φουλάρια και τα φοβερά κασκόλ του να ανεμίζουν. Αλλά γιατί αρέσκεται παιχνιδιάρικα να δηλώνει, ότι γεννήθηκε όταν δημοσιεύτηκε το πρώτο του ποίημα, το 1965. Ή, όταν εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο, το 1970. Άλλωστε, ήδη από την πρώτη εντύπωση, δημιουργείται η βεβαιότητα πως παρόμοιος άνθρωπος μόνο ποιητής θα μπορούσε να είναι. Περισσότερο ακριβή βιογραφικά, τον θέλουν να σπουδάζει οικονομικά, να εργάζεται ως ασφαλιστής, μετά να λοξοδρομεί ως βιβλιοπώλης, γωνία Σόλωνος και Ομήρου. Το όνομα του καταστήματος «Ηνίοχος», με τον ίδιο να παραμένει ηνίοχος μόνο στην ποίηση και στα περί αυτήν “μυστικά τοπία”.
Πέρυσι, επετειακά, συγκέντρωσε σε έναν τόμο “το έχει του”, 14 ποιητικές συλλογές, που είναι “το στάρι” σαράντα χρόνων, 1970-2010. Εφέτος, εκδίδει το τρίτο βιβλίο του, με κείμενα βιωματικά, που για εκείνον σημαίνει κείμενα για την τέχνη, με πρώτη την τέχνη του λόγου, και τους ανθρώπους της. Είναι το τρίτο οδόσημο μετά το δίτομο «Τα ευγενή μέταλλα». Αυτές οι εκδόσεις, άτυπης απογραφής φίλων και εμμονών, τοποθετούνται ανά δεκαετία: 1994, 2005, 2014. Παρόμοια με τα βιβλία-οδόσημα της συγγραφικής πορείας, που εκδίδει ο Μένης Κουμανταρέας. Τα καινούρια κείμενα είναι γραμμένα στο διάστημα της ενδιάμεσης δεκαετίας και ταξινομούνται σε πέντε ενότητες, με δυο ποιήματα, ως εισαγωγή και ως επίμετρο. Ο κοινός τίτλος των δυο προηγούμενων βιβλίων ήταν εμπνευσμένος από τον τίτλο ποιητικής συλλογής του Ζήση Οικονόμου, «Η εποποιία των αγενών μετάλλων». Μόνο που η απαισιόδοξη οπτική του παλαιότερου ποιητή, εδώ ανατρέπεται σε αισιόδοξη κατάφαση. Από τον ίδιο τίτλο είχαμε φτιάξει και εμείς την επιγραφή της βιβλιοπαρουσίασης του πρώτου τόμου, το μακρινό 1994. «Εποποιία ευγενών μετάλλων», ήταν ο δικός μας τίτλος, με υπέρτιτλο, “πολυχρωμία της όρασης και της μνήμης”. Τότε, για τα βιβλία που μας άρεσαν, γράφαμε με ενθουσιασμό. Στην ενδιάμεση εικοσαετία, η ανθυγιεινή ενασχόληση με την βιβλιοκριτική τον κούρεψε δραστικότερα και από τα επί Τρόικας οικονομικής φύσεως κουρέματα. Θύμα ή θήτης ο κριτικός είναι και θέμα οπτικής γωνίας. Ο Κοντός γράφει, “Αχ, αυτοί οι κριτικοί, αυτοί οι νεκροθάφτες”, αποδίδοντας τη φράση στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Ωστόσο, παρόλο που ουδείς αγαπά τους νεκροθάφτες, όλοι μάλλον συμφωνούν ότι είναι απαραίτητοι. Αλλά και δύστυχοι, καθώς τους βδελύσσονται, ιδιαίτερα όταν κάνουν καλά τη δουλειά τους.
Στη δεύτερη ενότητα του καινούριού του βιβλίου, όπου συγκεντρώνει τα δημοσιευμένα κείμενα για βιβλία, ο ίδιος σχολιάζει ως ομότεχνος έργα φίλων. Στα 25 κείμενα, τα 12 αφορούν βιβλία ποιητών της γενιάς του, κυρίως ποιητικά (Ν. Χατζιδάκι, Δ. Ποταμίτη, Κ. Μαυρουδή, Π. Παμπούδη, Γ. Μαρκόπουλου, Κ. Παπαγεωργίου, Γ. Βαρβέρη), ακόμη μυθιστόρημα του Γ. Μανιώτη και τέσσερα βιβλία ευρέος φάσματος του στενότερου από τους φίλους, του Θ. Θ. Νιάρχου. Φιλεταιρικά είναι και τα κείμενα για μεγαλύτερους (Κ. Μουρσελά, Γ. Μιχαηλίδη, Λ. Παπαδόπουλο) ή και νεότερους (Ν. Δαββέτα, Δ. Κοσμόπουλο). Σε όλα, ένας κριτικής διάθεσης αναγνώστης θα εύρισκε ότι περισσεύει ο ενθουσιασμός. Θα πρόσθετε πως έτσι ο έπαινος αποδυναμώνεται. Αυτή, όμως, είναι συνήθης αβαρία του θετικού σκέπτεσθαι. Όπως και να έχει, σε κάθε περίπτωση, ο τρόπος γραφής πείθει ότι πρόκειται για έναν ενθουσιασμό ανόθευτα πηγαίο. Από την άλλη, είναι εμφανές πως ο ποιητής αποδίδει καλύτερα ως αισθητής σε υψηλούς τόνους. Την ομάδα των φίλιων προσώπων συμπληρώνουν, όπως και στους προηγούμενους τόμους, οι “μεγάλοι” από τους παλαιότερους, όπως ο “φίλος” Ρίτσος, οι δυο Νομπελίστες και ο Καβάφης.
Ο Κοντός, από τα “ευγενή μέταλλα” μέχρι τα “μυστικά τοπία”, διατηρεί ακέραια την καθαρότητα των αισθημάτων. Με την ίδια προσήλωση, συμπληρώνει τα εκθέματα μνήμης. Όπως ο Τάκης Σινόπουλος τοποθετούσε πέτρες, ακροκέραμα, αστερίες στην αυλή του. Ο Πύργειος ποιητής είναι, ακόμη μία φορά, από τους πρώτους που αναφέρονται, στο πρώτο κείμενο, το αφιερωμένο στη Νανά Καλλιανέση και τον αλλοτινό «Κέδρο». Τον εκδοτικό οίκο, που ίδρυσε ο Νίκος Καλλιανέσης, μαζί με τη σύζυγό του Νανά Σταματίου, το 1954, άρτι αφιχθείς στην Αθήνα από τον “παραθερισμό” του στον Αϊ-Στράτη. Τέλη του 1976, του ζήτησε η Νανά να εργαστεί για τον «Κέδρο». Τον Μάιο, είχε αποβιώσει ο Νίκος. Το 1988, έφυγε και η Νανά. Από παιδί για την “λάντζα”, όπως γράφει αυτοσαρκαζόμενος, αφού στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης οι “μεγάλοι” – Ρίτσος, Τσίρκας, Σινόπουλος, Λειβαδίτης, Κοτζιάς – διάβαζαν τα χειρόγραφα, πρότειναν, συμβούλευαν, κατέληξε στυλοβάτης του οίκου. Κυρίως για τις εκδόσεις ελληνικής λογοτεχνίας, που παραμένει ως σήμερα ο βασικός τομέας του «Κέδρου». Ο Κοντός συμπλήρωσε 33 έτη στη σκιά του «Κέδρου», αποχωρώντας το 2009. Πιθανώς, το αποχωρώ να μην αποδίδει την όποια κατάσταση δημιουργήθηκε, όταν η δυναμική Κάτια Λεμπέση χρειάστηκε να απουσιάσει. Όπως και να έχει, ήταν ένας πολιτισμένος χωρισμός, που έμεινε μακριά από τον διψαλέο Τύπο. Απώλεια για τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο, αλλά και γενικότερα, για τον εκδοτικό χώρο, καθώς η μετοικεσία του σε έτερο οίκο, φαίνεται πως δεν ευοδώθηκε.
Εικονοπλάστης ο Κοντός, όπως ο σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, του οποίου την αυτοβιογραφία συστήνει στον αναγνώστη “να την διαβάσει με πάθος”, η ζωγραφική είναι μέρος της ζωής του, αλλά και “όλοι μαζί ποιητές, μουσικοί, καλλιτέχνες... η δεύτερη κατάσταση του κόσμου”. Η τρίτη ενότητα του βιβλίου είναι αφιερωμένη στους ζωγράφους. “Από πολύ νέο τον τραβούσε η ζωγραφική” και συνεχίζει για σαράντα χρόνια “να γράφει κείμενα (ουσιαστικά ποιήματα) για ζωγράφους”. Ορισμένους, τους φίλους, τους ακολουθεί στην περιπέτεια της διαδρομής τους. Η εικαστική σοδειά μετράει κείμενα για 17 ζωγράφους, μία γλύπτρια, την Ναταλία Μελά, έναν ποιητή, τον Ελύτη. Ξεκινώντας από τον πρεσβύτη Γιάννη Μόραλη, για την τελευταία έκθεσή του, Νοέ.-Δεκ. 2006, με τους δέκα καινούριούς του πίνακες. Ήταν η δεκάτη ατομική του έκθεση, τρία χρόνια αργότερα, 20 Δεκεμβρίου 2009, απεβίωσε. Και τον αειθαλή Παναγιώτη Τέτση, που κολυμπάει στη θάλασσα της Σίφνου και την απαθανατίζει. Μέχρι τη νεότερη Κρητικιά Ελένη Καλοκύρη και τα καράβιά της.
Ένας άλλος κόσμος, αυτός του θεάτρου, ζωντανεύει στα κείμενα της τέταρτης ενότητας. Το ζωντανεύει, δεν είναι σχήμα λόγου, αλλά γεγονός. Όπως ο Κοντός δεν γράφει για τη λογοτεχνία ως κριτικός, ούτε για τη ζωγραφική ως τεχνοκριτικός, παρομοίως, δεν σχολιάζει μία θεατρική παράσταση ως κριτικός, αλλά με τον ιδιότυπο τρόπο του άμεσα εμπλεκόμενου συναισθηματικά. Συχνά ξεκινάει σαν να κουβεντιάζει ένα θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος. Για παράδειγμα, το κείμενο για το θεατρικό του Βασίλη Κατσικονούρη, «Το γάλα», αρχίζει με διακήρυξη αρχών: “Είναι γνωστές οι θέσεις μου για το νεοελληνικό έργο. Αγωνίζομαι, το πιστεύω και είμαι κοντά στους ανθρώπους του.” Ενώ, στο «Διαμάντια και μπλουζ», δηλώνει: “Από πάντα ήμουνα θαυμαστής του θεάτρου της Λούλας Αναγνωστάκη. Την έβλεπα σε φωτογραφίες, την παρακολουθούσα, μέχρι που γνωρστήκαμε (1972) και δεν χωρίσαμε ποτέ.” Σε άλλες παραστάσεις, η έμφαση δίνεται στον σκηνοθέτη. Γίνεται λόγος για “τον μάγο Λευτέρη Βογιατζή” ή για “τον μάγο Ευαγγελάτο”. Ακόμη, πολλαπλή αναφορά στον Γιώργο Μιχαηλίδη και τις παραστάσεις Τσέχωφ.
Άνθρωπος της πόλης ο Κοντός, ποιητής και πεζοπόρος, μακράν του πλήθους των εποχούμενων, παρατηρεί στο πεζοδρόμιο “σε μια σταλίτσα χώμα”, «Ένα φυτό του δρόμου», όπως είναι ο τίτλος του εισαγωγικού ποιήματος. Πράγματι, πόσες φορές δεν στέκεις απορημένος “για την αντοχή του, την επιμονή του και τέλος πάντων που βρίσκει τον αέρα και αναπνέει”. Είναι ένα αισιόδοξο “άνοιγμα”, όπως ταιριάζει σε ένα αγαπησιάρικο βιβλίο. Αντιθέτως, το “κλείσιμο” είναι πένθιμο, «Ο σκουπιδιάρης ή το πρωτογενές πλεόνασμα της οικονομίας»: “Η νύχτα προχωρά... Πώς περνούν οι ώρες;” “Δώδεκα και μισή” θα μπορούσε να είναι μία καβαφική συνέχεια.
Η πέμπτη ενότητα τιτλοφορείται «Μονόλογοι». Συνολικά δεκατέσσερις, γραμμένοι στο αναμεταξύ Αθήνας και Μεταξοχωρίου, όχι Ηρακλείου, αλλά Αγιάς Λάρισας. Εξομολογητικοί, γεμάτοι νοσταλγία, από κάποιον που ενέδωσε νωρίς “στην αμαρτία της ποιήσεως”. “Όλα άρχισαν στα δέκα με έντεκά μου από κάτι σπασμένες παιδικές εικόνες που βγαίνανε από τα κλασικά εικονογραφημένα...”, εξομολογείται. Μικρές φράσεις κατορθώνουν και αφηγούνται όσα χρειάζονται σελίδες για να εκφραστούν. Ο Κοντός ακολουθεί τη συμβουλή του Γιώργου Χειμώνα: “Γιάννη, οι συγγραφείς δεν πρέπει να κάνουν ψυχανάλυση.” Αφήνεται στη λεκτική μετωνυμία, ξεδιπλώνοντας τις εικόνες που αυτή δημιουργεί. “Σε μια ακροθαλασσιά καθόμουνα και φοβόμουνα να μπω στη θάλασσα. Μετά από λίγο μπήκα γυμνός για πάντα και μάλιστα περπάτησα επί των υδάτων.” Αυτοί οι μονόλογοι, που θα μπορούσαν να γραφούν σε στίχους, αλλά δόθηκαν πεζόμορφοι, “δρουν σαν οξύ πάνω στο συναίσθημα” του παραλήπτη τους. Ο Κοντός κοιτάζει αυτά που γίνονται γύρω του - “τη μαύρη σακούλα” σκουπιδιών, τον “άνθρωπο στα σκουπίδια”, τον νεκροθάπτη που “χάθηκε μια νύχτα στο δάσος” – και βγάζει, για μια ακόμη φορά, “κραυγή διαμαρτυρίας”.
Ωστόσο, τα αναμνηστικά κείμενα της αρχικής ενότητας για τις πρώτες γνωριμίες του ποιητή, πιο εκτενή και πιο αφηγηματικά, προεξάρχουν. Αναφέρονται σε γνωστούς δημιουργούς, που γνωρίζουμε μέσα από το έργο τους. Εδώ τα κείμενα του Κοντού δίνουν εντυπώσεις από πρώτο χέρι, καθώς αυτά τα πρόσωπα σκιαγραφούνται κατά την εποχή της ακμής τους. Υπάρχουν και δυο κείμενα για τον Καρυωτάκη. Τον ποιητή που αγάπησε πολύ η γενιά του Κοντού. Με μία πρόταση αποδίδει το πώς τον είδαν: “αλώβητο, ερωτικό, ένα γέρο-παιδί, έναν πρωτοπόρο, έναν μοναχό των λέξεων και των ιδεών, έναν άνθρωπο με τρομερό χιούμορ, έναν λυπημένο, έναν υπάλληλο του φόβου, έναν πελιδνό μέσα στη ζωή, έναν απέλπιδα, ρομαντικό και αυτόχειρα.” Σαν να θέτει σε εφαρμογή τον καταληκτικό στίχο της δεκάτης εβδόμης ποιητικής του συλλογής, «Η στάθμη του σώματος», Οκτώβριο 2010, υπακούοντας σε παρότρυνση του τεθνεώτος, “Φύσηξε τον πηλό μου να ξαναγίνω άνθρωπος”. Μένουμε με την παλαιότερη απορία μας, κατά πόσο θα ήταν μέσα στις δυνατότητες του ποιητή το “γύρισμα” όλου αυτού του αναμνηστικού πλούτου σε καθαρή αφήγηση.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/11/2014.
Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014
Σε επικίνδυνα χρόνια
Δημήτρης Πετσετίδης
«Επί τέσσερα»
Εκδόσεις Εστίας
Σεπτέμβριος 2014
Ο Δημήτρης Πετσετίδης παραμένει πιστός στο διήγημα. Και μάλιστα, στο διήγημα, με τη στενότερη έννοια, που εμείς δίνουμε στον όρο. Γράφει διηγήματα και όχι ιστορίες. Με τη συμπλήρωση από πρώτης δημοσίευσης 35ετίας στο συγγραφικό στίβο, μπορεί να του αποδοθεί ο τίτλος του αμιγούς διηγηματογράφου, όπως, για παράδειγμα, στάθηκε δια βίου ο Τόλης Καζαντζής. Αν και εκείνος ασχολήθηκε με την πεζογραφία σε προγενέστερη εποχή, όταν η συγγραφική ήταν μάλλον μετερίζι παρά στίβος. Ύστερα απεβίωσε νωρίς, Χριστούγεννα 1991, στα 53 του. Ποιος ξέρει αν θα έμενε πιστός στη σύντομη φόρμα, καθώς ήταν άνθρωπος με έμφυτο το δώρο του λόγου. Ούτε Λάκωνας ούτε μαθηματικός, όπως ο Πετσετίδης, που δίνει τα βέλτιστα σε πεζά σύντομης φόρμας.
Τελευταία γίνεται πολύς λόγος για το διήγημα, εκ των πραγμάτων, όμως, το είδος τείνει προς σύγχυση ταυτότητας. Αντ’ αυτού, ανθεί η αφήγηση ιστοριών, συνήθως ποταμηδόν, άνευ μέτρου και ορίων, δεδομένου ότι η οικονομία του πεζού λόγου έχει προ καιρού εξαλειφθεί ως κύριο αίτημα της συγγραφικής. Πολλοί από όσους επιδίδονται στην αφήγηση, την συνδυάζουν με την ευκαιριακή δημοσίευση παρακειμένων. Τα συνηθέστερα είναι βιβλιοκριτικές, επιφυλλίδες, σχολιασμοί, που προσφέρουν, χωρίς ιδιαίτερο μόχθο, επίχρισμα πολυγραφίας. Παρόμοιες δημοσιεύσεις έχουν αποδειχθεί απαραίτητες για την επιβίωση ενός συγγραφέα, καθώς του εξασφαλίζουν συχνή μνημόνευση στον Τύπο, που μεταφράζεται σε πόντους αναγνωρισιμότητας. Άλλωστε, βρισκόμαστε σε μία εποχή πολυπραγμοσύνης, που όλοι θέλουν να έχουν άποψη για όλα, και στην οποία το ενδιαφέρον δεν το ελκύει η άποψη του ειδικού, αλλά του διάσημου.
Κατά τις ενδείξεις, ο Πετσετίδης δεν έχει ανάγκη παρόμοιων παρεμβάσεων στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι. Εκτός κι αν η αλλαγή εκδοτών – βρίσκεται στον έκτο – συνιστά παράπλευρη απώλεια της ακολουθούμενης έως τώρα τακτικής του. Μια και στους διηγηματογράφους, αμιγείς ή συμφυρματικούς, συνηθίζουμε με κάθε καινούριο βιβλίο να καταγράφουμε τη σοδειά τους, ας κάνουμε απογραφή και στο δικό του βιός. Για να ακριβολογούμε, αυτό συμποσούται σε 114 διηγήματα, στεγασμένα σε επτά συλλογές, μία νουβέλα σε αυτοτελή έκδοση και δυο πεζά, που έχουν μείνει εκτός βιβλίων, στην πρώτη τους δημοσίευση σε περιοδικό. Σε αυτά προστίθενται τα 25 της πρόσφατης συλλογής. Αυτήν τη φορά, ο τίτλος δεν αντιστοιχεί σε εκείνον κάποιου διηγήματος εκ των περιεχομένων στη συλλογή, όπως στις πρώτες έξι, που τιτλοφορούνται από τον τίτλο ενός από τα διηγήματα, είτε ακέραιου («Δώδεκα στο δίφραγκο», «Ο Σαμπατές ζει», «Σε ξένο γήπεδο», «Λυσσασμένες αλεπούδες») είτε συγκεκομμένου («Το παχνίδι») ή, ακόμη, δια συγκερασμού των τίτλων δυο διηγημάτων («Επίλογος στο χιόνι»). Ούτε αποδίδει ένα κυρίαρχο θεματικό μοτίβο, όπως στην προηγούμενη συλλογή, «Εν οίκω». Εδώ, αναφέρεται στη δομή της συλλογής, δηλώνοντας την κατεύθυνση, θεματική ή μορφική. Συνολικά, περιέχονται τέσσερις ενότητες των οκτώ, επτά, τεσσάρων και έξι διηγημάτων.
“Στην πρώτη από αυτές επιμένω στα θέματα τα αντλημένα από τις δύσκολες καταστάσεις των δεκαετιών του ’40 και του ’50, γιατί έχω την αίσθηση ότι ούτε η Κατοχή ούτε ο Εμφύλιος εξέλιπαν από την ελληνική πραγματικότητα ως τα σήμερα.” Έτσι ξεκινά ο Πετσετίδης την περιγραφή του καινούριού του βιβλίου σε σχετική δημοσιογραφική έρευνα. Και ποιος δεν θα συμφωνούσε μαζί του, ιδιαίτερα όσο αφορά τον Εμφύλιο και τον αντίχτυπό του. Επίσης, όμως, αληθεύει, ότι ο τρόπος που τον κοιτάζουν οι συγγραφείς, όταν αυτός αποτελεί παλαιότερη θεματογραφία τους, στην οποία επανέρχονται, έχει, εδώ και μερικά χρόνια, διαφοροποιηθεί. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και τις αρχές της επόμενης, ο Πετσετίδης τα πρώτα εμφυλιακά του διηγήματα τα έγραφε μάλλον μέσα από την οπτική της Αριστεράς. Άλλωστε, μέχρι τότε, σύμφωνα με αυτήν είχαν γραφεί τα γνωστότερα βιβλία, τουλάχιστον τα μετά την μεταπολίτευση. Ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, στην ίδια μερίδα συγγραφέων, καθώς και σε νεότερους που ακολούθησαν, έχει επικρατήσει η οπτική των ίσων αποστάσεων. Αν και αυτή η έκφραση δεν είναι ακριβής. Ηχεί, βεβαίως, ακριβοδίκαια και γι’ αυτό έχει επιλεγεί για την παρουσίαση της εν λόγω μετανεοτερικής οπτικής από συγγραφείς και ιστορικούς, που την μετέρχονται. Η βασική έγνοια είναι να μοιραστούν, για παράδειγμα, οι αγριότητες, ώστε να αποκατασταθεί η αλήθεια για την πλευρά των ηττημένων, που ευνοήθηκε κατάφωρα κατά την πρώτη φάση της μεταπολίτευσης. Με άλλα λόγια, να ανακτήσουν τα δίκιά τους οι νικητές, όπως τα απολάμβαναν μέχρι και το 1974.
Στο πρόσφατο βιβλίο του Πετσετίδη, η πρώτη ενότητα καταλαμβάνει το ένα τρίτο των σελίδων, με οκτώ από τα πιο καλοδουλεμένα διηγήματα της συλλογής. Ο ρυθμός είναι γρήγορος, αφηγηματική ευελιξία διακρίνει τις χρονικές μετατοπίσεις και σφιχτή πλοκή καθορίζει τη δομή των γεγονότων. Από διήγημα σε διήγημα υπάρχει φροντίδα για εναλλαγές στη μορφή, ώστε να εναρμονίζεται κάθε φορά με το εννοιολογικό φορτίο. Οι αναφορές στα συμφραζόμενα, κυρίως τα παρελθοντικά, τις οποίες συνήθως οι συγγραφείς διογκώνουν επεξηγηματικά, μην και τρωθεί η αναγνωσιμότητα των βιβλίων τους, εδώ συμπυκνώνονται, αποκτώντας μία σχεδόν κωδική περιεκτικότητα. Ο συγγραφέας, για να το επιτύχει αυτό, καταφεύγει στις συνδηλώσεις των λέξεων, τις οποίες μεταχειρίζεται σαν επικοινωνιακά σήματα. Μόνο που, όταν γίνεται στροφή 180 μοιρών στη φορά της οπτικής, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στη σήμανση των λέξεων, καθώς, μέσω αυτών, γίνονται αντιληπτά πρόσωπα και καταστάσεις. Καπετάνιοι οι μεν και οι δε. Μαυροσκούφηδες οι μεν, μαυροσκούφηδες οι δε. Ποιοι ακριβώς μπορεί να νοούνται ως δικοί μας, ποιοι ως δικοί σας; Αριστεροί αντάρτες ή δεξιοί των παραστρατιωτικών οργανώσεων; Έτσι κινδυνεύει το αποτέλεσμα της πύκνωσης για έναν νεότερο αναγνώστη ή και μεγαλύτερο, ελαφρώς ανιστόρητο ή και απλώς πολιτικά αδιάφορο, να καταστεί αδιαπέραστο. Η μετανεοτερική οπτική κατήργησε τους ρόλους του καλού και του κακού. Ούτε καλός ούτε κακός, μόνο άσχημος. Η ενιαία αφήγηση μυθοπλασίας και Ιστορίας, χωρίς διαχωριστική γραμμή, αφού αμφότερες γίνονται αποδεκτές ως προσεγγιστικές, τοποθετείται σε μια πραγματίστικη βάση, επιτάσσοντας έκλυτους, βίαιους και γενικώς καθάρματα.
Στον πρώτο σχολιασμό μας, για τη δεύτερη συλλογή του Πετσετίδη («Το παιχνίδι»), διακινδυνεύαμε ως τίτλο μία αθυρόστομη φράση, “Χεσ’ τους τους πούστηδες”. Την εκστομίζει ο Χριστόφορος, φεύγοντας, χωρίς να χτυπήσει ακόμη μία πόρτα. Πρώην αντάρτης και διαφωτιστής ο Χριστόφορος, επιστρέφει στην πόλη του, αναζητώντας μάρτυρες υπεράσπισης για επικείμενη δίκη, με κατηγορία την εκτέλεση συνεργάτη των Γερμανών. Ο Χριστόφορος αρνείται να συνθηκολογήσει για να σώσει το κεφάλι του. Η φράση δηλώνει, τουλάχιστον κατά τη δική μας ανάγνωση, τότε, κουράγιο και τιμή σε μια ιδεολογία, που εμψύχωσε την Αντίσταση και εν συνεχεία, την εξ ανάγκης εμπλοκή στον Εμφύλιο. Χωρίς αυτήν, ούτε ρουθούνι δεν θα άνοιγε από τους Γερμανούς, όπως λίγο πολύ στην λοιπή Ευρώπη. Σε εκείνη τη δεύτερη συλλογή, οι τίτλοι των διηγημάτων δηλώνουν ευθέως τα συμβαίνοντα. «Ο Χριστόφορος ήρθε για μάρτυρες» είναι ο τίτλος του εν λόγω διηγήματος.
Μπορεί η μετανεοτερική οπτική να απαντάται στο σύνολο σχεδόν των σημερινών αφηγήσεων, ωστόσο οι τρόποι εξαρτώνται από τις συγγραφικές ευχέρειες. Ο Πετσετίδης προκρίνει τον ειρωνικό. Ήδη, με τους τίτλους των νέων διηγημάτων του, φροντίζει να υποσκάψει τις αναγνωστικές προσδοκίες, εκμεταλλευόμενος τις παλαιικές συμβάσεις. Παράδειγμα το «Καλή όρεξη, σύντροφε», όπου ο σύντροφος είναι από τους τελευταίους αντάρτες που κρύβονταν σε σπηλιές, ο οποίος εμφανίζεται βίαιος, έτοιμος να σκοτώσει και άοπλο. Βέβαια, παιζόταν το δικό του κεφάλι, αλλά η αφήγηση αφήνει διαφορετική γεύση. Παρόμοια αίσθηση δημιουργεί και το «Αλλιώτικος πόλεμος». Έχει τη μορφή πρωτοπρόσωπης μαρτυρίας ενενηντάχρονου σήμερα, ο οποίος υπηρετούσε τότε φαντάρος στη Σχολή Ευελπίδων και ήταν παρών στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Κυβερνητικού Στρατού σε Πάρνωνα και Ταΰγετο. Εδώ προβάλλουν όμοια ανελέητοι οι αντάρτες.
Σε αυτό το διήγημα, υπάρχει μία ακόμη αναφορά στη σύλληψη από τους χωροφύλακες του Πρεζεκέ, που κρυβόταν τραυματισμένος σε μια σπηλιά και τον γιατροπόρευε ένας γιατρός από τον Άγιο Πέτρο, ο οποίος είχε κακό τέλος. Στην προηγούμενη μνημόνευση του Πρεζεκέ, στο διήγημα, «Κομμωτήριον ανδρών» της συλλογής «Λυσσασμένες αλεπούδες», αντάρτες και καπετάνιοι απλώς διακωμωδούνται ως παντελώς ανιστόρητοι, αφού αγνοούσαν ακόμη και το ποιος είναι “του αϊτού ο γιος”. Παρεμπιπτόντως, απορούμε γιατί Πρεζεκές και όχι Πρεκεζές; Αν πρόκειται για μυθιστορηματική κάλυψη, δείχνει περιττή, αν όχι επιζήμια, τώρα που η λογοτεχνία απέκτησε στάτους ιστορικού τεκμηρίου. Πώς θα μετρήσουμε τα εκατέρωθεν κομμένα κεφάλια, αν δεν καταγράψουμε εκείνο του Θύμιου Πρεκεζέ δια χειρός Κατσαρέα, ιστορικού αρχηγού των Εθνικών Αντικομμουνιστικών Ομάδων Κυνηγών αλλά και μυθιστορηματικού προσώπου, χωρίς συγκάλυψη του ονόματος, στο μυθιστόρημα «Ανάπλους», και το έτερο, του ίδιου του Κατσαρέα, προς αντίποινα λίγους μήνες αργότερα, δια χειρός Πρεκεζέ; Αν δεν σφάλλουμε, του Θόδωρου Πρεκεζέ. Ας βοηθήσουν οι λογοτέχνες, αφού, με την καλή μνήμη τους και την ακόμη καλύτερη γραφίδα τους, καθοδηγούν οκνούς πανεπιστημιακούς.
Όπως και να έχει, οι τίτλοι του πρόσφατου βιβλίου υπόσχονται ιστορίες ειδυλλιακής ατμόσφαιρας, ενώ πρόκειται για άγριους, αναίτιους σκοτωμούς και βίαιες καταστάσεις, όπως στο «Κυριακάτικη εκδρομή», ή, για περιγραφή μιας στανικής συνεύρεσης κουνιάδας και γαμπρού στο «Δίκλινο δωμάτιο με θέα τη θάλασσα». Στην ανατροπή μύθων, ένα γερό μερίδιο έχουν και οι γυναίκες εκείνων των καιρών. Στις καινούριες ιστορίες του Πετσετίδη, σε αντίθεση προς εκείνες της πρώιμης περιόδου, αυτές επιδεικνύουν μαζοχιστική συμπεριφορά, μένοντας προσκολλημένες σε “παλιανθρωπάκους”. Άλλες πάλι, είναι χήρες, που δεν τιμούν τον ηρωικώς πεσόντα εθνοφύλακα σύζυγο, αλλά εμφανίζονται σεξουαλικά πεινασμένες, προς αισχύνη των τέκνων τους, ή, ακόμη, πάνε σφαγμένες από μαχαίρι αδελφού στρατιώτη, γιατί επιζήτησαν την χειραφέτησή τους.
Η αγριότητα μετριάζεται με κάποια μορφικά τεχνάσματα, που μεταφέρουν μέρος της ιστορίας στην παράθεση ντοκουμέντων, όπως μία επιστολή ανιψιάς ταγματασφαλίτη που είχε σκοτώσει πενήντα δυο “στην Κατάσταση”. Αλήθεια, πόσοι αναγνώστες μπορούν να αποκωδικοποιήσουν σε τι αναφέρεται ο συγγραφέας με τον προσδιορισμό “στην Κατάσταση”; Άλλα λιγότερο ή περισσότερο πεποιημένα τεκμήρια είναι ένα ανακοινωθέν, μία είδηση εφημερίδας, μέχρι ένα ολόκληρο διήγημα «Εν Αχλαδιά», υπό μορφή επιστολής ενός ονόματι Δημήτρη προς φίλο του, ονόματι Θανάση, που “προτίθεται να περάσει και από την Αχλαδιά”. Ελλειπτικό το διήγημα, παραθέτει εντός της επιστολής απόκομμα της εφημερίδας «Εθνικός λόγος», με δημοσιευθείσα επιστολή ημερομηνίας 5η Απριλίου 1946, υπογεγραμμένη από τους “Εθνικόφρονες κατοίκους Αχλαδιάς”. Όπου δίνεται “κατάλογος 23 ομοχωρίων τους”, που απείχαν των εκλογών της 31ης Μαρτίου 1946. Το διήγημα κορυφώνεται με το ειρωνικό υστερόγραφο για την τύχη τους.
Στον δημοσιογραφικό σχολιασμό του βιβλίου του, ο Πετσετίδης παρακάμπτει τις άλλες τρεις ενότητες, διατυπώνοντας κάποιες απόψεις περί αφηγηματικών τρόπων. Δείχνει σαν να αντιδικεί με φανταστικό συνομιλητή, όταν υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης ή πώς δεν βρίσκει άσχημη ιδέα το κατά παραγγελία διήγημα, αφού το προεξάρχον στοιχείο είναι η τεχνική, η μορφή. Μένει ζητούμενο για ποιον είναι το προεξάρχον, για τον συγγραφέα ή για τον αναγνώστη; Εκείνο, πάντως, που αποκομίζει ο αναγνώστης είναι ότι η μορφική επινοητικότητα κάνει θαύματα, καθώς κατορθώνει να αναδείξει μάλλον αδύνατα διηγήματα, που στηρίζονται σε ένα παιγνιώδες ή και ανεκδοτολογικό εύρημα. Για παράδειγμα, ένα περιστατικό από την εποχή που πρυτάνευε το δίπτυχο θρησκεία-οικογένεια ή ένας εφηβικός έρωτας, μπορούν να κινήσουν το ενδιαφέρον ανάλογα με τον τρόπο της διήγησης. Σαν ιδέες, κατά τα δικά μας γούστα, υστερούν τα διηγήματα της τελευταίας ενότητας. Πιθανώς, γιατί μας απωθούν οι γνωριμίες του Διαδικτύου και οι ιστορίες, όχι και λίγες, που αυτές εμπνέουν. Ομοίως, οι εκτροπές των συγγραφέων προς εδάφη επιστημονικής φαντασίας ή και ονειρικά. Τέλος, σε έναν δόκιμο διηγηματογράφο πιστεύουμε πως δεν επιτρέπεται η χαλαρότητα ούτε οι πομπώδεις φράσεις, ιδιαίτερα οι καταληκτικές, κάπως ασαφούς νοήματος. Θεωρήσαμε ότι επιβάλλεται να ολοκληρώσουμε την βιβλιοπαρουσίαση με αυτούς τους αυστηρούς τόνους, καθώς ο Πετσετίδης είναι συνεργάτης της εφημερίδας και μπορεί να κατηγορηθούμε για ευμενή αντιμετώπιση. Βεβαίως, ουδέποτε τον συναντούμε, αλλά η ρήση για τη γυναίκα του Καίσαρα αυτά επιτάσσει.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 23/11/2014.
Φωτογραφία: Α. Τάσσος, «Λεπτομέρεια Εμφυλίου Πολέμου. Ο νεκρός», χαρακτικό, 1961.
Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014
Στον αστερισμό της γυναικοκρατίας
Χριστίνα Καράμπελα
«Καιροί τέσσερεις»
Εκδόσεις Πόλις
Φεβρουάριος 2014
Από πόσα βιβλία, τελικά, άντλησε έμπνευση η Χριστίνα Καράμπελα για το στήσιμο του πρώτου της βιβλίου; Ή μήπως από κανένα, αφού, όπως εξομολογείται στις συνεντεύξεις της, διαβάζει κυρίως κλασικούς συγγραφείς; Η αίσθηση προμνησίας, δηλαδή του ήδη ιδωμένου, που είχαμε διαβάζοντας το μυθιστόρημά της, μπορεί να είναι αποκύημα των δικών μας αναγνώσεων. Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο, που φανερώνει ταυτόχρονα και τη δομή του μυθιστορήματος. Είναι παρεμφερής με εκείνον του προ δεκαετίας μυθιστορήματος της Λίλας Κονομάρα, «Τέσσερις εποχές-λεπτομέρεια». Εκείνης ήταν το δεύτερο βιβλίο μετά το «Μακάο», που της είχε εξασφαλίσει το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου του έτους 2002. Τα δυο μυθιστορήματα συγγενεύουν ως ένα βαθμό και μορφικά, καθώς, σε αμφότερα, παρατάσσονται οι λόγοι διαφορετικών προσώπων. Τριών στης Κονομάρα, τεσσάρων στο πρόσφατο, μάλλον έξι αν μετρήσουμε και τον ένδον λόγο δυο γυναικών, που είναι μεν κύρια πρόσωπα της μυθοπλασίας, αλλά έχουν ρόλους μικρότερης έκτασης. Στο μυθιστόρημα της Καράμπελα, μάλιστα, προς επίτευξη μίας πλέον επεξεργασμένης μορφής, έκαστος λόγος δεν αποδίδεται μόνο σε πρώτο πρόσωπο, αλλά μέρος του σε δεύτερο, ή, συχνότερα, σε τρίτο. Έτσι, η συγγραφέας εκμεταλλεύεται ακόμη μία μορφή, αυτήν του ελεύθερου πλάγιου λόγου, για να προβάλλει την ψυχοσύνθεση των προσώπων.
Η κατ’ εξαίρεση χρήση στον τίτλο του καιρού ως συνώνυμου της εποχής και η επίταση σημασίας δια της αντιστροφής της θέσης ουσιαστικού επιθέτου μπορεί να έγινε από ποιητική διάθεση αλλά και για να αποφευχθεί η σύμπτωση, όχι με το βιβλίο της Κονομάρα, που, το πιθανότερο, η συγγραφέας να το αγνοούσε, αλλά με το πασίγνωστο έργο του Βιβάλντι. Σε κανένα, πάντως, από τα δυο μυθιστορήματα δεν γίνεται αναφορά στο συγκεκριμένο έργο. Στην αγγλική, ωστόσο, μετάφραση του μυθιστορήματος της Καράμπελα, όταν με το καλό έρθει η ώρα της, την ταύτιση του τίτλου με το ιστορικό μυθιστόρημα για τη Βενετία του Βιβάλντι της Αμερικανίδας Λώρελ Κορόνα, «Οι τέσσερις εποχές», δεν θα την αποφύγει. Η Κονομάρα δεν είχε παρόμοια έγνοια, καθώς το μυθιστόρημά της εκδόθηκε τέσσερα χρόνια πριν το αμερικανικό μπεστ-σέλερ. Όπως και να έχει, στο μυθιστόρημα της Καράμπελα, την ακοή των ηρώων την ευφραίνουν μόνο οι ήχοι της φύσης. Όσο αφορά τις δυο Ελληνίδες συγγραφείς, εκτός από την ηλικιακή σύμπτωση και το ενδιαφέρον τους για την ξένη λογοτεχνία – καθηγήτρια γαλλικών η Κονομάρα, πτυχιούχος μεταφράστρια ιταλικών η Καράμπελα – ένα άλλο κοινό τους σημείο είναι η ιδιαίτερη αδυναμία που δείχνουν στις μορφικές κατασκευές, όπου συγχωνεύουν ποικιλία αφηγηματικών ειδών, πρωτότυπων ή δάνειων, πιθανώς ενσυνείδητων ίσως όμως και αποτέλεσμα κρυπτομνησίας. Επίσης, θεματικά κινούνται στην ίδια ευρεία περιοχή υπαρξιακών και κοινωνικών προβλημάτων σε ένα σύγχρονο, ρεαλιστικό πλαίσιο. Ωστόσο, και οι δύο, η Κονομάρα περισσότερο στα πρώτα της βιβλία, προσπαθούν να ενθέσουν υπερβατικά στοιχεία. Μόνο που η Κονομάρα δεν επικεντρώνονται στο φύλο των προσώπων, ενώ η Καράμπελα, σε αυτό το πρώτο βιβλίο, δίνει προνομιούχο θέση στη γυναικεία διάσταση του κόσμου, στήνοντας την άλυσο μιας μητριαρχίας σε χρονικό βάθος τεσσάρων γενεών.
Εδώ, η αναγνωστική μας προμνησία ανασύρει ένα μυθιστόρημα, που είχε εκδοθεί προ εικοσαετίας. Το δεύτερο της Ευγενίας Φακίνου, «Το έβδομο ρούχο», που παραμένει ανάμεσα στα καλύτερά της. Σε αυτό, η μητριαρχική γενεαλογία απλώνεται σε τρεις γενιές και αντίστοιχα, η αφήγηση μοιράζεται σε τρεις φωνές, που εναλλάσσονται. Πάντως, και στις δυο περιπτώσεις, της Φακίνου και την πρόσφατη, η χρονική αφετηρία τοποθετείται στη Σμύρνη, τον καιρό της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ένα άλλο κοινό σημείο, που προσθέτει ιδιάζουσα πνοή στην αφήγηση είναι το μυθολογικό υπόστρωμα. Σε αμφότερα τα μυθιστορήματα, στο συναισθηματικό δεσμό μάνας-κόρης προβάλλει ο μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης, όπου, για το Δήμητρα χρησιμοποιείται εναλλακτικά το υποκοριστικό Ρούλα. Στης Φακίνου, μάλιστα, δεν έχει διακοσμητικό ρόλο, αλλά συμβάλλει στην πλοκή, καθώς η Μικρασιάτισσα πρόσφυγας, όταν χάνει την κόρη της, ξεκινάει ταξίδι στα ίχνη της συνονόματής της θεάς. Στο πρόσφατο, προβλέπονται και άλλες μορφές του Κάτω Κόσμου, τουλάχιστον ονομαστικά, μία Ευρυδίκη και ένας ήρωας, ονόματι Χαριτόπουλος, στον οποίο προσδίδονται χαρακτηριστικά ψυχοπομπού Χάροντα. Ωστόσο, έτσι όπως περιγράφεται το παρουσιαστικό του, σε συνδυασμό με την ακατανίκητη έλξη που ασκεί σε ορισμένες γυναικείες υπάρξεις, φέρνει περισσότερο προς τους αμερικανικής κοπής βρικόλακες. Ένα ακόμη μυθολογικό πρόσωπο είναι η Ερατώ, προστάτιδα των ερωτικών σχέσεων. Καθόλου τυχαία, έτσι ονομάζεται η Σμυρνιά προγιαγιά, που είναι η μόνη της οικογένειας θερμή στα ερωτικά.
Και για να ολοκληρώσουμε την ανιχνευτική παράλληλη ανάγνωση, σε αμφότερα τα μυθιστορήματα, προνομιούχος δίαυλος υπερβατικών δυνάμεων αποβαίνει η φύση και κυρίως τα δέντρα. Με ένα μαγικό δέντρο ανοίγει και κλείνει το μυθιστόρημα της Φακίνου, προσφέροντας μεταφυσική ή και παραμυθητική διάσταση σε όσα συμβαίνουν. Ενώ, η Καράμπελα δοκιμάζεται στα δύσκολα, εμφανίζοντας την προγιαγιά ως μία φασματική ύπαρξη, που επιτυγχάνει σύνδεση με τον κόσμο των ζωντανών εντός της οικογενειακής οικίας και του κτήματος που την περιβάλλει. Από μία άποψη, το ότι ονομάζει την οικία πύργο προοικονομεί την ύπαρξη ενός προγονικού φαντάσματος, που να τον στοιχειώνει. Από την άλλη, ένας πύργος στην οδό Χρυσανθέμων στα όρια Μαρουσίου-Χαλανδρίου, παράλληλος των οδών Υακίνθων, Ρόδων, Κρίνων, δεν έχει τίποτα το εξωπραγματικό, καθώς σε ολόκληρη την περιοχή, ιδίως λίγο βορειότερα, προς στην Κηφισιά, σώζονται από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου οξυκόρυφες επαύλεις, αποκαλούμενες πύργοι. Χτίστηκαν από προύχοντες γηγενείς ή Έλληνες της διασποράς με την προοπτική του επαναπατρισμού. Ένας από αυτούς είναι ο προπάππος του μυθιστορήματος, που στάθηκε προνοητικός και τον έχτισε πριν την Μικρασιατική Καταστροφή. Ειδάλλως θα ερχόταν ως πρόσφυγας, όπως οι πολλοί, και θα κατέληγε υπηρέτης ή κηπουρός στον κήπο του πύργου.
Σύμφωνα με τη μυθοπλασία, το φάντασμα της προγιαγιάς αποκαθιστά πνευματική σύνδεση με τις απογόνους της, αλλά και τους υπόλοιπους εντός του πύργου και του κήπου, μέσω ιπτάμενων επιστολών. Ακόμη ένα εύρημα από αμερικανικής κοπής μπεστ-σέλερ, τύπου Χάρι Πόττερ. Πάντως, το μικτό καθαρευουσιάνικο λεκτικό, χαρακτηριστικό μίας εποχής και της αντίστοιχης ημιμάθειας, μαζί με το περιεχόμενο των επιστολών, νουθεσίες που έρχονται από το υπερπέραν και βγάζουν τα άπλυτα της οικογένειας στη φόρα, δίνει έναν ευτράπελο τόνο. Το ίδιο συμβαίνει και με το στοίχειωμα του πύργου, που φέρνει η παρουσία του φαντάσματος, καθώς αυτό γίνεται, σε όλες τις περιπτώσεις, αισθητό από κάποιον που βρίσκεται σε σεξουαλική διέγερση. Αυτά μπορούν να εκληφθούν και ως δάνεια από μυθιστορήματα μαγικού ρεαλισμού. Μόνο που μένουν εμβόλιμα, χωρίς να διαποτίζουν αφηγηματικά την μυθοπλαστική ατμόσφαιρα. Παρόλο, όμως, που δεν υπάρχει ο μετεωρισμός μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, χαρακτηριστικός των λατινοαμερικάνικων μυθιστορημάτων, η συγγένεια του μυθιστορήματος της Καράμπελα με εκείνο της Μεξικάνας Λάουρας Εσκιβέλ, «Σαν νερό για ζεστή σοκολάτα», παραμένει. Ήταν το πρώτο βιβλίο της, που εκδόθηκε το 1989 και έγινε μπεστ-σέλερ σε Αμερική και Ευρώπη. Στα ελληνικά μεταφράστηκε το 1993 από την Κλαίτη Μπαράχας, σήμερα γνωστή ως Κλαίτη Σωτηριάδου. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα μαγικού ρεαλισμού, γυναικείας έμπνευσης, καθώς το κυρίως δωμάτιο του σπιτιού είναι η κουζίνα και ο δρόμος των συναισθημάτων περνάει από το στομάχι. Λίγο πολύ όπως συμβαίνει και στο μυθιστόρημα της Καράμπελα. Αντίστοιχα, το βιβλίο της Εσκιβέλ δεν χωρίζεται σε τέσσερις εποχές αλλά σε δώδεκα μήνες, όπου το κάθε κεφάλαιο ανοίγει με μια παραδοσιακή μεξικάνικη συνταγή.
Στο βιβλίο της Καράμπελα, η Σμυρνιά προγιαγιά, η γιαγιά Δήμητρα ή Ρούλα, μέχρι η Ευρυδίκη, που έχει τη θέση της οικονόμου στον πύργο, αλλά κύρια απασχόλησή της είναι η μαγειρική, όλες φτιάχνουν γλυκά του κουταλιού από τα φρούτα του κήπου. Σωστή τελετουργία συνιστά η παρασκευή τους, με τις μυρωδιές και τις γεύσεις να συνδέουν το παρόν με τα περασμένα. Ένας εναλλακτικός τίτλος για το μυθιστόρημα θα ήταν «Γλυκά του κουταλιού», αλλά πρόλαβε η Ελένη Ζαχαριάδου. Με αυτόν τον τίτλο κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο της, μία συλλογή πέντε ιστοριών, το 2003. Είχε προηγηθεί ένα χρόνο πριν ένα μυθιστόρημα. Στους πρωτοεμφανιζόμενους του 2002 ταξινομείται η Ζαχαριάδου, μαζί με την Κονομάρα, την βραβευμένη εκείνου του έτους. Τότε, ακόμη, είχαμε ένα βραβείο για τα πρωτάκια. Αυτή δέκα χρόνια νεότερη, συζητήθηκε χάρις στο δεύτερο βιβλίο της. Κάθε ιστορία και ένα διαφορετικό γλυκό του κουταλιού, που αποκτά συμβολική σημασία για τη ζωή των ηρώων. Η πρώτη ιστορία είναι για μια Σμυρνιά, που έρχεται πρόσφυγας, παντρεύεται τον βάναυσο αφέντη ενός απόμακρου ελληνικού χωριού, και τέλος, απαλλάσσεται από αυτόν με γλυκό του κουταλιού βύσσινο. Η Ρούλα στο μυθιστόρημα της Καράμπελα τον ταίζει κυδωνόπαστο.
Μέσα σε μία 25ετία από το μυθιστόρημα της κουζίνας της Εσκιβέλ, τουλάχιστον τρία ελληνικά βιβλία κινήθηκαν στον αστερισμό της κουζίνας: το «Γιάντες» της Αμάντας Μιχαλοπούλου, η συλλογή της Ζαχαριάδου και το μυθιστόρημα της Καράμπελα. Το καθένα με διαφορετική εστίαση και τη δική του αυτοτέλεια. Ωστόσο, το πρόσφατο δείχνει καλειδοσκοπικό, έτσι που αλλάζει κέντρο βάρους. Το πιο ενδιαφέρον και κυρίαρχο μοτίβο είναι η μισανδρία του χορού των γυναικών. Τα αρσενικά εμφανίζονται υποδεέστερα, μέχρι που θανατώνονται όταν επιτελούν τον προορισμό τους. Για τις παλαιότερες γενιές, αυτός ήταν η γονιμοποίηση, για τις νεότερες, με την εξέλιξη της τεχνολογίας, χρειάζονται μόνο για την ρήξη του υμένα, μην και βρεθούν παρθένες κατά την σπερματέγχυση. Προς το τέλος του βιβλίου, ωστόσο, υπερισχύει το πολυσυζητημένο μοτίβο αναζήτησης της γυναικείας ταυτότητας, είτε δια της μητρότητας είτε με ένα ταξίδι στις οικογενειακές ρίζες. Έτσι, η τελευταία απόγονος, η Πέρσα, από το Περσεφόνη, βρίσκει τον εαυτό της σε ένα παγκάκι στην παραλία της Σμύρνης, αφού έχει επισκεφτεί το σπίτι που έζησαν η προγιαγιά, η γιαγιά και η μάνα της. Την έχει κατακλύσει η αίσθηση του deja vu, όπως και εμάς. Πάντως, τελικά, είναι ένα μυθιστόρημα της κουζίνας με χάπι-εντ. Λείπει, βεβαίως, το οργασμικό τέλος του μεξικάνικου μυθιστορήματος, υπάρχουν όμως προς εξισορρόπηση ουκ ολίγες σκηνές με γυναίκες σε οιστρηλασία, που απομυζούν κάποιον, φύσει ή θέσει, μειονεκτικό αρσενικό.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/11/2014.
Φωτογραφία: Έπαυλη στην Κηφισιά, του 1890. Αρχιτεκτονικά, πρόκειται για μορφή γερμανικού πύργου -αγροικίας του 19ου αι.
Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014
Χτες στη ντουλάπα, σήμερα σημαιοφόροι
Δημήτρης Παπανικολάου
«Σαν κ’ εμένα καμωμένοι.
Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης
και η ποιητική της σεξουαλικότητας»
Εκδόσεις Πατάκη
Μάιος 2014
Ο Δημήτρης Παπανικολάου εξομολογείται στην πρώτη συνέντευξη, που έδωσε μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του, πως ήταν συναισθηματικά φορτισμένος, για την ακρίβεια θυμωμένος, όταν το έγραφε. Είναι το δεύτερο βιβλίο του και το πρώτο στα ελληνικά. Θέλησε αυτό το πρώτο βιβλίο στη μητρική του γλώσσα να είναι για τον Καβάφη, με τον οποίο ασχολείται από δεκαετίας. Ουσιαστικά, από τότε που αρχίζει να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου σήμερα είναι αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών. Στο ίδιο Πανεπιστήμιο, στην έδρα της Ποίησης, δίδαξε μετά τον πόλεμο Καβάφη ο ελληνιστής Σέσιλ Μώρις Μπάουρα, επικεντρώνοντας τις ομιλίες του στη σχέση του Αλεξανδρινού με το ελληνικό παρελθόν. Εκείνος ξεκινούσε από την αρχαία ελληνική ποίηση, ο Παπανικολάου, κι αυτός κλασικός φιλόλογος, τον προάγει σε ένα πεδίο ευρύτερο του αμιγώς λογοτεχνικού, προτείνοντας μία “νέα ανάγνωση” από την πλευρά των σπουδών φύλου και σεξουαλικότητας. Σε αυτήν την επιλογή τον ώθησε η διαπίστωση, πως κανείς δεν έχει ασχοληθεί με τον Καβάφη κάτω από τη συγκεκριμένη οπτική. Άλλωστε, η εν λόγω έλλειψη ενδιαφέροντος από την πλευρά της ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας και ευρύτερα της ελληνικής κριτικής, σε συνδυασμό με την αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας είτε με αποσιώπηση είτε με απαξίωση, είναι αυτό που τον θυμώνει. Το γεγονός ότι η πρώτη Σχολή Σπουδών Φύλου, αν δεν σφάλλουμε, προέκυψε στις ΗΠΑ μόλις το 1989 και στην Ελλάδα, υπό τη μορφή Εργαστηρίου του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου το 2006, φαίνεται να μην το συνυπολογίζει, μάλλον παρασυρόμενος από την προσωπική του, προνομιούχο εμπειρία. Εμπλεκόμενος ο ίδιος, κρίνει μέσα από τον δικό του χωρόχρονο: Λονδίνο-αρχές 21ου.
Η περίπτωση του Παπανικολάου παρουσιάζει ενδιαφέρον. Γεννημένος στην Αθήνα 40 χρόνια μετά τον θάνατο του Καβάφη, ολοκληρώνει το 1995 πανεπιστημιακές σπουδές στο Καποδιστριακό και στη συνέχεια σπουδάζει για δυο χρόνια μουσική και φλάουτο στο Ωδείο Αθηνών. Ως υπότροφος του ελληνικού κράτους, κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στη συγκριτική λογοτεχνία και τη μεταφρασεολογία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το 2002 παρουσιάζει διδακτορική διατριβή, που αργότερα αποτέλεσε το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο, «Singing poets: Popular Music and Litterature in France and Greece (1945-1975): Reading Brassens, Ferre, Theodorakis, Savvopoulos». Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα παραμένουν σε διεπιστημονικούς τομείς: συγκριτική λογοτεχνία, ελληνική και ξένη, μουσική, κινηματογράφος και κυρίως, στην αλληλεπίδραση όλων αυτών με τις σπουδές φύλου και σεξουαλικότητας. Σήμερα διδάσκει σε μεταπτυχιακούς φοιτητές στο International Gender Studies Center του πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Εκείνο που τον φέρνει στην ελληνική επικαιρότητα, καίτοι μόνιμος κάτοικος Αγγλίας, είναι το Αρχείο Καβάφη. Με την αλλαγή ιδιοκτήτη του Αρχείου, Δεκέμβριο 2012, ο Παπανικολάου ανέλαβε επιστημονικός σύμβουλος. Ο τίτλος δηλώνει θέση γνωμοδοτικού χαρακτήρα, ενώ, στην πράξη, καθώς ο νέος ιδιοκτήτης δεν ανήκει στη χορεία των συγγραφέων και μελετητών, η δικαιοδοσία διευρύνεται. Ο Παπανικολάου φαίνεται να επέχει σήμερα τη θέση διευθύνοντα του Αρχείου.
Ωστόσο, το βιβλίο του ελκύει από μόνο του την προσοχή, καθώς εισάγει στα ανοίκεια για τον Έλληνα αναγνώστη πεδία των φυλετικών σπουδών. Επικεντρώνεται στη διττή ιδιότητα του ομοφυλόφιλου και ποιητή, επιλέγοντας ως πρότυπο παράδειγμα τον Καβάφη. Το γεγονός ότι είναι θυμικά γραμμένο μπορεί να αποτελεί μειονέκτημα για ένα ακαδημαϊκό σύγγραμμα, συνιστά όμως ατού για ένα βιβλίο, που απευθύνεται στο πλατύτερο κοινό. Με την ευθύτητα ενός λόγου σχεδόν προφορικού, σαν ομιλία με διάσπαρτα δοκιμιακής υφής μέρη, αναζητείται το πώς διαμορφώνεται σταδιακά η σεξουαλική ταυτότητα την εποχή του Καβάφη και σήμερα. Στην ερμηνεία των τεκμηρίων, καβαφικών ποιημάτων και σημειωμάτων, έρχεται σε επικουρία η εμπειρία του σύγχρονου ομοφυλόφιλου για το πώς η συνειδητοποίηση του κοινωνικού φύλου οδηγεί σε πολιτικού χαρακτήρα τοποθετήσεις ως προς τους μηχανισμούς εξουσίας, καταπίεσης και αντίστασης.
Η δομή του βιβλίου δεν είναι χρονολογική, ούτε ακριβώς θεματική. Ο πρόλογος και τα πέντε κεφάλαια αφορμώνται από παλαιότερες συζητήσεις, τις οποίες συνεχίζουν, αντιδικώντας με γνωστές θέσεις και δίνοντάς τους νέα τροπή. Τα κεφάλαια υποδιαιρούνται σε μικρότερες ενότητες, εστιασμένες σε επιμέρους πτυχές, τις οποίες σηματοδοτούν προκλητικοί τίτλοι δημοσιογραφικής ευθυβολίας. Σε κάθε ενότητα επιλέγεται ως έναυσμα ένα παρελθοντικό κατάλοιπο, που μπορεί να είναι δημοσίευμα, εκδήλωση, αρχειακό εύρημα και κυρίως, στοιχεία από το καβαφικό σώμα, στίχοι ή και ολόκληρα ποιήματα, προσωπικά σημειώματα. Έτσι η αφήγηση συμβαδίζει με τη σημερινή περί Καβάφη γνώση.
Με αυτήν την υφολογική στρατηγική κερδίζουν έδαφος οι απόψεις του μελετητή, τουλάχιστον όσο αφορά ένα νεότερο κοινό, που προσέρχεται παρθένο στα καβαφικά. Από μια άποψη, αυτό το κοινό είναι και το ζητούμενο, γιατί για τους παλαιότερους, η αποδοχή της “νέας ανάγνωσης” που αναπτύσσεται στο βιβλίο, θα συνιστούσε μία ευρύτερη, κατά Τόμας Κουν, “αλλαγή παραδείγματος”. Δεν θα σήμαινε δηλαδή, μόνο την αποδοχή στην αντιμετώπιση ενός λογοτεχνικού έργου εξωλογοτεχνικών παραγόντων, αλλά θα προϋπέθετε και μία επαναστατική ανατροπή ως προς τις φυλετικές σχέσεις. Κάτι παρόμοιο, σε περιοχές των ανθρωπιστικών επιστημών, απαιτεί σταδιακές διαφοροποιήσεις του κοινωνικού και πολιτισμικού κλίματος, που δεν έχουν ακόμη λάβει τέτοια έκταση. Σήμερα, τα θέματα ταυτότητας και φύλου προκαλούν ανησυχία. Θα πρέπει να αλλάξουμε ματογυάλια, όπως πλαγίως συνιστά ο Μισέλ Φουκώ, για να δούμε τους “anormaux”, “normaux”. Παρόμοιες ριζοσπαστικές διαφοροποιήσεις μπορεί να προκύψουν, δεν αποκλείεται όμως να παραμείνουν ουτοπικό όραμα μειοψηφίας.
Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, που αναφέρεται στην πρόσληψη του καβαφικού έργου, διαχωρίζει “ομαλούς και ανώμαλους”. Ήδη, όμως, ο τίτλος του βιβλίου, δηλώνει εμφατικά την ύπαρξη μιας διαφορετικής κοινότητας. Αλιεύεται από ένα καβαφικό σημείωμα, με ημερομηνία 15.12.1905, για να σηματοδοτήσει αυτήν την καινοφανή κοινότητα. Σε μία εποχή που οι ιδεολογικές συλλογικότητες έχουν αποδυναμωθεί, η ένταξη σε μια παγκόσμια κοινότητα αποπνέει αίσθηση ασφάλειας. Σύμφωνα με τον υπότιτλο του βιβλίου, ως προφήτης και αρχηγέτης προβάλλει “ο ομοφυλόφιλος Καβάφης”. Ο Παπανικολάου σχολιάζει προλογικά ότι θεωρεί ακριβέστερο το “κουήρ Καβάφης”, που αποδίδεται ως αλλόκοτος. Αρχικά, στα αγγλικά, η λέξη ήταν κακόσημη, ωστόσο υιοθετήθηκε προς αντικατάσταση του γκέι, ως αρκούντως αόριστη και άρα, προσφερόμενη για ανανοηματοδότηση. Με τη χρήση της σε ακαδημαϊκό επίπεδο, επιδιώκεται η σεξουαλικότητα να μην ταυτίζεται απόλυτα με το φύλο, αλλά να παραμένει αόριστη σε συμφωνία με τις ερωτικές επιθυμίες, που οδηγούν σε ηδονές κατά μόνας ή συντροφευμένες.
Ας επανέλθουμε, λοιπόν, στον Καβάφη, όχι όμως μεμονωμένα στον ποιητή, ούτε “βιογραφίστικα”. Αλλά σε έναν Καβάφη προάγγελο κοινωνικών ανατροπών, πέραν του πεδίου της ποίησης. Στο διάλογο με τους παλαιότερους, που ανοίγει ο Παπανικολάου, σε ορισμένες περιπτώσεις, φαίνεται να μη δίνει την αναλογούσα σημασία στην παράμετρο του χρόνου. Παράδειγμα, η αναφορά του στις αντιδράσεις που προκάλεσε το editorial στο αφιερωματικό τεύχος του «Journal of the Hellenic Diaspora» για τα 50 χρόνια από το θάνατο του Καβάφη. Συγκεκριμένα, η επιγραμματική απόφανση: «Cavafy is neither “perverse” not “obsessed” nor even “erotic”. Cavafy is gay.», την οποία μεταφράζει: «Ο Καβάφης δεν είναι πρόστυχος, ούτε μονομανής, ούτε καν ερωτικός. Ο Καβάφης είναι γκέι». Ακριβέστερα, τα επίθετα θα αποδίδονταν, αντίστοιχα, ως διεστραμμένος, ιδεοληπτικός, ερωτικός και κυρίως, το τελευταίο ως ομοφυλόφιλος. Εν έτει 1983, αλλά ακόμη και μέχρι σήμερα, οι δυο λέξεις στα ελληνικά δεν είναι ακριβώς συνώνυμες.
Στον αγγλόφωνο κόσμο, μετά τον Πόλεμο, υιοθετήθηκε το γκέι ακόμη και σε ακαδημαϊκό επίπεδο, λ.χ., οι σπουδές φύλου αρχικά αποκαλούνταν “σπουδές γκέι και λεσβιακές”, προς αντικατάσταση της λέξης ομοφυλόφιλος, που είχε προσλάβει μία δυσάρεστα κλινική χροιά, καθώς η ομοφυλοφιλία αναγνωριζόταν επίσημα ως πνευματική νόσος. Αντιθέτως, στα καθ’ ημάς, το μεν ομοφυλόφιλος ως παραλλαγμένο αντιδάνειο του γερμανικού homosexual διατηρούσε την ουδετερότητά του, ενώ το γκέι εισήχθη στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, ως σύνδρομο των μπαρ και της τουριστικής επέλασης. Εξαρχής, εκτός της κοινότητας των εμπλεκομένων, ήταν κακόσημο. Σε αυτό, όπως είναι προφανές και από τις περικοπές των κειμένων τους, αντέδρασαν οι Γ. Π. Σαββίδης, Δ. Μαρωνίτης, Χαρίκλεια Βαλιέρι κόρη του τριτότοκου Αριστείδη Καβάφη. Τους ενόχλησε το φορτίο της λέξης γκέι, όπως, αντίστοιχα, το φορτίο της λέξης ομοφυλόφιλος είχε ενοχλήσει τους νεότερους αγγλόφωνους. Ο Παπανικολάου αναφέρεται στην ιστορικότητα των όρων, παραβλέπει όμως τις διαφορετικές αποχρώσεις τους στις δυο γλώσσες.
Το βιβλίο εκκινεί με τη φράση του Σαββίδη, «...the erotic poems… earned for Cavafy the ineptly catachrestic label of gay…», που αλλοιώνεται στη μετάφραση. Σημαίνει «...η ερωτική πλευρά εξασφάλισε στον Καβάφη την ανόητα υπερβολική ετικέτα του γκέι...» και όχι, «...την ανάρμοστη και καταχρηστική...». Πιθανώς, λεπτομέρειες. Έτσι κι αλλιώς, παραμένει ένα εφετζίδικο άνοιγμα. Ωστόσο, δεν καλλιεργεί τον διάλογο, αντιθέτως του δίνει εξαρχής επιθετικό τόνο. Το ίδιο θα ισχυριζόμαστε και για το ξεκίνημα του πρώτου κεφαλαίου, όπου ολόκληρο το βιβλίο παρουσιάζεται σαν αντίδραση σε ένα δημοσίευμα, που, κατά τη γνώμη του μελετητή, συνιστά κάτι σαν επιτομή της παραδοσιακής ελληνικής καβαφικής κριτικής, αναδεικνύοντας την ομοφοβική στάση της. Συγκεκριμένα αναφέρεται στη φωτοσειρά του ζωγράφου-φωτογράφου Δημήτρη Γέρου, όπου εικονογραφεί καβαφικά ποιήματα με σκηνοθετημένες από τον ίδιο, βάσει συγκεκριμένου κάθε φορά στίχου ή και ποιήματος, φωτογραφίες γνωστών συγγραφέων και εικαστικών καλλιτεχνών. Στη ρεαλιστική αυτή προσγείωση της καβαφικής ποίησης στη σύγχρονη καθημερινότητα, με τη δημόσια περίπτυξη ενός ομοφυλόφιλου ζευγαριού προς εικονογράφηση του ποιήματος «Πολυέλαιος», είχε αντιδράσει με καυστικό άρθρο ο Γ. Γιατρομανωλάκης. Από αυτό ορμώμενος ο Παπανικολάου, χωρίζει τους μελετητές σε δυο ομάδες, “τους παλιακούς Καβαφιστές” και τους “Cavafistas”, που βλέπουν τον Καβάφη ως “τον πρωτοτυπικό ομοφυλόφιλο ποιητή της νεωτερικότητας”.
Βεβαίως, ο καθένας αντιλαμβάνεται έναν συγγραφέα και το έργο του μέσα από τη δική του οπτική. Ωστόσο, οι διαχωριστικές γραμμές, ιδίως όταν τραβιούνται με ύφος φανατικού φίλαθλου, είναι επισφαλείς. Πόσω μάλλον όταν έρχονται από τον διευθύνοντα το Αρχείο Καβάφη. Ο ίδιος διατυπώνει έντονα και κατ’ επανάληψη στο βιβλίο του παράπονα ότι στην τελευταία δεκαετία το Αρχείο Καβάφη στάθηκε απέναντί του ένα κλειστό Αρχείο, δυσχεραίνοντας την ερευνητική του εργασία. Μόνο που παρόμοια παράπονα διατυπώνονται από μελετητές και μετά την αλλαγή ιδιοκτήτη. Αλλά σε ένα ιδιωτικό Αρχείο, είναι στη διακριτική ευχέρεια του διευθύνοντα να επιτρέπει την είσοδο ή να την απαγορεύει, προς διαφύλαξη του Αρχείου από κακή χρήση, όπου θα μπορούσε να περιλαμβάνονται και οι ανεπιθύμητες αναδιφήσεις. Ο ίδιος δεν είχε το χρόνο να το ερευνήσει, μόνο σε υποσελίδια σημείωση αναφέρονται κάποια ευρήματα, με την υπόσχεση πως τα όποια άλλα εντοπιστούν θα στοιχειοθετήσουν τα μελλοντικά βιβλία του περί Καβάφη.
Με τη σημερινή εποπτεία του, προχωράει σε μία μάλλον παρακινδυνευμένη υπόθεση εργασίας. Υποστηρίζει ότι ο Καβάφης οργάνωσε τι θα αφήσει πίσω του, κρατώντας ενδεικτικά μόνο τεκμήρια των ενδιαφερόντων του και όχι το σύνολο χαρτιών και βιβλίων. Το χαρακτηρίζει “αρχείο παραδειγματικό”, με την έννοια ότι περιέχει παραδείγματα ενός υλικού. Συμπεραίνει, λ.χ., ότι υπήρχαν περισσότεροι του ενός φάκελοι με αποκόμματα γαλλικών εφημερίδων γύρω από ομοφυλόφιλα σκάνδαλα στα τέλη του 19ου αι., καθώς και περισσότερες δικές του ημερολογιακές σημειώσεις, που κατέστρεψε. Σύμφωνα με τον μελετητή, κάτι τέτοιο θα έδειχνε πως “στη διαμόρφωση της ποιητικής υποκειμενικότητας” υπήρχε “συναίσθηση παραδειγματικότητας”. Λείπουν, όμως, τα τεκμήρια ή κάποια μαρτυρία για παρόμοια εκκαθάριση. Ο μοναδικός φάκελος σκανδάλου που εντοπίστηκε, αφορά την περίπτωση ενός ομοφυλόφιλου που θεωρεί ότι οι ερωτικές του εμπειρίες έχουν λογοτεχνικές αξιώσεις και τις εκμυστηρεύεται επιστολικά στον Εμίλ Ζολά. Πάνω σε αυτό, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως η πιθανή λογοτεχνικότητα παρόμοιων αφηγήσεων ήταν αυτή που παρακίνησε τον Καβάφη να κρατήσει τα συγκεκριμένα αποκόμματα.
Η υπόθεση της ύπαρξης ενός “παραδειγματικού αρχείου” αλλά και ο τρόπος, με τον οποίο ο Καβάφης κοινοποιούσε τα ποιήματά του, εναλλάσσοντας φυλλάδια και δημοσιεύσεις, αποφεύγοντας συστηματικά την έκδοση βιβλίου και κρατώντας γεμάτο με ανέκδοτα ή και κρυμμένα το “συρτάρι” του, ωθούν τον Παπανικολάου στη σύλληψη μιας ιδιαίτερης μορφής του αποκαλούμενου “the closet syndrome”. Η λέξη σύνδρομο δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει στον Φρόυντ, ο οποίος, μη θεωρώντας καμιάς φύσεως ασθένεια την ομοφυλοφιλία, δεν ασχολήθηκε με το θέμα. Το εν λόγω σύνδρομο προέκυψε όψιμα, στη δεκαετία του 1960, και αφορά τον “κρυφό” ομοφυλόφιλο, που γεμάτος ενοχές κρύβεται στη ντουλάπα μέχρι που αποφασίζει να εγκαταλείψει την κρυψώνα του και να “εκδηλωθεί”. Ακούστηκε ως σύνθημα στη φετινή Pride Parade, που συνέπεσε με την κυκλοφορία του βιβλίου: «Χθες στη ντουλάπα, σήμερα στους δρόμους, αύριο με τα παιδιά μας». Ο Παπανικολάου, στηριζόμενος στον Φουκώ και τις διανοίξεις στο πλαίσιο της “queer theory” σχετικά με την κοινωνική κατασκευή του φύλου, σκιαγραφεί μία “στρατηγική του Καβάφη” απόκρυψης-έκθεσης της ομοφυλόφιλης ταυτότητάς του.
Ένας, ωστόσο, “παλιακός Καβαφιστής” θα παρατηρούσε ότι ο Καβάφης όχι μόνο δεν βγήκε από την ντουλάπα αλλά η φιλοδοξία να αναγνωριστεί το έργο του τον έσπρωξε ακόμη βαθύτερα. Σε μία χρονολογική διάταξη των τεκμηρίων, στα οποία ο Παπανικολάου στηρίζει τη θεωρία του, πρώτα έρχονται τα σημειώματα του 1897, που αναφέρονται σε προβλήματα υγείας, τα οποία, σύμφωνα με τις επικρατούσες τότε απόψεις, μεγεθύνονται, καθώς εκλαμβάνονται ως κλινικά συμπτώματα των κατά μόνας ηδονών. Ακολουθούν τα κρυμμένα ποιήματα και σημειώματα, που γράφτηκαν ύστερα από τα δυο πρώτα ταξίδια στην Αθήνα. Όπου, ενδιαμέσως, είχε αποβιώσει η Χαρίκλεια Καβάφη, οι ηθικές αναστολές είχαν χαλαρώσει και οι συντροφευμένες ηδονές μπορεί και να κέρδιζαν έδαφος. Αργότερα, κάποια “κρυμμένα” μεταμφιέζονται σε ιστορικά, ενώ άλλα μένουν ανέκδοτα ή και “ατελή”. Η ανιψιά του Καβάφη γράφει χαρακτηριστικά: «...η όλη στάση του ήταν ενός αριστοκράτη. Οι αδυναμίες του; Έζησα σε μια εποχή όπου δεν τις κουβέντιαζαν...» Οι σύγχρονοί του λίγο πολύ γνώριζαν τις προτιμήσεις του, αλλά σέβονταν το προφίλ που ο ίδιος πρόβαλε. Το γεγονός ότι δεν κατέστρεψε τα τότε επιλήψιμα ίχνη, που υπήρχαν στο Αρχείο, ιδίως τα “ατελή” ποιήματα, θα μπορούσε να αποδοθεί στο λιγοψύχισμα κάποιου που ελπίζει μέχρι την ύστατη στιγμή. Δηλαδή, αναφύεται το ερώτημα, μήπως ο μελετητής επενδύει καθ’ υπερβολή στην αίσθηση κοινότητας, που εκφράζει ο 42χρονος, τότε ερωτόληπτος, Καβάφης, με το “σαν κ’ εμένα καμωμένοι”. Εκτός κι αν πράγματι το Αρχείο φυλάει μυστικά και ντοκουμέντα.
Σύμφωνα, πάντως, με τον Παπανικολάου, η πρώτη εκδοχή της “ντουλάπας” στο ποιητικό σώμα του Καβάφη βρίσκεται στο ποίημα «Τείχη», του οποίου τις τύχες ακροθιγώς είχαμε αναζητήσει (Εποχή, 7/9/2014). Η αναφορά του είναι η πιο πρόσφατη τύχη, που επιφυλάχθηκε στο εν λόγω ποίημα, κι αυτή επετειακή, όπως εκείνη του Σικελιανού το 1943. Ωστόσο, δεν το συμπεριλαμβάνει στα 22 ποιήματα που παραθέτει στο βιβλίο του. Συνολικά αναφέρονται 72 ποιήματα, 53 “του κανόνα”, 14 ανέκδοτα και πέντε “ατελή”. Τα εκτός “του κανόνα” μπορεί τα περισσότερα να εκτιμώνται ως “ποιητικώς αδρανή”, καταλαμβάνουν όμως κυρίαρχη θέση σε αυτήν τη “νέα ανάγνωση”. Τελικά, το καβαφικό σώμα, όπως το παρουσιάζει η ενός και πλέον αιώνα καβοφολογία, φέρνει στο νου την συρταρωτή Αφροδίτη του Νταλί. Ένα συρτάρι, ουσιαστικά το πρώτο του τρέχοντος αιώνα, είναι αυτό του βιβλίου.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/11/2014.
Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014
Πατρίκ Μοντιάνο - 50 χρόνια μετά Σαρτρ
Παρίσι. Έφιππο τμήμα της Βέρμαχτ με φόντο την Αψίδα του Θριάμβου.
“Αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις”, κατά τον Αντισθένη, που σημαίνει, αν θες να κατανοήσεις το είδος ενός ανθρώπου ή και να εμβαθύνεις σε μία κατάσταση, αλλά και σε ένα τυχόν πράγμα, ανέτρεξε στο όνομά του και μετά προχώρα. Γιατί, λοιπόν, το επώνυμο του εφετινού Νομπελίστα, από την σεφαραδίτικη οικογένεια των Μοδιάνο, να είναι Μοντιανό, κατά ηχομιμητική απόδοση στα ελληνικά του γαλλικού επιθέτου του, και όχι Μοδιάνο ή, έστω, Μοντιάνο, αν υιοθετήσουμε την ετυμολόγησή του από την πόλη Μοντιλιάνο, γειτονική της Φλωρεντίας, όπου κατέφυγαν πολλές οικογένειες μετά το διωγμό τους από την Ισπανία; Το όνομα διασώζεται στη Θεσσαλονίκη, χάρις σε κάποια εξέχοντα μέλη της οικογένειας, εξ ου η Αγορά Μοδιάνο, το Γηροκομείο Μοδιάνο, η Βίλλα Μοδιάνο. Άλλωστε, ο βραβευθείς είναι εγγονός του Νταγιάν Γιάκομπ Μοντιάνο και γιος του Αλμπέρτο Μοντιάνο, αμφότεροι γεννηθέντες στην Θεσσαλονίκη. Με αυτό το όνομα είναι καταχωρημένοι στα ελληνικά αλλά και τα αιγυπτιακά αρχεία, μετά την μετοικεσία τους στην Αλεξάνδρεια.
Ο μόνιμος γραμματέας της Σουηδικής Ακαδημίας, Πήτερ Ένγκλουντ, στην ανακοίνωση της βράβευσης, υπογράμμισε ότι στο έργο του Πατρίκ Μοντιάνο κυριαρχεί το θεματικό τρίπτυχο^ χρόνος, μνήμη, ταυτότητα. Εκείνο, όμως, που βάρυνε στην επιλογή είναι το τρίπτυχο^ ο καθορισμένος χρόνος της γερμανικής κατοχής, η συγκεκριμένη μνήμη των εβραϊκών διώξεων, ο ορισμένος τόπος, το Παρίσι. Επίσης, ο ίδιος, στην σουηδική τηλεόραση, αποκάλεσε τον βραβευθέντα “Μαρσέλ Προυστ της εποχής μας”, ενώ, πέρσι, είχε χαρακτηρίσει την Αλίς Μονρό “Τσέχωφ του Καναδά”. Σε παρόμοιες αποφάνσεις είναι προφανής η διάθεση των θεσμοθετών να μεγαλύνουν τους νέους Νομπελίστες. Όσο για τη συγκεκριμένη αναφορά στον Προυστ, θα λέγαμε ότι υπάρχει κάποια αντιστοιχία ανάμεσα στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» και το “έργο εν προόδω” του Μοντιάνο. Μόνο που ο δεύτερος αναψηλαφεί το Παρίσι της Κατοχής και τα μεθεόρτιά του. Έτσι, το μόνο που μπορούσε να αναζητήσει ήταν τον χασματώδη χρόνο θητών και θυμάτων μέσα από την οπτική των παιδιών των εμπλεκομένων, ως ενήλικων στις επόμενες δυο δεκαετίες.
Σαν ένα Βραβείο Νόμπελ αμιγώς λογοτεχνικό, χαιρέτησε ο γαλλικός Τύπος τη βράβευση του Μοντιάνο. Οι εφημερίδες τού αφιέρωσαν ολοσέλιδα σαλόνια, με φωτογραφίες και καταχωρήσεις στα εξώφυλλα. Στη Λιμπερασιόν, μάλιστα, η φωτογραφία καλύπτει ολόκληρο το πρωτοσέλιδο. Του 2007 η φωτογραφία, κολακεύει τον τιμώμενο, που ποζάρει σε στάση σταρ. Η Φιγκαρό προτιμά ένα κάπως κωμικό ενσταντανέ, που τον δείχνει έκπληκτο, σαν να “του έπεσε το Νόμπελ στο κεφάλι”, όπως υπογραμμίζει ο τίτλος. Ενώ, η Μοντ επιλέγει φωτογραφία από τιμητική εκδήλωση του 2010, την οποία στεφανώνει με τον τίτλο, “ο Μοντιάνο στις δέλτους της Ιστορίας”.
Όπως φαίνεται, εφέτος, στη Σουηδική Ακαδημία παρακάμφθηκαν τα εξωλογοτεχνικά κριτήρια, που, μετά την πτώση του Τείχους, έχουν αποβεί καθοριστικά στις επιλογές της. Από το 1990 και ύστερα, κοντά ένα τέταρτο του αιώνα, η κριτική επιτροπή στρέφεται όλο και συχνότερα σε γυναίκες και στους προερχόμενους από χώρες εκτός Ευρώπης και ΗΠΑ. Μετά, όμως, την περσινή βράβευση της Καναδής Αλίς Μονρό, μάλλον θα εκλείψει για μερικά χρόνια ο παράγων φύλο. Επίσης, και ο δεύτερος παράγοντας έχει καλυφθεί, καθώς, μέσα στην τελευταία δεκαετία, τα μισά περίπου βραβεία δόθηκαν σε χώρες εκτός του αποκαλούμενου Δυτικού Κόσμου και μάλιστα, το προπέρσινο στον Κινέζο Μο Γιαν. Υπήρχε, βεβαίως, σε αναμονή η Ιαπωνία με τον Χαρούκι Μουρακάμι και η Αφρική με τον Κενυάτη Ngugi wa Thiong’o.
Ακόμη, όμως, και παραμερίζοντας τους συγκεκριμένους παράγοντες, ένα γαλλικό Νόμπελ παραμένει έκπληξη. Θυμίζουμε πως η Γαλλία πρωτεύει σε Νόμπελ. Για να ακριβολογούμε, ωστόσο, το εφετινό Νόμπελ δεν είναι το 15ο, όπως κομπάζουν τα γαλλικά πρωτοσέλιδα, αλλά το 14ο. Οι Γάλλοι μετρούν στα δικά τους και το βραβείο του 2000, που δόθηκε στον Κινέζο, γαλλικής υπηκοότητας, Γκάο Ξινγκιάν, όπως μετρούν ως ακέραιο και το μισό του 1904 στον Φρεντερίκ Μιστράλ. Αλλά και η δεύτερη σε Νόμπελ χώρα, οι ΗΠΑ, παρομοίως φουσκώνει τα δικά της σε 12. Η Γαλλία, πάντως, παραμένει κυρίαρχη. Τιμήθηκε με το πρώτο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1901, που δόθηκε στον ποιητή Συλί Προυντόμ, και μέχρι το 1964, κατείχε μακράν την πρώτη θέση, με την αγγλική λογοτεχνία να ισοφαρίζει, ενώνοντας τις δυνάμεις Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ, αλλά και προσθέτοντας στην αγγλόφωνη ομάδα τον βαρύ όγκο ενός Τσώρτσιλ. Στη συνέχεια, όμως, πληρώνει την άρνηση του Σαρτρ να αποδεχθεί το Νόμπελ. Εκείνος έμεινε μεν πιστός στις αρχές του περί ελευθερίας, αλλά η γαλλική λογοτεχνία υπέστη για μισό αιώνα τη δυσμένεια της Σουηδικής Ακαδημίας. Ενώ, μέχρι το 1964, βραβευόταν κατά μέσο όρο κάθε εξήμισυ χρόνια, το επόμενο Νόμπελ δόθηκε το 1985, και απαιτήθηκε ένας αδιαφιλονίκητος υποψήφιος, όπως ο Κλωντ Σιμόν. Αλλά κι αυτός, ενώ προσφερόταν για υψηλές διακρίσεις από τα τέλη του ’60, που ολοκληρώνει το «Δρομος της Φλάντρας», βραβεύτηκε στα 72 του, ενώ ο συνομήλικός του Αλμπέρ Καμύ είχε τιμηθεί από το 1957, στα 44 του χρόνια. Το μεθεπόμενο, του Ζαν-Μαρί Λε Κλεζιό, ήρθε 23 χρόνια αργότερα. Το εφετινό, λοιπόν, μετά μόλις μία εξαετία, δείχνει σαν έκπληξη.
Την έκπληξη μεγαλώνει το προφίλ του βραβευμένου. Σχετικά νέος, για όσους έχουν την εντύπωση πως ισχύει μία άτυπη ιεράρχηση, τύπου επετηρίδας. Ωστόσο, ο ηλικιακά μέσος όρος των μέχρι σήμερα βραβευθέντων είναι τα 64. Ενώ, ο μέσος όρος των Γάλλων τα 68. Ακριβώς, στο μέσο όρο βρισκόταν ο Κλεζιό, ενώ ο Μοντιάνο, γεννημένος στις 30 Ιουλίου 1945, τον έχει υπερβεί μόλις κατά ένα έτος. Ως βασικότερο, όμως, μειονέκτημα για ένα βραβείο όπως το Νόμπελ, προβάλλει η έλλειψη από το έργο του μίας ιδεολογικής παραμέτρου, καθώς και η απουσία σαφούς πολιτικής ταυτότητας. Τουλάχιστον έτσι περιγράφει τον Μοντιάνο ο εκδότης του, ο Αντουάν Γκαλλιμάρ. Περιέργως, δεν αναφέρεται στην παράμετρο του αντισημιτισμού, που στάθηκε για τον συγγραφέα κινητήριος δύναμη της γραφής του. Και μάλιστα, στην έρευνα των παρισινών αρχείων κατά τη γερμανική κατοχή προηγήθηκε των αμερικανών ιστορικών, που, στηριζόμενοι σε αυτά, υποστήριξαν την εμπλοκή της Κυβέρνησης του Βισύ έναντι της προηγούμενης εκδοχής περί παθητικής αντίστασης. Όπως και να έχει, δήλωσε έκπληκτος, κι ας είναι το πρόσφατο Νόμπελ το 40ο του εκδοτικού του οίκου. Μόνο ο Έλληνας εκδότης του Μοντιάνο, ο Νίκος Γκιώνης, φαίνεται να το περίμενε. Ανεξάρτητα αν δεν φρόντισε να μην τον υπερκεράσει η ζήτηση ενός Νόμπελ.
Για να ακριβολογούμε, ο Μοντιάνο δεν απέκτησε έναν, αλλά, διαδοχικά, επτά εκδότες, γεγονός που πιθανώς να δείχνει μικρή αναγνωσιμότητα των βιβλίων του. Ο καθένας από αυτούς εκδίδει από ένα, εκτός από τον τελευταίο, που μετρά τέσσερα. Το πρώτο βιβλίο του Μοντιάνο στα ελληνικά κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1987, χάρις στην Ιωάννα Χατζηνικολή, την εκδότρια που έφερε στον ελληνικό χώρο πλειάδα Γάλλων συγγραφέων, με κυρίαρχα ονόματα την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ και τον Ζακ Λακαριέρ. Ίσως, η Χατζηνικολή να συνέχιζε με τους δικούς της ρυθμούς, αν δεν εμφανίζονταν άλλοι εκδότες πιο εύρωστοι και με διαφορετικά κριτήρια. Αυτό το πρώτο βιβλίο ήταν το ένατο του Μοντιάνο, «Η χαμένη γειτονιά», που είχε κυκλοφορήσει το 1984. Ακολούθησε, το 1988, το έκτο βιβλίο του από τις εκδόσεις Κέδρος, «Οδός σκοτεινών μαγαζιών», που επιλέχθηκε χάρις στο Βραβείο Γκονκούρ του 1978. Το 1992, οι εκδόσεις Οδυσσέας επιλέγουν το πιο πρόσφατο, «Άνθη ερειπίων», του 1991. Ενώ, οι εκδόσεις Λιβάνης, το 1995, το τέταρτο βιβλίο του, «Η βίλα της θλίψης», του 1975, καθώς αυτό μόλις είχε γυριστεί ταινία, με τίτλο «Το άρωμα της Υβόννης». Οι εκδόσεις Καστανιώτης, το 1996, προτιμούν το «Κυριακές του Αυγούστου», του 1986. Το 1999, οι εκδόσεις Πατάκη επιλέγουν το «Ντόρα Μπρούντερ» του 1997. Από εκεί και ύστερα, εντός του 21ου, από τις εκδόσεις Πόλις, έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία: το 2002 το «Η μικρή Μπιζού» του 2001, και συνεχίζουν, το 2004 με το «Ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά...» του 1982, το 2005 το «Νυχτερινό ατύχημα» του 2003, και το 2008 το «Στο café της χαμένης νιότης» του 2007.
Δεδομένου ότι στο έργο του Μοντιάνο τιμήθηκε η καθαρή λογοτεχνία, η χαμηλόφωνη και υπαινικτική, που δεν αντιδικεί ούτε καταγγέλλει, το πρωταρχικό σε μία μετάφραση είναι το τι μπόρεσε να διασωθεί από το ύφος, την ατμόσφαιρα, τον ρυθμό. Συνολικά, επτά μεταφραστές δοκιμάστηκαν. Πέντε (Μπάμπης Λυκούδης, η μεταφράστρια και του Λε Κλεζιό Λήδα Παλλαντίου, Καλή Τζώρτζη, Αντώνης Καραβασίλης, Μανώλης Κορνήλιος) μετέφρασαν από ένα βιβλίο, δύο (Βάσω Νικολοπούλου, Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ) ένωσαν τις δυνάμεις τους σε τρία, ενώ ο Αχιλλέας Κυριακίδης μετέφρασε τα δυο από τα τέσσερα βιβλία των εκδόσεων Πόλις, το πρώτο και το τελευταίο. Ευτύχησε στα ελληνικά ο εφετινός Νομπελίστας. Οι μεταφράσεις των βιβλίων του θα χαρακτηρίζονταν από μέτριες έως πολύ καλές. Είναι κρίμα που δεν γνωρίζει ελληνικά για να το διαπιστώσει. Το πιθανότερο να όριζε ως μόνιμο μεταφραστή του τον Κυριακίδη, που, θαυμάζοντας τον Μοντιάνο για το “πώς γράφεται ένας εφιάλτης”, βρήκε το πώς μεταφράζεται.
Παιδί ο Μοντιάνο, τη μόνη άλλη γλώσσα που μίλησε, πλην των γαλλικών, ήταν τα φλαμανδικά. Η μητέρα του είναι η Βελγίδα ηθοποιός Λουίζα Κολπέιν, γνωστή ακόμη σήμερα στη χώρα της από τηλεοπτικές σειρές του ’70. Γεννημένη στην Αμβέρσα το 1918, ξεκίνησε την καριέρα της πριν τον Πόλεμο στις Βρυξέλλες, παίζοντας σε φλαμανδικές ταινίες και μιούζικαλ. Το 1942 αναζήτησε την τύχη της στο Παρίσι, όπου γνώρισε τον Αλμπέρτο Μοντιάνο. Παντρεύτηκαν στην Απελευθέρωση, απέκτησαν δυο γιους, τον Πατρίκ και τον Ρούντυ το 1947, που πέθανε στα δέκα του από λευχαιμία, χώρισαν στις αρχές του ’60. Ο Αλμπέρτο ξαναπαντρεύτηκε και απεβίωσε το 1977, όταν η Λουίζα ήταν τηλεστάρ στη Φλάντρα. Ένα γονικό ζεύγος, που θυμίζει εκείνο του πρόσφατου μυθιστορήματος του Χάρη Βλαβιανoύ «Το αίμα νερό». Τα βιογραφικά του πατέρα Μοντιάνο παραμένουν συγκεχυμένα, με αντικρουόμενες εκδοχές.
Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους, πάντως, εκείνος είναι ένας Εβραίος, που στην Κατοχή με πλαστή ταυτότητα φέρεται ως μαυραγορίτης και συνεργάτης των Γερμανών, ενώ εκείνη, με πέντε ταινίες πριν τον Πόλεμο, ανυπομονεί να ξεκινήσει την επόμενη, που προβάλλεται το 1949, ανοίγοντας το δρόμο για άλλες οκτώ μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Το τελευταίο τους μέλημα ήταν τα παιδιά τους. Απούσα η μητέρα, τα αφήνει νήπια στους γονείς της και μετά, σε μια φίλη της. Ο Πατρίκ βρίσκεται εσωτερικός σε σχολεία, από όπου κατ’ επανάληψη δραπετεύει, περισσότερο περιπλανώμενος στους παρισινούς δρόμους παρά καθήμενος στα θρανία. Από την πόρτα της Σορβόνης πέρασε αλλά δεν βγήκε. Κάπως έτσι τουλάχιστον, σκιαγραφεί ο ίδιος τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια.
Κατά μία εκδοχή, από το 1967 μέχρι σήμερα, ο Μοντιάνο γράφει το ίδιο βιβλίο, με τον πατέρα στον πρώτο ρόλο, μέχρι που κατακάθισε ο συναισθηματικός φόρτος και ήρθε η σειρά της μητέρας. Η μελέτη του έργου του από τον Τιερρύ Λωράν, που κυκλοφόρησε το 1997, τιτλοφορείται «Το έργο του Πατρίκ Μοντιάνο: ένα αυτομυθιστόρημα». Δανείζεται το νεολογισμό, που εισήγαγε ένας άλλος γαλλοεβραίος συγγραφέας, ο Σερζ Ντουμπρόβσκι, για το δικό του έργο, μεταξύ μυθοπλασίας και αυτοβιογραφίας. Ωστόσο, για το έργο του Μοντιάνο, θεωρήθηκε μάλλον μειωτικός, αδικώντας κατά κάποιο τρόπο τη λογοτεχνικότητά του. Ο τρόπος που παραλλάσσει τα πραγματικά πρόσωπα, με διαφορετικές μεταμορφώσεις από βιβλίο σε βιβλίο, αφίσταται μιας μυθοποιημένης βιογραφίας. Το σίγουρο, όμως, είναι πως σε κάποια βιβλία του, όπως το «Βιβλιάριο της οικογένειας» του 1977 και το μεταγενέστερο, «Μία γενεαλογία», του 2005, το αυτοβιογραφικό στοιχείο υπερτερεί, χωρίς να συμπίπτει με την ακρίβεια πραγματικών συμβάντων. Κατά τα άλλα, η μορφή που δίνει στην αφήγηση, αναζητώντας τα ίχνη προσώπων που εξαφανίστηκαν, έτσι όπως αφορμάται από πραγματικά περιστατικά, λ.χ., στο «Ντόρα Μπρούντερ», θα ταίριαζε στο αυτομυθιστόρημα ενός ερευνητή αρχείων ή ενός ιστορικού της εβραϊκής γενοκτονίας, επικεντρωμένου στη γερμανική κατοχή του Παρισιού.
Ο Μοντιάνο διαθέτει μία συγγραφική φαντασία διαφορετικής γονιμότητας από εκείνη του μπεστσελλερίστα. Πιθανώς γιατί διαμορφώθηκε με το έμμονο πάθος της εβραϊκής ταυτότητας και μοίρας, μηρυκάζοντας για χρόνια την αινιγματική απουσία του πατέρα και το θάνατο ενός μικρότερου αδελφού, τον οποίον δείχνει σαν να τον κουβαλά στη ράχη του. Θυμίζει το καρναβαλικό Δίκωλο στο μυθιστόρημα του Γιάννη Κιουρτσάκη, «Σαν μυθιστόρημα», που στη γαλλική μετάφραση χρησιμοποιήθηκε ως τίτλος, και γιατί όχι, αφού το βιβλίο γράφτηκε με αφορμή τον αυτόχειρα μεγαλύτερο αδελφό του αφηγητή. Η βεντάλια της φαντασίας του Μοντιάνο ανοίγει από το πρώτο του βιβλίο, «Πλατεία του αστεριού», με αφηγητή που προβάλλει σαν δικό του alter ego, αλλά ακούει στο όνομα Σλεμιλόβιτς, τον σκωπτικό ήρωα της γίντις παράδοσης. Αυτός, σε κατάσταση παραισθησιακού μετεωρισμού, παίρνει τα διαφορετικά προσωπεία, τα οποία κατά καιρούς ο ίδιος είχε αποδώσει στον πατέρα του.
Παραλλαγές του πατρικού φάσματος ως “Ασκήσεις ύφους”, σύμφωνα και με τον τίτλο του βασικού έργου του Ραιημόντ Κενώ, που στάθηκε προστάτης του στην εφηβεία, μέχρι που τον οδήγησε 23χρονο με το πρώτο του βιβλίο στον Γκαλιμάρ, και δυο χρόνια αργότερα, στην εκκλησία, ως κουμπάρος μαζί με τον Αντρέ Μαλρώ. Ωστόσο, οι “ασκήσεις” του Μοντιάνο είναι πολύ διαφορετικές. Η συνηθέστερη δομή που υιοθετεί για να ξεδιπλώσει την αναζήτηση προσώπων με θολό παρελθόν ή άλλων που τα ίχνη τους χάθηκαν, είναι αυτή του αστυνομικού μυθιστορήματος, χωρίς ψυχολογικές εμβαθύνσεις, επιμένοντας στις λεπτομέρειες και τις σχολαστικά ακριβείς συντεταγμένες του τόπου.
Έτσι ανασταίνει το Παρίσι του ’60, σήμερα πλέον ένα ονειρικό Παρίσι. Σε αυτό περιπλανιέται “η μικρή Μπιζού”, ανακαλώντας παρελθοντικά γεγονότα, που μένουν σαν να κολυμπούν στο χρόνο χωρίς συνδετικό ειρμό. Αλλά και η Λουκί, όπως την αποκαλεί η μποέμικη παρέα του Καφέ στο οποίο συχνάζει, του “Καφέ της χαμένης νεότητας”. Δυο ηρωίδες, που κατατρύχονται από το φάσμα της μητέρας και δίνουν τη λύση της αυτοχειρίας. Το τέλος του πρώτου μυθιστορήματος είναι αισιόδοξο, “η μικρή Μπιζού” επιβιώνει κάνοντας μια καινούρια αρχή. Πολύ πιο ρεαλιστικό το δεύτερο, καθώς η Λουκί δρασκελίζει τα κάγκελα του μπαλκονιού. Πριν πέσει ψελλίζει: “Αυτό είναι. Αφήσου.”. Δυο μυθιστορήματα από τα καλύτερα δείγματα του λογοτεχνικού ύφους του Μοντιάνο.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/10/2014.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.






