
Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011
Απάντων Παπαδιαμάντη τέλος
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
«Άπαντα»
Φιλολογική επιμέλεια
Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος
Έκδοση «ΤΟ ΒΗΜΑ βιβλιοθήκη»

Συνέχεια σχολιασμού από την προηγούμενη Κυριακή.
Οι προλογιστές, λοιπόν, ξεκινούν και τελειώνουν με μια γενικευτική αξιολόγηση του Παπαδιαμάντη και του έργου του, εκτός από εκείνους που εκκινούν εστιάζοντας σε ένα διήγημα, οπότε τους μένει το κλείσιμο. Όσο γενικευτικές τόσο και δοξαστικές αυτές οι εκτιμήσεις, διατυπώνονται με τον απόλυτο τρόπο της αυθεντίας. Παράδειγμα, εκείνη που αποφαίνεται ότι “η σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία θα παραμείνει φτωχότερη όσο αδυνατεί να κοινωνήσει το έργο και το πνεύμα του Παπαδιαμάντη”. Κατά κανόνα, πάντως, οι προλογιστές φροντίζουν να αναφέρουν τη χρονική περίοδο, κατά την οποία δημοσιεύτηκαν τα διηγήματα του τόμου. Με βάση αυτό το δεδομένο, ωστόσο, δεν επεκτείνονται στις κοινωνικές και λογοτεχνικές συνθήκες της εποχής, όπως θα αναμενόταν, αλλά περιορίζονται να σχολιάσουν τη συγγραφική φάση, στην οποία βρισκόταν ο Παπαδιαμάντης, σε σχέση και με την ηλικία του. Κατ’ εξαίρεση, ο Άγγελος Καλογερόπουλος, στον πρόλογο του έβδομου τόμου, με τα δημοσιευμένα εντός του 1892 διηγήματα, κάνει σύντομη μνεία στην πολιτική κατάσταση της χώρας επί Χαρίλαου Τρικούπη. Ούτε, βέβαια, παραβάλλουν τον Παπαδιαμάντη με άλλους ομότεχνούς του κατά την ίδια περίοδο. Απουσιάζει, δηλαδή, τελείως, μια συγχρονική εικόνα, έστω αδρομερής, που θα βοηθούσε τον αναγνώστη να τοποθετήσει τον Παπαδιαμάντη στο περιβάλλον της πεζογραφικής παράδοσης. Πλην ενός ρητορικού παραλληλισμού της γλώσσας με εκείνη των Ροΐδη, Βιζυηνού και Μωραϊτίδη, που επιχειρεί προς αγλαϊσμόν και πάλι ο Καλογερόπουλος, στο δεύτερο πρόλογό του, εκείνον του ενδέκατου τόμου. Επίσης, οι προλογιστές δεν προβαίνουν σε συγκρίσεις με μεταγενέστερους συγγραφείς, των οποίων τα έργα τυχόν συνομιλούν με ορισμένα παπαδιαμαντικά διηγήματα, ώστε να διαφαίνονται οι απαραίτητοι δεσμοί συνέχειας. Εκτός από τον Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλο, στον επίλογο, που αποπειράται συσχέτιση των αφηγηματικών του τρόπων με εκείνους δυο μεταγενέστερων πεζογράφων, των Ν. Γ. Πεντζίκη και Νίκου Καχτίτση, οι οποίοι αποτελούν προσφιλή του συγγραφικά πρόσωπα.
Ορισμένες διαπιστώσεις των προλογιστών αναιρούνται από το ίδιο το έργο. Παράδειγμα, η απόφανση του Άγγελου Μαντά, ότι το 1887 “ο Παπαδιαμάντης εγκαταλείπει οριστικά και αμετάκλητα το λογοτεχνικό είδος του μυθιστορήματος”. Ενώ, υπάρχουν τα δυο “κοινωνικά μυθιστορήματα”, το 1903 «Η Φόνισσα» και το 1907 «Τα Ρόδιν’ ακρογιάλια». Αν επρόκειτο για άποψη του προλογιστή, θα ήταν αποδεκτή ως μια φιλολογική εκτίμηση. Εκείνος, όμως, αποφθέγγεται για τις προθέσεις του συγγραφέα, αποφαινόμενος ότι η στροφή του στο διήγημα συνιστά “κίνηση αυτοσυνειδησίας”. Προϋπάρχει, βεβαίως, η θεωρία περί παπαδιαμαντικής παλινωδίας του Στέλιου Ράμφου, αλλά, είκοσι πέντε χρόνια μετά, αυτή απαιτεί επανεξέταση. Συνηθέστερες, πάντως, είναι εκείνες οι εκτιμήσεις, οι οποίες, μέσα στη γενικολογία τους, καταλήγουν να χάνουν μέρος του όποιου νοήματος εμπεριέχουν. Παράδειγμα, η άποψη του Στέλιου Παπαθανασίου ότι το διήγημα «Η Φαρμακολύτρια» είναι “πηγή ακένωτος οντολογικών, θεολογικών, κοινωνιολογικών και ψυχολογικών κατηγοριών” ή, του ιδίου, ότι ο Παπαδιαμάντης είναι “ο μεγάλος τραγικός του νέου ελληνισμού”. Επίσης, η διαπίστωση του Μαντά, ότι “ο Παπαδιαμάντης απαρνείται τη μετωνυμικότητα του μυθιστορήματος και αφοσιώνεται στη μεταφορικότητα των μικρών συνθέσεων”, της οποίας το ακριβές νόημα θα δυσκολευόταν να συλλάβει ακόμη και ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας. Παρόμοιες εντυπωσιακής σύλληψης φράσεις πολύ φοβόμαστε ότι για το πλατύ κοινό μένουν σαγηνευτικά σκοτεινές.
Για ορισμένους προλογιστές, η καλλιέπεια του κειμένου δείχνει ως αυτοσκοπός. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεδομένου ότι η υφολογική εκζήτηση έρχεται ως παρεπόμενο της γενίκευσης, ο πρόλογος, που προκύπτει, θα μπορούσε να συνοδεύει τον οιονδήποτε τόμο ή και ολόκληρα τα «Άπαντα». Ένας αδαής στους τρόπους της ρητορείας δεν μπορεί παρά να απορεί με ορισμένες διατυπώσεις. Παράδειγμα, η Τασούλα Καραγεωργίου, που παραδομένη στον ποιητικό της οίστρο, κάνει λόγο περί “αφελούς αθωότητας”, “ποιητικής δημοκρατίας” ή και “δημοκρατίας του πολυεπίπεδου ύφους”. Νεότεροι ποιητές, όπως η Καραγεωργίου και ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, στην δοκιμιογραφία τους, επιτείνουν την φραστική αοριστία με τον φόρτο των επιθέτων. Το πλήθος των κοσμητικών στοιχείων, καθώς και η επανάληψη των εντυπωσιακότερων εξ αυτών, τείνει να τα καταστήσει αβαρή. Μπορεί, λ.χ., ο Ελύτης να αναφέρεται “στη μαγεία του Παπαδιαμάντη”, ωστόσο η συνεχής αναφορά στο μαγικό και το μαγευτικό, στη μαγεία και το θαύμα, λειτουργεί σε βάρος της όποιας ποιητικότητας του λόγου.
Στους προλόγους, ως κείμενα δοκιμιακού μάλλον χαρακτήρα παρά εισαγωγικού, γίνονται αναφορές σε άλλους μελετητές, καθώς και παραπομπές σε δημοσιεύματα και βιβλία. Δυστυχώς, για τις πηγές δεν έχει προβλεφθεί ενιαίος τρόπος βιβλιογραφικής καταγραφής. Άλλοτε οι παραπομπές ενσωματώνονται στο κείμενο, άλλοτε καταχωρίζονται σε υποσελίδιες σημειώσεις, ενώ, συχνότερα, παραλείπονται Όσο αφορά το ποιόν αυτών των επεξηγηματικών συσχετίσεων και αναφορών, δημιουργείται η εντύπωση, ότι οι προλογιστές απευθύνονται σε κοινότητα ειδημόνων, αδιαφορώντας για το πλατύ αναγνωστικό κοινό. Τις περισσότερες φορές, πάντως, αυτές οι μνείες δείχνουν περισσότερο σαν καρύκευμα του λόγου και λιγότερο ως αναγκαία παράθεση για την ανάπτυξη της όποιας συλλογιστικής. Όπως και να το κάνουμε, μια αναφορά στον Βιττγκενστάιν ή τον Μιχαήλ Μπαχτίν, όταν, μάλιστα, αυτή δεν γίνεται άπαξ, αλλά επαναλαμβάνεται δις και τρις, προσδίδει διαφορετικό κύρος σε ένα κείμενο. Λ.χ., ο Παπαθανασίου, για να έχει την ευκαιρία να αναφερθεί στην κατά Μπαχτίν ερμηνεία του Ντοστογιέφσκι, παρακάμπτει – εκτός κι αν του διαφεύγει - την αυτονόητη διαφορά μεταξύ κυριολεκτικής και μεταφορικής χρήσης της λέξης “χαμάλης”, που κάνει ο Παπαδιαμάντης σε δυο διηγήματα. Ως γνωστόν, οι άριστοι των φιλολόγων είναι εκείνοι που κάποτε υποπίπτουν στο ολίσθημα της υπερερμηνείας. Αντίστοιχο ρόλο, πάντως, με εκείνον του Μπαχτίν φαίνεται να επιφυλάσσουν οι ελληνοκεντρικοί στον Ζήσιμο Λορεντζάτο.
Απομένει η τρίτη ενότητα, με τους προλόγους των δυο τελευταίων τόμων, στους οποίους δημοσιεύονται τα ποιητικά και τα μη λογοτεχνικά κείμενα του Παπαδιαμάντη, και ο επίλογος. Τους προλόγους, τους αναλαμβάνουν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι. Ο Κοσμόπουλος, ως ποιητής, τα «Ποιητικά και άλλα κείμενα», ο Δημήτρης Μαυρόπουλος, ως θεολόγος, τα θρησκευτικού περιεχομένου, που συγκεντρώνονται στον τελευταίο τόμο «Η Δίψα του Δαυϊδ και άλλα κείμενα». Αυτός ο δεύτερος δεν θηρεύει λεκτικούς και άλλους εντυπωσιασμούς. Σχολιάζει κάποια σημεία, που, σήμερα πλέον, δεν είναι αυτονόητα, όπως, για παράδειγμα, η διάκριση Εκκλησίας και Θρησκείας. Ακόμη, επιμένει σε ορισμένα βιογραφικά του Παπαδιαμάντη, τα οποία τείνουν να διαγραφούν. Έτσι, φωτίζει τις συγγραφικές προθέσεις. Τέλος, τον επίλογο αναλαμβάνει ο Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, που είναι και ο μόνος αμιγής πεζογράφος της ομάδας και άρα, ο στενότερος “συγγενής” του Παπαδιαμάντη. Το κείμενό του είναι το αναμενόμενο από έναν διηγηματογράφο, που στέκει θαυμαστικός προς τον μακρινό πρόγονο. Ίσως, όμως και να υπερβάλλει, τουλάχιστον φραστικά, στο “εγκώμιο του διηγηματογράφου”, ερχόμενος σε παραφωνία τόσο με το δικό του αφηγηματικό ύφος όσο και με εκείνο του τιμώμενου. Το βασικό, όμως, κατά την εκτίμησή μας, είναι ότι αδικεί τις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις επί του συνόλου του έργου, που συγκεντρώνει και οι οποίες θα χρειάζονταν εκτενέστερη και συστηματικότερη ανάπτυξη.
Πρέπει, μεταξύ άλλων, να λάβουμε υπόψη ότι τα δεκαπέντε εισαγωγικά κείμενα και ο επίλογος δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Συνιστούν ψηφίδες, των οποίων η συνένωση προσφέρει την εικόνα του συνολικού έργου. Οπότε γεννάται το ερώτημα, ποιος είναι ο Παπαδιαμάντης, που παρουσιάζουν. Με άλλα λόγια, ποιος είναι ο Παπαδιαμάντης, που σχηματίζουν σαν σε κολάζ οι λιγότερο ή περισσότερο γενικευτικές αποφάνσεις των δέκα κειμενογράφων. Κατ’ αρχάς, αυτός ο Παπαδιαμάντης δείχνει σαν ένας γραφικός περιθωριακός, έτσι όπως ο Καλογερόπουλος συνοψίζει τα του βίου του, στον πρόλογο του έβδομου τόμου: “Η προσωπική του ζωή κινείται μεταξύ των γραφείων της «Ακροπόλεως», της ταβέρνας του Καχριμάνη και των ναΐσκων της Αθήνας και των περιχώρων”. Φράση, προσφυώς διατυπωμένη, ώστε να εξυπακούεται η γενίκευσή της, με αλλαγή εφημερίδας και ταβέρνας. Επιπροσθέτως, πρόκειται για έναν Παπαδιαμάντη πενόμενο ή και “πένη”, κατά τα γραφόμενα των Παπαθανασίου και Παπαδημητρακόπουλου. Αυτήν την εικόνα την συνθέτουν με φράσεις, που αλιεύουν από την αλληλογραφία του Παπαδιαμάντη με τους γονείς του, της οποίας η ανάγνωση, ο ένας τουλάχιστον ομολογεί ότι τον “συγκλονίζει”. Δια της μεθόδου της κοπτοραπτικής διαστέλλουν τα γραφόμενα επί το δραματικότερο. Για παράδειγμα, στις 15 Φεβρουαρίου 1881, ο Παπαδιαμάντης γράφει:«Με 6 χιλ. δραχμάς διετηρήθην εγώ εις τας Αθήνας επί 10 έτη, πότε νηστικός και πότε χορτάτος.» Και ο προλογιστής γενικεύει:«...έζησε στην Αθήνα περίπου 35 χρόνια, “πότε νηστικός και πότε χορτάτος”, κατά τα λεγόμενά του...» Ή, επίσης, στις 18 Αυγούστου 1889, γράφει: «Ευρίσκομαι χωρίς λεπτόν, διότι επλήρωσα τα χρέη μου και έκαμα και ρούχα. Αλλ’ αν τυχόν έχετε ανάγκην από λεπτά, παρακαλώ τον κ. Αλέξ. Μωραϊτίδην, όν ασπάζομαι, να σας δώση πενήντα δραχμάς, και άμα έλθη εις Αθήνας τάχιστα συν Θεώ, θα τω τας αποδώσω.» Και ο επιλογιστής μεταπλάθει: «...όταν (για πολλοστή φορά) γράφει ότι “βρίσκομαι χωρίς λεπτό” και να παρακαλέσουν τον Μωραϊτίδη για δανεικά, έχει πατήσει τα 38...» Και ως κατακλείδα, ο επιλογιστής ανάγει τη “στέρηση” σε “δραματική συνιστώσα του παπαδιαμαντικού έργου”.
Αν σε αυτά τα κείμενα διογκώνονται τα βιογραφικά δεδομένα, υπάρχουν και σημεία άλλων κειμένων, που παρερμηνεύονται. Λ.χ., ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, στον πρόλογο του δέκατου τρίτου τόμου, όπου συγκεντρώνονται τα 25 από τα 32 διηγήματα, που δημοσιεύτηκαν μετά θάνατο, αποπειράται να αναιρέσει το χαρακτηρισμό του “κατ’ αποκοπήν διηγηματογράφου”, με το σκεπτικό ότι περίπου το 20% των διηγημάτων δημοσιεύθηκε μεταθανάτια. Άρα, καταλήγει, τα φύλαγε στο συρτάρι του. Λησμονεί, ωστόσο, ότι τα δέκα εξ αυτών έμειναν στην τσάντα του Δημητρίου Κακλαμάνου, όταν εκείνος εγκατέλειψε το «Νέον Άστυ» για τα διπλωματικά πόστα. Ενώ κάποια από τα υπόλοιπα πρέπει να τα ετοίμαζε για συγκεκριμένα έντυπα. Παράδειγμα, το δεύτερο περιοδικό του φίλου του Γεράσιμου Βώκου, «Ο Καλλιτέχνης», που είχε ξεκινήσει Απρίλιο 1910. Εκεί δημοσιεύονται εννέα μεταθανάτια.
Κατά τα άλλα, για το τι εξαίρεται από το έργο του, μια πρώτη απάντηση δίνουν τα διηγήματα, που τιτλοφορούν τους τόμους. Μια δεύτερη, εκείνα που επιλέγουν να σχολιάσουν δια μακρών οι προλογιστές. Και μια τρίτη, όσα εκείνοι ρητά ξεχωρίζουν. Σε γενικές γραμμές, υπερισχύει η τρέχουσα επαναξιολόγηση του παπαδιαμαντικού έργου. Παράδειγμα, ο Ζουμπουλάκης, στον πρόλογο του όγδοου τόμου, με 14 διηγήματα, μεταξύ των οποίων τα «Λαμπριάτικος Ψάλτης», «Η Νοσταλγός», «Η Γλυκοφιλούσα», «Ο Έρωτας στα χιόνια», προκρίνει το «Πατέρα στο σπίτι!». Κι αυτό, όπως εξηγεί, γιατί προτάσσει το θέμα, παραμερίζοντας “τα αισθητικά του κριτήρια”. Ένα θέμα κοινωνικό, που αποδίδεται, κατ’ εξαίρεση, συγκινησιακά φορτισμένο. Και οι αναγνώστες, καθώς και οι κριτικοί, που, με το ίδιο σκεπτικό, ανακηρύσσουν σε μπεστ σέλλερ, καθώς και σε βραβεύσιμο, από τη σοδειά του 2010, το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, «Τα σακιά», θα συμφωνήσουν μαζί του.
Για την προβολή ενός Παπαδιαμάντη σύμφωνου με τα σημερινά γούστα, δεν γίνονται υποκειμενικές αναγνώσεις μόνο των επιστολών αλλά και των διηγημάτων. Για παράδειγμα, το προοίμιο του «Λαμπριάτικου ψάλτη» καταλήγει με τη διαβεβαίωση του αφηγητή ότι θα εξακολουθήσει “να ζωγραφεί μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη”. Και ο προλογιστής συμπεραίνει, δηλαδή τα “αγνά, ανόθευτα, γηγενή”. Τα δυο τελευταία επίθετα, πράγματι, συνιστούν ερμηνεία του “γνήσια”, αλλά εκείνο το “αγνά”, πόθεν τεκμαίρεται; Δείχνει, μάλιστα, ο προλογιστής να διαφωνεί ότι είναι “γνήσια ελληνικά ήθη” τα έθιμα του αρραβώνα, έτσι όπως παραστατικά περιγράφονται στο διήγημα «Τα Συχαρίκια», επειδή, σήμερα, το μόνο που μπορούμε να αντιληφθούμε σε αυτά είναι “δεισιδαιμονία” και “συμβολική βία κατά των γυναικών”. Ο ίδιος προλογιστής, συνοψίζοντας την υπόθεση του διηγήματος, «Τα Βενέτικα», παρουσιάζει τους τρεις ήρωες, τους δυο ευσεβείς νέους και τον Γιαννιό, τον οπαδό της Μεγάλης Ιδέας, παρεμβάλλοντας την παρατήρηση: «Όλη η φαντασιόπληκτη Ελλάδα παρούσα εδώ, σε τούτη τη μικρή παρέα.» Έτσι, όμως, δημιουργείται σύγχυση ανάμεσα στις προθέσεις του Παπαδιαμάντη και την ερμηνεία του μελετητή, επειδή ο τελευταίος παραγνωρίζει τα συμφραζόμενα της εποχής, αυτά που θεωρούνται ως προεόρτια των Βαλκανικών πολέμων.
Πολύ φοβόμαστε, ότι το σύνολο των συνοδευτικών κειμένων δείχνει μάλλον σαν κολάζ προσωπικών απόψεων, όπου χωλαίνει το πραγματολογικό μέρος, το οποίο και θα αναπλήρωνε το κενό του φιλολογικού σχολιασμού. Προσομοιάζει με τις συναγωγές κειμένων ή και με τα αφιερώματα περιοδικών, που καταρτίζονται για έναν τιμώμενο συγγραφέα. Πρόθεση αυτού του σχολιασμού δεν είναι να μειώσει την όποια αξία των νέων «Απάντων», αλλά να καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται για την χρηστική έκδοση ενός κλασικού έργου. Ουδόλως κατανοούμε τον επιμελητή, που διατείνεται ότι η εν λόγω έκδοση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την κατάρτιση μιας μελλοντικής διορθωμένης έκδοσης, είτε κριτική είναι αυτή είτε χρηστική. Όπως και να έχει, η χρηστική έκδοση, που θα ετοίμαζε ένας εκδοτικός οίκος, μη γινόμενη υπό το άγχος του χρόνου, θα είχε αποφύγει τα οποία τυπογραφικά λάθη, θα είχε διαφορετικά φροντίσει το γλωσσάρι, θα είχε συστηματικότερα αφαιρέσει τα νόθα κείμενα και προσθέσει τα μεταγενέστερα ευρήματα: το μοναδικό ανευρεθέν διήγημα, τα καινοφανή γνήσια και τις, από παλαιότερα γνωστές, τροποποιήσεις σε δυο διηγήματα. Μια ανάλογη έκδοση, στοχεύοντας μακροπρόθεσμα να αποτελέσει προσφορά στα γράμματα, δεν θα είχε ανάγκη άγρας εντυπώσεων. Θα αρκείτο σε ένα εκτενές επίμετρο, στο οποίο θα δίνονταν με ακρίβεια ορισμένα απαραίτητα φιλολογικά στοιχεία. Τελικά, η πρόσφατη έκδοση δεν είναι ούτε η χρηστική ενός κλασικού έργου ούτε, αναμφίβολα, μια σειρά περιπτέρου. Έχει τον νόθο χαρακτήρα πολλών σημερινών εκδοτικών εγχειρημάτων, που μετεωρίζονται μεταξύ λογοτεχνίας και καταναλωτικού προϊόντος, και τα οποία, χάρις ακριβώς σε αυτόν το χαρακτήρα τους, φαίνεται να ευδοκιμούν στην αγορά.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/12/2011.
Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011
Απάντων Παπαδιαμάντη συνέχεια
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
«Άπαντα»
Φιλολογική επιμέλεια
Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος
Έκδοση «ΤΟ ΒΗΜΑ βιβλιοθήκη»

Συνεχίζουμε τον σχολιασμό των νέων «Απάντων» Παπαδιαμάντη, που είχαμε ξεκινήσει την προηγούμενη Κυριακή. Όπως ήδη αναφέραμε, πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες σειρές, αν όχι τη σημαντικότερη, εν μέσω των σειρών, υπό μορφή βιβλίων-προσφορών, που έχει εκδώσει, μέχρι σήμερα, η εφημερίδα «Το Βήμα» και τις οποίες φιλόδοξα αποκαλεί «Βιβλιοθήκη». Θυμίζουμε ότι αυτή η δεκαπεντάτομη σειρά προέκυψε ως παράγωγο από την πεντάτομη κριτική έκδοση των «Απάντων» του εκδοτικού οίκου «Δόμος». Παλαιό όνειρο του εκδότη Δημήτρη Μαυρόπουλου και του επιμελητή Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου ήταν η έκδοση της χρηστικής έκδοσης των «Απάντων». Ένα όνειρο θερινής νυκτός, δεδομένου ότι την κριτική έκδοση είχαν αρχίσει να την ετοιμάζουν από το 1979 και για την ολοκλήρωσή της απαιτήθηκε κοντά μια δεκαετία. Κι όμως, χάρις στο νέο εκδότη, μέσα στο εορταστικό του Παπαδιαμάντη έαρ, το όνειρό τους μεταμορφώθηκε σε ονειρεμένο θερινό ανάγνωσμα για χιλιάδες Έλληνες. Σύμφωνα με τον επιμελητή και πρώτον τη τάξει παπαδιαμαντολόγο, η εν λόγω έκδοση αξιολογείται ως η σημαντικότερη προσφορά στη μνήμη του Παπαδιαμάντη για τα εκατό χρόνια από το θάνατό του. Διαπίστωση που συνιστά μέγα έπαινο για την εφημερίδα, η οποία είχε την ιδέα και βεβαίως, διέθετε τα μέσα για την υλοποίησή της, αλλά, άρρητα, και ψόγο για τους εκδοτικούς οίκους, που δεν έπραξαν τα κατά δύναμη και περιορίστηκαν σε επανεκδόσεις ή και εκ του προχείρου, ανθολογίες διηγημάτων. Με αυτά ως προοίμιο, συνεχίζουμε τον σχολιασμό από το σημείο που τον είχαμε αφήσει, δηλαδή την προσθήκη Προλογικού Σημειώματος σε κάθε τόμο και Επίμετρου στο συνολικό έργο.
Πρόλογοι και επίλογος αποτελούν ένα σύνολο δεκαέξι κειμένων, ενώ οι συγγραφείς τους συνιστούν μια μικρότερη, δεκαμελή ομάδα, καθώς ο επιμελητής αναλαμβάνει τρεις προλόγους και τέσσερις συνεργάτες από δυο. Πρόκειται για συστηματικούς μελετητές του Παπαδιαμάντη, αλλά και για συγγραφείς μίας ή δύο σχετικών μελετών, ακόμη και καμίας. Ωστόσο, είναι οι επαγγελματικές και λοιπές ιδιότητές τους, αυτές που τους καθιστούν κατάλληλους για τη συγγραφή ενός παρόμοιου κειμένου, το οποίο απευθύνεται στο πλατύ κοινό. Επτά από αυτούς θήτευσαν ή και θητεύουν στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Δύο, μάλιστα, είναι εν ενεργεία σχολικοί σύμβουλοι. Ο ένας εξ αυτών τυγχάνει μέλος της ομάδας συγγραφής του βιβλίου «Νεοελληνική Λογοτεχνία» για την Τρίτη Λυκείου, στο οποίο ο Παπαδιαμάντης συνιστά τη μια από τις επτά κύριες ενότητες. Πέντε είναι ποιητές. Δύο είναι βραβευμένοι διηγηματογράφοι. Δύο είναι θεολόγοι. Δυο είναι εκδότες του Παπαδιαμάντη, ο ένας της μητρικής έκδοσης. Σχεδόν όλοι απολαμβάνουν υπόληψης έγκριτου δοκιμιογράφου. Προφανώς, όπως συμβαίνει κατά κανόνα σήμερα με τους πνευματικούς ανθρώπους, οι συγγραφείς των κειμένων έχουν περισσότερες της μίας ιδιότητες. Γεγονός που θα πρέπει να λειτούργησε καθοριστικά στην επιλογή τους από τον επιμελητή. Από την άλλη, αυτό, ακριβώς, μεγεθύνει τις προσδοκίες για ένα όχι συμβατικό κείμενο, αλλά για έναν πρόλογο, που θα παρακινεί εκείνον, που δεν γνωρίζει καλά ή και καθόλου τον Παπαδιαμάντη, να ξεκινήσει την ανάγνωση ενός τόμου. Ταυτόχρονα, όμως, ο κάθε πρόλογος έχει και ειδικότερο, διττό στόχο. Αφενός μεν θα πρέπει να προϊδεάζει για το κύριο μέρος του συγκεκριμένου τόμου και αφετέρου να λειτουργεί ως υποκατάστατο του φιλολογικού σχολιασμού της μητρικής έκδοσης, ο οποίος αφαιρέθηκε χάριν ευχρηστίας.
Η παρουσίαση μιας συναγωγής κειμένων είναι πάντοτε δυσχερής, πόσω μάλλον όταν πρόκειται για προλόγους επιμέρους τμημάτων συγκεκριμένου έργου. Προς διευκόλυνση, ακολουθούμε τον υπάρχοντα χωρισμό των τόμων σε εκτενή πεζά, διηγήματα, ποιητικά και μη λογοτεχνικά κείμενα. Ορισμένοι προλογιστές (συνολικά τρεις), όπως επίσης ο επιλογιστής, τιτλοφορούν όλα ή κάποια από τα κείμενά τους, δίνοντάς έτσι σε έξι κείμενα την υπόσταση αυτοτελούς άρθρου, ενώ οι υπόλοιποι αρκούνται στον τίτλο του Προλογικού Σημειώματος. Μια πρώτη ενότητα αποτελούν οι πρόλογοι των πέντε πρώτων τόμων με τα εκτενή πεζά. Τους προλόγους των τριών εξ αυτών, εκείνους με περιττό αύξοντα αριθμό, γράφει ο επιμελητής («Η Φόνισσα»-«Χρήστος Μηλιόνης», «Οι Έμποροι των Εθνών», «Η Γυφτοπούλα»). Του δεύτερου («Τα Ρόδιν’ ακρογιάλια»-«Βαρδιάνος στα σπόρκα»), τον αναλαμβάνει ο Λουκάς Κούσουλας, τρόπον τινά δικαιωματικά, αφού, ήδη από το Πρώτο Συνέδριο Παπαδιαμάντη, το 1991, τον απασχολεί ο πρόλογος στα «Ρόδιν’ ακρογιάλια». Ενώ, του τέταρτου, για το πρώτο μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη, «Η Μετανάστις», τον επωμίζεται ο Δημήτρης Κοσμόπουλος. Και οι τρεις προσδιορίζουν το χρόνο γραφής των πεζών, σχολιάζουν το λογοτεχνικό είδος στο οποίο ανήκουν και συνοψίζουν την υπόθεση, ενθέτοντας παραθέματα. Εδώ, αλλά και γενικότερα στους προλόγους, λόγω μερικής ανατροπής της χρονολογικής σειράς κατά την παράταξη των πεζών, παρατηρούνται επικαλύψεις. Στους δυο προλόγους, του Κούσουλα και του Κοσμόπουλου, ο σχολιασμός μύθου και ηρώων αποτελεί το κυρίως θέμα. Αντιθέτως, ο Τριανταφυλλόπουλος δίνει βάρος στην πρόσληψη του έργου, παραθέτοντας σχετικά στοιχεία.
Καλή ιδέα, την οποία μόνο ένας προλογιστής με γνώση του θέματος μπορεί να πραγματώσει. Θα αναμενόταν, ωστόσο, να επιλέξει τις σημαντικότερες μελέτες, δίνοντας προσιτές σε ένα ευρύτερο κοινό και με κάποια πληρότητα παραπομπές. Για παράδειγμα, το “δοκίμιο” του Κωστή Μπαστιά «Ο Παπαδιαμάντης» είναι μεν αντιπροσωπευτικό του 1962, που εκδόθηκε, αλλά δεν είναι το μόνο, ώστε να αναφέρεται και στα τέσσερα πεζά ως η βασική παραπομπή και μάλιστα, σε ένα εξ αυτών, τους «Εμπόρους των Εθνών», η ανασκευή άποψης του Μπαστιά να καταλαμβάνει σχεδόν το ένα τρίτο του προλόγου. Μάλλον ο προλογιστής παρασύρεται από τον πρόλογο της επανέκδοσης του βιβλίου του Μπαστιά, που, όπως έχει εξαγγελθεί, ετοιμάζει εκ παραλλήλου. Παρασύρεται, όμως, και από το ευρύ γνωστικό του πεδίο, θεωρώντας ως αυτονόητα πρόσωπα και έντυπα. Λ.χ., σχολιάζοντας τη «Φόνισσα», αναφέρει παρατήρηση του Β. Ν. Μπόνου, άνευ λοιπών στοιχείων. Πόσοι, όμως, γνωρίζουν τον ευβοέα ποιητή και την ενασχόλησή του με τον σκιαθίτη γείτονά του; Κατά τα άλλα, στις τρεις, όλες κι όλες, παραπομπές, που δίνει γι’ αυτό το σημαντικό πεζό, συμπεριλαμβάνει άρθρο σε αξιόλογο μεν αλλά μικρής εμβέλειας εκκλησιαστικό περιοδικό. Ενώ, για τη «Γυφτοπούλα», παραπέμπει σε μελέτημά του, δίνοντας ως πηγή εξαντλημένο βιβλίο του 1992, παρότι ακέραιο το κείμενο έχει αναδημοσιευτεί, τουλάχιστον άλλες δύο φορές, σε βιβλία της τελευταίας εξαετίας. Παρασύρεται, επίσης, από τον οίστρο του, καταλήγοντας έναν εκ των προλόγων με το ρητορικό αλλά σκοτεινό για τους πολλούς ερώτημα: «Ο Παπαδιαμάντης ούτε ανθελληνικός ήταν ούτε ανελλήνιστος – μα τι λέω τώρα;» Πράγματι, τι λέει;, απορεί και ο δύσμοιρος αναγνώστης, ποιος και πότε αποκάλεσε τον Παπαδιαμάντη ανθελληνικό και ανελλήνιστο;
Από την άλλη, αξιοσημείωτες είναι οι ασαφείς εκφράσεις στον πρόλογο του πρώτου τόμου της σειράς, στις οποίες αναγκάζεται να καταφύγει αυτός ο ακριβολόγος φιλόλογος: «Οι αυτοτελείς εκδόσεις της Φόνισσας είναι πάμπολλες...Το πλήθος των εκδόσεων, που μάλλον δεν έχουν καταγραφεί, το ανταγωνίζονται οι απειράριθμες και επίσης βιβλιογραφικά ανυπότακτες μελέτες...» Κι αυτό, λόγω απουσίας Βιβλιογραφίας Παπαδιαμάντη. Αυτό το “μέγα καλό και πρώτο στη φιλολογία”, που ο ίδιος στον “εικοσιπεντάχρονο πλουν” του δεν θεώρησε ως πρώτο μέλημα. Και καλά ως πρώτο μέλημα, αλλά γιατί όχι ως δεύτερο, υπό τη μορφή προτροπής προς νεότερους, αποτελεσματικής χάρις στο γόητρο που, εδώ και χρόνια, απολαμβάνει; Πιστεύουμε ότι τη μομφή για τη μη κατάρτιση Βιβλιογραφίας κατά την μεταπολιτευτική τριακονταπενταετία την μοιράζεται δικαιωματικά με τους δυο τρεις παπαδιαμαντολόγους, που κατείχαν ή κατέχουν πανεπιστημιακούς θώκους.
Ερχόμαστε στη δεύτερη ενότητα, αυτή των διηγημάτων, που συγκεντρώνονται στους οκτώ επόμενους τόμους (6-13). Πρόκειται για 167 διηγήματα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το προ διετίας εντοπισθέν. Μαζί με τα δυο “κοινωνικά μυθιστορήματα” («Η Φόνισσα» και «Τα Ροδιν’ ακρογιάλια) και τα δυο εκτενή πεζά αλλά όχι μυθιστορήματα («Χρήστος Μηλιόνης» και «Βαρδιάνος στα σπόρκα») φθάνουν τα 171 και αποτελούν το διηγηματικό σώμα του Παπαδιαμάντη. Κατά το μοίρασμα σε τόμους, ρυθμιστικός παράγων στάθηκε η ανάγκη παραπλήσιου αριθμού σελίδων ανά τόμο. Είναι, ωστόσο, εμφανές, ότι υπήρχε η δυνατότητα να διατηρηθούν ορισμένες τουλάχιστον χρονολογικές ενότητες, όπως δημιουργούνται από την παράταξη των κειμένων. Το παράδοξο είναι ότι η διατάραξή τους φαίνεται να μην γίνεται αντιληπτή από ορισμένους προλογιστές, ενώ, αντιθέτως, σε μια περίπτωση, γίνεται κατά απαίτησή του.
Αναλυτικότερα, στον έκτο τόμο συμπεριλαμβάνονται τα 17 διηγήματα της περιόδου Χριστούγεννα 1887-Χριστούγεννα 1891, στον επόμενο τα επτά από τα οκτώ διηγήματα του 1892. Ενώ, στον μεθεπόμενο, σύμφωνα με τον προλογιστή, Σταύρο Ζουμπουλάκη, δεκατέσσερα, δημοσιευμένα από τα τέλη του 1893 ως την 1 Ιανουαρίου 1896. Άρα, είτε έχουμε κενό γραφής είτε παράλειψη διηγημάτων. Τίποτα από τα δύο. Στον τόμο, συμπεριλαμβάνεται το χριστουγεννιάτικο του 1892, «Οι ελαφροΐσκιωτοι», που περίσσεψε από τον προηγούμενο, καθώς και τα δύο των πρώτων μηνών του 1893. Ο γράφων μάλλον πρόσεξε μόνο το προτασσόμενο διήγημα, όπου και τον παρέσυρε η διαφορά στις ημερομηνίες γραφής και πρώτης δημοσίευσης. Παρομοίως, ο προλογιστής του δωδέκατου τόμου, Τασούλα Καραγεωργίου, διατείνεται ότι τα 30 διηγήματα του τόμου είναι δημοσιευμένα την περίοδο 1907-1912, ενώ τα δυο πρώτα δημοσιεύτηκαν Δεκέμβριο 1906. Αντιθέτως, ο προλογιστής του ένατου τόμου, Στέλιος Παπαθανασίου, για να υποστηρίξει τα συμπεράσματά του παρεμβαίνει σε βάρος της χρονολογικής ενότητας. Ο συγκεκριμένος τόμος, με δυο επιπλέον διηγήματα, θα κάλυπτε ακέραια τα έτη 1896 έως και 1900. Εξαιρούνται, όμως, το πρώτο διήγημα του 1896 και το τελευταίο του 1900. Έτσι, προκύπτει ένας τόμος, όπου το πρώτο διήγημα είναι «Ο Ξεπεσμένος Δερβίσης» και το τελευταίο, «Ο Γείτονας με το λαγούτο». Σε αυτήν τη διάταξη, στηρίζει ο Παπαθανασίου τον πρόλογό του, εξαίροντας το πρώτο ως το καλύτερο των αθηναϊκών και υποβιβάζοντας το τελευταίο. Επιπροσθέτως, το τελευταίο του 1900, «Η Φαρμακολύτρια», ως εναρκτήριο του επόμενου τόμου, το καθιστά ακρογωνιαίο λίθο του δεύτερου προλόγου, που συγγράφει.
Και μόνο αυτά τα παραδείγματα δείχνουν ότι τα συγκεκριμένα διηγήματα ενός τόμου δεν είναι το κυρίως θέμα των προλόγων. Αντί για το corpus των διηγημάτων, που κλήθηκε έκαστος να παρουσιάσει, οι περισσότεροι σχολιάζουν ένα διήγημα, κάνοντας αναφορά, δίκην παραδείγματος, σε δυο-τρία από τα υπόλοιπα ή και σε διηγήματα άλλων τόμων, όταν τα λοιπά διηγήματα του τόμου δεν ταιριάζουν με τις προτιμήσεις τους. Κατά κανόνα, προβάλλουν το διήγημα, με το οποίο τιτλοφορείται ο τόμος. Κι αυτό όχι ως αντιπροσωπευτικό της ομάδας, αλλά ως το, κατά τη γνώμη τους, κορυφαίο. Άλλωστε, πιθανώς, με βάση τις προτιμήσεις τους και με τη σύμφωνη γνώμη του επιμελητή, να έγινε η επιλογή του. Όπως και να έχει, θυμίζουν τον Λάκη Προγκίδη, αν δεν πατούν στα βήματά του, ο οποίος ανακήρυξε τον Παπαδιαμάντη μυθιστοριογράφο εφάμιλλο των Ευρωπαίων με βάση ένα και μοναδικό διήγημα. Ακόμη, όμως, και τρεις εξ αυτών, που θεωρούν ότι επιβάλλεται να σχολιάσουν περισσότερα και λειτουργώντας ως φιλότιμοι βιβλιοπαρουσιαστές, γράφουν από μια φράση για μερικά ακόμη, τα αντιμετωπίζουν μεμονωμένα, σκιαγραφώντας την υπόθεση ενός εκάστου.
Ούτε καν τους ενοποιητικούς δεσμούς, που προκύπτουν από την παράταξη των διηγημάτων κατά τη χρονολογική σειρά της πρώτης δημοσίευσης, φαίνεται να λαμβάνουν υπόψη. Εκτός κι αν τους παρακάμπτουν σκοπίμως. Παράδειγμα, ο έκτος τόμος, όπου, από τα 17 διηγήματα, τα 11 είναι εορταστικά, και ο όγδοος, με 8 εορταστικά διηγήματα από τα 14. Αυτόν τον εμφανή συνδετικό ιστό, οι δυο προλογιστές, ο Άγγελος Μαντάς και ο Ζουμπουλάκης, δεν τον σχολιάζουν. Αντ’ αυτού, αναπτύσσουν θέματα, που δείχνουν να συνδέονται με τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα. Ο πρώτος δεν αναφέρεται σε κανένα εορταστικό διήγημα, ούτε καν σε εκείνο του τίτλου, «Η Σταχομαζώχτρα», αλλά επιλέγει ως κυρίως θέμα ένα από τα πέντε υπολειπόμενα, «Η Μαυρομαντηλού», που τον απασχολεί εδώ και χρόνια, καθώς αποτέλεσε μικρό ολίσθημα της διδακτορικής του διατριβής. Ο δεύτερος επικεντρώνεται μεν σε ένα εορταστικό, το «Λαμπριάτικος ψάλτης», αλλά δεν τον ελκύει αυτό καθ’ αυτό το διήγημα ή, έστω, το πολυσυζητημένο προοίμιο. Ακόμη και την ημερομηνία πρώτης δημοσίευσής του φαίνεται να τη λησμονεί. Ο λόγος είναι πρόσφατο φιλολογικό εύρημα, για το οποίο ο ενθουσιασμός του είναι ακόμη μεγαλύτερος, καθώς η ανακοίνωσή του έγινε στο περιοδικό, που ο ίδιος διευθύνει.
Παρεμπιπτόντως, είναι αξιοσημείωτο, ότι, στα δεκαέξι συνολικά ένθετα κείμενα, σε κανένα δεν αναφέρεται, ούτε ως πληροφορία, ότι ο Παπαδιαμάντης έγραψε εορταστικά διηγήματα ή, ακριβέστερα, ότι, με αυτά ξεκίνησε και με αυτά πορεύτηκε μέχρι σχεδόν το τέλος του 19ου αι. Δηλαδή, μια μεγάλη περίοδο, που αντιστοιχεί στα δύο τρίτα του συγγραφικού του βίου. Επίσης, κανένας τόμος δεν τιτλοφορείται με τίτλο εορταστικού, πλην του έκτου, «Η Σταχομαζώχτρα και άλλα διηγήματα», στη επιλογή του οποίου, όμως, θα πρέπει να βάρυνε η κοινωνιολογική συνιστώσα...
Συνέχεια και Τέλος την επόμενη Κυριακή.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Λεζάντα φωτογραφίας: Πορτραίτο (ξυλογραφία) του Παπαδιαμάντη, το πρώτο (1941) από τα δύο, που φιλοτέχνησε ο χαράκτης Α. Τάσσος.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/12/2011.
Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011
ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Σχόλια στα νέα Άπαντα
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
«Άπαντα»
Φιλολογική επιμέλεια
Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος
Έκδοση «ΤΟ ΒΗΜΑ βιβλιοθήκη»

Εφέτος το καλοκαίρι, συγκεκριμένα κάθε Παρασκευή, από τις 22 Μαΐου μέχρι τις 27 Αυγούστου, κυκλοφορούσε και από ένας τόμος των «Απάντων» Παπαδιαμάντη. Πρόκειται για μια δεκαπεντάτομη έκδοση της εφημερίδας «Το Βήμα». Εντάσσεται στις εκδόσεις βιβλίων-προσφορών της εφημερίδας, με τον γενικό τίτλο «Βιβλιοθήκη». Η έκδοση έγινε με αφορμή το εφετινό «Έτος Παπαδιαμάντη». Ως γνωστόν, τα τελευταία χρόνια, οι προσφορές έχουν αποδειχθεί μεγάλο κεφάλαιο για τις εφημερίδες, στο βαθμό να τείνουν να τις υποκαταστήσουν. Όλο και συχνότερα, η επιλογή μιας εφημερίδας από τον αναγνώστη δεν γίνεται με κριτήριο αυτήν καθ’ εαυτήν την εφημερίδα αλλά τις προσφορές της. Τα βιβλία-προσφορές, είτε συνοδεύουν μαζί με πρόσθετα ένθετα, CD και DVD το πλήρες, διπλάσιας τιμής, κυριακάτικο φύλλο, είτε πωλούνται στα περίπτερα, άλλοτε με κουπόνια, που προσφέρει η εφημερίδα, συν πρόσθετο αντίτιμο κι άλλοτε ανεξάρτητα. Αυτά τα τελευταία παίρνουν τη θέση τους δίπλα στις εβδομαδιαίες εφημερίδες και επιστρέφονται στο πρακτορείο μαζί με αυτές στο τέλος της εβδομάδας. Τα δικαιώματα επανέκδοσης, που εξασφαλίζουν οι εφημερίδες από τους εκδοτικούς οίκους, δεν επιτρέπουν, στη συνέχεια, τη διάθεσή τους και στα βιβλιοπωλεία.
Κατά κανόνα, στα βιβλία-προσφορές, το μερίδιο της ελληνικής λογοτεχνίας είναι μικρό, καθώς το ενδιαφέρον ελκύουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, τα βιβλία Τέχνης και από τη λογοτεχνία, η αφρόκρεμα της ξενόγλωσσης. Ακόμη μικρότερο είναι το κομμάτι της παλαιότερης ελληνικής πεζογραφίας, καθώς προτιμώνται, αναλογικά, οι πολυδιαβασμένοι του μεσοπολέμου. Κατ’ εξαίρεση, προ διετίας, άνοιξη 2009, η εφημερίδα «Το Βήμα» είχε ξεκινήσει τη «Βιβλιοθήκη Νεοελληνικής Γραμματείας», με παλαιότερους πεζογράφους. Η σειρά είχε διαφημιστεί ότι θα διαρκούσε ολόκληρο το καλοκαίρι και οι τόμοι θα κυκλοφορούσαν σε καθημερινή βάση ως προσφορά, που θα συνόδευε το καθημερινό, τότε ακόμη, φύλλο της εφημερίδας. Τελικά, η σειρά διακόπηκε στα μέσα Ιουλίου, φθάνοντας στον 56ο τόμο. Ο εκδοτικός οίκος, από τον οποίον είχαν αγοραστεί τα δικαιώματα, ήταν οι εκδόσεις «Πελεκάνος», όπου η συγκεκριμένη σειρά, με τίτλο «Νεοελληνική Γραμματεία», φθάνει τους 172 τόμους. Σε εκείνη τη σειρά, μεταξύ των βιβλίων “της πεζογραφικής μας παράδοσης”, υπάρχουν και οκτώ τόμοι του Παπαδιαμάντη. Στους 56 τόμους, που επανεκδόθηκαν ως προσφορά από το «Βήμα», συμπεριλήφθηκαν οι έξι.
Η εφετινή προσφορά της εφημερίδας δεν επιδέχεται σύγκριση με την προπέρσινη. Τώρα πρόκειται για επανέκδοση ολόκληρου του παπαδιαμαντικού έργου. Και μάλιστα, όχι από μια οποιαδήποτε μητρική έκδοση, αλλά από την πεντάτομη των «Απάντων» του εκδοτικού οίκου «Δόμος», που θεωρείται ως η πιο έγκριτη. Αναμφιβόλως, αποτελεί μια από τις καλύτερες σειρές βιβλίων–προσφορών. Σωστό διαμάντι ανάμεσα στα βιβλία περιπτέρου, που θα άξιζε διαφορετική μοίρα από εκείνη της διάθεσης των τόμων μόνο για μια εβδομάδα. Η σειρά, πάντως, έτυχε εξαιρετικής προβολής. Ήδη, από το δισέλιδο σαλόνι, που αφιέρωσε η εφημερίδα στο φύλλο της 15ης Μαΐου, προαναγγελλόταν ως η αναμενόμενη “χρηστική έκδοση” των «Απάντων». Και έτσι συνέχισε να διαφημίζεται ολόκληρο το καλοκαίρι. Παρενθετικά, να σημειώσουμε, ότι μονίμως στη διαφημιστική καμπάνια χρησιμοποιείτο το ένα από τα δυο χαρακτικά πορτραίτα (ξυλογραφίες) του Παπαδιαμάντη, που φιλοτέχνησε ο χαράκτης Α. Τάσσος, χωρίς ούτε μια φορά να αναφερθεί το όνομά του.
Βεβαίως, οι διαφημιστικές καταχωρήσεις λειτουργούν πάντοτε δια της μεγαληγορίας. Στη συγκεκριμένη, ωστόσο, περίπτωση, ο χαρακτηρισμός του έργου ως “χρηστική έκδοση”, την οποία ονειρεύονταν, εδώ και χρόνια, ο εκδότης και ο επιμελητής της μητρικής έκδοσης, επικυρώθηκε από τους ίδιους, κατά την επίσημη παρουσίαση του έργου, που διοργάνωσε, την 6η Ιουνίου, ο νέος εκδότης στο Μέγαρο Μουσικής. Και προσεπικυρώθηκε, τέσσερις μήνες αργότερα, με την τελική αποτίμηση της έκδοσης από τον επιμελητή της σε σχετικό κείμενο στο «Βήμα» (9/10). Για την ακρίβεια, όχι μόνο την ονειρεύονταν, αλλά και την είχαν εντάξει στο εκδοτικό πρόγραμμα του «Δόμου», όπως αναφέρεται στο «Απάνθισμα Διηγημάτων», που είχαν εκδώσει το 2001. Με βάση αυτά, ανακύπτει το ερώτημα, κατά πόσο πρόκειται πράγματι για τη “χρηστική έκδοση” της πλέον έγκριτης έκδοσης των «Απάντων» Παπαδιαμάντη. Δεδομένου ότι για μια έκδοση υψηλών απαιτήσεων, όπως οι χρηστικές εκδόσεις κλασικών έργων, δεν αρκούν οι προθέσεις. Μια παρόμοια έκδοση υπόκειται σε ορισμένες προδιαγραφές, οι οποίες απαιτούν, πρώτα απ’ όλα, ικανό χρόνο από τον σχεδιασμό τους μέχρι την περαίωσή τους. Η έκδοση, όπως γράφτηκε, έγινε εν μια νυκτί. Πιο συγκεκριμένα· μήνα Μάρτιο έκανε την πρόταση ο νέος εκδότης στον παλαιό. Από τη στιγμή που συμφωνήθηκε, το σύνολο του έργου σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε εντός δύο-τριών μηνών. Ενίοτε, όμως, ένας πολυδύναμος μηχανισμός κάνει θαύματα. Ας δούμε, λοιπόν, με μεγαλύτερη προσοχή τη συγκεκριμένη έκδοση. Έτσι κι αλλιώς, το Έτος Παπαδιαμάντη, τουλάχιστον προσώρας, δεν έχει ευτυχήσει σε έντυπες εκδόσεις.
Κατ’ αρχάς, ως προς τον σχεδιασμό της σειράς, δεν υιοθετήθηκε το μικρό σχήμα βιβλίου τσέπης, με μαλακό εξώφυλλο, όπως εκείνο της προπέρσινης προσφοράς της «Βιβλιοθήκης Νεοελληνικής Γραμματείας». Η σειρά των «Απάντων» είναι σχήματος λίγο μεγαλύτερου του καθιερωμένου από τους εκδοτικούς οίκους για βιβλία πεζογραφίας. Οι τόμοι είναι χαρτόδετοι, αλλά με σκληρό εξώφυλλο, στο οποίο οι εκδότες καταφεύγουν συνήθως για να δημιουργήσουν εντύπωση πολυτελούς έκδοσης. Όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες εκδόσεις, το εξώφυλλο φέρει καλαίσθητη κουβερτούρα. Σύμφωνα με το προτασσόμενο σε όλους τους τόμους Σημείωμα για την Έκδοση, το κείμενο λαμβάνεται ως έχει από τη μητρική έκδοση, με ορισμένες διορθώσεις γραφών, που είχαν εισαχθεί στο «Απάνθισμα Διηγημάτων». Επίσης, παραλείπεται η στιχαρίθμηση, οπότε τυχόν λάθη περιορίζονται στην αναδιάταξη των αράδων. Και βεβαίως, μπορούν να παρεισφρήσουν στις καινούριες σελίδες περιεχομένων, που απαιτήθηκαν. Σε αυτές υπάρχουν μικρές αλλαγές των τίτλων: σε έξι περιπτώσεις, τα πρώτα γράμματα των λέξεων μεταπίπτουν από κεφαλαία σε μικρά ή και αντιστρόφως, το «Φώτα Ολόφωτα» αποκτά ενώτιο, το «Πάσχα Ρωμέικο» διαλυτικά, «Η Καλλικατζούνα» χάνει το ένα λάμδα, «Το Ιδιόκτητο» αποκτά ανωφερή, «Στο Χριστό στο Κάστρο» προστίθεται κόμμα. Δυο από τις αλλαγές έχουν υιοθετηθεί και στο «Απάνθισμα Διηγημάτων». Αν πρόκειται, λοιπόν, για ηθελημένες αλλαγές, δεδομένου ότι όλες, πλην μιας, διατηρούνται στον πίνακα περιεχομένων του τελευταίου τόμου, θα αναμενόταν αιτιολόγηση.
Επίσης, χάριν ευχρηστίας, το κείμενο απογυμνώνεται από τον φιλολογικό σχολιασμό της μητρικής έκδοσης, τουτέστιν παραλείπονται το κριτικό υπόμνημα, το υπόμνημα πηγών, οι πίνακες προσώπων και τοπωνυμίων και τα βιβλιογραφικά. Διασώζεται ο γενικός πίνακας περιεχομένων, στον οποίο έχει προστεθεί πίνακας λοιπών κειμένων εκτός διηγημάτων και μυθιστορημάτων. Είναι ο κανόνας σε παρόμοιους πίνακες να παρεισφρύουν πηδήματα κατά την αλφαβητική παράθεση. Με δεδομένη τη στενότητα χρόνου, τέσσερις αβλεψίες στην παράθεση και τη σελιδαρίθμηση είναι κατόρθωμα.
Η μοναδική σωζόμενη πληροφορία σχετικά με παλαιότερες δημοσιεύσεις ενός κειμένου είναι το έτος πρώτης δημοσίευσης στο τέλος κάθε πεζού. Δεδομένου ότι αυτό, ως συνοδευτικό των πεζών, λαμβάνεται ως έχει από τη μητρική έκδοση, δεν υπάρχει περιθώριο λάθους. Έτσι, όμως, μπορεί να επαναληφθούν τυχόν υπάρχουσες αβλεψίες. Παράδειγμα, το διήγημα «Ο Αντίκτυπος του νου» δημοσιεύεται και πάλι με χρονολογία πρώτης δημοσίευσης το 1912. Ωστόσο, στον πρόλογο του επόμενου τόμου, το λάθος διορθώνεται σιωπηρά. Εκεί προσδιορίζεται ότι η πρώτη δημοσίευση αυτού του ημιτελούς διηγήματος έγινε σε δυο τμήματα, το 1910 και το 1929.
Όπως και στη μητρική έκδοση, το κυρίως σώμα κάθε τόμου συμπληρώνεται με γλωσσάρι, το οποίο, σε σύγκριση με το αρχικό, είναι συνεπτυγμένο. Ενώ, σε μια έκδοση, που απευθύνεται στο πλατύ αναγνωστικό κοινό, θα αναμενόταν να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο περιορισμός δεν αφορά το πλήθος των λέξεων όσο τις επεξηγήσεις και τις βιβλιογραφικές παραπομπές. Αυτές, ωστόσο, δεν έχουν μόνο φιλολογικό ενδιαφέρον, καθώς, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι αναγκαία η διάκριση της ιδιωματικής χρήσης από την κανονική και επίσης, του σκιαθίτικου ιδιόλεκτου από εκείνο του Παπαδιαμάντη. Ένα πρόχειρο παράδειγμα είναι η ερμηνεία του αδιαφόρετος ως μακαρίτης, που, χωρίς επεξήγηση, ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση σε ένα νεότερο αναγνώστη. Όσο για το γενικό γλωσσάρι της μητρικής έκδοσης, φαίνεται ότι θεωρήθηκε φιλολογικός φόρτος.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό μιας παρόμοιας έκδοσης, όταν, βεβαίως, πρόκειται για ένα κλασικό έργο, όπου μια χρηστική έκδοση πρέπει να μένει πιστή στο πρωτότυπο, είναι η παράταξη των κειμένων. Στα «Άπαντα» Παπαδιαμάντη της έκδοσης του «Δόμου» ακολουθείται η χρονολογία πρώτης δημοσίευσης. Δυστυχώς, η νέα σειρά ενέδωσε στις συνήθεις εμπορικές σκοπιμότητες. Ως γνωστόν, στις σειρές των βιβλίων-προσφορών δίνεται ιδιαίτερο βάρος στην επιλογή των πρώτων τόμων, δεδομένου ότι αυτοί λειτουργούν ως κράχτης της διαφημιστικής καμπάνιας. Όπως, λοιπόν, μια σειρά βιβλίων Τέχνης προβάλλει ως δέλεαρ τον Μιχαήλ Άγγελο, έτσι και μια σειρά της “πεζογραφικής μας παράδοσης”, είτε πρόκειται για μία, όπως η προπέρσινη, χωρίς ιδιαίτερες τυποτεχνικές αξιώσεις, είτε για την εφετινή, υψηλών προδιαγραφών, το δέλεαρ είναι η «Φόνισσα». Σε αυτήν, προς συμπλήρωση των σελίδων του πρώτου τόμου, προστέθηκε το «Χρήστος Μηλιόνης». Η διατάραξη, όμως, της μητρικής παράταξης επεκτάθηκε και στους δυο επόμενους τόμους. Στο δεύτερο τόμο, προτιμήθηκε το πεζό, στο οποίο, προ δεκαετίας, είχε στηριχθεί η “ευρωπαϊκή αναβάπτισή” του Παπαδιαμάντη, «Τα Ρόδιν’ ακρογιάλια», συμπληρωμένο με το «Βαρδιάνος στα σπόρκα». Ενώ, για τον τρίτο, επιλέχθηκε το μυθιστόρημα «Οι Έμποροι των Εθνών», καθώς θεωρήθηκε γνωστότερο του χρονολογικά πρώτου, «Η Μετανάστις». Κατά τα άλλα, από τον τέταρτο τόμο και εφεξής ακολουθείται η σειρά των τεσσάρων πρώτων τόμων της μητρικής έκδοσης, χωρίς, ωστόσο, κάποια υποσημείωση για τη θέση που είχαν στην αρχική παράταξη τα πέντε πεζά που προτάχθηκαν. Εκτεταμένη αναδιάταξη έγινε στα ποιητικά και στα μη λογοτεχνικά κείμενα του πέμπτου τόμου.
Ένα από τα desiderata, που λένε οι φιλόλογοι, μιας αναθεωρημένης ή μιας χρηστικής έκδοσης των «Απάντων» Παπαδιαμάντη είναι να ληφθούν υπόψη τα νέα στοιχεία, που προέκυψαν στο μακρύ διάστημα μιας εικοσαετίας. Όσο αφορά το κυρίως έργο, η συγκομιδή είναι φτωχή. Προστίθεται ένα διήγημα, «Το Γιαλόξυλο», που εντοπίστηκε πρόπερσι από τον Βασίλειο Τωμαδάκη, και γίνονται αλλαγές σε δυο διηγήματα από τα δημοσιευθέντα μετά το θάνατο του Παπαδιαμάντη. Στο ημιτελές «Ο Αντίκτυπος του νου» και στο ολοκληρωμένο αλλά άτιτλο, που δημοσιευόταν με τον “θετό” τίτλο «Ο Καλούμπας» και εδώ αποκτά τον πλαγίως τεκμηριωμένο τίτλο, «Το Θεοπόντι».
Οι περισσότερες αλλαγές αφορούν τα μη λογοτεχνικά κείμενα του Παπαδιαμάντη και αναφέρονται αναλυτικά σε Σημείωμα για τους τόμους 14 και 15, δημοσιευμένο στον 14ο τόμο. Ως νόθα αφαιρούνται έξι ανυπόγραφα δημοσιεύματα στην εφημερίδα «Εφημερίς», δυο στην εφημερίδα «Ακρόπολις», το ένα ανυπόγραφο και το άλλο και με την υπογραφή Πμ., και ένα στην εφημερίδα «Ακρόπολις Εσπερινή» με την υπογραφή Πδμ. Αντ’ αυτών, προστίθενται πέντε νέα ευρήματα, γνήσια κατά τους ερευνητές, παρόλο που τα δυο από αυτά φέρουν υπογραφή Α.Π.. Στην περίπτωση που η πατρότητα συνάγεται μόνο από την υπογραφή, η τεκμηρίωση δεν είναι επαρκής, δεδομένου ότι μπορεί να ανήκει σε άλλο συνεργάτη με τα ίδια αρχικά. Όπως και να έχει, σε μια από τις παραπομπές για τα αποδεικτικά στοιχεία, ο δαίμων του τυπογραφείου αλλοίωσε τον αριθμό τεύχους από 1799 σε 1709.
Και επανερχόμαστε στην αναδιάταξη του πέμπτου τόμου της μητρικής έκδοσης, ο οποίος αποτελείται από εννέα ενότητες. Οι τρεις πρώτες, Ποιήματα, Υμνογραφήματα και Σατιρικά, εντάχθηκαν στον 14ο τόμο, που τιτλοφορείται «Ποιητικά και άλλα κείμενα». Μόνο που ταξινομήθηκαν σε δυο ενότητες, όπου τα Σατιρικά ενσωματώθηκαν στα Υμνογραφήματα, με κριτήριο το ομότροπο της γραφής, παραβλέποντας τη θεματική ανομοιότητα. Η τέταρτη ενότητα με τα Θρησκευτικά Άρθρα (28, μείον έξι νόθα συν τρία νέα) αποτέλεσε τον κυρίως κορμό του τελευταίου τόμου. Ενώ, οι υπόλοιπες πέντε ενότητες, Διορθωτικά (3), Μουσικολογικά (4), Φιλολογικά (15, μείον δυο νόθα), Διάφορα (12) και Νεκρολογίες (9, μείον ένα νόθο), διαμοιράστηκαν στους δυο τόμους, με στόχο να συγκεντρωθούν στον τελευταίο τόμο άπαντα τα θρησκευτικού περιεχομένου κείμενα. Έτσι, για τον 14ο τόμο, απέμειναν: ένα από τα Διορθωτικά, δυο από τα Μουσικολογικά, όλα τα Φιλολογικά πλην του «Η Έννοια του Θεού και ο υλισμός», όλα τα Διάφορα πλην μια σύντομης επιστολής και παραδόξως, ολόκληρη η ενότητα Νεκρολογίες, παρότι δυο αναφέρονται σε πρόσωπα της Εκκλησίας. Άστοχη δείχνει και η ταξινόμηση αυτών των κειμένων. Αντί του αρχικού ειδολογικού κριτηρίου, προτιμήθηκε εκείνο της έκτασης κάθε κειμένου, με αποτέλεσμα τα κείμενα να κατανεμηθούν σε δυο ενότητες: Εκτεταμένα Πεζά και Διάφορα Μικρά Κείμενα. Αυτή η κατάταξη δημιουργεί απίθανες γειτνιάσεις, όπως εκείνη της ευτράπελης “Γνώμης δια τον Σούρην” με τη νεκρολογία για τον Παπα-Αδαμάντιο, Οικονόμο.
Η σημαντικότερη καινοτομία των νέων «Απάντων» είναι η προσθήκη Προλογικού Σημειώματος σε κάθε τόμο και στο τέλος, Επίμετρου για το συνολικό έργο. Δεν γνωρίζουμε άλλη έκδοση Απάντων με προλόγους διαφορετικών προσώπων σε κάθε τόμο. Συνήθως προβλέπεται πρόλογος και επίμετρο του όλου έργου. Εννοούμε έκδοση Απάντων από κανονικό εκδοτικό οίκο, γιατί, στα βιβλία-προσφορές, όλα παίζουν. Θα επανέλθουμε ...
Μ. Θεοδοσοπούλου
Λεζάντα φωτογραφίας: Πορτραίτο (ξυλογραφία) του Παπαδιαμάντη. Φιλοτεχνήθηκε από τον χαράκτη Α. Τάσσο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Σκιαθίτη.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/11/2011
Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011
Τινά ταπεινά περί Σεφέρη

Eνας βιβλιοπαρουσιαστής της τρέχουσας σήμερα λογοτεχνικής παραγωγής σπανίως και μετά μεγάλης προσοχής καταφεύγει στη χρήση του όρου λογοκλοπή. Κατά καιρούς, ωστόσο, τον εκτοξεύουν εναντίον κάποιου νεότερου συγγραφέα συνομήλικοι ομότεχνοί του, χαρακτηριζόμενοι, τις περισσότερες φορές, από ένα ευρύτερο κοινό, ως εμπαθείς. Αυτό, γιατί ανέκαθεν η καθαρή κλοπή στο χώρο της λογοτεχνίας, αν δεν πρόκειται για κλεψίτυπη αναπαραγωγή ακέραιου έργου, δύσκολα αποδεικνύεται. Άπαξ και ένας συγγραφέας απολαμβάνει της υπόληψης του λογοτέχνη, κάθε είδους δάνεια, πανταχόθεν ερχόμενα, θεωρούνται ως θεμιτά. Γι’ αυτό, εάν καμιά φορά τύχει και σπάσει το πόδι του ο διάβολος και ένας συγγραφέας παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη για λογοκλοπή, αντί να προσπαθεί να δείξει ότι δεν πρόκειται για ιδιοποίηση ξένης πνευματικής ιδιοκτησίας, υπεραμύνεται της λογοτεχνικότητας του βιβλίου του. Και επειδή παρόμοια απόδειξη στο χώρο της τέχνης είναι μάλλον ανέφικτη, επικαλείται την αυθεντία της κριτικής, προσκομίζοντας βιβλιοπαρουσιάσεις από όσο το δυνατόν πιο έγκριτες υπογραφές και έντυπα. Όλοι γνωρίζουν πόσο αίολες είναι παρόμοιες μαρτυρίες, εντούτοις αυτές προσφέρουν στο βιβλίο το status του λογοτεχνικού και ο συγγραφέας αθωώνεται. Οι μόνες περιπτώσεις, που μπορεί να κριθεί καταδικαστέος, είναι όταν θίγονται ευθέως συγκεκριμένα πρόσωπα. Πάντως, οποιαδήποτε κατάληξη και να έχει δικαστικά η υπόθεση, αμαυρώνεται η υπόληψή του. Όμως, την σήμερον, παρόμοιες σκιές γρήγορα ατονούν με τη βοήθεια της διαφημιστικής προβολής των επόμενων έργων του.
Αν, όμως, ανέκαθεν, η κατηγορία της λογοκλοπής προσέκρουε στην περιπεπλεγμένη σχέση λογοτεχνικότητας και δανείων, πόσω μάλλον, σήμερα, που, με την επικράτηση του μεταμοντέρνου, όχι μόνο αμφισβητήθηκε η ισχύς του πρωτότυπου, αλλά και κατοχυρώθηκε ως κανόνας το μυθιστόρημα χαλαρής δομής και συχνά, ακόμη χαλαρότερης νοηματικής συνοχής. Αντί, λοιπόν, ένας νουνεχής βιβλιοπαρουσιαστής να αναφέρεται σε λογοκλοπή, παρουσιάζει τις όποιες ομοιότητες με άλλα έργα εντοπίζει, καταφεύγοντας στη χρήση όρων, που να συνάδουν προς τη δημιουργική διαδικασία. Βέβαια, στο θέμα της ορολογίας παίζει ρόλο και η ηλικία του βιβλιοπαρουσιαστή. Ένας μεγαλύτερος ιχνηλατεί επιδράσεις και υπαινίσσεται “συνομιλίες” με πρόγονους ή και αλλοεθνείς σύγχρονους. Ενώ, ένας νεότερος υιοθετεί τον φροϋδικής εμπνεύσεως όρο διακειμενικότητα, που σαν ομπρέλα καλύπτει συνειδητές και ασύνειδες συνομιλίες τόσο των συγγραφέων όσο και των κειμένων. Με αυτήν την κάπως ασαφή γλώσσα, παρουσιάζεται ένα μυθιστόρημα, που δανείζεται αυτούσια χωρία αλλότριων πηγών, ή και αποτελείται εξ ολοκλήρου από αυτά. Η δεύτερη περίπτωση περιγράφεται συνήθως με πλειάδα εξεζητημένων όρων, από τον βυζαντινής καταγωγής όρο κέντρωνας μέχρι τους γαλλικούς παστίς και κολάζ. Η μοναδική διακριτική ευχέρεια του βιβλιοπαρουσιαστή είναι να επιχειρήσει την αντιδιαστολή μιας μοντερνίστικης σύνθεσης, όπου υπεισέρχεται η συγγραφική μετουσίωση, και μιας μεταμοντέρνας, που δημιουργεί την αίσθηση της ελλιπούς αφομοίωσης.
Με όλα αυτά ως αυτονόητα και δεδομένα, πολύ απορήσαμε, διαβάζοντας στο καλοκαιρινό τεύχος του περιοδικού «Το Δέντρο» το κείμενο του Τάσου Γουδέλη περί “λογοκλοπίας”. Το τεύχος φιλοξενεί εκτενές αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη, αλλά το συγκεκριμένο κείμενο δημοσιεύεται στην καταληκτική ενότητα του περιοδικού «Τα Φύλλα». Ωστόσο, θα μπορούσε να ενταχθεί στο σώμα του αφιερώματος, όπως επίσης και σε εκείνο του ανοιξιάτικου τεύχους, για τον Σεφέρη, αφού είναι ο Σεφέρης που εμφανίζεται ως λογοκλόπος. Αυτή τη φορά, όχι του Έλιοτ ή του Βαλλερύ, ως είθισται από την εποχή της βράβευσής του, πιθανώς και νωρίτερα, αλλά του Παπαδιαμάντη. Βεβαίως, όπως συμβαίνει και με τον Σαίξπηρ, παρόμοιες κατηγορίες ελάχιστα επηρεάζουν την πρόσληψη του έργου του. Σε ένα, όμως, περιορισμένο κοινό, ακόμη και όταν παρόμοιες μομφές δεν συζητούνται, βαραίνουν. Ιδιαίτερα, όταν έρχονται από έναν κριτικό. Βαραίνουν, μάλιστα, ακόμη περισσότερο, όταν δημοσιεύονται σε τεύχη επετειακών αφιερωμάτων για τα 100 χρόνια από το θάνατο του Παπαδιαμάντη και τα 40 από εκείνον του Σεφέρη. Αφιερώματα, που προσβλέπουν, όπως δηλώνουν οι εκδότες, σε “νέες αναγνώσεις” και επανεκτιμήσεις.
Ο Γουδέλης δεν τεκμηριώνει ότι ο Σεφέρης “αντέγραψε” Παπαδιαμάντη. Ουσιαστικά, δεν τον απασχολούν οι δυο παλαιότεροι, αλλά ένας ομήλικός του, ο Νάσος Βαγενάς. Ειδικότερα, ο Βαγενάς ως μελετητής του σεφερικού έργου. Στο άρθρο του, με τίτλο, «Μια παράδοξη (;) σχέση», περιγράφει τη σχέση Βαγενά-Σεφέρη. Ή, όπως ο ίδιος συνοψίζει εκ των υστέρων, “περιγράφει τη σχιζοφρενική σχέση του θαυμαστή και του ειδώλου του”. Ξεκινάει από τη διδακτορική διατριβή, που υπέβαλε ο Βαγενάς στο Καίμπριτζ το 1979, «Ο ποιητής και ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη», και καταλήγει στο πρόσφατο βιβλίο του, «Κινούμενος στόχος». Παρεμπιπτόντως, απορούμε, γιατί το χαρακτηρίζει “τομίδιο”, όταν πρόκειται για βιβλίο 268 σελίδων, όπου αναδημοσιεύονται 29 “κριτικά κείμενα”, μεταξύ των οποίων έξι εκτενείς συμμετοχές σε συλλογικές εκδόσεις και συνέδρια. Στο βιβλίο δημοσιεύονται και έξι κείμενα, που αφορούν τον Σεφέρη. Ο Γουδέλης αναφέρεται σε δυο από αυτά, για να επικεντρωθεί, τελικά, σε ένα. Πρόκειται για μια από τις είκοσι Επιφυλλίδες του Βαγενά, που συγκεντρώνονται στο βιβλίο, με τίτλο, «Σεφέρης-Παπαδιαμάντης: Ο έρωτας στην ομίχλη». Σύμφωνα με τον Γουδέλη, σε αυτήν αποδεικνύεται η “λογοκλοπία” του Σεφέρη. Αυτήν την “λογοκλοπία”, ο ίδιος δεν την ελέγχει ούτε την αμφισβητεί. Αντιθέτως, την επικροτεί, κάνοντας λόγο για “κραυγαλέες ομοιότητες” μεταξύ πρωτότυπου και “αντίγραφου”. Άλλωστε, εκείνος είναι που κάνει χρήση του όρου “λογοκλοπία”. Ο Βαγενάς διατείνεται ότι δείχνει, “δεσμούς όχι μόνο συναισθηματικούς και ευρύτερα διακειμενικούς, αλλά –όπως δείχνουν αρκετές εικόνες και λεπτομέρειες εικόνων των δυο κειμένων– σχέσεις γενετικής φύσεως”. Στο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού, αφιερωμένο στην ξένη ποίηση, δημοσιεύεται εκτενής απάντηση του Βαγενά και παράλληλος σχολιασμός της απάντησής του από τον Γουδέλη. Ο Βαγενάς ανασκευάζει πειστικά τη μομφή περί “συνηγορίας υπέρ του Σεφέρη, σε βαθμό εξιδανικευτικό” και επιμένει στην ανάρμοστη χρήση της λέξης “λογοκλοπία”. Ενώ, ο Γουδέλης επαναλαμβάνει και επαυξάνει τις αρχικές διαπιστώσεις του. Σαν, δηλαδή, να απαξιοί να συνεχίσει τον διάλογο, που ο ίδιος ξεκίνησε, απαντώντας στις ενστάσεις του βαλλόμενου. Αυτό προς μεγάλη απογοήτευση των αναγνωστών, που μένουν με τις απορίες τους. Μεταξύ άλλων, ποια μπορεί να είναι η “λογοκλοπία” του Σεφέρη, με την οποία ο Βαγενάς ασχολείται στο μεγαλύτερο μέρος της διατριβής του. Όπως και να έχει, χάρις στις εκκρεμείς απορίες μας, είχαμε το κέρδος μιας δεύτερης ανάγνωσης εκείνης της πρώτης μελέτης, με την οποία εμφανίστηκε το άλλο πρόσωπο του ποιητή Βαγενά, εκείνο του θεωρητικού της λογοτεχνίας.
Μένει, όμως, ανοικτό το θέμα της “λογοκλοπίας” Σεφέρη από Παπαδιαμάντη. Πιο συγκεκριμένα, η “λογοκλοπία” αφορά το παπαδιαμαντικό διήγημα «Ο έρωτας στα χιόνια» και το σεφερικό ποίημα «Fog». Τα Χριστούγεννα του 2005, που είχαμε διαβάσει την Επιφυλλίδα Βαγενά, μας είχαν γεννηθεί ορισμένες απορίες. Το κείμενο του Γουδέλη, λόγω των ακραίων θέσεών του, τις ανακίνησε. Τις παραθέτουμε για την αξία που μπορεί να έχουν οι απορίες ενός αναγνώστη.
Κατ’ αρχάς, ο Βαγενάς επισημαίνει τις αναλογίες στη δομή των δυο κειμένων. Για το διήγημα επικαλείται την “τριαδική κατανομή” των μερών του, που έχει προτείνει ο Γ. Κεχαγιόγλου. Όπως εκείνος έγραφε προ τριακονταετίας, “το κείμενο του διηγήματος αποτελείται από τρία άνισα μέρη (διαχωρίζονται με κενό διάστημα)”. Ωστόσο, σε όλες τις δημοσιεύσεις του, το κείμενο χωρίζεται με κενά διαστήματα σε πέντε μέρη. Από αυτά προκύπτουν τα τρία του Κεχαγιόγλου δια συνενώσεως πρώτου και δεύτερου, τρίτου και τέταρτου. Η αντίστοιχη “τριμερής ανάπτυξη των στροφών” του ποιήματος “σημαίνεται με την επωδική επανάληψη του στίχου ενός ελαφρού ερωτικού τραγουδιού στην αρχή του κάθε μέρους («Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι»)”. Ο μελετητής προσθέτει ότι “ανάλογα επωδική είναι η επανάληψη των δημοτικότροπων ερωτικών διστίχων που τραγουδάει ο ήρωας του διηγήματος”. Όχι ακριβώς. Τα δυο συνολικά δίστιχα του διηγήματος δεν τίθενται στην αρχή του κάθε μέρους της τριαδικής δομής. Συγκεκριμένα, και τα δυο μαζί, εν σειρά, κλείνουν το πρώτο μέρος της πενταδικής δομής, ενώ μόνο του, το πρώτο, κλείνει το τρίτο μέρος της.
Επιπροσθέτως, παρατηρεί ότι “και στα δυο κείμενα οι στίχοι των τραγουδιών απευθυνόμενοι προς το αντικείμενο του πόθου των πρωταγωνιστών τους συνοψίζουν το αίσθημά τους”. Αυτό ισχύει για το ένα δίστιχο του διηγήματος. Όσο για το ποίημα, ο στίχος του τραγουδιού, το οποίο παίζει ένας “φωνογράφος”, απευθύνεται στον πρωταγωνιστή. Όπως πληροφορεί η Πολίνα Ταμπακάκη, στην πρωτότυπη μελέτη της «Η “μουσική ποιητική” του Γιώργου Σεφέρη», πρόκειται για ένα τραγούδι του Φρανκ Κράμιτ, που έγινε μεγάλη επιτυχία αμέσως μόλις κυκλοφόρησε το 1924. Το ποίημα, εκτός από αγγλικό τίτλο, φέρει ως υπότιτλο τον αγγλικό τίτλο του τραγουδιού και συμπληρώνεται με τον προσδιορισμό «Λονδίνο, Χριστούγεννα 1924», προσλαμβάνοντας έτσι ένα επικαιρικό πλαίσιο. Σύμφωνα με τον Ρόντρικ Μπήτόν, ο αρχικός υπότιτλος ήταν «Μια αυτοπροσωπογραφία του Λονδίνου».
Στη συνέχεια, ο μελετητής επισημαίνει “ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά στην περιγραφή της γυναίκας: «Πολυλογού και ψεύτρα» εμφανίζεται στο διήγημα, φλύαρη και αναξιόπιστη «Λόγια για λόγια, κι άλλα λόγια» τη βλέπουμε στο «Fog»”. Εδώ, η απορία είναι γιατί αποδίδει στη γυναίκα το δεύτερο στίχο του πρώτου τετράστιχου του δεύτερου μέρους, που, συμπληρωμένος με το ερωτηματικό, ακολουθεί τον πρώτο, εκείνον του τραγουδιού. Κάτι σαν ερωτηματική απάντηση στην παρότρυνση του τραγουδιού. Ο Μπήτον εντοπίζει, σε επιστολή του Σεφέρη προς τον πατέρα του, τη φράση, “έχω βαρεθεί τα λόγια και λόγια που μένουν μόνο λόγια”. Εκείνα τα Χριστούγεννα, ο Σεφέρης ήταν θυμωμένος με τον πατέρα του, γιατί του είχε απαγορέψει να περάσει τις εορτάσιμες ημέρες στο Παρίσι με την καλή του.
Ο Βαγενάς προσθέτει ότι “και στα δυο κείμενα η φιλαρέσκεια της γυναίκας δηλώνεται με τον γυαλιστερό καλλωπισμό της (Παπαδιαμάντης: «το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της»· Σεφέρης: «Βλέπω τα κόκκινα της νύχια / μπρος στη φωτιά πώς θα γυαλίζουν»)”. Ωστόσο, οι συγκεκριμένοι δυο στίχοι του Σεφέρη, από το τρίτο μέρος του ποιήματος, το οποίο αποτελείται από ένα μόνο τετράστιχο, παρεμβάλλονται ανάμεσα στον πρώτο στίχο, εκείνο του τραγουδιού, και το στίχο, «και τη θυμάμαι με το βήχα.» Έχουμε την εντύπωση, ότι αυτός ο τελευταίος στίχος δίνει διαφορετικό νόημα σε ολόκληρο το τετράστιχο. Σε επιστολή του Σεφέρη προς την αδελφή του, με ημερομηνία 28 Οκτωβρίου 1922, υπάρχει σε πολύστιχο ποίημα, γραμμένο για εκείνη, ο στίχος: «το βήχα σου πάλι θ’ ακούσω μόνος μου σε άδειο τριόδι». Η Ιωάννα Τσάτσου δίνει την πρόσθετη πληροφορία ότι της το ξανάστειλε “από τη Λόντρα δυο χρόνια αργότερα, στις 25 Νοεμβρίου του 1924”. Εδώ, ωστόσο, η απορία είναι κατά πόσο ο πρωταγωνιστής του ποιήματος, ως προσωπείο του εικοσιτετράχρονου ποιητή, τρελά ερωτευμένου με δεκαοχτάχρονη Παριζιάνα, αναφέρει τα κόκκινα νύχια σαν στοιχείο φιλαρέσκειας και όχι γοητείας. Και πάλι, σύμφωνα με τον βιογράφο του Σεφέρη, το «Fog» είναι το τελευταίο ποίημα της ενότητας «Νυχτιάτικα», που είχε αρχίσει να γράφει στο Παρίσι. Σύμφωνα με τις επιστολές του προς την αδελφή του αυτά τα ποιήματα τα σχεδίαζε από το χειμώνα του 1922.
Ακολουθούν κάποια από τα χαρακτηριστικά του άντρα, που ο Βαγενάς θεωρεί κοινά στις δυο περιπτώσεις, ενώ επισημαίνει τις συμπτώσεις στους ρηματικούς τύπους, με τους οποίους εκείνοι αναφέρουν παρελθοντικούς έρωτες και παροντική μοναξιά. Ωστόσο, κατά τον μελετητή, τη συνομιλία του ποιήματος με το διήγημα την καθιστά “αδιαμφισβήτητη” η ομοιότητα δυο εικόνων. “Η πρώτη εικόνα είναι το περιεχόμενο της «ονειρικότητας», την οποία βιώνουν οι δυο ήρωες· η αίσθηση ενός βυθού, όπου βρίσκονται ναυαγισμένοι”. Παρόμοιες εικόνες, ωστόσο, υπάρχουν και σε επιστολές του Σεφέρη προς τον αδελφό του, αλλά και προς την αδελφή του. Από το Παρίσι, στις 4 Φεβρουαρίου 1923, της γράφει: “Είμαι ο σκάφανδρος, με κατέβασαν στο βυθό του ωκεανού, βρήκα τα πολύτιμα ανείπωτα πετράδια της χαμένης Ατλαντίδος… Κόβω το σκοινί που με βαστά και τον αναπνευστικό σωλήνα, και μένω κάτω…”
“Η δεύτερη εικόνα είναι εκείνη ενός μαραζωμένου (Σεφέρης) / μαρασμένου (Παπαδιαμάντης) και άσφαιρου ερωτιδέα (ερωτιδέων), που προσπαθεί, μέσα στο λευκό τοπίο, να χτυπήσει, σαν να ήταν πουλιά, τις καρδιές / ψυχές των ανθρώπων”. Εδώ, η απορία είναι διττή. Ο ήρωας του Παπαδιαμάντη θα μπορούσε να αποκληθεί ερωτιδέας, δεδομένου ότι υπήρξε ένας ερωτύλος καπετάνιος. Επίσης, άσφαιρος, λόγω ηλικίας και μέθης. Για τον ήρωα, όμως, του ποιήματος δεν υπάρχουν αντίστοιχα εσωκειμενικά στοιχεία. Όσο για τον ποιητή, στο βαθμό που προβάλλει βιώματά του, ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Εκείνα τα χρόνια της νεότητας, δείχνει σαν ακράτητος ερωτιδέας. Το δεύτερο σκέλος της απορίας μας αφορά το πώς πιάνονται το χειμώνα τα κοσσύφια και οι τσίχλες. Πόθεν τεκμαίρεται ότι ο Σεφέρης μαθαίνει τον τρόπο από το διήγημα του Παπαδιαμάντη; Γιατί να μην τον γνώριζε, όπως το γνωρίζουν ακόμη ως σήμερα όσοι κάποιας ηλικίας προέρχονται εξ επαρχίας; Η ίδια απορία ισχύει για την εικόνα της νεαρής γυναίκας της «Έγκωμης», που ο μελετητής πιστεύει ότι προέκυψε από παπαδιαμαντικά υλικά και συγκεκριμένα, από την εικόνα της Μοσχούλας στο «Όνειρο στο κύμα». Γιατί να μην υποθέσουμε ότι εδώ εμπνέεται, όπως βέβαια και ο Παπαδιαμάντης, από το «Άσμα Ασμάτων», το οποίο, μάλιστα, μετέφραζε εκείνα τα χρόνια;
Τέλος, μια εξωκειμενική απορία. Η συγκριτική ανάγνωση του Βαγενά δέχεται ως αυτονόητη τη γνωριμία του Σεφέρη με το έργο του Παπαδιαμάντη. Κι αν όχι τη γνωριμία με ολόκληρο το έργο του, σίγουρα τη καλή γνώση του συγκεκριμένου διηγήματος. Είναι, όμως, αυτή τόσο αυτονόητη, όταν πρόκειται για τον εικοσιτετράχρονο Σεφέρη του 1924; Κατ’ αρχάς, βρίσκονταν βιβλία του Παπαδιαμάντη στα αθηναϊκά βιβλιοπωλεία της εποχής και ποια; Θυμίζουμε ότι το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε στην «Ακρόπολη», στο φύλλο της 1ης Ιανουαρίου 1896. Όπως ορθά παρατηρεί ο Βαγενάς, παρόλο που είναι και χριστουγεννιάτικο και πρωτοχρωνιάτικο και των Φώτων, λόγω της δις επαναλαμβανόμενης επωδού, «Χριστούγεννα, Άις-Βασίλης, Φώτα», συχνά απουσιάζει από τους τόμους με τα εορταστικά. Να συμπληρώσουμε, ωστόσο, ότι συμπεριλαμβάνεται στους τόμους των ερωτικών. Μια πρώτη αναδημοσίευσή του έγινε στον πρώτο από τους συνολικά έντεκα τόμους του Φέξη, «Η Μάγισσες» του 1912, και δυο χρόνια αργότερα, στα «Πρωτοχρονιάτικα Διηγήματα» του Δικαίου. Απουσιάζει, ωστόσο, από τους τόμους του Ελευθερουδάκη, που αρχίζουν να εκδίδονται το 1924. Ο Σεφέρης βρίσκεται μέχρι το 1914 στη Σμύρνη. Από εκείνο το καλοκαίρι και μέχρι το καλοκαίρι του 1918, κατοικεί στην Αθήνα. Στη συνέχεια, ζει στο Παρίσι μέχρι το καλοκαίρι του 1924, που αναχωρεί για το Λονδίνο. Συχνά, από το Παρίσι, ζητάει από την αδελφή του να του στείλει ελληνικά βιβλία. Όχι, όμως, Παπαδιαμάντη. Οπότε, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι, ανάμεσα στα 14 και τα 18, έπεσε στα χέρια του, πιθανώς εντόπισε στην πατρική βιβλιοθήκη, το βιβλιάριο του Φέξη ή του Δικαίου ή και τα δύο, και τα πήρε μαζί του στο Παρίσι. Το να λειτούργησε μόνο από τη δεξαμενή της μνήμης, φαίνεται μάλλον απίθανο. Ύστερα, τίθεται και το ερώτημα, ποια μπορεί να ήταν η γνώμη του Σεφέρη για την πεζογραφική μας παράδοση, όταν, την ίδια εποχή από το Παρίσι, έγραφε στην αδελφή του: «Στην ελληνική, εκτός από αισθήματα βουνίσια ή χωριανέϊκα δεν μπορούμε να πούμε τίποτα για την ώρα, γι’ αυτό και τα πιο πολιτισμένα ποιήματα που έχουν γραφεί στην ελληνική μυρίζουν μυτζήθρα...» Στα θεριστικά πυρά της σκληρόκαρδης αυτής διατύπωσης μένει άραγε εκτός στόχου ο Παπαδιαμάντης; Μιλάει, βέβαια, για ποίηση, αλλά μοιάζει απίθανο, εάν αναλογιστούμε ότι θα μπορούσε, για παράδειγμα, να τον αντιδιαστείλει ως ανασχετικό στοιχείο.
Επιλογικά να σημειώσουμε το αυτονόητο: Σχεδόν όλες μας οι απορίες έχουν νόημα, εφόσον ασπαστούμε την ισχύ του βιογραφισμού, ή, έστω, ότι υπάρχουν στο βάθος κάποια στοιχεία βιογραφισμού. Σε αντίθετη περίπτωση, όλα είναι περιττή φιλολογία.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/11/2011.
Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011
Περί δολοφόνων και “αναγνωρισιμότητας”
Τάσος Αναστασίου
«Συνεσταλμένος δολοφόνος»
Εκδόσεις Κουκκίδα
Αθήνα, Ιανουάριος 2011
Ο τίτλος του πρώτου πεζογραφικού βιβλίου του Τάσου Αναστασίου καλλιεργεί την προσδοκία του αστυνομικού. Δηλαδή, γενικότερα, ενός αναγνώσματος, που να στρέφεται γύρω από εγκλήματα και την εξιχνίασή τους. Στο βιβλίο, ωστόσο, εγκλήματα δεν διαπράττονται. Ούτε εγκλήματα ανθρωποκτονίας ούτε αξιόποινες πράξεις, που να χαρακτηρίζονται ως εγκλήματα. Τα μόνα εγκλήματα, που εξιχνιάζονται, είναι ορισμένες συμπεριφορές, οι οποίες δείχνουν κοινότοπες, αλλά θα μπορούσαν να αποκληθούν εγκληματικές, με την τρέχουσα εμφατική χρήση της λέξης, λόγω των βλαπτικών συνεπειών που έχουν για τον αποδέκτη τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, βεβαίως, εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι ο δράστης, μια και αυτός είναι εξ αρχής γνωστός, αλλά τα αίτια της συμπεριφοράς του. Εδώ, όμως, ισχύει το κοινώς λεγόμενο, άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Πόσω μάλλον, όταν πρόκειται, όπως αποκαλύπτει εκ προοιμίου ο τίτλος, για έναν συνεσταλμένο δολοφόνο. Προσοχή, όχι έναν δειλό, ο οποίος φοβάται να αντιμετωπίσει τις δύσκολες καταστάσεις, αλλά έναν ανασφαλή, που όταν βρίσκεται σε μη οικείο περιβάλλον, ενώπιον περισσότερων ανθρώπων δεν έχει άνεση λόγων και κινήσεων. Αυτός ο δεύτερος μπορεί θαυμάσια να αντιμετωπίσει προβληματικές καταστάσεις και όταν βρίσκεται μόνος με τον άλλον, τον οποίο θεωρεί ως υπαίτιο, δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο.
Τότε, αυτός ο συνεσταλμένος αποβαίνει πιο επικίνδυνος, γιατί οι πράξεις του υποκινούνται από ανεξιχνίαστα αισθήματα κατωτερότητας. Από αυτά, που οι ειδήμονες ταξινομούν στα συμπλέγματα. Ταυτόχρονα, εμφανίζεται πιο αποφασισμένος, ιδίως όταν πρόκειται για εγκληματικές συμπεριφορές στο ερωτικό πεδίο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δρα με πρόθεση και κυρίως, με δόλο, αιφνιδιάζοντας τον άλλο. Μέχρι και την ψυχική του ισορροπία μπορεί να καταστρέψει, αν αυτός ο δεύτερος είναι ένα άτομο φύσει ή και θέσει ευάλωτο. Έναν παρόμοιο δολοφόνο πλάθει ο Αναστασίου, συμπληρώνοντας ψηφίδα – ψηφίδα τον ερωτικό του δεσμό με το, από μια άποψη, θύμα. Με αυτόν τον τρόπο, σκιαγραφεί έναν χαρακτηριστικό τύπο σαδομαζοχιστικής συνύπαρξης, που έχει ως κατάληξη έναν χωρισμό, αντίστοιχης συναισθηματικής ισορροπίας. Η γυναίκα περιγράφεται ως άτομο καλλιεργημένο και από καλή οικογένεια. Είναι, όμως, μια “ασχημομούρα χοντρή”. Προσκολλάται στο σύντροφό της από την πρώτη νύχτα, που, υποκλέπτοντάς τον από μια φίλη, περνάνε μαζί και επί μια τριετία. Γνωρίζει δίπλα του τη δυστυχία δυο εκτρώσεων, αντί του έγγαμου βίου και της ευτυχούς απόκτησης δυο τέκνων. Μέχρι που εκείνος αποφασίζει να φύγει. Αρχικά, προσπαθεί να επιτύχει την απαγκίστρωσή του κοινή συναινέσει. Εκείνη, όμως, βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους ψυχικής εξάρτησης. Η επιμονή της τον σπρώχνει σε βίαια συμπεριφορά και εκείνη μένει αδρανής σαν να απολαμβάνει τον εξευτελισμό της. Φαντασιώνεται, μάλιστα, ότι είναι η ίδια που καθορίζει τη συμπεριφορά του, σε μια πλήρη σαδομαζοχιστική αντιστροφή. Όταν ορθοφρονεί, ωστόσο, τον βλέπει σαν έναν επηρμένο φαλλό. Από την πλευρά του, ο “συνεσταλμένος δολοφόνος” φαντασιώνεται συμβολικούς φόνους. Τελικά, δολοφονεί εμπράκτως τα τελευταία γυναικεία σκιρτήματα.
Αυτός, όμως, δεν είναι ο μοναδικός ήρωας του Αναστασίου, παρά μόνο ο κεντρικός χαρακτήρας του ομότιτλου διηγήματος, αφού δεν πρόκειται για μυθιστόρημα, αλλά, όπως δηλώνεται και στο εξώφυλλο, για συλλογή διηγημάτων. Συγκεκριμένα, οκτώ εκτενών πεζών, τα οποία, έτσι όπως χωρίζονται σε αριθμημένα υποκεφάλαια, δημιουργούν την εντύπωση μίνι μυθιστορημάτων. Αυτήν την εντύπωση επιτείνει η ανάπτυξη του αφηγηματικού ιστού σε πολλαπλά επίπεδα χρόνου και τόπου. Για πεζά παρόμοιας έκτασης, επιστρατεύεται συνήθως ο όρος νουβέλα, που έχει καταλήξει πασπαρτού, έτσι όπως δεν προσδιορίζονται πρόσθετα χαρακτηριστικά σχετικά με την πλοκή και τους χαρακτήρες. Στα οκτώ διηγήματα, ο συγγραφέας πολλαπλασιάζει τους δολοφόνους. Σχεδόν όλοι τους εμφανίζονται συνεσταλμένοι, με τις ιστορίες τους να καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα καθημερινών εγκληματικών συμπεριφορών.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό είναι ο τρόπος, που περιγράφονται οι συμπεριφορές αυτού του τύπου. Δεν αποτελούν παρά απότοκα των καθημερινών σχέσεων των ηρώων, όπως αυτές κλιμακώνονται από τη διένεξη στην προστριβή, η οποία, ανάλογα με την οξύτητά της, μπορεί να οδηγήσει σε φιλονικία ή ακόμη και σύγκρουση. Αν και οι πλέον επώδυνες συμπεριφορές για τον βαλλόμενο είναι εκείνες που μένουν ανανταπόδοτες, χωρίς την ανακουφιστική εκτόνωση, με δέσμιο το συναισθηματικό φορτίο να καταχωνιάζεται στα εσώτερα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ως δικλείδα ασφαλείας, λειτουργεί η διοχέτευση της επιθετικότητας σε τρίτους. Ο συγγραφέας εμβαθύνει στον ψυχισμό των ηρώων του μέσα από ένα σχεδόν ψυχαναλυτικό πρίσμα. Παρά το ξεκίνημά του από την ποίηση, η γραφή του έχει μια δοκιμιακή στερεότητα. Πιστεύουμε, ωστόσο, ότι θα κέρδιζε αν συνδυαζόταν με το υπαινικτικό στοιχείο της ποίησης ή, μάλλον, με έναν πυκνότερο και λιγότερο περιφραστικό λόγο. Όταν πράξεις και αντιδράσεις περιγράφονται με επάρκεια, περιττεύουν οι επεξηγήσεις, που χαλαρώνουν την αφήγηση.
Ο “συνεσταλμένος δολοφόνος” δεν είναι σε όλα τα διηγήματα ο μεγαλύτερος και ο δυνατότερος. Για παράδειγμα, στο πρώτο, είναι ένας έφηβος, ενώ το τρόπον τινά θύμα του είναι ο αδελφός της μητέρας του και ο μοναδικός αριστερός στο σόϊ της. Η ιστορία ξεκινά από τις επιπλήξεις του θείου και τα αμφίθυμα αισθήματα του ανιψιού για να μεταπηδήσει στη σύγκρουση του θείου με έναν άλλο συγγενή, κι αυτός θείος, αλλά εθνικόφρων, ενώ σταθερός παραμένει ο “χορός”, τον οποίο σχηματίζει γύρω τους η οικογένεια, προσαυξημένη με τους γείτονες. Ως τόπος δράσης, σε αυτό το διήγημα, επιλέγεται η Άμφισσα, όπου η ταραχώδης ιστορία της κατά την Αντίσταση και τον Εμφύλιο χρησιμεύει στην αφήγηση ως βάθος πεδίου. Σε αντίθεση με το ομότιτλο διήγημα, που επικεντρώνεται στη δυαδική σχέση, δείχνοντας τις ψυχογραφικές δεξιότητες του συγγραφέα, εδώ υπερισχύει η οπτική του αφηγητή, η οποία παραμένει η ίδια και σε άλλα διηγήματα, παρότι αλλάζουν τα προσωπεία του. Είναι αυτή του αριστερού εκσυγχρονιστή, με τις εμμονές του να δείχνουν σαν ανεστραμμένο είδωλο εκείνων ενός συντηρητικού παλαιότερου. Κάπως έτσι προκύπτει το διήγημα, «Το χαμόγελο του Τούρκου», με μια αμφίθυμη οπτική, παραπλήσια με εκείνη του Θεόδωρου Γρηγοριάδη στο πρόσφατο μυθιστόρημά του «Ο παλαιστής και ο δερβίσης». Ο θεματικός πυρήνας της αντιπαλότητας “ανθέλληνα” και φίλα κείμενου προς τους μετανάστες επανέρχεται και σε άλλα διηγήματα. Παρομοίως, η προνομιούχος θέση, που δίνεται σήμερα στη νεότητα έναντι της γηραιάς ηλικίας, σε αντίθεση με προγενέστερες εποχές, εμπνέει το διήγημα «Περιστατικό με χιόνι». Σε αυτό, ο μαθητής φέρνει με τις ερωτήσεις του σε δύσκολη θέση τον καθηγητή, όπως συμβαίνει και στο μυθιστόρημα της επίσης πρωτοεμφανιζόμενης Βασιλικής Πέτσα, «Θυμάμαι».
Υπάρχουν και ορισμένα διηγήματα, που αποκλίνουν από την ψυχογραφία των ηρώων προς μια αποτύπωση της ελληνικής καθημερινότητας νεορεαλιστικού τύπου. Και σε αυτό το πεδίο, ο Αναστασίου δεν τα καταφέρνει και άσχημα, επιδεικνύοντας χιούμορ και διεισδυτικότητα, όπως είχε παρατηρήσει η Ρούλα Γεωργακοπούλου, συγκρατώντας το βιβλίο του στις επιλογές της. Εμείς, ωστόσο, πιστεύουμε ότι θα χρειαζόταν να τιθασεύσει κάπως τον οίστρο του, φροντίζοντας για την οικονομία του συνόλου. Όσο επώδυνο και να είναι για τον οιονδήποτε γράφοντα το απολέπισμα του δημιουργήματός του, αυτό αποβαίνει, κατά κανόνα, προς όφελός του. Είτε, για να αναδειχθεί σε ένα διήγημα, όπως το «Φελλίνι my ass (ρε!)», το θέατρο του παραλόγου, που παίζεται καθημερινά στο στήσιμο ενός εντύπου, εφημερίδας ή περιοδικού. Είτε, όπως στα διηγήματα «Οι ελευθέριοι» και «Η στιγμή του κλάματος», για να προβάλλουν πιο ξεκάθαρα οι ιλαρές και τραγικές όψεις, που εμφανίζουν οι ερωτικές σχέσεις, ελευθέριες και έγγαμες.
Όπως και να έχει, ο Τάσος Αναστασίου είναι ένας πρωτοεμφανιζόμενος του σωτήριου έτους 2011, που εξέδωσε ένα ενδιαφέρον βιβλίο, το οποίο δεν έτυχε αντίστοιχης προβολής. Όπως, όμως, συμβαίνει σε όλους τους χώρους, έτσι και στο χώρο του βιβλίου, η προβολή είναι συνάρτηση πλείστων όσων παραγόντων. Όσο για το βιβλίο, αυτό καθ’ εαυτό, απλώς αποτελεί έναν από αυτούς. Μένει, μάλιστα, ζητούμενο, αν είναι ο πρωταρχικός. Πιο καθοριστική της λογοτεχνικότητας του κειμένου αποβαίνει η “αναγνωρισιμότητα”, που απολαμβάνει ο συγγραφέας. Άλλωστε, μέχρι και στη Βουλή ή και στα υπουργικά έδρανα με βάση την “αναγνωρισιμότητα” προωθείται κάποιος. Ύστερα, έρχεται ο εκδότης. Η δική του “αναγνωρισιμότητα”, αλλά και τι έχει επενδύσει σε έναν συγκεκριμένο συγγραφέα. Οι μεγάλοι εκδότες εκδίδουν πολλούς συγγραφείς. Εκ των πραγμάτων, είναι αναγκασμένοι να ποντάρουν σε δυο-τρεις. Αυτούς θα προβάλλουν με κανονική ή και γκρίζα διαφήμιση. Μετά, έρχεται το επάγγελμα του συγγραφέα. Αν ο συγγραφέας έχει ένα “χρήσιμο για τους συνανθρώπους του επάγγελμα”, όλο και κάποιοι ειδήμονες και εξέχοντες θα υπάρξουν που θα ξεπληρώσουν υποχρεώσεις. Την σήμερον, είναι βαθιά νυχτωμένοι όσοι πιστεύουν ότι ένας συγγραφέας αρκεί να γράψει το βιβλίο του. Πρέπει να αναπτύξει και τις αναγκαίες υποστηρικτικές δημόσιες σχέσεις, γιατί, κατά το κοινώς λεγόμενο, το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο. Λαμπρή απόδειξη όλων αυτών, η περίπτωση Τάσου Αναστασίου. Σχετικά μικρός ο εκδοτικός οίκος, αν δεν απατώμεθα, μόλις πρόσφατα εισήλθε στο χώρο της ελληνικής πεζογραφίας. Καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης ο συγγραφέας. Ούτε πολιτικός, ούτε μεγαλογιατρός ή μεγαλοεπιχειρηματίας, ούτε μέλος συλλόγων και εταιρειών, ώστε να καλλιεργήσει σχέσεις με υψηλά ιστάμενους. Μόλις ένας συγγραφέας, που φαίνεται να συνιστά εξαίρεση στην ομφαλοσκοπούμενη γενιά του ’80, επεσήμανε το βιβλίο τού, θέλουμε να πιστεύουμε αγνώστου του, Αναστασίου. Τελικά, το μοναδικό σημείο που στάθηκε τυχερός ο Αναστασίου, είναι ως προς το χρόνο έκδοσης του βιβλίου του. Ετών 35, το 2011, μόλις που πρόλαβε το όριο ηλικίας του νέου θεσμοθετημένου κρατικού βραβείου για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς. Τώρα, γιατί, ως οριακή ηλικία για την πρώτη εμφάνιση, επιλέχθηκε εκείνη των 35 ετών και όχι των 30 ή και των 40, που ισχύει για το πρώτο θεσμοθετημένο βραβείο του είδους, τρέχα γύρευε. Δεν ευτυχήσαμε ποτέ οι υπουργοί Πολιτισμού να έχουν κάποια σχέση με το χώρο του βιβλίου. Πλην των πρώτων. Συγκεκριμένα, του δεύτερου στη σειρά, Δημήτρη Τσάκωνα, των τριών βραχύβιων που τον ακολούθησαν Κωνσταντίνου Τσάτσου, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Κωνσταντίνου Τρυπάνη και ενός έβδομου, λίγο πιο μακρόβιου, του Δημήτριου Νιάνια. Οι υπόλοιποι, είτε ενδιαφέρονταν για έναν άλλο πολιτιστικό χώρο σε τέτοιο βαθμό που ο χώρος του βιβλίου να εμφανίζεται ως ο φτωχός αδελφός, είτε αδιαφορούσαν συνολικά για τα πολιτισμικά πράγματα, γνωρίζοντας μόνο από ποδόσφαιρο. Στην έρευνα, πόσα βιβλία διαβάζουν το χρόνο, μάλλον θα έπρεπε να απαντήσουν ουδέν. Υπάρχει, βεβαίως, και ο Υπουργός, που, επί των ημερών του, ιδρύθηκε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Αυτό, όμως, είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία.
Μ. Θεοδοσοπούλου
ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
«Με τον τρόπο του Γ.Σ.»
Εις μνήμην...
Σαν σκότωσαν οι Πραίτορες το αγένειο παιδί
–οι άφρονες γονείς του πώς δεν του ’παν
του προκομμένου τους, γόνου της καλής τάξεως,
να μη γυρνά σε λάθος τόπο λάθος ώρα;–
o περισπούδαστος Παυλίστωρ, τρανός μας υπουργός
–της εξουσίας μας δόξα, αίμα των Καραμανλιδών–
αμέσως απεφάνθη, με τη δεινή του ευφράδεια,
σ’ αυτούς που του ζητούσαν ένα σχόλιο:
«Μεμονωμένο ήταν το περιστατικόν».
Και πρόσθεσε κατόπιν, μειλίχιος όπως πάντα:
«Αν πάλι γίνει κάπως –κάτι βεβαίως που απεύχομαι–
τότε θα είναι δύο τυχαία γεγονότα.
Κι αν πάλι κάνει ο διάολος και επαναληφθεί
τότε θα κάμω λόγον διά σπάνια συμβάντα.
Κι αν ολωσδιόλου τρελαθούν οι Πραίτορες - άνθρωποι είμεθα δα!–
κι έχουν πυροβολήσει κοντά καμιά δεκάδα,
φρονώ πως θα μου γεννηθεί έντονη ανησυχία».
Σοφό, όπως συνήθως, το σχόλιό του κρίναμε.
Εξαίφνης λίγες μέρες κατόπιν σ’ όνειρό του
ο περισπούδαστος Παυλίστωρ είδε
της Ιστορίας τον άγγελο με πύρινη ρομφαία
να περιτριγυρίζει στις έρημες οδούς
και να φωτίζει άγριος την παγωμένη νύχτα.
Βαθέως ανησύχησε τον υπουργό το πράγμα·
τι άραγε να σήμαινεν ο πυροφόρος άγγελος;
Aσφαλώς άσχετα είναι τα δύο γεγονότα:
To σκοτεινό το ενύπνιο και του νεαρού το ατύχημα.
Ωστόσο προσπαθούμε – και θα εξακολουθήσουμε,
ύστερα απ’ τις δικές του, τις αυστηρές συστάσεις–
κάποια ερμηνεία να δώσουμε στο όνειρο εκείνο.
Ευριπίδης Γαραντούδης
«Ονειρεύτηκα τη Genova»
Εκδόσεις Μελάνι, Ιούλιος 2011
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή", στις 13/11/2011.
Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011
Μεταξύ άλλων και Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον
«Οδός Πανός»
Τεύχος 154
Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2011

Με αφιέρωμα στον Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον ανοίγει το χειμωνιάτικο τεύχος του περιοδικού. Σε χαλεπούς καιρούς, η ρομαντική φαντασία του Ρόμπερτ Λούις Μπάλφουρ Στήβενσον, όπως είναι το πλήρες όνομά του, με την προσθήκη και του μητρικού του επωνύμου, είναι ό,τι καλύτερο. Παρότι ως επετειακό έτος Στήβενσον εορτάστηκε, όσο εορτάστηκε εκτός Ελλάδος από τον αγγλόφωνο κόσμο, το 2010, κατά το οποίο συμπληρώθηκαν 160 χρόνια από τη γέννησή του. Όμως, πέρυσι, το περιοδικό τιμούσε στα τέσσερα τεύχη του, Καβάφη, Μπωντλαίρ, Απόστολο Καλδάρα και Ζυράννα Ζατέλη. Όπως και να έχει, στον Στήβενσον ταιριάζει ένα χειμωνιάτικο τεύχος. Στις 13 Νοεμβρίου γεννήθηκε και το κρύο τον κυνηγούσε εφ’ όρου ζωής, όπως θυμίζει
η λαρισαία ποιήτρια Γλυκερία Μπασδέκη στο εισαγωγικό της κείμενο. Κατά διαστήματα, ωστόσο, διέφυγε από το υγρό κρύο του γενέθλιου Εδιμβούργου και άλλων βορείων τόπων και προς το τέλος, φαινόταν να έχει οριστικά γλιτώσει, καθώς, στα σαράντα του, εγκαταστάθηκε στη νήσο Σαμόα, απολαμβάνοντας το τροπικό κλίμα του νότιου Ειρηνικού. Αλλά μπορεί να διέφυγε του κρύου, όχι, όμως και του Χάροντα, που ήρθε αιφνιδιαστικά με μια εγκεφαλική αιμορραγία αντί με αιμοπτύσεις και επιδείνωση της φυματίωσης, όπως τον ανέμενε από τα χρόνια της εφηβείας του. Ο Στήβενσον, τελικά, παρέμεινε παιδί του χειμώνα. Χειμώνα γεννήθηκε και χειμώνα πέθανε, στις 3 Δεκεμβρίου 1894. Ανεξαρτήτως, πάντως, επετείων και εποχής, ο Στήβενσον, για όσους τον έχουν διαβάσει, είναι πάντα επίκαιρος ή, με άλλα λόγια, κλασικός.
“Από τα παιδικά μου χρόνια, ο Στήβενσον στάθηκε για μένα μια από τις μορφές της ευτυχίας”, ισχυριζόταν ο Μπόρχες. Και πράγματι, τα παιδιά του 20ου αιώνα, τουλάχιστον όσα γεννήθηκαν πριν το Μάη τού ’68 ή, στα καθ’ ημάς, πριν τη Μεταπολίτευση, συνέδεσαν με τα δικά του μυθιστορήματα και μερικών ακόμη, γάλλων και άγγλων συγγραφέων του 19ου αιώνα, το ρίγος της περιπέτειας, όπως το απολαμβάνει κανείς μέσα στην ασφαλή θαλπωρή της ανάγνωσης. Ωστόσο, ο χιμαιρικός ονειροπόλος συγγραφέας, που ζει σε ένα κόσμο φαντασίας, αφηγούμενος κατά τον πλέον ρεαλιστικό τρόπο εξωπραγματικές περιπέτειες και δίνοντας με αυτές υπόσταση σε ευφάνταστες ρομαντικές συλλήψεις, δεν είναι παρά η μια πλευρά του ιδιότυπου σκωτσέζου συγγραφέα, που υπήρξε ο Στήβενσον. Αυτή είναι η πλευρά, που έλαβαν υπόψη οι πρώτοι μοντέρνοι της Γηραιάς Αλβιώνος και τον υποβίβασαν σε συγγραφέα εφηβικών βιβλίων, εξαιρώντας τον από το διδασκόμενο “κανόνα” της λογοτεχνίας τους.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά, εκείνη του μοντέρνου συγγραφέα, που εκτίμησαν ορισμένοι συγκαιρινοί του αγγλόφωνοι συγγραφείς, όπως ο λίγο μεγαλύτερός του Χένρυ Τζαίημς και o κάπως νεότερός του Τζόζεφ Κόνραντ. Αυτοί ήταν που τον ανέδειξαν. Καθιερώθηκε, ωστόσο, πολύ αργότερα, περίπου στα χρόνια που γεννιόνταν τα παιδιά μιας νέας εποχής, που δεν θα τα συγκινούσε ο ρομαντικός ρεαλισμός του. Αυτό, μεταφερόμενο και πάλι στα καθ’ ημάς, σημαίνει τα παιδιά, που δεν θα διάβαζαν «Κλασσικά Εικονογραφημένα» και που ποτέ δεν θα ανακάλυπταν «Το Νησί των Θησαυρών», «Το μαύρο βέλος» ή «Το κλεμμένο παιδί», που είναι το πρώτο “επεισόδιο” από το ρομαντικό του μυθιστόρημα «Οι περιπέτειες του Νταίηβιντ Μπάλφουρ». Κατά τα φαινόμενα, ο Μπάλφουρ είναι ένας ήρωας ιδιαίτερα προσφιλής στον Στήβενσον, για να του δίνει το επώνυμο της μητέρας του και έτσι να τον ορίζει εξ αίματος συγγενή του. Δυστυχώς, το δεύτερο “επεισόδιο” από τις περιπέτειες του Μπάλφουρ, το «Κατριόνα», που ο Στήβενσον έγραψε έξι χρόνια αργότερα, δεν πήρε τη μορφή «Κλασσικού Εικονογραφημένου». Ευτύχησε, ωστόσο, μεταφραστικά στα χέρια του Μπάμπη Λυκούδη. Όπως και να έχει, όταν ο Στήβενσον έπαιρνε τη θέση του στο πάνθεο της λεγόμενης “σοβαρής λογοτεχνίας”, οι έφηβοι στην Ελλάδα διάβαζαν πλέον κόμικς.
Ο μαέστρος της αφήγησης Στήβενσον, που επιδεικνύει τη δημιουργική του φαντασία στο χώρο του παράδοξου, παίρνει τη σκυτάλη από τον Έντγκαρ Άλλαιν Πόε. Σαν συνηγορία της φανταστικής τους σκυταλοδρομίας, θα μπορούσαν να ληφθούν τα διαδοχικά έτη, κατά τα οποία απεβίωσε ο πρώτος και γεννήθηκε ο δεύτερος, το 1849 και το 1850, αντίστοιχα. Τη συγγραφική τους συγγένεια εδραιώνουν περαιτέρω τα δύο αλληγορικά μυθιστορήματα, που ο Στήβενσον έγραψε μετά «Το Νησί των Θησαυρών», «Η παράξενη υπόθεση του Δρος Τζέκυλ και Κου Χάϋντ» και το λιγότερο γνωστό, «Ο άρχοντας του Μπάλλαντρε». Με θέμα την επικράτεια του Καλού, ανταγωνιστικής προς εκείνη του Κακού, συνιστούν πρώτες εκφάνσεις εννοιών της ψυχανάλυσης, όπως το διχασμένο Εγώ και η διαπάλη Υπερεγώ και Ασυνειδήτου. Προδρομικές συλλήψεις, αφού η ψυχανάλυση αναδύεται με την έκδοση του δοκιμίου του Φρόϋντ «Μελέτες για την Υστερία», που εκδόθηκε το 1895, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Στήβενσον.
Σαν συμπλήρωμα του μοντέρνου συγγραφέα Στήβενσον, υπάρχει μια λιγότερο γνωστή στα καθ’ ημάς πτυχή του, εκείνη του αρθρογράφου και δοκιμιογράφου, με τις συχνά ρηξικέλευθες για την εποχή του ιδέες. Να θυμίσουμε ότι στη σειρά «Στις πηγές της γνώσης» των εκδόσεων PRINTA, την οποία καταρτίζει ο Εμμανουήλ Καρτάκης, εκδόθηκε το 2005, το «Περί της ηθικής του συγγραφικού επαγγέλματος», και μαζί, στη μικρόσχημη σειρά του μητρικού εκδοτικού οίκου «ΡΟΕΣ», το «Για τον έρωτα και το γάμο». Ορισμένες από τις απόψεις του αποκτούν στη σημερινή συγκυρία ιδιαίτερη επικαιρότητα. Ο θετός γιος του, παιδί της αμερικανίδας συζύγου του από τον πρώτο της γάμο, Λόϋντ Όσμπορν, στην εισαγωγή του σε μια μεταθανάτια έκδοση ορισμένων εξαίρετων ιστοριών, που δικαίως τιτλοφορήθηκαν «Νέες χίλιες και μία νύχτες» και εκδόθηκαν σε δύο τόμους το 1882 και 1884, γράφει:
“Ο Στήβενσον μισούσε τον υλισμό. Θεωρούσε ότι ήταν ο μεγαλύτερος κίνδυνος κι η κατάρα του πολιτισμού μας –αυτός ο άνετος καλοθρεμμένος αυτάρεσκος υλισμός εναντίον του οποίου πάντοτε εξαπέλυε ύβρεις. Κανένας σοσιαλιστής δεν χρησιμοποίησε τη λέξη μπουρζουαζία με περισσότερη περιφρόνηση από αυτόν. Πίστευε πως τόσο οι κατώτερες όσο και οι ανώτερες τάξεις μπορούσαν να ενθουσιάζονται εξίσου με τα υψηλά ιδανικά, αλλά πως η μάζα της μεσαίας τάξης ήταν σχεδόν ανέλπιδα ανταγωνιστική προς την ανθρώπινη πρόοδο. Η αλόγιστη αυταρέσκειά της, η εκμετάλλευση του αβοήθητου, η υποκριτική της ηθικολογία, η καταπίεση των γυναικών, η ανελεύθερη στάση προς την τέχνη και τη λογοτεχνία, όλα αυτά αποτελούσαν γι’ αυτόν μια σειρά ασυγχώρητων προσβολών...” Για περισσότερα στην ελληνική έκδοση των δύο τόμων (το 1985 ο πρώτος, σε μετάφραση Τάσου Δενέγρη, δέκα χρόνια αργότερα ο δεύτερος, σε μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου, από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ).
Πιθανώς, αυτές οι ιδέες του Στήβενσον, μαζί με το ρομαντισμό του να είλκυσαν τον εκδότη του περιοδικού, ωθώντας τον να αφιερώσει στον «Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον και το Εδιμβούργο του» το τρίτο τεύχος του τρέχοντος έτους. Όπου, στο πρώτο, συμπτωματικά ή μη, υπάρχει αφιέρωμα στον Πόε. Το ενδιάμεσο –διπλό τεύχος– μοιράζεται σε δύο γηγενείς τεθνεώτες. “Στον Παύλο Σιδηρόπουλο – 21 χρόνια από το θάνατό του” και στον Δημήτρη Λαλέτα– έξι μήνες από το θάνατό του. Παίζοντας με τις ημερολογιακές συμπτώσεις, θυμίζουμε τους πρόωρους θανάτους των τεσσάρων τιμώμενων από το περιοδικό κατά το 2011. Σαράντα επτά ετών ήταν ο Λαλέτας, σαράντα τεσσάρων ο Σιδηρόπουλος, ενώ, ούτε οι δύο μεγάλοι της λογοτεχνίας είχαν συμπληρώσει την πέμπτη δεκαετία του βίου τους– σαράντα ο Πόε, σαράντα τεσσάρων ο Στήβενσον.
Άραγε πρόκειται για το πρώτο αφιέρωμα του περιοδικού στον Στήβενσον; Δυστυχώς, η μνήμη μας δεν βοηθάει και οι βιβλιογραφήσεις δεν απασχολούν τους νεότερους. Κι όμως, ένα περιοδικό με 31ετή συνεχή παρουσία δικαιούται, αν δεν επιβάλλεται να έχει, τη βιβλιογραφία του. Ήταν το μακρινό 1981, που έμελλε να ταυτιστεί με την άνοδο στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ μετά τη συντριπτική νίκη του στις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου, όπου εξασφάλισε το 48% των ψήφων και 172 έδρες σε μια τρίχρωμη Βουλή. Είχε προηγηθεί, την 1η Ιανουαρίου 1981, η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκείνο τον Ιανουάριο εμφανίστηκαν δύο λογοτεχνικά περιοδικά, που αποδείχθηκαν σθεναρότερα κομμάτων και θεσμών. Το «Οδός Πανός» και «Η Λέξη». Είναι δυο από τα μεταπολιτευτικά αθηναϊκά περιοδικά, που κυκλοφορούν μέχρι σήμερα. Ένα τρίτο είναι «Το Δέντρο», που είχε προηγηθεί κατά μία τριετία. Από μιας αρχής, το «Οδός Πανός» στάθηκε έργο του Γιώργου Χρονά, του οποίου η αισθητική καθορίζει τη φυσιογνωμία του περιοδικού. Ενώ, «Η Λέξη» της διαρχίας Θανάση Νιάρχου- Αντώνη Φωστιέρη. «Το Δέντρο» παρουσίασε την ιδιαιτερότητα να ξεκινήσει το πρώτο τεύχος, Μάρτιο 1978, με έναν εκδότη, τον Κώστα Μαυρουδή, να προστεθεί στο επόμενο δεύτερος, ο Μιχάλης Γκανάς, και στο μεθεπόμενο, τρίτος, ο Γιάννης Πατίλης, αλλά, από το φθινοπωρινό, να επανέλθει η αρχική μοναρχία, η οποία και κράτησε μέχρι και το 1982, για να προκύψει και σε αυτό, διαρχία εκδοτών. Ένα τέταρτο είναι το «Πλανόδιον», που ξεκίνησε το 1986 ο Πατίλης, αυτή τη φορά, μόνος του. Απαξάπαντες είναι ποιητές της γενιάς του ’70. Ένας έκτος, από την ίδια ποιητική οικογένεια, είναι ο Κώστας Παπαγεωργίου, που ξεκίνησε το 1982 το «Γράμματα και Τέχνες», το οποίο, όμως, έκλεισε τον κύκλο του το 1998. Μάλλον δεν έχει δοθεί η ανάλογη προσοχή σε αυτό το σημαντικό πάρεργο των ποιητών της γενιάς της αμφισβήτησης, στο οποίο διοχέτευσαν ένα μέρος της αμφισβητητικής τους διάθεσης.
Η απορία, πάντως, σχετικά με την τύχη του Στήβενσον στον ελληνικό περιοδικό Τύπο παραμένει. Σύμφωνα με τη μοναδική βιβλιογραφία για “τεύχη –αφιερώματα” περιοδικών της Μάρθας Καρπόζηλου, δεν υπάρχει ούτε ένα αφιερωματικό τεύχος κατά τη μακριά περίοδο 1879-1997. Δημοσιεύονται μόνο σκόρπια διηγήματά του. Ωστόσο, τα δημοσιευμένα διηγήματά του, από τις αρχές του περασμένου αιώνα μέχρι τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, με το πρώτο, μόλις στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας. Ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, σε ένα περιοδικό, ο Στήβενσον έχει την τιμητική του. Πρόκειται για το μηνιαίο, «Φιλική Εταιρία», που κυκλοφόρησε κατά το πρώτο εξάμηνο του 1925, χωρίς όνομα εκδότη, με αναφορά μόνο του επιμελητή. Είναι ο Φώτης Κόντογλου και κατ’ ουσία συνιστά την ψυχή του περιοδικού. Σε αυτό δημοσίευσε σε πέντε συνέχειες (το τελευταίο τεύχος του περιοδικού είναι διπλό) τη μετάφραση μέρους από «Το Νησί των Θησαυρών». Πρόκειται για τα 12 πρώτα κεφάλαια και την αρχή του επόμενου (η λάθος αρίθμηση του δεύτερου, που αναγράφεται ως τρίτο, συνεχίστηκε και στα επόμενα, με αποτέλεσμα το ημιτελές να φέρεται ως το δέκατο τέταρτο). Το γεγονός ότι διακόπτεται η μετάφραση στη μέση κεφαλαίου, με την ένδειξη “Έχει συνέχεια”, δείχνει ότι η διακοπή έκδοσης του περιοδικού αποφασίστηκε ξαφνικά. Ο Αϊβαλιώτης Κόντογλου, γεννημένος ένα χρόνο μετά το θάνατο του Στήβενσον, νιώθει στον φανταστικό κόσμο του Στήβενσον σαν στο σπίτι του. Ζωγράφος, επωμισμένος με την εικονογράφηση του τεύχους, κοσμεί με δικά του σχέδια τη μετάφραση. Σε βιβλίο η μετάφραση εκδόθηκε το 1942 και πιθανολογείται από την Φρ. Αμπατζοπούλου, που γράφει το επίμετρο της επανέκδοσης του 1988, ότι έγινε από την πρώτη γαλλική μετάφραση του μυθιστορήματος.
Μένει η απορία, κατά πόσο είναι η πρώτη μετάφραση του μυθιστορήματος. Το σίγουρο είναι ότι, μέσα στον 19ο αιώνα, μεταφράστηκε μόνο ένα βιβλίο του Στήβενσον και αυτό δεν είναι «Το Νησί των Θησαυρών», αλλά «Η παράξενη υπόθεση του Δρος Τζέκυλ και Κου Χάϋντ», το 1893. Είχε προηγηθεί η δημοσίευση ενός διηγήματός του. Αν δεν πρόκειται για το πρώτο, σίγουρα είναι ανάμεσα στα πρώτα. Τέλος, να θυμίσουμε ότι ο Στήβενσον, εκτός από μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, ήταν και ποιητής. Δυο ποιήματά του προτίμησε να μεταφράσει ένα καθόλου τυχαίο πρόσωπο της ελληνικής λογοτεχνίας, ο Τέλλος Άγρας, προς το τέλος του Μεσοπολέμου.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Λεζάντα φωτογραφίας: Ο κουρσάρος Φλίντ, πρωταγωνιστικό πρόσωπο στο «Νησί των Θησαυρών», όπως τον απέδωσε ως φυσιογνωμία ο Φώτης Κόντογλου, εικονογραφώντας τη μετάφραση του ομότιτλου μυθιστορήματος, που μέρος της δημοσίευσε σε συνέχειες στο βραχύβιο περιοδικό «Φιλική Εταιρία». Να σημειώσουμε, ότι αυτό το σχέδιο απουσιάζει από την αυτοτελή μετά έκδοση της μετάφρασης από τον Ι. Ζαχαρόπουλο. Πρόκειται για εξπρεσιονιστικών τόνων σχέδιο με μελάνι. Μαζί με άλλα σχέδια της ίδιας περιόδου, οριοθετεί τη στροφή του ενδιαφέροντος του Κόντογλου από την εικονογράφηση βιβλίων αποκλειστικά στη ζωγραφική.
ΣΤΡΑΤΕΜΜΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ
Ρ. Λ. Στήβενσον
Κάτω στο δρόμο, ως πέρα φέγγουν τα φανάρια,
κάθε περπατησιά, στη γειτονιά, σβησμένη,
το γαλανό σκοτάδι αγάλια κατεβαίνει
στους κήπους, στα κρεμάμενα χλωρά κλωνάρια
Στης παραστιάς την κώχη, η φλόγα καταπέφτει,
και τώρα η κόκκινη φωτιά βάφει το δώμα·
ως το ταβάνι πάει, που αντιχτυπά τη ζέστη,
και στων βιβλίων τις ράχες σά να παίζη ακόμα.
Πύργοι, καμπαναριά, ιδές! Στρατός που πηγαίνει,
τόποι που πυρκαγιά τους καίει, και χώρες στάχτη…
Κ’ έπειτα (ως που να ιδή το μάτι μας, που αστράφτει)
σκοτεινιάζει ο στρατός – η αναλαμπή πεθαίνει.
Μα νά την, η λαμπρή σπίθα ξανά γυρίζει,
της πολιτείας το φάντασμα και πάλι αναύει.
Ξαναπαίρνει φωτιά εκεί κάτω, το λαγκάδι
και το στράτεμμα ξαναπροβοδίζει.
–Στάχτες άφτερες, πήτε μου την αλήθεια:
τι παρασταίνει αυτός ο τόπος; τίνος μοιάζει;
και κατά πού ο στρατός πορεύεται έτσι πλήθεια
και ακέρια μέσα στο καμίνι σας βουλιάζει;
Μετάφραση Τέλλου Άγρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/11/2011.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.
