Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013
Παπαδιαμάντης - Καβάφης
Στις εορτές των Χριστουγέννων η μνημόνευση του Παπαδιαμάντη αποτελεί παράδοση, ασχέτως αν αυτό μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση αποδοχή της αναχρονιστικής άποψης που τον όριζε κάποτε Άγιο των Γραμμάτων μας. Αν, μάλιστα, η μνημόνευση συνδυάζει τον Παπαδιαμάντη με τον Καβάφη, του οποίου το Έτος, λόγω αργοπορημένου ζήλου, θα επεκταθεί στο Νέον Έτος, καθίσταται και επίκαιρη. Αλλά, σε ένα κειμενάκι του Ex Libris, τι να πρωτομνημονεύσεις; Τα κοινά τους σημεία; Τα σημεία σύμπτωσης, που απρόσμενα παρουσίασαν τα επετειακά τους έτη, 2011-2013; Ή την απίθανη συνάντησή τους στη γειτονιά, όχι των αγγέλων, αλλά των μπλόγκερ; Τη λύση μας την έδωσε το φθινοπωρινό τεύχος του κυπριακού περιοδικού «Μικροφιλολογικά», με τα κείμενα που τους αφιερώνει. Κάποια, μάλιστα, από τα θέματα, που αυτά εμμέσως αγγίζουν, προσφέρουν την ευκαιρία μίας αναφοράς, έστω και επί τροχάδην, σε δυο κοινωνικά φαινόμενα, διαφορετικής μεν φύσεως, αλλά αμφότερα καθοριστικά για την πολιτιστική φυσιογνωμία του σημερινού Έλληνα. Πρόκειται για την αυξανόμενη σε βάρος της φιλανθρωπίας φιλοζωία, ιδίως την κυνοφιλία, και την ολοένα μεγαλύτερη απομάκρυνση από τους κλασικούς, Έλληνες και Λατίνους.
Περί κυνοφιλίας
Ξεκινούμε από την τόσο διαδεδομένη κυνοφιλία. Τον τελευταίο καιρό, στην Αθήνα, ο ρυθμός εξανθρωπισμού των σκύλων έχει πάρει εντυπωσιακές διαστάσεις. Καθημερινά εμφανίζεται και μία διαφορετική έκφανση αυτής της, από ένα σημείο και πέρα, αφύσικης εξομοίωσης. Πρώτα καταργήθηκαν τα σκυλίσια ονόματα και στη θέση τους εμφανίστηκε ολόκληρο το χριστιανικό και αρχαιοελληνικό φάσμα των ανθρώπινων, μετά προβιβάστηκαν στις ταμπέλες των ιατρείων για μικρά ζώα από κατοικίδια σε συντροφιάς, στη συνέχεια ήρθε ο τρόπος που οι κάτοχοί τους αναφέρονται ή απευθύνονται σε αυτούς. Από πλευράς στοργής και τρυφερότητας, τους συμπεριφέρονται όπως στα παιδιά τους και τους συντρόφους τους. Ζουν με αυτούς, καλύπτοντας τηλεφωνικώς τις επαφές με φίλους και γνωστούς. Στον περίπατο, περιμένουν υπομονετικά μεσοστρατίς ή στο παρτέρι του αλσύλλιου να ολοκληρώσουν την αφόδευσή τους, φορούν τα πλαστικά γάντια που κουβαλούν απαραιτήτως μαζί τους - από την εποχή της δημαρχίας Νικήτα Κακλαμάνη, που τα πρόσφερε δωρεάν εντός ειδικών θηκών τοποθετημένων στις εισόδους των δημόσιων κήπων - και μαζεύουν τα περιττώματα χωρίς ίχνος από γκριμάτσα αηδίας. Αν, παραδίπλα, συνάνθρωπος αναζητά τροφή στον κάδο απορριμμάτων αποστρέφουν το βλέμμα μετά βδελυγμίας. Με αυτούς κάνουνε τζόκινγκ ή κάθονται στην καφετέρια. Το διαχωριστικό φράγμα έπεσε ολοσχερώς με τη φραστική εξομοίωση. Δεν είναι ουδέτερου γένους - έχουν όνομα - και πεθαίνουν αντί να ψοφάνε. Οι κυνοτρόφοι στέκονται κέρβεροι στο παραμικρό lapsus linguae, που θίγει την υπόσταση των προσφιλών τους υπάρξεων. Παράδειγμα, ένα περιστατικό από το λογοτεχνικό πεδίο.
Λεξιλογικά
Στο “μικροφιλολογικό” για τον Παπαδιαμάντη, ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος αφηγείται σχετικό πάθημά του. Σε πρόσφατο “γραφτό” του “χρησιμοποίησε τη λέξη κυνέρωτες και στενοχώρησε καλή (του) φίλη, που έχει ιδιαίτερη αδυναμία στα τετράποδα του πρώτου συνθετικού.” Δεν κατονομάζει την “καλή φίλη”, παρόλο που δεν υπάρχει την σήμερον μεγαλύτερη φιλοφρόνηση από το να σε αποκαλέσουν φιλόζωο, πόσω μάλλον κυνόφιλο, αντί για το επαίσχυντο κυνόφοβος, αντίστοιχο του ακόμη αθησαύριστου νεολογισμού ομοφοβικός. Συμπληρώνει πως “αμύνθηκε λέγοντας ότι την έχει χρησιμοποιήσει και ο Παπαδιαμάντης, το αποτέλεσμα όμως ήταν να δεχθεί κι εκείνος την ίδια μομφή.” Πώς είναι ποτέ δυνατόν να αποδίδουμε στα σκυλιά ερωτικές συμπεριφορές ανθρώπων; Αντιστράφηκαν τα πράγματα. Πάλαι ποτέ ήταν οι άνθρωποι που προσβάλλονταν όταν τους εξομοίωναν με τους σκύλους, τώρα είναι οι κυνοτρόφοι που θίγονται, όταν παρομοιάζουν τις ενστικτώδεις πράξεις των “συντρόφων” τους με τις ηδονοθηρευτικές των ανθρώπων.
Ο μελετητής, αντί να θυμώσει, απολογείται. Προσπάθησε να εντοπίσει το παπαδιαμαντικό δάνειο σε Liddell-Scott, Δημητράκο και Κουμανούδη, αλλά εις μάτην. Οπότε και συμπεραίνει: “Είναι, λοιπόν, πάρα πολύ πιθανό ότι η άσπλαχνη λέξη έχει πλαστεί από τον Παπαδιαμάντη.” Απορούμε πως ένας “ανίατα λεξικομανής” και δη παπαδιαμαντιστής, δεν έχει ακόμη αντιληφθεί ότι τα εν λόγω λεξικά καλύπτουν μέρος μόνο του φάσματος της ελληνικής γλώσσας. Ο τρόπος κατάρτισής τους αδυνατεί να συμπεριλάβει τον λαϊκό λόγο παλαιότερων εποχών, από τα τοπικά ιδιώματα μέχρι τους ελευθεριάζοντες νεολογισμούς. Οπότε καταλήγει στο αξίωμα, “κάθε μη λεξικογραφημένη λέξη είναι το πιθανότερο πλασμένη από τον Παπαδιαμάντη”. Πέραν αυτού, φαίνεται να μη λαμβάνει υπόψη τις πλασμένες από τους λοιπούς λογοτέχνες και παραμυθάδες λέξεις.
Και ερχόμαστε στην επίμαχη λέξη, που “η μνήμη του τον παρέκρουε” πως απαντάται στο κείμενο «Οιωνός» του Παπαδιαμάντη, καθώς σε αυτό υπάρχει ο “τολμηρός” παραλληλισμός της συμπεριφοράς ωραίας και πλουσίας κόρης με εκείνης “μεγάλης, λευκής, υπερήφανης σκύλας”. Καλή ώρα, όπως και στην παροιμία, “Αν δεν κουνήσει η σκύλα την ουρά της, ο σκύλος δεν πάει κοντά της”, την οποία αποθησαυρίζει ο Μπαμπινιώτης, αλλά θα πρέπει στην επόμενη έκδοση να την αποσύρει ομού μετά των υπολοίπων που παραβαίνουν κατάφωρα το τρέχον πολιτικώς ορθό απέναντι στη ζωοφιλία. Τελικά, ο Παπαδιαμάντης “την σφήνωσε στο αναφές «Όνειρο στο κύμα»”. Μόνο που δεν “σφήνωσε τη λέξη” αλλά την έκφραση “τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτες”. Παροιμιακή φράση, που ήταν σε ευρεία χρήση παλαιότερα. Όπου το πρώτο συνθετικό του κυνέρωτες δεν αναφέρεται ευθέως στους κύνες, αλλά μέσω των κυνικών φιλοσόφων. Έτσι φθάσαμε στους Έλληνες κλασικούς. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται τον Κράτη, μαθητή του Διογένη, που, καίτοι “άσχημος και κυφός”, τον ηράσθη, χάρις στο λέγειν του, ευγενής κόρη και του ζητούσε επιμόνως γάμο. Αυτό, όμως, σήμαινε παράβαση των φιλοσοφικών του αρχών. Τελικά ενέδωσε, αλλά για να διασκεδάσει τις ενοχές του, αποκαλούσε την παντρειά του κυνογαμία ή και κυνογάμια. Το δάνειο, λοιπόν, από τους Έλληνες θα μπορούσε να είναι τα κυνογάμια, που μετατράπηκαν από τους σεμνότυφους Νεοέλληνες, επί το κοσμιότερο αλλά και λογιότερο, σε κυνέρωτες.
Στο κείμενό του, ο Τριανταφυλλόπουλος αναφέρει και άλλες αθησαύριστες λέξεις από το «Παπαδιαμαντικό λεξιλόγιο». Δύο προέρχονται από το ίδιο διήγημα. Επίθετα που περιγράφουν το “άντρο, όπου ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα” ως “κογχυλόστρωτο και νυμφοστόλιστο”. Το πρώτο είναι τύποις μόνο αθησαύριστο, καθώς υπάρχουν τα κογχυλιοκέντητος και βοτσαλόστρωτος. Ενώ, το δεύτερο υπάρχει στου Κουμανούδη. Μία τρίτη λέξη, από «Τα Ρόδιν’ ακρογιάλια», είναι το βαθυγόνατος, με το οποίο ολοκληρώνεται η περιγραφή του Αγάλλου: “ορθός εις την πλώρην της βάρκας, υψηλός, επιβλητικός, βαθυγόνατος”. Ο μελετητής προτείνει να μεταφραστεί “μακρυπόδαρος” κατά τα αποθησαυρισμένα, βαθυγένειος, βαθύκομος ή και βαθύμαλλος. Υπάρχει, όμως, και το αποθησαυρισμένο βαθυκνήμις, “ο φέρων υψηλάς περικνημίδας”, που έρχεται στο νου, δεδομένου ότι την περιγραφή του Αγάλλου ακολουθεί η παρενθετική φράση, “με τα υποδήματα έως άνω σχεδόν εις τους βουβώνας”, παραπλήσια της φράσης, “με τα υποδήματα μέχρι των μηρών”, στο διήγημα «Το σπιτάκι στο λιβάδι». Κατά αντιστοιχία με το βαθυκνήμις, το βαθυγόνατος θα μπορούσε να σημαίνει τον φέροντα υψηλάς περιγονατίδες. Τέλος, ο μελετητής αναφέρει το υπαιθριάζω από το διήγημα «Το κουκούλωμα», γραμμένο πριν το 1907. Αυτό θα μπορούσε να είναι σκωπτικός νεολογισμός του Παπαδιαμάντη, προς διακωμώδηση της πρόσφατης τότε μεταλλαγής της σημασίας του παραθερίζω που ξεκινά από το: θερίζω τα πλευρικά του χωραφιού και καταλήγει στο γνωστό: ξεκαλοκαιριάζω.
Καβαφικά μυστήρια
Τον εξανθρωπισμό των κυνών ακολούθησαν τα έτερα κατοικίδια του άστεως, οι γαλείς. Το τρέχον πολιτικώς ορθό προστατεύει τους κατόχους τους από τα ειρωνικά σχόλια που θα μπορούσαν να επισύρουν οι προς αυτές διαχύσεις. Ποιος θα τολμούσε σήμερα να θυμίσει πως ο Ιουβενάλης υποστήριζε ότι “η πρώτη θέση εν τη καρδία γυναικός ήτις ουδέ τον εραστή, ουδέ τον σύζυγόν της αγαπά, κατέχεται πάντοτε υπό ζώου”. Κι όμως, ο 23ετής Καβάφης το τολμά σε ένα πρώτο ειρωνικότατο άρθρο του, με τίτλο, «Οι απάνθρωποι φίλοι των ζώων». Αλλά τα τρία “μικροφιλολογικά” εστιάζουν σε άλλες πλευρές του, όπου ένα εμπλέκει τους Λατίνους κλασικούς. Πριν έρθουμε σε αυτό, να σημειώσουμε πως η Λένα Αραμπατζίδου, συγγραφέας ενός από αυτά, αμφισβητεί τη φιλολογική αρτιότητα των “μικροφιλολογικών”, ορίζοντας “τη νανομονάδα” ως “το όριο μεγέθους αρτιότητας ενός άρθρου ή ακόμη ενός σχολίου”, χωρίς να αναφέρει αν ερεύνησε ως εναλλακτικό μέγεθος αυτό της πικομονάδας. Δυστυχώς, το νανοάρθρο της γύρω από το ενδεχόμενο συγγένειας της καβαφικής ποίησης με την αγγλική, δεν διαφωτίζει περί του νέου τομέα της “νανοφιλολογίας”. Η φήμη, πάντως, από τις γιγαμελέτες και τα νανοάρθρα της καθηγήτριας του Αριστοτελείου έχει εντυπωσιάσει τους Αθηναίους, πριν ακόμη φτάσουν οι 500σέλιδες μελέτες της στο κλεινόν άστυ.
Τα άλλα δυο “μικροφιλολογικά” είναι της Μ. Καραμπίνη-Ιατρού, καταγραφέα της Βιβλιοθήκης Καβάφη και συγγραφέα του προ δεκαετίας ομώνυμου βιβλίου. Και τα δύο αναφέρονται στα “μικρά μυστήρια” που προκάλεσε η Βιβλιοθήκη του. Το πρώτο αφορά τον αλληλογράφο Καβάφη. Δυο συλλογές διηγημάτων και μια μελέτη, με συγγραφέα τον Μ. Βισσάνθη, την παρακίνησαν να ερευνήσει τα βιογραφικά του, καθώς μάλιστα, στη μια συλλογή υπάρχει θερμή αφιέρωση στον Καβάφη. Μια διαδυκτιακή αναζήτηση οδηγεί στο Αρχείο του καθηγητή στο Ώστεν του Τέξας Γ. Γεωργιάδη-Αρνάκη, όπου εντοπίστηκαν τρεις σύντομες ευχαριστήριες επιστολές Καβάφη προς Βισσάνθη της δεκαετίας του 1920. Την παρουσίασή τους συμπληρώνει επίμετρο με στοιχεία για τον Βισσάνθη, ψευδώνυμο του Μιχαήλ Χάτσου, και περιγραφή των τριών τευχών του περιοδικού, «Η Σύγχρονη Σκέψη», που εξέδιδε στο Σικάγο. Το περιοδικό ήταν γνωστό από τη Βιβλιογραφία Καβάφη, αλλά χωρίς αναφορά στον εκδότη. Από αυτές τις τυπικές επιστολές, η μελετήτρια βγάζει το έωλο συμπέρασμα πως “ο Καβάφης δεν είναι μεγάλος αλληλογράφος”. Στη μονοτονική μεταγραφή των επιστολών, ατύχησε ο Γεράσιμος Κολαΐτης, καταλήγοντας από Μέμας σε Μεμάς.
Στο δεύτερο “μικροφιλολογικό”, η Καραμπίνη απαντά στο ερώτημά, “τι γύρευε στη βιβλιοθήκη του Καβάφη ένα βιβλίο αρχαιολογικού περιεχομένου, το «Nimes, Arles, Orange, Saint-Remy. Ouvrage orne de 93 gravures (Les villes d’ art celebres)», Paris, 1929, του Roger Peyre”. Σε αυτήν την περίπτωση δεν χρειάστηκε έρευνα. Την απορία την απάντησε η αλληλογραφία Καβάφη-Φόρστερ, που εκδόθηκε πρόσφατα. Το βιβλίο το είχε στείλει ο Φόρστερ. Ο λόγος ήταν η επιγραφή σε μια σαρκοφάγο, που θύμισε στον ίδιο και τον Γάλλο μεταφραστή Charles Mauron ποιήματα του Καβάφη. Ο μεταφραστής της αλληλογραφίας, Peter Jeffreys, παραθέτει σε υποσελίδια σημείωση τη μεταγραφή της λατινικής επιγραφής, όπως δίνεται στο βιβλίο, και τη μετάφρασή της μέσω της γαλλικής του βιβλίου. Ωστόσο, ο Φόρστερ στην επιστολή του παρατηρεί: “δεν νομίζω ότι έχει μεταγραφεί σωστά, και η μετάφραση είναι με βεβαιότητα εσφαλμένη”. Ο μεταφραστής παρακάμπτει την παρατήρηση, χωρίς σχολιασμό. Η Καραμπίνη αναφέρει το περιεχόμενο της επιστολής του Φόρστερ και την εν λόγω παρατήρηση, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση. Σχολιάζει μόνο ότι η επιγραφή της είχε θυμίσει το ποίημα «Εν τω μηνί Αθύρ» του Καβάφη. Σκέφτηκε πως το εμπνεύστηκε από το βιβλίο, αλλά σκόνταψε στις χρονολογίες. Το ποίημα γράφτηκε το 1917 και το βιβλίο εκδόθηκε το 1929. Λησμόνησε πως ο Καβάφης ζούσε στη χώρα με τις μνημειώδεις ενεπίγραφες σαρκοφάγους, φτιαγμένες αιώνες πριν από εκείνες της Προβηγκίας.
Σχετικά με την επιγραφή, μένει η απορία κατά πόσο είχε δίκιο ο Φόρστερ. Σύμφωνα με πρόσφατη αποκατάσταση της σαρκοφάγου, πράγματι στη μεταγραφή της λατινικής επιγραφής υπάρχουν λάθη, σημαντικότερα στους τρεις πρώτους στίχους. Σε αυτούς, ο επιγραφοποιός στηρίζεται στην άποψη του Βεργίλιου, από το τέταρτο κεφάλαιο των «Γεωργικών», το περί μελισσών, πως αυτές τρέφονται από τα νεκρά σώματα. Η μετάφραση της διορθωμένης μεταγραφής είναι: “Εσύ που γνωρίζεις γράμματα, διάβασε τη συμφορά και μάθε τον οδυρμό μας / Πολλοί αποκαλούν αυτό μια σαρκοφάγο που περιέχει οστά / Αλλά αυτό έχει γίνει κατοικία ανίερων μελισσών...” Κατά τα άλλα, η μελετήτρια σχολιάζει τη σχέση Καβάφη-Έλιοτ, τονίζοντας το πόσο βοήθησε ο Φόρστερ και ότι “η διαφωνία του με τον Έλιοτ είχε δυσμενείς επιπτώσεις στη διάδοση της καβαφικής ποίησης”. Στη βιβλιοπαρουσίαση της Αλληλογραφίας («Η Εποχή», 30.6.2013), δείχναμε πως παρόμοια συμπεράσματα ελάχιστα ευσταθούν.
Όπως και να έχει, από τους Κυνικούς και τον Βεργίλιο όλο και απομακρυνόμαστε. Όπως απομακρυνόμαστε και από την εποχή του Παπαδιαμάντη και του Καβάφη. Ενδεικτικό ένα ακόμη παράδειγμα από τις απορίες της Καραμπίνη: “Ακόμα δεν μπορούμε να βρούμε μια πειστική εξήγηση γιατί χρειαζόταν ο Καβάφης τα βιβλία ενός ξεχασμένου σήμερα θεατρικού συγγραφέα, του Arthur W. Pinero, που πιάνουν ένα ράφι της βιβλιοθήκης.” Μια πρώτη απάντηση έδωσε η Βελγίδα καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Φλώριδας Gonda van Steen, σε ανακοίνωσή της, με τίτλο «Cavafy the dramatist», στο Συμπόσιο, που διοργανώθηκε στο Georgia State University, στις 28-29 Οκτ. Στηριζόμενη σε πέντε ποιήματα “του κανόνα”, αποφάνθηκε ότι η επίδραση του Πινέρο στην καβαφική ποίηση υπήρξε σημαντική. Ίσως έτσι να δικαιολογούνται οι 14 τόμοι Πινέρο της Βιβλιοθήκης του. Να θυμίσουμε, πάντως, ότι ο Πινέρο ξεκίνησε ως ηθοποιός και συγγραφέας στο Λίβερπουλ και το Λονδίνο, την εποχή που εκεί κατοικούσαν ο Καβάφης και η μητέρα του. Της Χαρίκλειας Καβάφη της άρεσε το θέατρο. Γιατί όχι, τα δράματα και οι κωμωδίες του Πινέρο, που φημίζονταν για τις ισχυρές προσωπικότητες των ηρωίδων, με τίτλους όπως «The notorious Mrs Ebbsmith» ή «The Schoolmistress».
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/12/2013.
Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013
Φάντασμα μικροφαλλίας
Ιάκωβος Ανυφαντάκης
«Αλεπούδες στην πλαγιά»
Εκδόσεις Πατάκη
Οκτώβριος 2013
Η κρίση τροφοδοτεί την πεζογραφία. Όπως σχολιάζαμε με αφορμή το πρόσφατο μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου, δεν εκδίδεται βιβλίο στο οποίο η κρίση να μην μνημονεύεται έστω και εν παρόδω. Στο βιβλίο του Ιάκωβου Ανυφαντάκη βρήκε θέση στο κειμενάκι του οπισθόφυλλου, σύμφωνα με το οποίο ο χρόνος της ιστορίας τοποθετείται “στις τελευταίες μέρες πριν από το ξεκίνημα της κρίσης”. Ο συγγραφέας, σε συνέντευξή του, διατείνεται ότι οι κοινωνικές καταστάσεις που περιγράφει προαναγγέλλουν την κρίση. Πράγματι, κάποιες σκηνές στην ελληνική επαρχία, που δείχνουν έλλειψη ηθικών και αισθητικών αξιών, θα μπορούσαν να εκληφθούν ως προάγγελοι της κρίσης. Μόνο που με αυτήν την διευρυμένη οπτική, η κρίση σοβεί εδώ και αρκετά χρόνια.
Αν, όμως, ένα βιβλίο δεν διαφημιστεί ως επίκαιρο, χάνει πόντους στην αγορά. Κατά τα άλλα, το κειμενάκι του οπισθόφυλλου λειτουργεί συνήθως ως συμπληρωματικό του τίτλου. Οπότε, με την ίδια οπτική, το «Αλεπούδες στην πλαγιά» θα μπορούσε να σημαίνει τον επερχόμενο δολίως εχθρό. Υπάρχουν αρκετοί τίτλοι με τη λέξη αλεπού: “μικρές αλεπούδες”, “κόκκινη αλεπού”, “λυσσασμένες αλεπούδες” ή και σκέτο “αλεπούδες”. Αντιστοίχως οι συγγραφείς τους, Λίλιαν Χέλμαν, Κωστής Παπαγιώργης, Δημήτρης Πετσετίδης, Ντων Κινγκ, με την αλεπού σηματοδοτούν το κακό. Αυτά, όταν οι συγγραφείς “συνομιλούν” με τη ζωή. Ο Ανυφαντάκης, όμως, δηλώνει εξαρχής ότι γι’ αυτόν “η λογοτεχνία είναι μία συζήτηση ανάμεσα σε κείμενα”. Αφορισμός που εντυπωσιάζει, ιδιαίτερα όταν έρχεται από έναν πρωτοεμφανιζόμενο και μάλιστα, χωρίς πανεπιστημιακή φοίτηση σε αντίστοιχο αντικείμενο, ώστε κάπως να δικαιολογείται αυτή η απολυτότητα. Αν και στην περίπτωσή του, προϋπάρχει μαθητεία σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής, όπου δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε τεχνικές της αφήγησης, όπως η διακειμενικότητα, η προοικονομία κ.ά.
Όπως και να έχει, τον τίτλο τον παίρνει από στίχο του Ουάλλας Στήβενς. Συγκεκριμένα, τον τελευταίο στίχο, “σαν αλεπούδες στην πλαγιά”, του τετράστιχου που έχει χρησιμοποιήσει ως μότο του βιβλίου. Πρόκειται για το πρώτο τετράστιχο του ποιήματος «Μία κάρτα από το ηφαίστειο», όπου ολόκληρο το ποίημα και κατ’ επέκταση το τετράστιχο εστιάζουν στη σχέση των νεότερων με τους νεκρούς προγόνους και τα έργα τους. Κατ’ αυτήν την ερμηνεία, το μότο δείχνει ξένο προς το περιεχόμενο του βιβλίου. Οπότε είναι ζητούμενο κατά πόσο ο τελευταίος στίχος, αλλαγμένος από παρομοίωση σε κυριολεξία, μπορεί να εκληφθεί ως παραπομπή στη χαμένη νεότητα των κεντρικών χαρακτήρων του βιβλίου, όπως τον αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας. Μία αρνητική απάντηση θα ακύρωνε τη “συνομιλία” τίτλου και μότο με το ποίημα του Στήβενς. Μένει, πάντως, ως κέρδος ένας ελκυστικός τίτλος και μέσω του μότο, αναφορά σε έναν αμερικανό ποιητή υψηλής αίγλης.
Ερχόμαστε τώρα στην αφοριστική δήλωση του συγγραφέα, που αποκαλύπτει την πρόθεσή του να στήσει την ιστορία του πάνω “σε μία συζήτηση ανάμεσα σε κείμενα”, εκμεταλλευόμενος τις λεγόμενες αναγνωστικές εμπειρίες. Σύμφωνα και πάλι με συνέντευξή του, άρχισε να γράφει το βιβλίο του το καλοκαίρι του 2009 στην παραλία του Δρέπανου Θεσπρωτίας. Ξεκίνησε μία αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, τοποθετώντας την αρχή της ιστορίας του στον τόπο και τον χρόνο που βρισκόταν. Μέχρι που θα μπορούσε στον ίδιο να είχε συμβεί η συνάντηση με παλαιά φίλη, με την οποία είχαν από χρόνια χαθεί, όπως εκείνη της ιστορίας του. Πρώτο βήμα, όμως, στο στήσιμο κάθε μυθοπλασίας είναι η μεταμφίεση. Ως αφηγητή και κεντρικό ήρωα επιλέγει έναν λέκτορα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ετών 37. Τότε, ο Ανυφαντάκης ήταν στα 26, δηλαδή ένα χρόνο μικρότερος από τον Χανς Σνιρ, τον ήρωα του Χάινριχ Μπελ στο μυθιστόρημα «Ο Κλόουν». Αυτό είναι το βιβλίο, με το οποίο πρωταρχικά “συνομιλεί” η ιστορία του. Με τον τίτλο «Ο Κλόουν» και όχι με την επί λέξει απόδοση του γερμανικού τίτλου «Απόψεις ενός κλόουν», εκδόθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά, το 1973, δέκα χρόνια μετά την έκδοση του πρωτότυπου και ένα χρόνο από την απονομή του βραβείου Νόμπελ στον Γερμανό συγγραφέα. Κατά ευτυχή σύμπτωση για το βιβλίο του Ανυφαντάκη, στις 24 Ιαν. 2014, το μυθιστόρημα του Μπελ, σε μετάφραση-διασκευή-σκηνοθεσία Αργύρη Ξάφη, ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο.
Για τον ήρωα της ιστορίας, ο οποίος δεν ονοματίζεται, “ο «Κλόουν» ήταν η μόνη σχέση που είχε αντέξει στη ζωή του”. Το 2009 έκλεινε “δεκαπέντε χρόνια” ενασχόλησης με αυτό το βιβλίο, που σημαίνει ότι με αυτό ξεκίνησε, το 1994, τις μεταπτυχιακές του σπουδές. Απόφοιτος της Γερμανικής Φιλολογίας, το είχε επιλέξει για θέμα του διδακτορικού του. Έκανε ενδιαμέσως τη στρατιωτική του θητεία και επανήλθε. Του πήρε “έξι χρόνια” να το ολοκληρώσει, ενώ για “δέκα χρόνια”, δηλαδή ακόμη πριν το τελειώσει κρατούσε σημειώσεις, με την ελπίδα να εκδώσει κάποτε τη διατριβή του.
Οι κοινωνικές και θεολογικές απόψεις του Μπελ θα πρέπει να ήταν οικείο θέμα για έναν απόφοιτο του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας όπως ο συγγραφέας. Το ίδιο και το συγκεκριμένο μυθιστόρημα του Μπελ, καθώς αποτελεί το τυπικό παράδειγμα από το χώρο της λογοτεχνίας ενός ερωτικού δεσμού που διαλύεται, γιατί αντιβαίνει στις επιταγές της Καθολικής εκκλησίας. Μόνο που ο Ανυφαντάκης, όταν άρχισε να γράφει το βιβλίο του, θα πρέπει να είχε ήδη απομακρυνθεί από το αντικείμενο των Σπουδών του. Στο “αυτάκι” του βιβλίου, αναφέρει πως “είναι υποψήφιος διδάκτορας με αντικείμενο τη μνήμη του ελληνικού Εμφυλίου”. Τελικά, πάντως, φαίνεται πως συμβίβασε τις ιστορικές σπουδές με την αγάπη του για τη λογοτεχνία, στηρίζοντας το μεταπτυχιακό του στο μυθιστόρημα «Ορθοκωστά» του Θανάση Βαλτινού. Όπως και να έχει, ο αφηγητής του δεν “συνομιλεί” με τον καθολικισμό και τον ουμανισμό του Μπελ, αλλά, σαν μέρος της διατριβής που “ξαναδουλεύει”, γράφει “το αφήγημα της Μαρί”. Όχι, όμως, “της Μαρί του Χανς και του Χάινριχ”, αλλά των δικών του ερωτικών φαντασιώσεων. Όλα αυτά αφορούν το πρώτο κεφάλαιο, που ο συγγραφέας εξομολογείται ότι το “έγραψε μέσα σε λίγες μέρες”. Στα επόμενα δυο κεφάλαια, ο αφηγητής σαν να λησμονεί τη “συνομιλία” με τον Μπελ. Υπάρχει μόλις μία αναφορά στο μυθιστόρημά του Μπελ ως σημαντικού σταθμού στη ζωή του.
Το δεύτερο πρόσωπο της ιστορίας, η παλαιά φίλη του αφηγητή, την οποία συναντά στην παραλία, ήταν συμφοιτήτριά του από την αρχή των πανεπιστημιακών σπουδών μέχρι και το ξεκίνημα του μεταπτυχιακού. Το δικό της θέμα ήταν το μυθιστόρημα, «Ο θάνατος στη Βενετία», του Τόμας Μαν. Με αυτό “πήγε με υποτροφία στη Γερμανία” και “το άρθρο της δημοσιεύτηκε σε μια μεγάλη αμερικάνικη επιθεώρηση για τη λογοτεχνία”. Όταν συναντιούνται, δέκα τέσσερα χρόνια αφότου εκείνη έχει εγκαταλείψει το διδακτορικό της, η στροφή στις λογοτεχνικές της προτιμήσεις φαίνεται από τα βιβλία που αγοράζει. “Δυο ελληνικά μυθιστορήματα και το τελευταίο μυθιστόρημα του Ροθ «Ο Καθένας»”. Βεβαίως, το 2009, «Ο Καθένας» δεν ήταν το πιο πρόσφατο του Ροθ, ούτε το τελευταίο του μεταφρασμένο στα ελληνικά, συνιστά όμως παράδειγμα της “πειραγμένης” πραγματικότητας, που είναι έτερη συχνά απαντώμενη αφηγηματική τεχνική. Στα δυο επόμενα κεφάλαια, ο αφηγητής λησμονεί τα μυθιστορήματα του Μαν και του Ροθ, πέραν μίας αναφοράς στο πρώτο, καθώς αυτό αποτελεί σταθμό στη ζωή της φίλης του.
Παρόμοιες αναφορές γίνονται σε τέσσερα ακόμη βιβλία: Στη σύντομη ιστορία του Τόμας Μπέρνχαρντ «Η πλάνη του Μοοσπρούγκερ» από το βιβλίο του «Ο μίμος των φωνών», που ο αφηγητής την στραβοκαταλαβαίνει, καθώς “ο καθηγητής του Μπέρνχαρντ” δεν “καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτός που συναντάμε δεν είναι ποτέ αυτός που περιμένουμε”. Ο αφηγητής είναι εκείνος που του το υποδεικνύει, με ολέθριες συνέπειες για τον καθηγητή. Στην ειρωνική φράση του Κουρτ Βόννεγκατ, “έτσι πάει ο καιρός” από το μυθιστόρημά του «Σφαγείο Νο 5», που έμεινε ως ιστορική επωδός, χάρις στα συλλαλητήρια ενάντια στον Πόλεμο του Βιετνάμ. Ο Βόννεγκατ αναφέρεται στους συνεχείς θανάτους, ενώ ο αφηγητής σε κοπέλα πορνείου των Σερρών, κοντά στο στρατόπεδο, που δεν θα ξαναδεί. Ο συνδυασμός φαντάρου και πόρνης φέρνει και μια, εν παρόδω, αναφορά στο «Κεκαρμένοι» του Νίκου Κάσδαγλη. Τέλος, στο τρίτο κεφάλαιο, μνημονεύεται το μυθιστόρημα, «Μαντάμ Μποβαρύ», του Φλωμπέρ, με αφορμή άλλη συμφοιτήτρια, που επέδειξε συμπεριφορά παραπλήσια εκείνης της ηρωίδας του Φλωμπέρ.
Αυτές, όμως, οι αναφορές, υπό μορφή περισσότερο σχολίων και ενδόμυχων σκέψεων του κεντρικού ήρωα, δεν συνιστούν διακειμενικές σχέσεις. Αν, βεβαίως, διακειμενικότητα σημαίνει αφομοίωση και λειτουργικός μετασχηματισμός του ξένου κειμένου. Γι’ αυτό και προκαλεί απορία η έμφαση που δίνουν σε αυτές οι βιβλιοπαρουσιαστές, συναρτώντας τες μάλιστα με τη λογοτεχνική υπόσταση του βιβλίου. Ωστόσο, αυτό το πρώτο βιβλίο του Ανυφαντάκη θα μπορούσε να σταθεί και χωρίς την τεχνική της διακειμενικότητας και τα λοιπά διανθίσματα. Είναι μία νουβέλα, εντέχνως στημένη, όπου η σταδιακή αποκάλυψη του ψυχισμού του αφηγητή ενέχει το σασπένς της προσμονής για ό,τι περίεργο ή δυσάρεστο μπορεί να αποκρύπτεται.
Για τον χαρακτηρισμό νουβέλα, που δίνει ο συγγραφέας, δεν συνηγορεί μόνο η έκταση. Επιπροσθέτως, η αφήγηση εστιάζει σε ένα πρόσωπο και δεν στηρίζεται στην ομαλή χρονολογική εξέλιξη της πλοκής, με τις συνήθεις αναδρομές στην προηγούμενη ζωή του ήρωα. Σε αυτήν, η καταβύθιση στο παρελθόν προσομοιάζει με μία ψυχαναλυτικής φύσεως διαδικασία. Όπου τα τρία κεφάλαια θα μπορούσαν να εκληφθούν σαν συνεδρίες παρουσία ενός βουβού ακροατή, φανταστικού ή ακόμη και υπαρκτού. Με το ξεκίνημα, στην πρώτη κιόλας φράση, ο αφηγητής έχει την αίσθηση ότι “η λάμπα του δρόμου έφεγγε ακριβώς μέσα στο σαλόνι σαν να τον προετοίμαζε για ανάκριση”. Από ένα αδιευκρίνιστο χρονολογικά παρών, ανατρέχει κατ’ αντίστροφη φορά σε τρεις διαφορετικούς χρόνους, που αντιστοιχούν σε κρίσιμες καμπές της επιστημονικής του σταδιοδρομίας.
Καλοκαίρι 2009, είναι λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Χειμώνα 2002, με τελειωμένο το διδακτορικό, βρίσκεται νεοδιορισμένος καθηγητής γερμανικών σε χωριό της Κρήτης. Φθινόπωρο 1996, φρέσκος υποψήφιος διδάκτορας, ταξιδεύει σε χωριό της Καλαμάτας για να παρευρεθεί στο γάμο φίλης του. Ο αφηγητής περιγράφει τόπους και εσωτερικούς χώρους, επιμένοντας σε κάποια στοιχεία, που αντικατοπτρίζουν αντιαισθητικά γούστα και νεοπλουτίστικες συνήθειες. Επίσης, σχολιάζει τον συντηρητισμό και την κρυψίνοια των ντόπιων. Εκείνο, όμως, που σχεδόν μονοπωλεί το λόγο του είναι η σχέση του με τις γυναίκες. Προβάλλει εαυτόν σαν έναν ρομαντικό μονογαμικό. Βολεύεται, όμως, με έναν μεγάλο έρωτα για νεαρή κοπέλα, που την είχε γοητεύσει με την εικόνα του εσωστρεφούς διανοούμενου, που καλλιεργούσε. Εκείνη τον έχει εγκαταλείψει, αλλά αυτός συνεχώς αναβάλλει την όποια προσπάθεια για να την φέρει πίσω.
Ο λόγος του αποκρύβει επιμελώς τα αισθήματα ανασφάλειας και τις εσώτερες επιθυμίες. Μόνο κάποια σχόλια ή σπαράγματα από περιγραφές, περισσότερο από φαντασιώσεις, έρχονται να ραγίσουν την περσόνα του καθηγητή που μπορεί “να φέρει στο κρεβάτι του” όποια μαθήτρια επιθυμεί. Οι αφηγήσεις του δημιουργούν την εντύπωση ενός άντρα, που επιδίδεται με επιτυχία στις σεξουαλικές δραστηριότητες. Καταλύτης για την αποκάλυψη του έσω κόσμου στέκεται η συνάντηση με την παλαιά συμφοιτήτρια. Η μοναδική τους συνεύρεση στο πρώτο κεφάλαιο έχει ένα παρελθόν τουλάχιστον δυο ματαιωμένων προσπαθειών. Αυτές θα έρθουν στην επιφάνεια μέσα από τις συνειρμικές του αφηγήσεις. Αρχικά έμμεσα και τελικά ευθέως, θα δώσει μία εικόνα της σεξουαλικής του μειονεξίας. Μπορεί να αναφέρεται σε λαχταριστές νεαρές υπάρξεις αλλά οι σχέσεις του περιορίζονται στις μετρημένες συνευρέσεις του φαντάρου με την “σκουρόχρωμη” πόρνη και στις κλεφτές του φοιτητή με εμφανισιακά δευτεροκλασάτες, όπως η εν λόγω συμφοιτήτρια. Όχι ακριβώς άσχημη, μάλλον αδιάφορη, χωρίς τις θηλυκές καμπύλες που διεγείρουν. Ο τύπος της καλής φοιτήτριας, που αμελεί την εμφάνισή της.
Ο αφηγητής επιμένει να περιγράφει τρυφερές σκηνές, ωστόσο στο λόγο του διαφαίνεται φθόνος για “χασαπόπαιδα” και “φορτηγατζήδες”. Τον διεγείρουν αναφορές σε άνδρες που δέρνουν ή στο “ξεπαρθένεμα” έφηβης μαθήτριας από αγόρια στην αράδα. Ποιό είναι το τραυματικό σημείο, ποια τα παρελκόμενα συμπλέγματα, είναι κάποια από τα ερωτήματα που γεννά αυτός ο αυθύπαρκτος ήρωας, μακριά από τον Χανς του Μπελ. Ας επανέλθουμε, όμως, στις αναγνωστικές εμπειρίες του Ανυφαντάκη. Στις “συνομιλίες” με ξένα κείμενα, που απαριθμήσαμε, παραλείψαμε να αναφέρουμε το «Άνθη της αβύσσου» του Βαλτινού. Ο αφηγητής, αυτήν την επί τροχάδην μνεία την συμπληρώνει με σχόλιο για μία συζήτηση που είχε με τον συγγραφέα. Όπως αποκαλύπτει, τον απασχολούν “οι μορφικοί πειραματισμοί” του Βαλτινού. Μήπως, όμως, θα έπρεπε πρωτίστως να τον απασχολήσει η γλώσσα, που στάθηκε το κύριο μέλημα του Βαλτινού από το πρώτο κιόλας δημοσιευμένο πεζογράφημά του. Συμπτωματικά, το δημοσίευσε σε περιοδικό στην ίδια ηλικία με τον Ανυφαντάκη, ενώ βιβλίο έπιασε στα χέριά του δέκα χρόνια αργότερα. Διαφορετικά τα εκδοτικά ήθη τότε, όπως διαφορετικό το κύρος της ελληνικής. Τότε η ιδιωματική φράση ερχόταν από την λαϊκή γλώσσα, σήμερα από την επί λέξει μεταγραφή των αγγλικών ιδιωματισμών.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/12/2013.
Σύνδρομο φυγής
Ευγενία Φακίνου
«Πλανόδιοι θεριστές»
Εκδόσεις Καστανιώτη
Οκτώβριος 2013
Οσο απρόβλεπτο είναι το πόσο θα κρατήσει η κρίση, άλλο τόσο δύσκολο, αν όχι και περισσότερο, είναι να γίνει κάποια εκτίμηση για το πόσο καιρό ακόμη θα αποτελεί πρόσφορο θέμα για την πεζογραφία. Προσώρας, πάντως, η τάση είναι σαφώς αυξητική. Παρότι η “ελληνική κρίση χρέους”, όπως έχει επισήμως ονομαστεί, συμπληρώνει αισίως τον τέταρτο χρόνο, όλο και περισσότερα βιβλία στρέφονται γύρω από αυτήν, ενώ δεν υπάρχει βιβλίο στο οποίο να μην μνημονεύεται έστω και ακροθιγώς. Οι συγγραφείς, ωστόσο, μένουν μακριά από τη λογοτεχνία τύπου ντοκουμέντο. Πιθανώς, γιατί δεν ανήκουν στο τμήμα του πληθυσμού, που πλήττεται από ανεργία και ανέχεια. Κανένας δεν καταπιάστηκε με ένα μυθιστόρημα μαρτυρίας, παίρνοντας τη δύσκολη απόφαση να ζήσει για ένα διάστημα ως νεόπτωχος, τουτέστιν να κοιμάται στρωματσάδα στους δρόμους της Αθήνας και να σιτίζεται στα ελέω θεού συσσίτια για απόρους. Ακόμη και τον ένδον λόγο του σημερινού εξαθλιωμένου, τον πλάθουν από τη θέση του παρατηρητή. Στο δημόσιο λόγο τους, ωστόσο, συμπάσχουν, όπως και οι πολιτικοί, διαβεβαιώνοντας, πως θα βρούμε τη δύναμη, θα δώσουμε τη μάχη, και άλλα παρόμοια, με το χαμόγελο στα χείλη και σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο.
Η Ευγενία Φακίνου εξομολογείται ότι η κρίση της έδωσε το έναυσμα για το πρόσφατο μυθιστόρημά της και ακόμη, πως συνειδητά ήθελε να γράψει “ένα φωτεινό, αισιόδοξο βιβλίο”. Σε αντίθεση με το κυρίως ρεύμα, που προτιμά τον ωμό ρεαλισμό. Όπως ο νεότερος Χρήστος Χρυσόπουλος, που εξέδωσε πέρυσι το «Φακός στο στόμα», με τον αφηγητή να ξεποδαριάζεται, παρακολουθώντας έναν άστεγο να κάνει γύρα τους σκουπιδοτενεκέδες, κρατώντας κατά το ψαχούλεμα τον φακό με το στόμα. Εκείνος ήθελε να γράψει ένα σκληρό βιβλίο για να “παρέμβει στη σφαίρα της πραγματικής ζωής”. Υποθέτουμε ότι εννοεί να ταρακουνήσει τους εφησυχασμένους. Μάλλον κανέναν δεν ταρακούνησε, κατάφερε όμως να αποσπάσει γαλλικό βραβείο για το καλύτερο μεταφρασμένο βιβλίο πεζογραφίας του έτους. Όπως φαίνεται, όσοι συγγραφείς και κινηματογραφιστές περιγράφουν την κατάσταση με τα πιο ζοφερά χρώματα, ενθουσιάζουν τους Ευρωπαίους.
Για το μυθιστόρημα της Φακίνου θα προτιμούσαμε τον πιθανώς και παρωχημένο χαρακτηρισμό που ο Βικέλας έδινε στο απαραίτητο για την εποχή του βιβλίο. Όπως και κάποια προηγούμενα δικά της, είναι τερπνό και ωφέλιμο. Παρόμοια βιβλία λείπουν και στην δική μας εποχή, ιδιαίτερα στον καιρό της κρίσης. Τα ωμά ρεαλιστικά είναι καλά για εξαγωγή στους ευρωπαίους φιλέλληνες ή και για ένα μέρος του γηγενούς πληθυσμού, που δεν πλήττεται αλλά αντιθέτως, πορίζεται από την κρίση. Ενώ, τα τερπνά και ωφέλιμα είναι εκείνα που προσφέρουν στον εγκλωβισμένο τη διαφυγή, την οποία έχει τόσο ανάγκη, έστω και για την σύντομη ανάπαυλα μίας ανάγνωσης. Όχι, όμως, όπως τα ροζ μυθιστορήματα, σαν απόδραση από την πραγματικότητα, αλλά σαν ένα ταξίδι πέρα από τις αδιέξοδες καταστάσεις, σε κάποιες άλλες λυτρωτικές, των οποίων την ύπαρξη έχει προ πολλού λησμονήσει.
Το 2005, η Φακίνου είχε πάρει το πρώτο Βραβείο Αναγνωστών. Από τα οκτώ, που συνολικά απονεμήθηκαν, εκείνο ήταν μάλλον το μοναδικό που ανταποκρινόταν στην ονομασία του. Είχε δοθεί χωρίς τις ποικίλες χειραγωγήσεις που προέκυψαν στη συνέχεια, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια από την πλευρά των θεσμοθετών να μην δοθεί στους φυσικούς διεκδικητές του, που θα σήμαινε τους συγγραφείς της λίστας των ευπώλητων. Αν, όμως, γράφονταν περισσότερα τερπνά και ωφέλιμα βιβλία δεν θα πνίγονταν οι λίστες στο ροζ και το μελό, ούτε η λέξη ευπώλητο θα είχε καταλήξει κακόσημη. Αυτή είναι η διαφοροποίηση που θα έπρεπε να γίνει στο χώρο του ευπώλητου και όχι η διάκριση λογοτεχνίας και παραλογοτεχνίας.
Το προ οκταετίας βραβευμένο βιβλίο της Φακίνου είναι το 11ο μυθιστόρημά της, «Η μέθοδος της Ορλεάνης». Πρόκειται για ένα ερωτικό μυθιστόρημα, σε αντίθεση με το πρόσφατο, στο οποίο απουσιάζει το σύνηθες δίπτυχο, έρωτας-θάνατος. Από αυτήν την άποψη, το πρόσφατο είναι περισσότερο αντιπροσωπευτικό του μυθιστορηματικού της κόσμου. Είναι το 15ο και με αυτό η συγγραφέας εισέρχεται στην τέταρτη δεκαετία μυθιστοριογραφίας. Ως σημείο έναρξης κρατούμε τον Μάιο του 1982, όταν κυκλοφόρησε το «Αστραδενή», με εξώφυλλο μία “καθισμένη μορφή, χαραγμένη σε βότσαλο νεολιθικής εποχής”. Με την προοπτική του χρόνου, δείχνει σαν να προοιωνίζεται τη μητριαρχική αλυσίδα των ηρωίδων που ακολούθησαν την Αστραδενή.
Το πρόσφατο μυθιστόρημα έρχεται και στοιχίζεται στη συνέχεια της «Μεγάλης πράσινης», που ξεχωρίζει στα πέντε της πρώτης δεκαετίας, του «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα», που παίρνει τη σκυτάλη στα τέσσερα της δεύτερης δεκαετίας, και του «Οδυσσέας και μπλουζ» από την πεντάδα της τρίτης. Στην πρόσφατη, τρίτη δεκαετία, ανήκει και το «Έρως, θέρος, πόλεμος», που θα μπορούσε να είχε φέρει ένα Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Θα το δικαιούτο η συγγραφέας ως γνήσια παραμυθού και άρα, μυθιστοριογράφος με τη σημασία που δίνει σε αυτήν την προσωνυμία το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Αντ΄αυτού, τέσσερα χρόνια αργότερα, τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη μία και μοναδική συλλογή ιστοριών που έχει εκδώσει. Όποιος αγνοεί τη λογική απονομής των Κρατικών Βραβείων, κάτι τέτοια τα προσπερνάει ως πιθανές αστοχίες. Δυστυχώς, όμως, δεν είναι ούτε άστοχο ούτε τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα μίας διαχειριστικής λογικής. Γι’ αυτό, από μία άποψη, με το δίκιό της ισχυρίζεται σε συνέντευξή της, ότι ο κριτικός “κρίνει υποκειμενικά” ή, ακόμη χειρότερα, ότι “μπορεί να έχει και προσωπικά με έναν συγγραφέα”. Απόφανση απαράδεκτη για όσους επιδίδονται συστηματικά στην κριτική.
Για να επανέλθουμε στη σοβούσα κρίση, θα πρέπει να διευκρινίσουμε, πως, στην περίπτωση της Φακίνου, δεν είναι εκείνη που προσέγγισε θεματικά την κρίση, αλλά η κατάσταση της κρίσης που ήρθε και έδεσε με τον βασικό θεματικό άξονα της μυθιστοριογραφίας της. Εξαρχής μέχρι σήμερα, πηγή έμπνευσης στάθηκε η φυγή, με τη μορφή της βιαστικής απομάκρυνσης από τον τόπο κατοικίας, χωρίς, όμως, να υπάρχει κάποια συγκεκριμένη απειλή ή κίνδυνος. Παρουσιάζεται σαν τη φυγή της γυναίκας από μία κατάσταση, που βιώνεται ως εγκλεισμός. Συνήθως πρόκειται για τον περιορισμό στα στενά όρια της πυρηνικής οικογένειας. Για την αναχώρηση υπάρχει πάντα κάποιο πρόσχημα, όπως δηλώνεται και στον τίτλο ενός από τα μυθιστορήματα. Αυτό το αναγκαίο πρόσχημα, στο πρόσφατο μυθιστόρημα το δίνει η κρίση.
Η ηρωίδα έχει χάσει την εργασία της, κατά τα άλλα όμως, η κρίση την χτύπησε μάλλον ξώφαλτσα. Αναγκάστηκε μεν “να ξενοικιάσει το ωραίο της διαμέρισμα”, αλλά δεν έμεινε και στο δρόμο. Στεγάστηκε στο παλιό σπίτι της μητέρας της, που είχε πεθάνει προ διετίας, κρατώντας το αυτοκίνητό της. Γεγονός που της επέτρεψε να πραγματοποιήσει άμεσα την τάση για φυγή. Το βασικό της πρόβλημα είναι ανεξάρτητο από την κρίση, δίνει όμως την ευκαιρία στην συγγραφέα να σκιαγραφήσει την ψυχολογία μίας σημερινής σαραντάχρονης. Πρόκειται για μία εγκυμοσύνη, που προέκυψε από “περιστασιακή σχέση”, αφού, έτσι κι αλλιώς, εκείνη επεδίωκε τους “ρηχούς δεσμούς”. Τα αίτια αυτής της συναισθηματικής αποστασιοποίησης εξηγούνται με το σύμπλεγμα που δημιουργείται στο παιδί, όταν ο πατέρας εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία. Όπως αρμόζει σε μία ανεξάρτητη γυναίκα, αποφάσισε να μην πληροφορήσει σχετικά τον συνυπαίτιο, αλλά και να κρατήσει το παιδί, καθώς η σημερινή γυναίκα διεκδικεί την μητρότητα από μία ηλικία και ύστερα ως δικαίωμα. “Τριάντα οκτώ χρόνων, πρώτη φορά έγκυος δεν το ρίχνεις”, είναι ο συλλογισμός της ηρωίδας, καίτοι άνεργη και μόνη.
Τον τύπο της φυγής που απαντάται στα μυθιστορήματα της Φακίνου, τον περιγράφει η ηρωίδα σαν περιπλάνηση από τόπο σε τόπο προς αποφυγή μίας “φυσιολογικής ζωής”, που την τρομάζει. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, καθώς και κάποια προηγούμενα βιβλία της, μυθιστόρημα “on the road”. Σε αυτό, μάλιστα, υπάρχουν περισσότερα στοιχεία αμερικανικής έμπνευσης. Όπως στο μυθιστόρημα του Κέρουακ, και εδώ πρωταγωνιστεί το τρίο δυο φίλων και μίας γυναίκας. Επίσης, σύμφωνα με την συγγραφέα, τόσο οι “πλανόδιοι θεριστές” όσο και “το Κίνημα των Έτοιμων”, που μνημονεύει είναι ομάδες, οι οποίες προέκυψαν στην Αμερική την περίοδο της κρίσης. Πάντως, τα όποια ξενικά δάνεια εξαντλούνται στα πρώτα κεφάλαια. Άλλωστε, τα “on the road” μυθιστορήματα της Φακίνου, μόνο σε ένα αρχικό τμήμα τους εκτυλίσσονται “στο δρόμο”. Στο πρόσφατο, η περιπλανώμενη γρήγορα αποφασίζει, λόγω προχωρημένης εγκυμοσύνης, να σταθμεύσει σε έναν τόπο, όπου, χάρις σε απανωτές συμπτώσεις, καταλήγει να συμβιώνει με κάποιον. Μόνο που αυτή η καινούργια κατάσταση απέχει της συμβατικής, καθώς, και σε αυτό το μυθιστόρημα, πρόκειται για μία παράταιρη συνύπαρξη. Εδώ, είναι ένας κοντά εβδομηντάρης ομοφυλόφιλος, που έχει καταλήξει μονήρης μετά την αναχώρηση του αγαπημένου του συντρόφου με έναν νεότερο. Και στη δική του περίπτωση, το ψυχολογικό πρόβλημα έχει τις ρίζες του στην πατρική συμπεριφορά.
Ο τρίτος, που εμπλέκεται στην περιπετειώδη συνύπαρξη του ζεύγους, είναι ένας συνομήλικος του ομοφυλόφιλου, χήρος με τα δυο παιδιά του “μετανάστες στα πέρατα της γης”. Κι αυτός μονήρης, ήταν ένας τυχαίος “φίλος της παραλίας”, όπου συνηθίζαν να κολυμπούν. Με αυτό το τρίο, η συγγραφέας αναδεικνύει τις διαφορετικές μορφές που έχει πάρει σήμερα το πρόβλημα του πατρικού ειδώλου, σκιαγραφώντας πιθανές μελλοντικές παραλλαγές του θεσμού της οικογένειας. Τι μπορεί να προσφέρει ο άντρας και τι η ευαίσθητη πλευρά ενός ομοφυλόφιλου, αφήνοντας μετέωρη τη γυναικεία συμμετοχή. Κατά τα άλλα, σαν συνέχεια του «Οδυσσέας και μπλούζ», η συγγραφέας βρίσκει πρόσφορο έδαφος στις σημερινές οικολογικές ευαισθησίες, περιγράφοντας τον τόπο και την ζωή στη φύση. Εκεί ήταν ο «Αγροτουριστικός Ξενώνας Η ΛΕΒΑΝΤΑ», εδώ το “δασικό χωριό”, με “το πομπώδες όνομα το Μαύρο Δάσος”.
Παλαιότερα, η Φακίνου έστηνε τα μυθιστορήματά της στον Θεσσαλικό κάμπο. Στα μεταγενέστερα, παρουσιάζει μεγαλύτερη κινητικότητα. Εξαρχής, πάντως, δεν ονομάτιζε τους τόπους, προτιμώντας πλάγιες παραπομπές και νύξεις. Στο πρόσφατο, η πλησιέστερη μεγάλη πόλη αποκαλείται “η πόλη με τα τρελά νερά”, ενώ η κοντινή κωμόπολη έχει ιαματικά λουτρά, δείχνοντας αντιστοίχως προς Κεντρική και Βόρεια Εύβοια. Είναι, όμως, η αφήγηση του δεύτερου ηλικιωμένου, που ορίζει τον τόπο. Για πρώτη φορά, η συγγραφέας πλάθει έναν χαρακτήρα που συμμετέχει ενεργά στα κοινά. Είναι ένας μεταλλωρύχος, που πρωτοστάτησε στην “μεγάλη απεργία”, άνοιξη 1976. Μόνο το όνομα “της κωμόπολης με τα κοιτάσματα λευκόλιθου” δεν αναφέρει, αλλά ποιος δεν θυμάται, στο ξεκίνημα της μεταπολίτευσης, τους εξεγερμένους μεταλλωρύχους στο Μαντούδι. Μέχρι ταινία έγιναν.
Κοντά στο “δασικό χωριό” βρίσκεται “το Μεγάλο Μοναστήρι”. Σε αυτό το βιβλίο είναι έντονο το μεταφυσικό στοιχείο. Ορισμένα μυθοπλαστικά ευρήματα θυμίζουν το δεύτερο μυθιστόρημά της, «Το έβδομο ρούχο». Και τα δυο στρέφονται γύρω από μία Ελένη, αμφότερα ανοίγουν με ένα μοναχικό δέντρο, μάλιστα στο πρόσφατο πλέκεται μία δεισιδαίμονα διήγηση γύρω από αυτό, ενώ και στα δυο υπάρχει ο σεληνιασμένος, που η παράδοση τον θέλει με υπερφυσικές ιδιότητες. Η τριακονταετία που χωρίζει τους χρόνους της συγγραφής τους αποτυπώνεται και στην θρησκευτικότητα των ηρώων. Σε εκείνο, στις δοξασίες και στα θαύματα πίστευαν οι γυναίκες, καθώς αυτές θεωρούνταν τότε πιο ευαίσθητες φύσεις. Στο πρόσφατο, είναι ο ομοφυλόφιλος που αποδέχεται τη θεία χάρη. Σε αντίθεση με τον φίλο του, που βλέπει στο κοντινό “Μεγάλο Μοναστήρι” μόνο το “παπαδαριό”. Η συγγραφέας αφηγείται όνειρα και θαύματα, ενώ πλάθει ασκητικές μορφές καλογήρων.
Στο τερπνό και ωφέλιμο βιβλίο βαραίνει η κατάληξη. Αρχικά, η Φακίνου άφηνε το τέλος ανοικτό, στα κατοπινά υιοθέτησε το στρογγύλεμα του χάπι-εντ. Από μία άποψη, το ίδιο κάνει και στο πρόσφατο. Εδώ, ωστόσο, δεν είναι ο εναγκαλισμός της Αρέθας και του Αντρέα, που κέρδισε το Βραβείο των Αναγνωστών, ούτε τα φλογερά φιλιά του μεσήλικα Οδυσσέα στα μάγουλα της νεαρής Μπλουζ, που εξασφάλισαν τη θέση στα ευπώλητα. Είναι το ευτυχές τέλος μίας δύσκολης γέννας “on the road”, σε συνθήκες κοινοβιακής συνύπαρξης, που δεν μπορεί παρά να καταλήξει με ένα θηλυκό βρέφος, “παιδί όλων”, για να εξημερωθούν και να γλυκάνουν οι μονήρεις.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/12/2013.
Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013
Μία διαμάχη ετών 160
Κων. Ασώπιος
Κωνσταντίνος Ασώπιος
«Τα Σούτσεια»
Φιλολογική επιμέλεια
Λάμπρος Βαρελάς
Εκδόσεις Ίδρυμα Ουράνη
Φεβρουάριος 2013
«Τα Σούτσεια», αυτός ο εντυπωτικός, λόγω της ειρωνικής του χροιάς, τίτλος, μνημονεύεται σχεδόν σε όλες τις Ιστορίες Νεοελληνικής Λογοτεχνίας με μία σύντομη αναφορά στο κεφάλαιο για τον Παναγιώτη Σούτσο. Εκεί, προηγείται το κείμενο του Σούτσου, «Η Νέα Σχολή του γραφομένου λόγου», το οποίο, αναλόγως με τον ιστορικό, είτε χαρακτηρίζεται ουδέτερα “γλωσσική μελέτη” είτε απαξιωτικά ως “το πιο περίεργο ντοκουμέντο του ποιητικού εξαρχαϊσμού”. Στη συνέχεια, πάντα συμπληρωματικά, γίνεται αναφορά στην απάντηση που δόθηκε στον Σούτσο, δηλαδή στα «Σούτσεια». Και πάλι εδώ οι χαρακτηρισμοί αντανακλούν τις εκτιμήσεις του ιστορικού, από “σχολαστικός λίβελλος” μέχρι “δείγμα σπάνιας νηφαλιότητας και οξύνοιας”. Πάντως, χάρις στα «Σούτσεια», μνημονεύεται στις Ιστορίες και ο συντάκτης του έργου, Κωνσταντίνος Ασώπιος, που επέχει τη θέση του κριτικού και θα αναμενόταν να χαίρει ανεξάρτητου σχολιασμού. Σε μία Ιστορία Ιδεών, μάλιστα, θα του αντιστοιχούσε και ιδιαίτερο κεφάλαιο.
Μπορεί παρόμοια Ιστορία να αργεί πολύ ακόμα, ωστόσο, η Ιστορία του Κ. Θ. Δημαρά προβλέπει την ισοδύναμη αναφορά ποιητή και κριτικού. Προηγείται μεν το κεφάλαιο του ρομαντισμού και “το περίφημο γλωσσικό μανιφέστο του Παναγιώτη Σούτσου”, αλλά ακολουθεί κεφάλαιο για τους ποιητικούς διαγωνισμούς, όπου βρίσκει τη θέση του ο κριτικός Ασώπιος και το σύγγραμμά του. Στην παρουσίαση προσώπων και έργων, ο Δημαράς αποφεύγει να προβάλλει τις συμπάθειές του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι εμφανές ποια πρόσωπα εκτιμά και με ποιων τις ιδέες στοιχίζεται. “Ο πιο μεγάλος και περισσότερο από κάθε Έλληνα πολύπλευρος φιλόλογος του καιρού εκείνου”, γράφει για τον Ασώπιο. Αλλά αξιολογεί και το κείμενο του Σούτσου ως “το πιο επίσημο και το πιο ενσυνείδητο μανιφέστο της καθαρεύουσας”. Ακόμη και τη “βιογραφική ζήτηση” υπερασπίζεται, αρκεί αυτή να εξηγεί το γιατί και το πώς, αντί να ρέπει στο εγκώμιο ή την αμαύρωση.
Στην αντιπαράθεση Σούτσου - Ασώπιου –γιατί για αντιπαράθεση πρόκειται– την οποία ο Δημαράς παρουσιάζει εστιασμένη σε γλωσσικά και αισθητικά ζητήματα, ο μαθητής του Παναγιώτης Μουλλάς αφιερώνει, το 1974, μελέτη, με τίτλο, «Η διαμάχη Π. Σούτσου - Κ. Ασώπιου (1853) και η ιστορική συγκυρία». Εκεί, ουσιαστικά παρακάμπτει ή ελάχιστα μνημονεύει το κριτικό σκέλος, αναδεικνύοντας τη “διαμάχη” σε “ιδεολογικό αγώνα με άμεσους πολιτικούς στόχους”. Δεν προχώρησε, όμως, στη αναδημοσίευση των πρωτότυπων κειμένων των δυο πλευρών, ώστε ο ενδιαφερόμενος να μπορεί να μορφώσει γνώμη απευθείας από τα αρχικά κείμενα. Κάτι που έκανε ένας άλλος στενός συνεργάτης του Δημαρά, ο Άλκης Αγγέλου, αναδημοσιεύοντας τα κείμενα μίας προηγούμενης γλωσσικής “διαμάχης”, προεπαναστατικής, μεταξύ Κοραή και Παναγιώτη Κοδρικά. Το ημιτελές έργο του Μουλλά ολοκληρώνει ο τρίτος (ή μάλλον τέταρτος, μετρώντας και τη βραχύβια θητεία του Χρ. Αλεξίου, στο αναμεταξύ της αιφνίδιας αποχώρησης του ιδρυτή της σειράς Απ. Σαχίνη και το διορισμό του διαδόχου του Β. Αθανασόπουλου) Γενικός Φιλολογικός Επόπτης της Σειράς «Νεοελληνική Βιβλιοθήκη» του Ιδρύματος Ουράνη, Γιάννης Παπακώστας. Αυτός, όμως, αναθέτει σε έναν νεότερο τον ρόλο του προλογιστή. Ρόλο καθοριστικό, καθώς, στην εν λόγω Σειρά, η εισαγωγή προτάσσεται, διαμορφώνοντας “τις αναμονές του αναγνώστη”. Ας μην λησμονούμε, ότι παρόμοιες εκδόσεις τις χαίρεται ο μη ειδικός, που δεν έχει πρόσβαση στις πηγές. Αυτός βρίσκεται στην εξουσία του προλογιστή, που αποβαίνει ίδια απόλυτη με εκείνη του μυθιστοριογράφου επί του αναγνώστη. Καθώς, μάλιστα, λείπουν για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα οι “βιογραφικές ζητήσεις”, που ευαγγελιζόταν ο Δημαράς, ο σημερινός αναγνώστης θα μορφώσει γνώμη για τον “καλό” και τον “κακό” της “διαμάχης” με βάση τις εκτιμήσεις του προλογιστή.
Εκσυγχρονιστική οπτική
Ο Λάμπρος Βαρελάς αναλαμβάνει να παρουσιάσει τα δυο έργα και τους συγγραφείς τους στην εκτενή, 110 σελ., εισαγωγή του. Ήδη, με τους τίτλους των πρώτων κεφαλαίων, προϊδεάζει για την εκσυγχρονιστική χροιά, που θα έχουν “τα πολλαπλά αίτια” της εν λόγω “διαμάχης”. Αν και στη δική του φρασεολογία, πρόκειται για “σύγκρουση” και “αντιπάλους”. Ή, σύμφωνα με τον τίτλο του δευτέρου κεφαλαίου, “μονομάχους”. Ο Μουλλάς ανέφερε χαρακτηριστικά ότι “η γραφή ξεκαθαρίζει προσωπικούς λογαριασμούς, εκτονώνει εμπάθειες ή φανερώνει τραυματικές ευθιξίες”. Στο τρίτο κεφάλαιο της Εισαγωγής, με τίτλο, «Ξεκαθαρίσματα προσωπικών λογαριασμών», οι νύξεις του Μουλλά τεκμηριώνονται με συγκεκριμένα στοιχεία. Στο βαθμό, βεβαίως, που αποτελεί τεκμήριο ένα παλαιότερο δημοσίευμα του Σούτσου, που στρεφόταν εναντίον του Ασώπιου. Αν πιστεύουμε ότι η ενασχόληση με την κριτική συνιστά λειτούργημα, τότε είναι ύβρις να αποδώσουμε σε μία από τις πρώτες εξέχουσες μορφές της κριτικής παρόμοια κίνητρα ή “τραυματικές εμπειρίες”, κατά τη διατύπωση του Μουλλά. Να σημειώσουμε ότι αυτή η συλλογιστική είναι σήμερα κυρίαρχη, με τους συγγραφείς να αναζητούν εξωλογοτεχνικά κίνητρα για την όποια κριτική εντοπίζει αδυναμίες στο έργο τους.
Δεν λείπουν οι πηγές για να στοιχειοθετηθεί μία ακριβής παρουσίαση του Σούτσου, τόσο του λογοτέχνη όσο και του δημόσιου προσώπου. Ο Βαρελάς επιλέγει μεν για τον ποιητή ένα εγκωμιαστικό απόσπασμα αλλά από δημοσίευμα σατιρικής εφημερίδας, ενώ, για τον πρώτο και μοναδικό τόμο των Απάντων του, που κρίνει ο Ασώπιος, δυο φιλικές κρίσεις, για τις οποίες επιχειρηματολογεί ότι θα πρέπει να ήταν “στημένες” από τον ίδιο, και μία καταδικαστική, της οποίας, αντιθέτως, υπερασπίζεται την εγκυρότητα του συντάκτη της. Ακόμη πιο μονόπλευρη είναι η παρουσίαση των άλλων δραστηριοτήτων του Σούτσου. Στηριζόμενος στις “βιογραφικές ζητήσεις” του Γιάννη Λέφα, δίνει πληροφορίες για έντοκο δανεισμό, που κατέληξε, λόγω θανάτου του δανειολήπτη και αδυναμία των κληρονόμων του να αποπληρώσουν το χρέος, σε κατάσχεση και πλειστηριασμό δυο κτημάτων, όπου ο Σούτσος έκανε την πρώτη προσφορά και τα απόκτησε. Αφήνει να εννοηθεί ότι αδίκησε τους χρεώστες του, που ήταν μάλιστα αγωνιστές του ’21, οι αδελφοί Αινιάν. Με άλλα λόγια, λίγο πολύ τοκογλύφος και αυτός, όπως, καλή ώρα, ο Μακρυγιάννης. Αφού, όμως, επιλέγει ως πηγή τον Λέφα, λογικά θα έπρεπε επίσης να αναφέρει, ότι αυτή η εμπορική δραστηριότητα του Σούτσου ήταν μια ενδοοικογενειακή υπόθεση, πιθανώς και διαμάχη.
Γνωστότερος ο Λέφας για το δίτομο έργο «Δημοκρατικός Στρατός στην Πελοπόννησο» και το «Χιλιάδες τέσσερις σταυροί στο μαρτυρικό Μωριά», παρουσίασε το 1979 διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων για τον Αλέξανδρο Σούτσο και το 1983, μονογραφία για τον μικρότερο αδελφό του, που βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Σε αυτήν αναφέρεται, ότι η μικρότερη αδελφή του Σούτσου, Λουκία, είχε παντρευτεί τον μεγάλο αδελφό Ανιάν, τον Γεώργιο, που απεβίωσε και εκείνη ξαναπαντρεύτηκε. Η διαφορά προέκυψε μετά το θάνατο του κουνιάδου τού Σούτσου με τον αδελφό εκείνου και την ανιψιά του. Αλλά και όταν αναφέρεται στον προσωπικό βίο του Σούτσου, λανθάνει ο υπαινιγμός, ότι δεν στάθηκε “σωστός”, καθώς μετρά τρεις συζύγους και η τρίτη ήταν κατά πολύ νεότερή του και πλούσια. Αφού όλα αυτά αναφέρονται για να μορφώσει ο αναγνώστης γνώμη για τον χαρακτήρα του, θα έπρεπε να αναφερθεί και η έκβαση του τρίτου γάμου του, που δεν τον έλυσε ο θάνατος όπως τους δυο προηγούμενους, αλλά η μοιχεία της συζύγου με τον σύζυγο της ανιψιάς του, κόρης του αδελφού του. Επίσης, να μνημονευθεί η στάση του απατημένου συζύγου, όπως την αφηγείται, έγκυρος μάρτυς, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής.
Αντιθέτως, τον πρεσβύτερο των “μονομάχων” τον παρουσιάζει εν συντομία με δυο τρεις γραμμές, “μακαρόνικου ύφους”. Εκ πρώτης όψεως θαυμαστικές, μόνο που η επιλογή ορισμένων λέξεων υποσκάπτει την πρώτη εντύπωση. Γιατί λέξεις, όπως “συντεχνία” ή “σκληρός πυρήνας”, έχουν σήμερα ένα συγκεκριμένο φορτίο, που μένει στην κρίση του ιστορικού, το εάν και κατά πόσο αποδίδουν τις αλλοτινές καταστάσεις. Κατά τα άλλα, η παρουσίαση δίνει έμφαση στα πρόσωπα που περιβάλλουν τους δυο “μονομάχους”, τα αποκαλούμενα “αντίπαλες ομάδες”. Παραδόξως, αυτά, πλην δυο τριών εξαιρέσεων, ο προλογιστής φαίνεται να τα θεωρεί γνωστά στον σημερινό αναγνώστη. Διαφορετικά, δεν εξηγείται η απουσία σχετικών υποσελίδιων σημειώσεων. Ούτε ευρετήριο προβλέπεται, που αποβαίνει βοηθητικό, ιδίως όταν οι πληροφορίες για ένα πρόσωπο είναι διάσπαρτες και με επικαλύψεις. Καθώς, μάλιστα, η αφήγηση της “διαμάχης” στηρίζεται σε μεγάλα αποσπάσματα από δημοσιεύματα, μέχρι και μία αυτούσια σάτιρα πέντε σελίδων, το βάρος του ονόματος των συγγραφέων τους είναι αναγκαίο για να σταθμιστεί η εγκυρότητά τους. Πόσο γνωστός είναι ο Ηλίας Σ. Σταθόπουλος, που, μαζί με τον Ιωάννη Ε. Γιαννόπουλο, επηρέασε τον Ασώπιο κατά τη συγγραφή του επίμαχου έργου; Περισσότερο και από τον Ασώπιο, αυτόν συγκρατεί ως τον “καλό” ο αναγνώστης, για τον οποίο δίνεται η όχι και τόσο διαφωτιστική πληροφορία ότι ήταν καθηγητής ελληνικών και μαθηματικών.
Για τα πρωτότυπα κείμενα, «Η Νέα Σχολή» και «Τα Σούτσεια», που καταλαμβάνουν 48 και 237 σελίδες αντιστοίχως, επικρατεί η άποψη, ότι σήμερα διαβάζονται μετά δυσκολίας. Κάτι παρόμοιο, όμως, ισχύει για τα περισσότερα κείμενα των μέσων του 19ου αι., κυρίως τα δοκιμιακά. Το ζητούμενο είναι, αν παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Ο πρώτος, που θα αναμενόταν να τα βρίσκει άκρως ενδιαφέροντα και να φέρει ισχυρά υποστηρικτικά επιχειρήματα, είναι ο προλογιστής. Ειδάλλως, ως προς τι η έκδοση; Η απόφανσή του, “για το αισθητήριο του σημερινού αναγνώστη «Τα Σούτσεια», γραμμένα από έναν πολυμαθή κλασικό φιλόλογο και πανεπιστημιακό δάσκαλο του 19ου αιώνα, είναι σχοινοτενή και σχολαστικά”, λειτουργεί μάλλον αποτρεπτικά στον αναγνώστη, που, έτσι κι αλλιώς, κόρεσε με την Εισαγωγή τη διάθεσή του για κριτική. Εκεί, διάβασε για όλα όσα σήμερα συζητούνται, τα του εθνικισμού και του αλλοτινού μεγαλοϊδεατισμού, και ακόμη, για τις τότε εκφάνσεις του αντιδυτικού πνεύματος. Όσο για το συμπέρασμα του προλογιστή, ότι “οι προσωπικές πικρίες είναι ο ισχυρότερος λόγος της διαμάχης” και μάλιστα, “κρυμμένες πίσω από διάφορα ιδεολογικά προπετάσματα”, συμβαδίζει απόλυτα με τον σημερινό ατομικιστικό τρόπο του συλλογίζεσθαι.
Αυτές οι παρατηρήσεις αφορούν μόνο την οπτική γωνία της Εισαγωγής, που είναι σύμφωνη με τους αφηγηματικούς τρόπους της τρέχουσας ιστοριογραφίας. Κατά τα άλλα, ο συστηματικός τρόπος έκθεσης των διαφορετικών πλευρών της “διαμάχης” φωτίζει το γενικότερο τοπίο: Τους πρώτους ποιητικούς διαγωνισμούς και το παρεμβατικό ρόλο του ιδρυτή τους, με ιδιαίτερο κεφάλαιο για το πώς οι κρινόμενοι ποιητές αντιμετώπιζαν τους κριτές. Την συστράτευση Ασωπικών και Κοραϊστών. Την αντίθεση Φαναριωτών και Επτανησίων, αν και αυτή δεν ήταν στενά “τοπικιστική, παραταξιακή ή και ιδεολογική”.
Χρονολογικός δείκτης
Ένας χρονολογικός πίνακας, τύπου Δημαρά, θα ήταν βοηθητικός. «Τα Σούτσεια» εκδίδονται 160 χρόνια μετά τη “διαμάχη” Σούτσου-Ασώπιου και 180 από το θάνατο του Κοραή. Βαραίνουν, όμως, όπως σε όλες τις διαμάχες, οι ηλικίες των δυο “μονομάχων”, τις οποίες ο προλογιστής παραλείπει. Το 1853, ο Ασώπιος ήταν γύρω στα 65, καθώς το έτος γεννήσεώς του τοποθετείται στην πενταετία 1785-90, και ο Παναγιώτης Σούτσος στα 47. Ο πρεσβύτερος των αδελφών Σούτσων, ο Αλέξανδρος, το έτερο σκέλος του ρομαντικού διδύμου, συμπλήρωνε τα 50. Απεβίωσε στα 60, στις 5 Ιουλίου 1863, δυο μήνες μετά τη γέννηση του Καβάφη. Αμφότεροι κωνσταντινουπολίτικης καταγωγής. Μία ολωσδιόλου λησμονημένη επέτειος. Όσο αφορά τα κείμενα που προηγήθηκαν των επίμαχων κειμένων: Το 1850, ο Ασώπιος εκδίδει την «Ιστορία Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων», όπου υποβιβάζει τον ρομαντισμό των αδελφών Σούτσου. Το 1851, ο Παναγιώτης Σούτσος εκδίδει τον πρώτο τόμο των Απάντων του, μετά προλόγου υπερασπιστικού της ποιήσεως της «Νέας Σχολής του γραφομένου λόγου», σύμφωνα με τον τίτλο του φυλλαδίου που κυκλοφορεί Αύγ. 1853. Προηγουμένως, στις 25.3.1853, οι κριτές του τρίτου ποιητικού διαγωνισμού βραβεύουν το «Αρματωλοί και Κλέπται» στη λόγια γλώσσα του Γεωργίου Ζαλόκωστα. Το προτιμούν από το «Κόριννα και Πίνδαρος» του δημοτικιστή Γεωργίου Τερτσέτη, όχι λόγω της αισθητικής υπεροχής του, αλλά προς απόδοση τιμής στην ομηρική γλώσσα. Στις 15.4.1853, δημοσιεύεται, στην εφημερίδα «Αιών», άρθρο, με τίτλο, «Φιλολογία» και υπογραφή, “Εξ Ερμουπόλεως 5 Απρ., Ι.Σ”. Αυτό αμφισβητεί και τους δυο προκριθέντες ποιητές, σε σύγκριση με τον Σούτσο. Από τα τέλη Σεπ. 1853, αρχίζουν να κυκλοφορούν σε φυλλάδια «Τα Σούτσεια», ενώ, σε μορφή βιβλίου, κυκλοφορούν ένα χρόνο αργότερα. Ο Ασώπιος ξεκινά την απάντησή του κατ’ αντίστροφη φορά, από το πρόσφατο άρθρο του Ι.Σ., στη συνέχεια παραθέτει κριτική του πρώτου τόμου των Απάντων του Σούτσου, για να επικεντρωθεί τελικά στο φυλλάδιο του 1853.
Όσο για τον σχοινοτενή και σχολαστικό λόγο των δυο “μονομάχων”, όπως έχει χαρακτηριστεί, κατ’ ουσία δεν διαφέρει και πολύ από τα ρητορικά σχήματα ενός σημερινού διανοούμενου. Απουσιάζει, βεβαίως, από τον σημερινό ο ειρωνικός οίστρος του Ασώπιου. Αυτός, μαζί με τις γλωσσικές παρατηρήσεις και την λεπτομερή ανίχνευση γλωσσικών δανείων και αντιδανείων, καθιστά το κείμενό του αξιανάγνωστο. Ύστερα, υπάρχει και ο υπομνηματισμός του Ασώπιου, που κυριολεκτικά “κεντάει”, δείχνοντας σπανίζοντα συνδυασμό ευρυμάθειας και κρίσης.
Το κείμενο του Ασώπιου δεν είναι ο μοναδικός θησαυρός που κρύβει ο 19ος αιώνας. Μόνο που σήμερα, το εκδοτικό ενδιαφέρον έχει περιοριστεί σε μετρημένους γνωστούς λογοτέχνες. Η Σειρά του Ιδρύματος Ουράνη είναι η μόνη που επιβίωσε από την εκδοτική “άνοιξη” των δεκαετιών ’80-’90. Ας ευχηθούμε να συνεχίσει με την ίδια συνέπεια. Πάντως, οι επιμέρους δικές μας παρατηρήσεις πηγάζουν από μία διαφορετική αντίληψη της επιθυμητής εισαγωγής για τον συγκεκριμένο τόμο.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/11/2013.
Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013
Η πρώτη φορά
Σκίτσο Κων. Μαλέα
Ως προοίμιο θα μπορούσαμε να παραθέσουμε παραλλαγμένους τους γνωστούς στίχους του Μιχάλη Κατσαρού: «Μην αμελήσετε./ Πάρτε μαζί σας “ελληνικό” Καβάφη./ Το μέλλον θα έχει πολύ ερωτικό.» Στρογγυλή Τράπεζα μεθαύριο, εκδήλωση τέλη Ιανουαρίου και βλέπουμε. Μετρούμε στις συμμετοχές: τέσσερις πανεπιστημιακούς, έναν εικαστικό, τρεις μυθιστοριογράφους, έναν ποιητή, έναν μεταφραστή, της αλλοδαπής και της ημεδαπής, διάσημους αλλά και άγνωστους στο ευρύ κοινό. Πρώτη φορά, εν Αθήναις, τόσος πολύς ερωτικός Καβάφης και τόσο άφαντος ο “ελληνικός”. Θέλει θυσίες η παγκοσμιοποίηση. Αλλά “μη φοβάστε την παγκοσμιοποίηση”, το είπε και ο Όσκαρ Λαφονταίν. Δημιουργεί για όλες τις χώρες ευκαιρίες. Για την Ελλάδα υπάρχει πάντα η ποίηση. Χάρις στα κινήματα των άλλοτε ποτέ καταπιεσμένων, προχωρούμε με Καβάφη και Δημουλά για παγκόσμιου βεληνεκούς διακρίσεις. Άλλωστε για όλα τα πράγματα υπάρχει η πρώτη φορά.
Τα δημοσιεύματα για τον Καβάφη, επετειακά και μη, συχνά αναφέρονται στην “πρώτη φορά” για διάφορες πράξεις του, όπως το πρώτο ποίημα ή το πρώτο δημοσίευμα. Σε χρονολογική σειρά δεύτερη εμφανίζεται η “πρώτη ομοφυλοφιλική ερωτική επαφή”, όπως την αποκαλούν. Αυτή είναι και η μοναδική “πρώτη φορά” του ιδιωτικού βίου εν μέσω των τεκμηριωμένων του δημόσιου. Υπάρχει στο “σχεδίασμα χρονογραφίας του βίου του Καβάφη”, που δημοσίευσε το 1963 ο Στρατής Τσίρκας. Την αντιγράφει από το χειρόγραφο της Ρίκας Σεγκοπούλου-Αγαλλιανού, που παραμένει ανέκδοτο: “Ο ομοσεξουαλισμός άρχισε να εκδηλώνεται στα 1883 με τον εξάδελφό του Γ. Ψύλλιαρη στην Πόλη.” Η φράση επιδέχεται περισσότερες της μιας ερμηνείας, όπως σχολιάζει ο βιογράφος του Ρόμπερτ Λίντελ, αναφέροντας πως αυτή είναι η μοναδική πηγή για τα προσωπικά του σε εκείνη την περίοδο.
Στο Χρονολόγιο του 1983 και την μετέπειτα Εργοβιογραφία, η φράση χαρακτηρίζεται “μαρτυρία” της Σεγκοπούλου, προσδίδοντάς της βαρύτητα γεγονότος. Ωστόσο, σε παρόμοιες διηγήσεις, η μεγάλη χρονική απόσταση (η Αγαλλιανού γνωρίζει τον Καβάφη το 1926, που παντρεύεται τον Αλέκο Σεγκόπουλο, ο οποίος τον είχε γνωρίσει γύρω στο 1917) παραλλάσσει τα γεγονότα σύμφωνα με το επιθυμητό μεταγενέστερων χρόνων. Τότε, άλλωστε, ούτε καν υπήρχαν οι λέξεις ομοσεξουαλισμός και ομοφυλοφιλία. Εμφανίστηκαν την τελευταία δεκαετία του 19ου αι. προς απόδοση της γερμανικής λέξης homosexuelitat, άρτι πλασθείσας από το αρχαιοελληνικό ομός και το λατινικό sexus. Το επίθημα φιλία απαντάται μόνο στην ελληνική.
Προφανώς, οι ετυμολογίες δεν καθορίζουν τις ονοματιζόμενες πράξεις, αμφότερες, όμως, έχουν την ιστορία τους, που δεν θα πρέπει να παραγράφεται όταν πρόκειται για παλαιότερα τεκμήρια. “Ο Καβάφης δεν υπήρξε διόλου συντελεστικός στην επιτυχία των προσπαθειών των επίδοξων βιογράφων του”, γράφει η Σεγκοπούλου. Ακόμη και οι λιγοστές ημερολογιακές του σημειώσεις από τα νεανικά του χρόνια είναι κρυπτικές. Ας μην λησμονούμε, πως, προτού όλα γίνουν “εύθυμα” (μέχρι το 1967 οι “γκέι” διώκονταν ποινικά στην Αγγλία και μέχρι το 1990, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας τους κατέτασσε στους ασθενείς), υπήρχε το βάσανο της ενοχής και της αμαρτίας. Παλαιότεροι μελετητές προσπάθησαν να φωτίσουν την κρυπτικότητά του στο συγκεκριμένο θέμα. Με το θάνατο των Κ. Θ. Δημαρά και Γ. Π. Σαββίδη, άνοιξαν οι πύλες στον ολοκληρωτικό βιογραφισμό. Για τις νεότερες γενιές μελετητών, υπάρχει μόνο το έργο του Καβάφη, που διαβάζεται ως αυτοβιογραφικό “ενός γκέι ποιητή”, για τον οποίο “η ομοφυλοφιλία του ήταν κάτι φυσικό”, όπως συνοψίζει ο τελευταίος αμερικανός μεταφραστής απάντων των ποιημάτων του.
Δι’ αλληλογραφίας
Εμείς θα αναφερθούμε σε μία αμνημόνευτη “πρώτη φορά” του δημόσιου βίου του, αθηνοκεντρικού χαρακτήρα. Μας βάζει σε πειρασμό να σχολιάσουμε το πότε εμφανίστηκε για “πρώτη φορά” στον αθηναϊκό Τύπο το όνομα Καβάφης και πόσες φορές ακολούθησαν, πριν ο ίδιος αφιχθεί στην αποβάθρα του Πειραιά στις 3 Ιουν. 1901. Το επώνυμο, με το μικρό όνομα ολογράφως και το ενδιάμεσο αρχικό Φ, παρουσιάστηκε στις 30 Μαρ. 1891, σε άρθρο με τίτλο «Τα Ελγίνεια Μάρμαρα». Την προηγούμενη, 29 Μαρ., στο τεύχος της 10ης Απρ. (σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο που ίσχυε στην Αίγυπτο –παγίδα για τους βιβλιογράφους του Καβάφη) τρίγλωσσου δεκαπενθήμερου περιοδικού της Αλεξάνδρειας, είχε δημοσιευθεί άρθρο στα αγγλικά, με τίτλο «Give back the Elgin Marbles» και την υπογραφή C. F. Cavafy. Το δυο κείμενα παρουσιάζουν μικρές διαφορές, ενώ αλλάζει η τελευταία παράγραφος, η οποία στην ελληνική εκδοχή γίνεται καταφανώς ειρωνική. Στις 29 Απρ., υπήρξε συνέχεια του ελληνόγλωσσου άρθρου με ένα δεύτερο, «Νεώτερα περί των Ελγινείων μαρμάρων». Το έντυπο δημοσίευσης αμφοτέρων είναι η αθηναϊκή εφημερίδα «Η Εθνική», για την οποία οι σχετικές πηγές δεν δίνουν καθόλου στοιχεία. Πρόκειται για καθημερινή εφημερίδα, χωρίς κυριακάτικο φύλλο, που κυκλοφόρησε μέσα στη διετία 1890-1891. Πιθανώς, ανήκε στην οικογένεια που εξέδιδε την αλεξανδρινή εφημερίδα «Τηλέγραφος».
Εντός του 1891, στον αθηναϊκό Τύπο υπάρχουν δυο αναφορές σε άλλα μέλη της οικογένειας Καβάφη, ενώ η επόμενη στον ίδιον παρουσιάστηκε στις 30 Σεπ. του ιδίου έτους. Εμφανίζεται στη στήλη «Συζητήσεις» του περιοδικού «Αττικόν Μουσείον», που εξέδιδε ο λόγιος Σκοπελίτης Νικόλαος Γ. Ιγγλέσης. Πρόκειται για απάντηση του περιοδικού στην αποστολή ποιήματος προς δημοσίευση. Σύντομη αλλά με αξιολογικές παρατηρήσεις, αποτελεί την πρώτη κριτική μνεία για τον Καβάφη. Η εν λόγω στήλη είναι ανυπόγραφη, αλλά υπάρχουν ικανές ενδείξεις ότι υπεύθυνος ήταν ο 29χρονος τότε Ιωάννης Πολέμης. Ήδη αναγνωρισμένος ποιητής, μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι, όπου παρακολούθησε για δυο χρόνια μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης και Αισθητικής. Οι απαντήσεις της στήλης έχουν τον γαλλικό αέρα του θεωρητικού περί τα λογοτεχνικά. Ενδεικτική η απάντηση στον Καβάφη: Το ποίημά σας “θα ήτο ίσως ωραιότερον αν δεν εκάμνετε τόσην κατάχρησιν του συστήματος εκείνου της γαλλικής στιχουργίας τού να μεταβαίνωσιν αι προτάσεις από του ενός στίχου εις τον έτερον”. Η στήλη ξεκινά στο τεύχος της 15ης Ιουλ. 1891, ταυτόχρονα με την αναγραφή του ονόματος του Πολέμη στο εξώφυλλο με την ιδιότητα του συνδιευθυντή. Είναι το εναρκτήριο τεύχος του τέταρτου έτους της δεύτερης περιόδου, όπου ο Ιγγλέσης αποφάσισε αλλαγές. Μείωσε τη συχνότητα κυκλοφορίας του, από τρεις φορές το μήνα σε δύο και πήρε εταίρο τον Πολέμη, αναθέτοντάς του “την ευθύνη και την διεύθυνση της ύλης”. Πάντως, ο Καβάφης δεν συγκράτησε το όνομά του. Κατά τη συνάντησή τους στην Αθήνα, σε εκείνο το πρώτο ταξίδι του, απορεί που ο Πολέμης τον γνώριζε κατ’ όνομα. Ενώ, καίτοι μόλις μερικούς μήνες μεγαλύτερός του, τον υπολογίζει για εξηντάρη. Παρατηρήσεις που αποκαλύπτουν τι πρόσεχε και με ποιόν τρόπο.
Στο επόμενο τεύχος του περιοδικού, στις 15 Οκτ. 1891, σε μη περίοπτη θέση, δημοσιεύτηκε το πρώτο ποίημα του Καβάφη σε αθηναϊκό έντυπο, «Κτίσται». Το ποίημα θα αποτελέσει και το πρώτο μονόφυλλο του Καβάφη, χωρίς χρονολογία εκτύπωσης. Ο Σαββίδης πιθανολογεί ότι το έφερε ο ενθουσιασμός της ευνοϊκής απάντησης εξ Αθηνών, τοποθετώντας την εκτύπωση πριν τη δημοσίευση του ποιήματος. Στη Βιβλιογραφία Δασκαλόπουλου, με βάση ιδιόχειρη χρονολόγηση του Καβάφη σε σωζόμενο αντίτυπο, τοποθετείται Σεπ. 1892. Αν αποδεχθούμε τη δεύτερη χρονολόγηση, η επιλογή του ποιήματος για το πρώτο μονόφυλλο αποκτά αξιολογικό χαρακτήρα, καθώς, ενδιαμέσως, έχουν δημοσιευτεί ακόμη τρία ποιήματά του σε αθηναϊκά έντυπα. Διόλου, όμως, απίθανο, το χρονολογημένο αντίτυπο να προέρχεται από δεύτερο “τράβηγμα”. Το δεύτερο ποίημα, «Λόγος και σιγή», δημοσιεύτηκε στις 15 Ιαν. 1892, στριμωγμένο κάτω από ιατρικής φύσεως άρθρο, και μόνο το τρίτο, «Σαμ-ελ-Νεσίμ», στις 29 Φεβ. 1892, απλώνεται σε σελίδα. Στις «Συζητήσεις» δεν υπάρχει άλλη αναφορά, ούτε στο περιοδικό άλλο ποίημα. Όχι λόγω δυσαρέσκειας του Καβάφη, αλλά γιατί το περιοδικό, μετά δυο τεύχη, εξέπνευσε. Παραδόξως, στο λήμμα της «Εγκυκλοπαίδειας του Ελληνικού Τύπου», δεν συγκρατείται αυτή η πρώτη εμφάνιση Καβάφη στον αθηναϊκό Τύπο.
Το καλοκαίρι του 1892, ο ποιητής δοκιμάζει την τύχη του σε ένα δεύτερο αθηναϊκό περιοδικό. Επέλεξε το προ διετίας ιδρυθέν «Η Φύσις» του Φραγκίσκου Μ. Πρίντεζη, ιδιοκτήτη ενός από τα τρία γνωστά τσιγκογραφεία της εποχής. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αλληλογραφία του Καβάφη με το περιοδικό, όπως εικάζεται από τις απαντήσεις της Σύνταξης. Το ανάλαφρα περιπαικτικό ύφος τους παραπέμπει στον εκδότη, που καλύπτει με κείμενά του μεγάλο μέρος της ύλης. Στο περιοδικό, δημοσιεύθηκαν τέσσερα ποιήματα, ενώ είχε αποστείλει τουλάχιστον πέντε. Αρχικά η απάντηση είναι στερεότυπη, “επιστολή μετά ποιηματίου ελήφθησαν”. Μετά τη δημοσίευση του πρώτου ποιήματος, «Αοιδός», στις 15 Αυγ. 1892, η απάντηση παίρνει παιγνιώδη χαρακτήρα για να έρθει στο ψαχνό: “Επιστολή και «Βακχικόν» ελήφθησαν και μολονότι δεν είμεθα φίλοι του, μας ήρεσε, αφού χύνει χαράν και έπαρσιν εν τω δηλητηρίω. Αλλά εγγράφετέ μας και κανένα συνδρομητή να διαλύη και τα δηλητήρια της δημοσιογραφίας.” Το ποίημα δημοσιεύτηκε μετά τρία φύλλα, στις 15 Νοε. και ο Καβάφης απέστειλε ένα ακόμη. Αυτή τη φορά, η απάντηση, στις 24 Ιαν. 1893, θέτει ευθέως το ζητούμενο: “Επιστολή και ποίηματιον ελήφθησαν. Έχει καλώς. Συνδρομητάς δεν ελάβομεν έτι. Αναμένομεν τινάς.” Αυτό το “ποιημάτιον” θα πρέπει να είναι το «Vulnerant omnes, ultima necat», που παρουσιάστηκε στις 28 Φεβ. Τακτικός ο Καβάφης, έστειλε τη συνδρομή του για το τέταρτο έτος που άρχιζε τον Απρ., αλλά μετά παραπόνων. Στις 20 Ιουν., τον πληροφορούν ότι έλαβαν ένα ακόμη “ποιημάτιον”, επαναλαμβάνοντας ότι αναμένουν συνδρομητές. Πρόκειται για το «Καλός και κακός καιρός», που δημοσιεύτηκε στις 5 Σεπ.
Στον πέμπτο χρόνο, από την 1η Μαΐ. μέχρι τις 23 Οκτ. 1894, ο Πρίντεζης δημοσίευσε σε συνέχειες τις “αναμνήσεις” του από ταξίδι, που έκανε εκείνη την περίοδο στην Αίγυπτο. Όπως πληροφορεί, σκοπός του ταξιδιού δεν ήταν να γνωρίσει τη χώρα αλλά τους συνδρομητές του περιοδικού, που χαρακτηρίζει “τους πολυπληθέστερους και φιλομουσότερους”. Η κατακλείδα της σχέσης Καβάφη-Πρίντεζη βρίσκεται στην τελευταία συνέχεια των “αναμνήσεων”. Γράφει πως “τον γνώρισε προσωπικώς απ’ αρχής της εις Αλεξάνδρεια αποβιβάσεώς του”, αλλά δεν τον ανέφερε νωρίτερα “όπως σχηματίσει τελείαν περί αυτού γνώμη”. Ωστόσο, τον περιγράφει με τα καλύτερα λόγια, προσθέτοντας ότι “κατά την τελευταίαν στιγμή του έσφιγγε την χείρα και ηύχετο ταχέως να τον έβλεπε”. Περιέργως, ο Καβάφης άλλο “ποιημάτιον” δεν έστειλε, ενώ το περιοδικό μακροημέρευσε. Για δυο και πλέον χρόνια, δεν εντοπίζεται ποίημά του σε αθηναϊκό έντυπο.
Μέσω γνωριμιών
Στην τριετία 1894-1896, δημοσιεύει ποιήματα κάθε χρόνο και σε ένα διαφορετικό έντυπο της Αλεξάνδρειας, στο οποίο δεν επανεμφανίζεται αργότερα: τον πρώτο, στον μοναδικό τόμο του «Εικονογραφημένου Αιγυπτιακού Ημερολογίου του έτους 1895» του Γ. Β. Τσοκόπουλου, τον δεύτερο, στο βραχύβιο περιοδικό «Εικοστός Αιών» που είχε ξεκινήσει εκείνο το έτος με διευθυντή τον Τσοκόπουλο, και τον τρίτο, στο περιοδικό «Κόσμος» του Αιγυπτιώτη Γιάννη Γκίκα και του Κερκυραίου Ιωάννη Ζερβού, που επίσης μόλις είχε ξεκινήσει. Τον τρίτο, όμως, χρόνο επανεμφανίζεται με ποιήματα σε δυο αθηναϊκά έντυπα, χάρις στους εκδότες των αλεξανδρινών περιοδικών. Το πρώτο είναι η εφημερίδα «Το Άστυ», με διευθυντή τον Δημήτρη Κακλαμάνο, όπου αναδημοσιεύτηκε από το περιοδικό «Κόσμος» το ποίημα «Ωδή και ελεγεία των οδών», στις 6 Μαϊ., δηλαδή είκοσι μέρες μετά την πρώτη δημοσίευση. Ενώ, στις 13 Οκτ., δημοσιεύτηκε και ένα δεύτερο, το «Μνήμη». Πιθανότερος σύνδεσμος ο Ζερβός, που έχει στενές σχέσεις με τον δημοσιογραφικό κόσμο της Αθήνας και τον Κακλαμάνο. Στο πρώτο ποίημα εμφανίζεται στην υπογραφή για τελευταία φορά το ενδιάμεσο αρχικό Φ. Θα περάσουν κοντά τέσσερα χρόνια μέχρι να αντικατασταθεί από το γνωστό Π. Το δεύτερο έντυπο είναι η εβδομαδιαία επιθεώρηση «Τα Ολύμπια», όπου ο Τσοκόπουλος δημοσιεύει σε τέσσερις συνέχειες τις «Αιγυπτιακές αναμνήσεις» του. Στην τελευταία από αυτές, αναφέρει εγκωμιαστικά τον Καβάφη, παραθέτοντας και καβαφικό ποίημα. Είναι αυτό που δημοσίευσε προηγουμένως στο Ημερολόγιο του 1895.
Στα τέλη του 1897, ο Καβάφης δημοσιεύει σε δυο ακόμη αθηναϊκά έντυπα. Στην εφημερίδα «Νεολόγος» του Σταύρου Βουτυρά, που, εκδιωχθείς από την Κωνσταντινούπολη, είχε μεταφέρει από τον Σεπ. την εφημερίδα του στην Αθήνα. Η φιλία του Βουτυρά με τον παππού του Καβάφη Γεωργάκη Φωτιάδη έφερε τη δημοσίευση του ποιήματος, «Η αρχαία τραγωδία», στις 7 Δεκ., κοντά δυο χρόνια μετά το θάνατο του Φωτιάδη. Το δεύτερο έντυπο είναι το «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, στο οποίο, επί έντεκα χρόνια, δημοσίευε σε κάθε τόμο ένα ή δυο ποιήματα. Εκτός από τον πρώτο τόμο, του 1898, που κυκλοφορεί τέλος 1897, ως είθισται με τα ετήσια ημερολόγια, όπου δημοσιεύει τρία ποιήματα. Από αυτά τα δυο, «Τα άλογα του Αχιλλέως» και «Ένας γέρος», είναι τα πρώτα μη αποκηρυγμένα που ο Καβάφης δημοσίευσε σε έντυπο. Ως το πρώτο, ωστόσο, δημοσιευμένο από τα ποιήματα “του κανόνα”, φέρεται το «Τείχη», που κυκλοφόρησε μαζί με την αγγλική μετάφραση σε μονόφυλλο. Δεδομένου ότι το μονόφυλλο είναι αχρονολόγητο, με μόνες αναγραφόμενες ημερομηνίες, εκείνες της γραφής του ποιήματος και της μετάφρασής του, στις 16 Ιαν. 1897, μένει ζητούμενο το πότε κυκλοφόρησε. Στους επόμενους τρεις τόμους του Ημερολογίου του Σκόκου, μέχρι αφίξεώς του στην Αθήνα, δημοσίευσε: δυο στον τόμο του 1899, το «Η κηδεία του Σαρπηδόνος» μη αποκηρυγμένο, ένα στον επόμενο, τα «Κεριά», επίσης μη αποκηρυγμένο, και ένα αποκηρυγμένο στον μεθεπόμενο.
Πρωτοεμφανιζόμενος
Σε αυτήν την πρώτη αθηναϊκή περίοδο, ο Καβάφης αντιμετωπίστηκε στην πρωτεύουσα ως πρωτοεμφανιζόμενος. Ωστόσο, είναι προφανές ότι ο ίδιος δίνει προτεραιότητα στις αθηναϊκές δημοσιεύσεις. Δημοσίευσε σε επτά αθηναϊκά έντυπα –τρεις εφημερίδες, τρία περιοδικά και ένα ημερολόγιο– δυο πεζά και 18 ποιήματα, τα δεκατέσσερα σε πρώτη δημοσίευση επί συνόλου 26 ποιημάτων. Ενώ, από τα επτά συνολικά πρωτοδημοσιευμένα “του κανόνα”, τα τέσσερα είναι στο Ημερολόγιο του Σκόκου, δυο σε μονόφυλλα και μόλις ένα σε αλεξανδρινό έντυπο. Όσο για το όνομά του, με το Κωνσταντίνος ολογράφως, εμφανίζεται στα δυο ελληνόγλωσσα περιοδικά της Λειψίας (Έσπερος - Κλειώ) και στα δυο πρώτα αθηναϊκά έντυπα (εφ. Εθνική - Αττικόν Μουσείον). Η ανταπόκριση δείχνει πενιχρή. Μετράμε: την ευνοϊκή κρίση του Πολέμη, τις αναφορές στις “αναμνήσεις” Τσοκόπουλου - Πρίντεζη και το εκθειαστικό προοίμιο του Σκόκου για το καλωσόρισμα στο Ημερολόγιό του.
Μήπως γι’ αυτό αποφασίζει το πρώτο ταξίδι στην Αθήνα; Το ημερολόγιο εκείνου του ταξιδιού δεν δείχνει κάτι σχετικό. Οι μόνες προγραμματισμένες επισκέψεις είναι στον Σκόκο και τον εκδότη του περιοδικού «Παναθήναια» Κίμωνα Μιχαηλίδη. Τις έκανε μόλις έφθασε. Δεν βρήκε τον Μιχαηλίδη, αλλά άφησε να περάσει ένα εικοσαήμερο πριν ξαναπροσπαθήσει. Στη δεύτερη επίσκεψη, στα γραφεία του περιοδικού, γνώρισε τον Ξενόπουλο. Τυχαία η συνάντησή τους όπως και η γνωριμία με τον Πολέμη, μόνο που αυτός τον κατέκτησε με το ζακύνθιο ταμπεραμέντο του. Τη σχέση του με τον Ξενόπουλο, την ανασυνέθεσε σε βιβλιάριο ο Γ. Π. Σαββίδης, μη φειδόμενος ειρωνικών νύξεων για τις προθέσεις και την τακτική του Ξενόπουλου. Εκείνος, πάντως, με το άρθρο του στα «Παναθήναια», στις 30 Νοε. 1903, παρότι αργοπορημένο και παρακινούμενο και από τη δεύτερη επίσκεψη του Καβάφη κατά το επόμενο ταξίδι του, εξασφάλισε τον τίτλο του “πατενταρισμένου προφήτη” του, κατά την έκφραση του Σαββίδη.
“Ιστορικό” χαρακτηρίζουν το άρθρο του, όπως και εκείνο του Φόρστερ 15 χρόνια αργότερα, καθώς αμφότερα συνιστούν την πρώτη κριτική παρουσίαση του Καβάφη στο ελληνόγλωσσο και το αγγλόγλωσσο κοινό αντιστοίχως. Παρακάμπτουν, όμως, την αλλαγή της στάσης τους. Ιδίως του Ζακύνθιου, που δεν άργησε να εκδηλωθεί. Τρία χρόνια αργότερα, όταν αρχίζουν τα σκωπτικά σχόλια των δημοτικιστών, ελίσσεται διπλωματικά. Συμφωνεί ουσιαστικά μαζί τους, πως το ποίημα «Ο Βασιλεύς Δημήτριος» είναι “φρικτό”, αλλά επιμένει ότι έχει γράψει και πέντε-έξι “έμμορφα”. Στο πρόσφατο αφιέρωμα στον Καβάφη του περιοδικού «Το Δέντρο», η Μ. Στασινοπούλου κρατά μόνο τον έπαινο για να δείξει τη “μεγαλοσύνη” του Καβάφη. Δημοσιοσχεσίτης ο Ξενόπουλος, όταν επαινεί τον άγνωστο Καβάφη, επιζητά να εντυπωσιάσει. Όταν, όμως, το main stream αρχίζει τον πόλεμο, αναδιπλώνεται. Επανέρχεται αργότερα για να διεκδικήσει τη θέση του πρώτου αποστόλου.
Αυτά τα αναφροδισιακά για την “πρώτη φορά” του Καβάφη στον αθηναϊκό Τύπο.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/11/2013
Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013
Το Νόμπελ και η εγκυρότητα των βραβεύσεων
Άλφρεντ Νόμπελ
Σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής μας, ανάμεσα στα καλά που προέκυψαν από την παγκοσμιοποίηση είναι η πρόταξη της απομυθοποίησης. Το πόσο ωφέλιμη στάθηκε σε ατομικό, εθνικό και διεθνικό επίπεδο το βλέπουμε στην πράξη με την αποκάθαρση από τους μύθους της Ιστορίας. Καιρός, λοιπόν, είναι να ασχοληθούμε και με τους μύθους, που συσκοτίζουν τα πραγματικά γεγονότα, σε άλλους τομείς ή και θεσμούς. Με αφορμή την τρέχουσα επικαιρότητα, ένας προς εξέταση θεσμός είναι ο προσφιλής θεσμός των βραβείων. Όπως οι περισσότεροι θεσμοί, στηρίζεται κι αυτός στο κύρος του, που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι συσχετισμένο με τον τρόπο επιλογής των υποψηφίων προς βράβευση. Τα σημαντικά, όπως τα κρατικά σε εθνικό επίπεδο και τα Νόμπελ σε διεθνές, οφείλουν την εγκυρότητά τους στην γενικώς αποδεκτή άποψη, ότι βασίζονται σε αμερόληπτα κριτήρια. Ενδεικτικό του πόσο αντέχει αυτή η θεώρηση είναι όσα γράφονται στον Τύπο πριν και μετά μια βράβευση, από τις προβλέψεις και τα στοιχήματα μέχρι τη διθυραμβική προβολή του έργου του εκάστοτε βραβευμένου.
Κι όμως, όσο καθησυχαστική κι αν είναι η πίστη στην αμεροληψία, συχνά δεν είναι παρά ένας μύθος. Και όπως είναι αναμενόμενο, παρόμοιοι εξωραϊστικοί μύθοι αποβαίνουν ανθεκτικότεροι σε χώρους, που, από τη φύση τους, επιτρέπουν μεγαλύτερα περιθώρια υποκειμενισμού, όπως, για παράδειγμα, αυτός της λογοτεχνίας. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, η απόφανση ότι η δαφνοστεφής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας Alice Munro είναι “master of the contemporary short story” δεν διαθέτει τη στέρεα βάση της πειραματικής επιβεβαίωσης, που δίνει η ύπαρξη του σωματιδίου Χιγκς στην εφετινή απονομή του Νόμπελ Φυσικής σε εκείνους που διατύπωσαν, πριν από μισό αιώνα, τη μαθηματική θεωρία που το προέβλεπε. Άλλωστε, η αισθητική είναι δυσπρόσιτος χώρος, σε αντίθεση, λ.χ., με τον ευκολότερα προσβάσιμο ιδεολογικοπολιτικό.
Προπολεμικά
Αρκεί μια ματιά στον πίνακα των δαφνοστεφών κατά τα 113 έτη απονομής των Νόμπελ Λογοτεχνίας, για να φανεί πόσο και από πότε άρχισαν να υποχωρούν τα λογοτεχνικά κριτήρια και να παρεμβάλλονται εξωλογοτεχνικοί παράγοντες. Μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, 1901-1939, υπήρξαν 36 βραβεύσεις (1914, 1918, 1935 δεν απονεμήθηκε) και 38 βραβευμένοι (1904 και 1917 μοιράστηκε σε δυο). Χωρισμένοι ανά ήπειρο, προκύπτουν 34 Ευρωπαίοι, τρεις Αμερικανοί και ένας Ινδός. Για πρώτη φορά δίνεται σε μη Ευρωπαίο το 1913. Αντιπροσωπεύεται από τον άλλοτε γνωστό Ινδό ποιητή Ταγκόρ, που συνιστούσε εξαιρετική περίπτωση, διάσημος σε Αγγλία και ΗΠΑ, με την κορυφαία ποιητική συλλογή του να εκδίδεται στα αγγλικά και να μεταφράζεται την επόμενη χρονιά στα γαλλικά από τον Αντρέ Ζιντ. Συνεπώς, τα προπολεμικά Νόμπελ είναι σχεδόν αποκλειστικά ευρωπαϊκά (14 χώρες τιμώνται, μια από αυτές η ΕΣΣΔ αλλά με συγγραφέα εγκατεστημένο στο Παρίσι), με τους τρεις αμερικανούς να έρχονται αργά, μέσα στη δεκαετία του ’30 (1930, 1936, 1938). Παραμένουν, δηλαδή, ευρωπαϊκά όσο, επίσης και ανδρικά, με μόνο τέσσερις γυναίκες. Η πρώτη είναι Σουηδέζα και αποτελεί το πρώτο Νόμπελ της διοργανώτριας χώρας.
Μεταπολεμική γεωγραφία
Μετά τον Πόλεμο (1940-1943 δεν απονεμήθηκε), από το 1944 μέχρι το 2013, υπήρξαν 70 βραβεύσεις και 72 βραβευμένοι ( 1966, 1974 μοιράστηκε). Αυτήν την εβδομηκονταετία έρχεται η πτώση του Τείχους του Βερολίνου να την χωρίσει σε δυο περιόδους: 1944-1989, 1990-2013. Στα πρώτα 46 χρόνια, οι 48 νομπελίστες είναι 32 Ευρωπαίοι (14 χώρες τιμώνται αλλά διαφοροποιούνται από τις ισάριθμες προπολεμικές, απουσιάζουν οι Νορβηγία, Βέλγιο, Φινλανδία, Πολωνία, ενώ προστίθενται οι Ισλανδία, Γιουγκοσλαβία, Ελλάδα, Τσεχία), έντεκα από την αμερικανική ήπειρο (επτά ΗΠΑ, ένας Κεντρική Αμερική και τρεις Λατινική) και πέντε από τις άλλες τρεις ηπείρους, από δυο Αφρική (Νιγηρία, Αίγυπτος) και Ασία (Ισραήλ, Ιαπωνία) και ένας Αυστραλία. Όπως φαίνεται, το Νόμπελ, από τον καιρό του Ψυχρού Πολέμου μέχρι την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, παραμένει ευρωκεντρικό, με ουσιαστικά αποκλεισμένο το ανατολικό μπλοκ, πλην των τιμώμενων αντιφρονούντων. Η Ελλάδα εισέρχεται στο Πάνθεον του Νόμπελ 17η, το 1963, αλλά βραβεύεται σε σχετικά μικρή απόσταση για δεύτερη φορά το 1979, πριν την είσοδο της 18ης χώρας, της Τσεχίας, το 1984. Δυτικοευρωπαϊκό και έτι περισσότερο ανδρικό, καθώς, σε αυτήν την περίοδο προστίθενται μόλις δυο γυναίκες, μάλιστα, η μια από αυτές μοιράζεται το βραβείο. Το ποσοστό από 10,5% πέφτει σε 4,175% και επί του συνόλου, από το 1901 μέχρι και το 1989, με έξι βραβευμένες υπολείπεται του 7%.
Παγκοσμιοποίηση
Κατά τη δεύτερη περίοδο, αυτήν της παγκοσμιοποίησης, είναι εμφανής η τάση της κριτικής επιτροπής να ανοίξει τη βράβευση και προς τον υπόλοιπο κόσμο, αγκαλιάζοντας ταυτόχρονα και τα δυο φύλλα. Ιδιαίτερα, στο θέμα των γυναικών, η επιτροπή απονομής δείχνει να εφαρμόζει κάτι σαν την ποσόστωση των κομμάτων στην Ελλάδα. Στις έξι δαφνοστεφείς προστέθηκαν, μέσα σε 24 χρόνια, άλλες επτά: τρεις την πρώτη δεκαετία, και στη συνέχεια, από μια κάθε δυο με τέσσερα χρόνια. Με άλλα λόγια, το φύλλο εμφανίζεται ως ο πρώτος εξωλογοτεχνικός παράγοντας. Ένας δεύτερος, είναι η χώρα προέλευσης, με προτίμηση στις εκτός Ευρώπης και ΗΠΑ. Ενώ, ένας τρίτος, παραμένει ο ιδεολογικοπολιτικός, αν και συν τω χρόνω, διαφοροποιείται. Στους 24 βραβευμένους, οι δέκα έρχονται από επτά νέες χώρες, δυο Νότια Αφρική (μια γυναίκα), δυο μέσα στον τρέχοντα αιώνα από την αναδυόμενη Κίνα, πέντε από την αμερικάνικη ήπειρο (Μεξικό, Ουρουγουάη, Τρινιντάντ, Περού, Καναδά) και ένας από την Τουρκία.
Τα υπόλοιπα 14 πηγαίνουν, ένα δεύτερο στην Ιαπωνία μετά 26 χρόνια από το πρώτο, ένα στις ΗΠΑ σε γυναίκα, που φτάνει τους έντεκα δαφνοστεφείς, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση μετά τη Γαλλία, τρία σε ευρωπαϊκές χώρες που δεν είχαν τιμηθεί (Πορτογαλία, Ουγγαρία, Αυστρία), το ένα από αυτά σε γυναίκα, και εννέα στις ευρωπαϊκές χώρες, που παραμένουν πρώτες σε Νόμπελ: ένα στη Γαλλία, δυο το ένα σε γυναίκα στη Μεγάλη Βρετανία, δυο το ένα σε γυναίκα στη Γερμανία, και από ένα στις Σουηδία, Ιταλία, Ιρλανδία, Πολωνία. Για να μην παραπονιόμαστε, θυμίζουμε ότι, στις 21 ευρωπαϊκές χώρες του Πάνθεον, οκτώ έχουν αποσπάσει ένα Νόμπελ, τρεις (Δανία, Ελβετία, Ελλάδα) διπλό, η Νορβηγία τριπλό, τρεις (Πολωνία, Ιρλανδία, ΕΣΣΔ) τέσσερα, η Ισπανία πέντε, η Ιταλία έξι, Γερμανία και Σουηδία οκτώ, Μεγάλη Βρετανία 10, Γαλλία 13.
Alice Munro
Παρά τα πρωτεία της Γαλλίας, την πρώτη θέση κατέχει η αγγλόφωνη λογοτεχνία, με διπλάσιο αριθμό βραβεύσεων σε σχέση με τη γαλλική και την σχεδόν ισοβαθμούσα γερμανική. Η προτίμηση της επιτροπής στην αγγλόφωνη λογοτεχνία εξηγεί, εν μέρει, την πρόκριση αγγλόφωνου για το πρώτο Νόμπελ του Καναδά. Κατά τα άλλα, η πολιτική γεωγραφία της κατανομής των βραβείων δείχνει πως όσοι διαμορφώνουν τις πιθανότητες των επίδοξων προς βράβευση και κατευθύνουν τον τζόγο των στοιχημάτων παραμένουν στο μύθο των λογοτεχνικών ή και αγοραίων κριτηρίων. Έτσι, προκύπτει ως πρώτο φαβορί ο Χαρούκι Μουρακάμι και επανέρχεται ο Φίλιπ Ροθ. Αντ’ αυτών, όμως, βραβεύεται η Alice Munro, που το όνομά της απουσιάζει από έγκριτες εγκυκλοπαίδειες, όπως η Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα. Ανεξάρτητα, όμως, του σκεπτικού της επιτροπής, η επίσημη ανακοίνωση επικαλείται πάντοτε λογοτεχνικά κριτήρια. Η συγκεκριμένη συγγραφέας επελέγη ως “master of the contemporary short story”.
Εδώ, κρατάμε το όνομα της συγγραφέως, τον χαρακτηρισμό “master” και τον ειδολογικό προσδιορισμό “short story” στα αγγλικά, καθώς έχουν αποδοθεί στα ελληνικά κατά περισσότερους του ενός τρόπους. Το όνομα μεταφέρθηκε ως Μονρό στα μεταφρασμένα βιβλία της, ή και ως Μουνρό σε δημοσιογραφικά άρθρα, ενώ το τρίτο εναλλακτικό Μανρό απαντάται μόνο σε εγκυκλοπαίδειες. Για τον χαρακτηρισμό “master”, δοκιμάστηκαν όλες οι δυνατές αποδόσεις: μαστόρισσα, μετρ, αυθεντία, κορυφαία, βασίλισσα. Όσο για τον ειδολογικό προσδιορισμό “short story”, οι γηγενείς δημοσιογράφοι, μη έχοντας επίγνωση της ουσιαστικής διαφοράς ανάμεσα στην “short story” και το διήγημα, τον απέδωσαν ως διήγημα. Άγγλοι θεωρητικοί, ωστόσο, δυσανασχετούν με την έλλειψη ενός ιδιαίτερου όρου για την αλά Πόε “short story”, που συνιστά αυτοτελές λογοτεχνικό είδος και θα πρέπει να αντιδιαστέλλεται από την “short story”. Η ελληνική γλώσσα, ωστόσο, έχει το πλεονέκτημα να διαθέτει, πέραν της περιφραστικής διατύπωσης, τη λέξη διήγημα. Δηλαδή, ένα λεκτικό πλεόνασμα, που μένει αχρησιμοποίητο, ενώ επιτρέπει την ακριβέστερη διάκριση και την πρόκριση των πραγματικών μαστόρων του είδους.
“Our Chekhov”
Οι ιστορίες της Munro δεν εντάσσονται στην κατηγορία του διηγήματος. Πρόκειται για σύντομες ιστορίες, που διαφοροποιούνται από τη νουβέλα και το μυθιστόρημα μόνο ως προς την έκταση. Άλλωστε τις έχουν αποκαλέσει “long short stories” και “novels in miniature”. Οι ιστορίες της επιδέχονται άπλωμα, το οποίο και έγινε κατά το πέρασμα ορισμένων από την πρώτη δημοσίευσή τους σε περιοδικό στη συμπερίληψή τους σε συλλογή. Όσο για τον χαρακτηρισμό της επίσημης ανακοίνωσης της Σουηδικής Ακαδημίας πως πρόκειται για τον Τσέχωφ του Καναδά, αυτός μάλλον στόχευε στη στήριξη του επιχειρήματος της λογοτεχνικότητας, αντλημένος από τις αποφάνσεις των Καναδών κριτικών. Από τα εν λόγω κείμενα, είναι σαφές ότι η σύγκριση αφορά το περιεχόμενο και όχι τη μορφή και την έκταση. Ύστερα διατυπώνεται μέσα στα εθνικά πλαίσια, όπου τα μέτρα σύγκρισης είναι κατά κανόνα διαφορετικά. Εν μέσω μυθιστορηματικών “ποταμών γυναικείας ευαισθησίας”, διακρίνονται σαν “ρυάκια” οι ιστορίες της Munro, επισύροντας θαυμαστικές εκφράσεις εθνικής υπερηφάνειας της μορφής “our Chekhov”.
Δεν ήμασταν παρόντες και σε 50 χρόνια που θα ανοίξουν τα Πρακτικά θα ήμαστε πάλι απόντες. Εικάζουμε, όμως, ότι το όνομα της Munro έπεσε στο τραπέζι σαν πρόταση με περισσότερα του ενός ατού: α) το φύλλο, καθώς είχαν ήδη περάσει τέσσερα χρόνια από την προηγούμενη βράβευση γυναίκας και η επιτροπή διήνυε τον τρίτο και τελευταίο χρόνο της θητείας της. β) τη χώρα προέλευσης, ο Καναδάς ήταν η μοναδική χώρα από το τέως κλαμπ των οκτώ ισχυρότερων του κόσμου, που είχε μείνει εκτός του Πάνθεου. Και γ) την ηλικία, γιατί μίας μορφής άτυπη επετηρίδα κρατάνε και τα Νόμπελ.
Σε αυτά προστίθεται η υποστήριξη της χώρας της, κάτι που, δυστυχώς, στερούνται όσοι Έλληνες πεζογράφοι θα μπορούσαν να αποτελούν σοβαρές υποψηφιότητες. Αυτό το δείχνουν και οι κατάλογοι υποψηφίων, που καταρτίζονται με βάση τους προτεινόμενους από ανώτατα ιδρύματα και εταιρείες λογοτεχνών. Μόνο ο Βασίλης Αλεξάκης εμφανίζεται, κι αυτός χάρις σε γαλλική μέριμνα. Τέλος, το έργο της δεν έχει πολιτική χροιά, όπως των Ντόρρις Λέσσινγκ και Χέρτα Μίλερ, ούτε είναι προκλητικό καθώς της Ελφρίντε Γέλινεκ, που ανάγκασε δυο μέλη της επιτροπής σε παραίτηση. Παλαιότερα, αυτό το στοιχείο θα λειτουργούσε αρνητικά, σήμερα, όμως, φαίνεται να αποτελεί ατού. Η επιλογή της θα μπορούσε να δηλώνει στροφή προς τους αθόρυβους. Άλλωστε και η απομυθοποίηση της Ιστορίας στον μετριασμό του θορύβου, που προκαλούν άτομα και διενέξεις, δεν αποσκοπεί; Ένα Νόμπελ δεν ισοδυναμεί μόνο με υψηλό χρηματικό έπαθλο, που, από μια ηλικία του βραβευμένου και ύστερα, χάνει μέρος της αξίας του, αλλά και με υψηλό κύρος, τουτέστιν μία μορφή εξουσίας. Στην παγκοσμιοποιημένη εποχή, που θέλει να συγκεντρώσει σε μια ολιγάριθμη ομάδα τον εξουσιαστικό λόγο, η εκχώρηση ενός Νόμπελ χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή.
Εφέτος συμπληρώνονται 180 χρόνια από τη γέννηση του Άλφρεντ Νόμπελ, που πέρασε ολόκληρη τη ζωή του, από έφηβος μέχρι τα 63 που απεβίωσε, μέσα στο θόρυβο, πειραματιζόμενος με εκρηκτικές ύλες. Ποιητής ήθελε να γίνει ο Νόμπελ, αλλά υπερίσχυσε η πατρική θέληση. Παρέμεινε, πάντως, μια ρομαντική ποιητική ιδιοσυγκρασία, ενδοστρεφής και μονήρης.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/11/2013.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.





