ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΣ - ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ " Η ΣΟΥΒΑΛΑ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ "
e-mail: lispolydrosou@gmail.com
Ετικέτες
Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2019
Κυριακή, 18 Αυγούστου 2019
Η σφαγή στο Κομμένο της Άρτας
16 Αυγούστου 1943 : Η Σφαγή στο Κομμένο της Άρτας
Μια από τις στυγνότερες θηριωδίες των Ναζί
Και
επειδή τέτοιες ημέρες δεν είναι μόνο ημέρες χαρών & πανηγύρεων αλλά και ημέρες μεγάλων
ιστορικών γεγονότων για τον Ελληνισμό , καλόν είναι μέσα στα πανηγύρια μας οι νέο Ελληνες να θυμόμαστε και να τιμούμε τους συμπατριώτες μας που τέτοιες
γιορτινές ημέρες γίνονταν ήρωες-μάρτυρες για την ελευθερία της πατρίδος .
Αλέκος Ι.
Βαλάσκας
Σαν σήμερα, στις 16 Αυγούστου 1943, διεπράχθη
από τους Ναζί, η σφαγή του Κομμένου, όπου ξεκληρίστηκε και κάηκε ένα ολόκληρο
χωριό.
Το Κομμένο
είναι ένα μικρό χωριό στην άκρη του Αμβρακικού, στις εκβολές του ποταμού
Άραχθου. Πεδινό έδαφος, πνιγμένο στα νερά, τα έλη και την πυκνή βλάστηση.
Στις 15
Αυγούστου, ημέρα της Κοίμησης της Παναγίας Θεοτόκου, οι κάτοικοι του χωριού
γιόρτασαν ως συνήθως το πανηγύρι τους.
Τα
χαράματα της 16 Αυγούστου 1943, εκατό άντρες, κατά τον Άγγλο ιστορικό Mark
Mazower, 400 κατά τον γυμνασιάρχη Στέφανο Παππά, του 12 Λόχου του 98 Γερμανικού
Συντάγματος, το οποίο έδρευε στην περιοχή της Φιλιππιάδας, 10 περίπου
χιλιόμετρα Βόρεια της Άρτας, σταθμεύουν έξω από το Κομμένο.
Αποστολή
του 12 Λόχου ήταν η εξόντωση των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή και η
εξαφάνιση του χωριού που τους υποστήριζε και τους προμήθευε με τρόφιμα και άλλα
απαραίτητα για την αντίστασή τους εναντίον των Γερμανών
Διοικητής
του 98 Συντάγματος ήταν ο Συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ. Την προηγούμενη
μέρα συγκέντρωσε τους Γερμανούς στρατιώτες για να τους ανακοινώσει ότι δήθεν
Γερμανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν στο Κομμένο και όφειλαν, γι’ αυτό, να δράσουν
αμέσως με σκληρά μέτρα εναντίον των ανταρτών και ξεκλήρισμα του χωριού.
Διοικητής
του 12 Λόχου ήταν ο Υπολοχαγός Ρέζερ, πρώην στέλεχος της νεολαίας του Χίτλερ.
Οι στρατιώτες ήταν στο σύνολό τους κληρωτοί.
Με την
ανατολή του ήλιου, αφού πρώτα κύκλωσαν το χωριό, οι μονάδες εφόδου έλαβαν
με δύο φωτοβολίδες το σύνθημα και άρχισαν να βάλλουν με όπλα, με πολυβόλα,
χειροβομβίδες και όλμους.
Δεν άφηναν
τίποτε όρθιο. Έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και σκότωναν με μια
απερίγραπτη αγριότητα άντρες, γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Ακόμη και μωρά.
Ολόκληρες οικογένειες κάηκαν ζωντανές μέσα στα σπίτια τους, πριν ακόμη
ξυπνήσουν και καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους. Άλλοι έτρεχαν στους δρόμους να
σωθούν και έπεφταν από τις σφαίρες που θέριζαν το χωριό.
Ανθρώπινα
σώματα κόπηκαν στα δυο ή διαλύθηκαν και δε βρέθηκαν ποτέ. Φαίνεται πως η
διαταγή ήταν σαφής: “να μη μείνει τίποτε ζωντανό σ’ ένα χωριό που αποτελούσε
φωλιά των ανταρτών”.
Έξι ώρες
κράτησε η σφαγή. Δρόμοι, αυλές, καμένα σπίτια, κήποι, χαντάκια, η πλατεία,
ολόκληρο το χωριό γέμισε πτώματα, που μερικά έμεναν άθαφτα για αρκετές μέρες,
αφού δεν απέμεινε κανείς ζωντανός απ’ τους συγγενείς για να τους θάψει.
Πρόχειρα
και στον τόπο ακριβώς της σφαγής άνοιξαν λάκκους κι έριξαν τους νεκρούς μέσα,
για να μην τους φάνε τα σκυλιά και τα όρνια και να μην πέσουν αρρώστιες
αγιάτρευτες στο χωριό. Όσοι σώθηκαν έπρεπε ν’ αντέξουν και ν’ αφήσουν γι’
αργότερα τα δάκρυα και τον πόνο.
Όσοι
πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ’ τα σπίτια τους, έτρεχαν να σωθούν στα χωράφια ή
να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το
ποτάμι. Πλήθος κόσμου έτρεχε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να
περάσουν απέναντι και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ’ τις βάρκες και τρέμοντας
πάλευαν να γλιτώσουν απ’ τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν
στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, σχεδόν είκοσι άτομα. Κι ο θρήνος κι οι κραυγές
του πνιγμού έσμιγαν με τη βουή της φωτιάς και των όπλων που αφάνιζαν το Κομμένο.
Η ειρωνεία
της Ιστορίας είναι πως οι γερμανικές υπηρεσίες, στα επίσημα έγγραφά τους,
έκαναν λόγο για ληστές και αντάρτες στο Κομμένο και προετοίμασαν τους
στρατιώτες για μια μεγάλη αναμέτρηση με τις δυνάμεις των αντιστασιακών
οργανώσεων. Και το τραγικό πως εδώ μέσα δε βρήκαν την παραμικρή αντίσταση, δεν
ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός εναντίον τους, παρά μόνο ακούγονταν τα
βογκητά, οι λυγμοί και οι θρήνοι των έντρομων άμαχων κατοίκων του χωριού από
τους δικούς τους μονάχα πυροβολισμούς και το δικό τους θανατικό.
Μέσα σ’ ένα πρωί το Κομμένο μέτρησε 317 θύματα μιας θηριωδίας
και μιας βαρβαρότητας που δεν την αντέχει ακόμη και να την ακούει κανείς.
Εξοντώθηκαν 20
οικογένειες, εκτελέστηκαν 97 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών,
θανατώθηκαν 119
γυναίκες.
Το Κομμένο
το εκτέλεσαν εν ψυχρώ οι ναζί και το παρέδωσαν στις φλόγες χωρίς έλεος. Η
τραγική σελίδα του Κομμένου μένει ζωντανή και καίει άσβηστη φλόγα στη μνήμη των
100 περίπου κατοίκων του που έζησαν τη φρίκη και βρίσκονται ακόμη στη ζωή.
Το μνημείο στο Κομμένο Άρτας Πηγή : martiriko-kommeno.gr
Και όπως κάθε
θρήνο ανέκαθεν οι Έλληνες τον έκαναν και τραγούδι έτσι και τούτον τον αποδίδει
με την ξεχωριστή δική του φωνή και το αρμόζων στην περίπτωση τραγουδιστικό ύφος
ο δικός μας και ανεπανάληπτος Ανδρέας Τσαούσης .
https://www.youtube.com/watch?v=QcqrdBSo5Y0 Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019
Πολύδροσος εορτασμός της Παναγίας δεκαπενταύγουστος 2019
Έγινε και φέτος στο χωριό μας με θρησκευτική κατάνυξη ο εορτασμός της Παναγίας όπως κάθε δεκαπενταύγουστο.
Προηγήθηκε λειτουργία και περιφορά της εικόνας στο χωριό και ακολούθησε γιορτή στην πλατεία
τού χωριού μας , όπου τα χορευτικά τμήματα μικρών, μεσαίων και μεγάλων, υπό την καθοδήγηση της δασκάλας χορού κας Ζέφης Μιχαηλίδη , χόρεψαν χορούς από πολλά μέρη της Έλλάδας.
Έγινε λαχειοφόρος αγορά και κλήρωση δώρων για την ενίσχυση της ομάδας μας ,του Διαγόρα Πολυδρόσου.
Ακολούθησε τοπικό γλέντι μέχρι αργά.
Το βίντεο είναι του Στέφανου Αρβανίτη.
Προηγήθηκε λειτουργία και περιφορά της εικόνας στο χωριό και ακολούθησε γιορτή στην πλατεία
τού χωριού μας , όπου τα χορευτικά τμήματα μικρών, μεσαίων και μεγάλων, υπό την καθοδήγηση της δασκάλας χορού κας Ζέφης Μιχαηλίδη , χόρεψαν χορούς από πολλά μέρη της Έλλάδας.
Έγινε λαχειοφόρος αγορά και κλήρωση δώρων για την ενίσχυση της ομάδας μας ,του Διαγόρα Πολυδρόσου.
Ακολούθησε τοπικό γλέντι μέχρι αργά.
Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2019
Πρόγραμμα εορτασμού Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Πολύδροσο
14/8/2019: Ώρα 19:30μ.μ
Εσπερινός-Αρτοκλασία-Περιφορά εικόνας
( Εν συνεχεία παραδοσιακοί χοροί από τα τμήματα του Λαογραφικού συλλόγου
καθώς και Θρησκευτική Χοροεσπερίδα στην Πλατεία Πολυδρόσου με την συν διοργάνωση του Α.Σ Διαγόρα και τα καταστήματα της Πλατείας)
*Λίγα λόγια για τον Ναό
Ο ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι ο καθεδρικός ναός
της Πολύδροσου και βρίσκεται στο νομό Φωκίδας. Η εκκλησία της Κοιμήσεως της
Θεοτόκου θεμελιώθηκε το 1925 και δεσπόζει σήμερα στην κεντρική πλατεία του
χωριού, αποτελώντας εξαίρετο δείγμα της δουλειάς των Σουβαλιωτών πετράδων. Από
αρχιτεκτονικής πλευράς ο τρίκλιτος ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου έχει
οικοδομηθεί σε σχήμα βυζαντινού ρυθμού, σταυροειδούς μετά τρούλου, ενώ είναι
χτισμένος με τα γνωστά νταμάρια. Η καμπάνα του ναού, για ένα μεγάλο διάστημα,
ήταν κρεμασμένη στον πλάτανο της εκκλησίας, αλλά σήμερα δυστυχώς δεν υπάρχει. Προκειμένου
να ολοκληρωθεί το έργο της διακόσμησης του εσωτερικού του ναού πέρασαν αρκετά
χρόνια, και αντίξοες περιστάσεις πολέμων. Οι αγιογραφίες του ναού της Κοιμήσεως
της Θεοτόκου, άρχισαν να γίνονται τμηματικά, στις αρχές του 1960, και τελείωσαν
τη δεκαετία του 1990 με τις δωρεές πολλών ντόπιων. Η Κοίμηση της Θεοτόκου τιμάται
κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου, με μεγάλη θρησκευτική κατάνυξη.
Κυριακή, 11 Αυγούστου 2019
ΓΙΑΝΝΗΣ Κ. ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ «Ο Σουβαλιώτης, σπουδαίος σύγχρονος λιθοξόος (τεχνίτης και πελεκητής πέτρας)»
Ο Γιάννης
Κούσουλας γεννήθηκε στη Σουβάλα το 1957. Τα μαθητικά και
γυμνασιακά του χρόνια τα πέρασε στη Πολύδροσο και στην Αμφίκλεια. Από μικρός
ακολουθούσε και "παρακολουθούσε" τον πατέρα του
Κώστα που φημιζόταν σαν
ένας από τους καλύτερους πετράδες τότε στην Πολύδροσο
και στην ευρύτερη περιοχή μαζί με τους ,Σπύρο Παπαδήμα, Γιάννη
Μολιώτη, Λουκά Ανδρέου (Αντρέλο), Στάθη Ρέββα , Θανάση Πιπέρα,
Γιώργο Μουλαρά κ.α και δούλεψε για κάποιο
διάστημα κοντά στον θείο του Παναγιώτη.
Η Σουβάλα τότε ήταν
ξακουστή για τους πετράδες της . Σήμερα αυτό το επάγγελμα
ασκούν μόνο Βορειοηπειρώτες και Αλβανοί οικονομικοί μετανάστες. Η
λάξευση λοιπόν λίθων και μαρμάρων έγινε το μεράκι του Γιάννη. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Γιάννης κατέβηκε
στην Αθήνα , δούλεψε στην Ελληνική Αστυνομία
αλλά το μεράκι , μεράκι . Αυτήν του την τέχνη , την εξέλιξε
με έναν καθαρά δικό του τρόπο αλλά και μέθοδο. Όχι μόνο λάξευε απλά την
πέτρα , αλλά της έδινε και όποια μορφή άρεσε σε
εκείνον ή του ζητούσαν ακόμα οι φίλοι του . Με δυο
λόγια "ζωγράφιζε " κυριολεκτικά πάνω σε αυτήν με
σφυρί και βελόνι ! Έτσι ,
όπως θα δείτε και στις παρακάτω εικόνες ,
δημιούργησε μια σειρά από σπουδαία λιθοτεχνήματα τα οποία κατά
την γνώμη μου θα μπορούσαν να εκτεθούν με
πρωτοβουλία του Λαογραφικού Συλλόγου Πολυδρόσου σε
μια έκθεση γι αυτόν το σκοπό.
Ενδεικτικά κάποια από τα έργα του
Στιγμές Οικογενειακής και
κοινωνικής ζωής
Εδώ ο Γιάννης (μικρός) με την μητέρα
του , τον πατέρα του και τον παππού
του
Εδώ με φίλους του και συμμαθητές
του
Εδώ στην ομάδα της Πολύδροσου «Διαγόρας»
Τέλος, ο πατέρας του(στο κέντρο) επί το έργον με τους άλλους μαστόρους.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ
Η ΛΙΘΟΞΟΪΑ
(Πηγή * ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια Βικιπαίδεια)
Η Λιθοξοΐα είναι η τέχνη της
λάξευσης λίθων και μαρμάρων. Ο λιθοξόος, εκείνος που ασκεί την τέχνη της
λιθοξοΐας, λέγεται διαφορετικά και λιθοπελεκητής, λιθουργός ή μαρμαράς. Οι
λιθοξόοι κατεργάζονται συνήθως ασβεστόλιθο, πωρόλιθο και μάρμαρο, δίνοντας στα
υλικά τους ένα αρχικό σχήμα, ιδιαίτερα όταν οι λίθινοι όγκοι είναι μεγάλου
μεγέθους για να μεταφερθούν αυτούσιοι. Τα εργαλεία τους διαχρονικά
περιλαμβάνουν κανόνες, σφύρες και βελόνια, καθώς και μεγάλους δοκούς, που
λειτουργούν ως μοχλοί για τη μετακίνηση των ογκόλιθων. Από
την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή οι λιθοξόοι ως τεχνίτες όφειλαν να
ακολουθούν συγκεκριμένα σχέδια αρχιτεκτόνων και έως τον 11ο αιώνα τουλάχιστον
δεν υπέγραφαν τα έργα τους. Επίσης, είναι εκείνοι κυρίως που χρησιμοποιήθηκαν
στην ανακύκλωση των αρχαίων οικοδομικών υλικών.
Πολύ γνωστός λιθοξόος στον
16ο αιώνα θεωρείται ο Αντρέα Παλλάντιο, ο οποίος μάλιστα καθιέρωσε τον
παλλαντιανό ρυθμό με σαφείς αναφορές στην αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική. Ειδικευμένοι λιθοξόοι χρησιμοποιούνται σήμερα στη διαδικασία αναστήλωσης αρχαίων
μνημείων.
"Γ"
Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2019
Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2019
Η Πατρίδα
Πατρίδα είναι ο τόπος σου. Είναι οι μυρωδιές από τα γιασεμιά, τα κρυσταλλένια νερά των ποταμών, τα βουνά και οι πλαγιές. Οι ντόπιοι με τη πραμάτεια τους στον ώμο, οι αγρότες στα λιοπύρια αλλά κυρίως, όλοι εκείνοι οι αυθεντικοί άνθρωποι των παιδικών σου χρόνων. Ο δικός μου τόπος, είναι η Πολύδροσος (Σουβάλα), εκεί που ο χρόνος σταματά. Κεφαλοχώρι κτισμένο στις βουνοπλαγιές του Παρνασσού στο νομό Φωκίδας με απερίγραπτη φυσική ομορφιά, με τις πηγές του Βοιωτικού Κηφισού, τις λεγόμενες πηγές της Αγίας Ελεούσας, το φαράγγι στα νοτιοδυτικά του χωριού -για τους ντόπιους «Μαντάμια»- τα γραφικά σοκάκια, τα κρυφά μονοπάτια αλλά και το «μικρό διαμαντάκι» της Άνω Σουβάλας, ανάμεσα σε δάσος από έλατα, μηλιές και μαύρη πεύκη.
Από μικρή, είχα μεγάλη προσμονή για τον τόπο μου. Ο παππούς μου ο Γιάννης, κάθε φορά που έφτανα από την Αθήνα, με περίμενε στο πλατύσκαλο και εγώ χωνόμουν στην αγκαλιά του. Θυμάμαι τις ατελείωτες βόλτες με το αγροτικό στο «μικρό σπίτι στο λιβάδι» όπως το αποκαλώ, το «ρνίκι». Ο παππούς μου είχε περιβόλια εκεί. Έπειτα με πήγαινε στον στάβλο του. Αργότερα, μου αγόραζε από το καφενείο «αγνή» και ανηφορίζαμε για το σπίτι. Με τον παππού μου τον Γιάννη είχα πολλές μνήμες γιατί τον έζησα περισσότερο. Την γιαγιά μου την Ευθυμία, δυστυχώς την έχασα πολύ μικρή. Ωστόσο θυμάμαι τα μαύρα της μαλλιά και την παρουσία της. Αγέρωχη, στην βεράντα του σπιτιού μας, να κάθεται σε μια άσπρη καρέκλα και να κοιτά τον κάμπο κάθε βράδυ. Ακόμα και τώρα, στα εικοσιεννιά μου χρόνια όταν επιστρέφω στο σπίτι κοιτάω στο σημείο που καθόταν εκείνη. Θαρρείς, πως θα εμφανιστεί μπροστά μου, θα με πιάσει από το χέρι και θα μου δείξει τον φωτισμένο κάμπο. Οι παππούδες μου ήταν απλοί άνθρωποι. Ο παππούς μου ο Γιάννης, γνωστός σε όλο το χωριό ως Γιάννης Κοντογιάννης ήταν πεταλωτής και υδραυλικός. Πρόσφατα έμαθα από τον πατέρα μου ότι επιτελούσε και ρόλο κτηνιάτρου ενίοτε. Η αλήθεια είναι, ότι μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε αξιοπρεπής. Δύσκολο να διαχειριστείς την απώλεια. Ακόμη και τώρα κοιτάω στα κλεφτά το πλατύσκαλο μήπως συναντηθούν τα βλέμματα μας.
Ευτυχώς, έχω την τύχη να έχω ακόμη τους παππούδες από την πλευρά της μητέρας μου. Αγρότες, λαϊκοί άνθρωποι. Πότε δεν ζήλεψαν την μεγάλη ζωή. Μέχρι και τώρα, την ώρα του φαγητού, θα σου πουν ότι είναι ευγνώμονες για την φραντζόλα που υπάρχει στο τραπέζι. Τον παππού μου τον Θύμιο, τον θυμάμαι πάντα με τη μικρή του φρέζα να πηγαίνει στα μανάρια, όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Ύστερα, στο καφενείο για κρασί με τον αδερφό του τον Θόδωρο. Κάπου κάπου και με τον αδερφό του τον Γιώργο. Η αδερφή του η Τασούλα,τον επισκεπτόταν συχνά στο σπίτι. Η γιαγιά μου της έψηνε καφέ. Δεν καθόταν πολύ γιατί δεν ήθελε να αφήνει βλέπεις, τον μονάκριβο της άντρα, Γιάννη. Αχώριστα αυτά τα αδέρφια. Μαζί στα εύκολα, στα δύσκολα, στις χαρές, τις λύπες. Μέχρι που τα έχασε όλα, και τα επτά και έμεινε μόνος του με τον φόβο του θανάτου. Μπορεί τώρα, στα ογδόντα επτά του χρόνια να μην ακούει αλλά κάθε φορά που τον επισκέπτομαι έχει να μου πει πολλές ιστορίες από τα παλιά. Θα παίξουμε την κολιτσίνα μας, θα πιούμε το κρασάκι μας και θα κάτσουμε στην αυλή να πούμε τα δικά μας. Είναι λες και έχουμε αναπτύξει τον δικό μας κώδικα επικοινωνίας.
Για την γιαγιά μου τη Λουκία, λέξεις δύσκολα θα βγουν από το στόμα μου. Δεύτερη μάνα. Στην αυλή της μίλησα για πρώτη φορά, εκεί περπάτησα, εκεί έκλαψα, έπαιξα, γέλασα με τη ψυχή μου, εκεί μεγάλωσα και ενηλικιώθηκα. Όλα εκεί. Μπορεί να την έχουν προδώσει τα πόδια της αλλά είναι σκληρό καρύδι η γιαγιά μου. Αγαπητή σε όλους. Θα μιλήσει κάθε μέρα με τις ξαδέρφες της, Γιαννούλα και Χριστίνα αλλά και την αδερφή της την Γιαννίτσα. Έχω πολλές μνήμες από εκείνη. Τόσο ευφάνταστη στο να πλάθει ιστορίες για να κοιμάμαι τα βράδια. Ακόμη και τώρα την ρωτάω αν θυμάται καμία από δαύτες. Ειδάλλως, τραγουδάμε μαζί κανένα παραδοσιακό. Πάντα της άρεσε άλλωστε να μου τραγουδά. Αυτή είναι η πατρίδα μου. Η Σουβάλα. Είναι οι μνήμες, οι θύμησες, οι άνθρωποι της, οι παιδικοί μου φίλοι, οι άνθρωποι που έχουν φύγει αλλά τους κουβαλάω μέσα μου, τα χρώματα, τα αρώματα, οι μυρουδιές, ο πολυτραγουδισμένος Παρνασσός, τα τρεχούμενα νερά, τα έλατα.
Υγ:(...)Θέλω να υφάνω, ν’ αποδώσω με λέξεις το ρυθμό του νερού, που χτυπάει στα χαλίκια κάτω απ’ τις φτέρες σου. Ν’ ακούγεται όμοια και η ψυχή μου κυλώντας, λέξη τη λέξη, μέσα στους στίχους μου, να ρέει συνεχώς, καθαρά, τρυφερά, (από δω ουρανός κι από κει ουρανός) μουσική δωματίου μέσα στο χρόνο. Το ξέρω ότι ήσουν και πριν γεννηθώ. Το ύψος σου πάντως βγήκε από μέσα μου(...) Νικηφόρος Βρεττάκος «Ποιήματα για το ίδιο Βουνό»
Κείμενο, της Θάνου Έφης( Κοντογιάννη)
Τρίτη, 21 Μαΐου 2019
Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
































