Σκηνές από τα μέσα της δεκαετίας του ’50
έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60
Δεμένοι στη σειράΠρέπει να ήταν μέσα Σεπτέμβρη. τα σχολεία δεν είχαν ανοίξει ακόμα και το παιχνίδι στις γειτονιές καλά κρατούσε. Ήταν απόγευμα και το ποδόσφαιρο μόλις είχε τελειώσει μέσα στο δημόσιο δρόμο, στο έμπα του χωριού (η κυκλοφορία των αυτοκινήτων εκείνα τα χρόνια ήταν περιορισμένη).
Μετά, όλη η “παλιοπαρέα” της ευρύτερης γειτονιάς του Κούκουρα, κάπου δέκα (10) παιδιά, αποφάσισε να τραβήξει για βόλτα ανατολικά, λίγο έξω από το χωριό προς το «Πίσω ρέμα». Τα σταφύλια είχαν ήδη αρχίσει να ωριμάζουν και στα αμπέλια που βρίσκονταν κοντά στο δημόσιο δρόμο.
Έτσι, η ύλη που θα πυροδοτούσε τη νέα σκανταλιά μας ήταν ακριβώς δίπλα μας, πρόσφορη. Και δεν χρειάστηκε πολύ για να ξεκινήσει η απογευματινή αταξία μας με το πρώτο σάλτο, ενός από μας, στο πρώτο αμπέλι που ήταν εκεί κοντά κάτω από τη δημοσιά. Αστραπιαία, επιπέσαμε στο αμπέλι οι περισσότεροι σαν τα κοράκια πάνω σε ψοφίμι. Διαλέγαμε τα πιο ώριμα σταφύλια, και τα τρώγαμε μέσα στο ξένο αμπέλι.
Λίγο μετά, από την απέναντι μακρινή στροφή του δημόσιου δρόμου, στα Καρούτια, που βρισκόταν μέσα στο οπτικό πεδίο μας, εμφανίστηκε το μοναδικό τότε τρακτέρ του χωριού και αμέσως δόθηκε το σύνθημα αποχώρησης από το ξένο κτήμα.
Ανεβήκαμε, γρήγορα - γρήγορα, σαν κύριοι στο δρόμο και το παίζαμε αδιάφοροι. Μόλις, όμως, έφτασε κοντά μας το τρακτέρ, σταμάτησε ακριβώς δίπλα μας. και για κακή μας τύχη κατέβηκε απ’ αυτό ο δραγάτης του χωριού, που επέστρεφε εκείνη την ώρα, έχοντας κάνει τη βάρδια του.