Ίσως το καλύτερο live που έχω πάει ποτέ.
(Σχεδόν) Όλο το live εδώ. (οι προσεκτικοί θα δουν όχι μόνο εμένα αλλά και το μισό tm μου)
.
Zounds Live στο Στέκι στο Βιολογικό 26/3/2005
Ίσως το καλύτερο live που έχω πάει ποτέ.
(Σχεδόν) Όλο το live εδώ. (οι προσεκτικοί θα δουν όχι μόνο εμένα αλλά και το μισό tm μου)
.
Zounds Live στο Στέκι στο Βιολογικό 26/3/2005
Όσο και αν η φωνή είναι φωνάρα, όσο και αν η μπάντα είναι γερή και καλοκουρντισμένη, όσο και αν ο κόσμος ανυπομονούσε και ήταν καλοδιάθετος, όσο και αν ξέραν όλοι τα περισσότερα τραγούδια…αν ο καλλιτέχνης δεν έχει όρεξη, βαριέται ή απλά δεν μπορεί /θέλει να φτιάξει κλίμα, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι καλό.
Και είναι κρίμα…
Κρίμα γιατί ο Μύλος ήταν απρόσμενα (για μένα) γεμάτος. Τετάρτη εν μέσω κρίσης.
Κρίμα γιατί ο κόσμος είχε όρεξη να χορέψει και να «αποθεώσει» τον Lanegan και αυτό φαινόταν όποτε ο μάστορας του έδινε την ευκαιρία.
Όταν όμως ξεκινάς ένα live και στα τρία πρώτα τραγούδια, όταν όλοι είναι ακόμα παγωμένοι, έχεις ξεπετάξει (γιατί ξεπέτα ήταν) τα Gravedigers Song και το I Hit The City, σου μένει για ξεσηκωτικό ένα Metamphetamin Blues για το encore να ξεσηκώσεις τον κόσμο.
Ενδιάμεσα καμιά ωρίτσα (; πραγματικά δεν θυμάμαι, έπιασα όπως και οι περισσότεροι την κουβέντα) με τραγούδια του από όλη την τελευταία δεκαετία, 3-4 από κάθε δίσκο (τουλάχιστον δεν φάγαμε παπά με τον τελευταίο), δίχως κενά, δίχως μπλα μπλα (λίγο μόνον προς το τέλος είπε κάτι ακατάληπτα, λίγα όμως).
Συμπέρασμα; με λίγη καλή διάθεση από τον Lanegan, ένα μικρό κλικ, η συναυλία θα ήταν σούπερ.
Βαριόταν όμως, και εκτός από καμιά δεκαπενταριά πολύ πολύ πιστούς οπαδούς και μερικούς που όπου και να πάνε περνούν καλά, βαρεθήκαμε και εμείς.
…έρχεται, όπως ήταν αναμενόμενο, από τον πολιτισμό.
Όχι βέβαια από το mainstream μουσικό (και όχι μόνον) κατεστημένο.
Το ευχάριστο μήνυμα έρχεται από τα…μπαρ.
Ουδεμία έκπληξις βέβαια.
Από το Cabaret Voltaire στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, στα γαλλικά και ισπανικά καφέ του μεσοπολέμου έως τα κλαμπάκια και τις pubs των ’70s, η αντίδραση του κόσμου στην κρίση (κάποιου κόσμου τέλος πάντων) βρήκε διέξοδο στην τέχνη (ή την αντι-τέχνη, Dada, punk) μέσα σε χώρους μικρούς, ζεστούς, ανθρώπινους.
Ακόμα και στην Ελλάδα αν το σκεφτούμε, σε μία διαφορετική κρίση, το καινούργιο ήρθε μέσα από τις μικρές μπουατ.
Το καινούργιο σήμερα έρχεται από τα μπαρ και συγκεκριμένα από τα μπαρ της Σαλονίκης (δεν το λέω από τοπικιστικούς λόγους, τα μπαρ της Σαλονίκης είναι μαζεμένα κατά δεκάδες σε τρείς τέσσερις γειτονιές της πόλης και επιβιώνουν κυρίως χάρη στους φοιτητές διαφοροποιώντας τα κατά πολύ από τα μπαρ της Αθήνας)
Εδώ και σχεδόν δύο χρόνια λοιπόν, λόγω της οικονομικής κρίσης και αφού οι μαγαζάτορες είδαν ότι το ρίξιμο των τιμών (ίσως ο μόνος χώρος που έριξε πραγματικά τις τιμές) δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, άρχισαν να διαθέτουν τους χώρους τους για συναυλίες (και όχι μόνον συναυλίες. Εκθέσεις από ζωγραφική, φωτογραφία, κολάζ, ποιητικές βραδιές, έως και real time ανάγνωση του 24ώρου του κυρίου Μπλουμ του Οδυσσέα του Joyce!). Να αναφέρω εδώ και την έξυπνη κίνηση του ΚΘΒΕ που έδινε παραστάσεις του Εκείνος και Εκείνος σε 70 περίπου καφέ/μπαρ της πόλης όπου ανυποψίαστοι θαμώνες έβλεπαν ξαφνικά τον Σόλων και τον Λουκά να φιλοσοφούν ανάμεσα τους.
Η ιστορία ξεκίνησε πριν από την κρίση από 3-4 μαγαζιά του «παραδοσιακού» κέντρου τα οποία έτσι και αλλιώς έχουν την μουσική σαν πρώτη προτεραιότητα του τρόπου λειτουργίας τους και (όχι και τόσο) σιγά σιγά, εξαπλώθηκε παντού.
Δεν είναι τυχαίο ότι τις «δύσκολες μέρες» για τα μπαρ όπως Τετάρτες και Κυριακές, κόσμο έχουν και σε πολλές περιπτώσεις λειτουργούν ΜΟΝΟ τα μαγαζιά που έχουν live.
Αυτό έδωσε την δυνατότητα σε δεκάδες μπάντες να βρουν χώρους πέρα από τα κλασικά λαϊβάδικα και δίχως εισιτήριο συνήθως, να φέρουν την δουλειά τους σε επαφή με τον κόσμο.
Τι συμβαίνει όμως από πλευράς μουσικής;
Εκτός από τις μπάντες που κλασικά εδώ και χρόνια ζούνε παίζοντας διασκευές, δεκάδες νέες μπάντες με δικές τους δουλειές, αλλά και από χρόνια καταξιωμένοι Έλληνες καλλιτέχνες και αρκετές φορές ξένοι παίζουν στα μαγαζιά σε άμεση επαφή με τον κόσμο. Εκεί που πίνουν το ποτό τους ανεβαίνουν, παίζουν, κατεβαίνουν, συνεχίζουν το ποτό, ενίοτε πουλάνε και κάνα δίσκο και γίνονται μία παρέα και μιλάμε για μεγάλα ονόματα και για να μην αναφέρω τους Έλληνες να πω ότι ούτε στο όνειρο μου δεν σκεφτόμουν ότι θα πίνω, θα μιλάω και θα χορεύω με ονόματα σαν τον Nikki Sudden, τους Band of Holly Joy, τον Mike Joyce των Smiths τους Savage Republic και πάει λέγοντας.
Το πιο ενδιαφέρον πάντως είναι ότι λόγω του περιορισμένου χώρου των μαγαζιών ακούμε ακουστικές κυρίως εκδοχές των τραγουδιών τους και πολύ συχνά πλέον, αυτό που θεωρώ σαν «κίνημα», την τεχνική της λούπας.
Αν δεν ξέρετε τι είναι αυτό, ρίξτε μια ματιά στο βίντεο αυτό από το Πρώτο Φεστιβάλ Λούπας της Λευκωσίας. Όλοι, νομίζω εκτός του Αλκίνοου, παίζουν τακτικά στο Residents αλλά και σε κανονικά λαϊβάδικα.
.
Αν λοιπόν θεωρήσουμε σαν δεδομένα πλέον την ύπαρξη χώρων και το όσο πάει αυξανόμενο ενδιαφέρον του κόσμου και αν συνυπολογίσουμε ότι με το home recording και το DIY που έφερε η νέα τεχνολογία, η παραγωγή ενός δίσκου έγινε πιο εύκολη (και οικονομική) υπόθεση, νομίζω ότι με λίγη στήριξη (αγοράστε κάνα cd ρε) κάτι νέο και ωραίο θα γεννηθεί (άσε δλδ που η Σαλονίκη θα έχει αυτήν την φορά αληθινή ροκ σκηνή και όχι αυτήν που της έδωσαν τα ΜΜΕ γιατί έτσι τους βόλευε).
Αφήστε λοιπόν τα στάδια που οι «έντεχνοι» εξαργυρώνουν το παρελθόν τους και ψαχτείτε στους μικρούς χώρους που κάτι νέο γεννιέται.
Τα έχουμε ξαναπεί.
Η μουσική είναι μία (συγκεκριμένα το Punk)
Στην χθεσινή συγκέντρωση μεσήλικων punk rockers που έλαβε χώρα στο Gaia Live ένα πράγμα ήταν φανερό.
Ότι η μουσική είναι ένα πολύ απλό πράγμα. Αρκεί να έχεις κάτι να πεις.
Τρεις μπαρέδες, το μπάσο παίζει (με πένα) τρεις έως πέντε νότες και ο ντράμερ 4/4 και μηχανάκι.
Αλλά first time first.
Η βραδιά ξεκίνησε με την κλασική καθυστέρηση με τους (reunited για την περίσταση) Moot Point να παίζουν τα συμπαθητικά (σε κάποιες περιπτώσεις όμως βαρετά) punk/new wave τραγούδια τους.
Ατάκα της βραδιά όταν η Λία ρώτησε πόσοι είναι κάτω από τα τριάντα. χειροκρότησαν καμιά δεκαπέντε άτομα, ισχνή μειοψηφία σε ένα σχεδόν γεμάτο Γαία.
Γυρνάει λοιπόν και λέει. Ωραία, αφιερώνω λοιπόν το κομμάτι σε εμάς τους υπόλοιπους επειδή τα καταφέραμε!!! (σσ. στην περίπτωση του Punk μάλλον ότι καταφέραμε να είμαστε ζωντανοί)
Και ξεκινούν οι MOB.
Μεσήλικες που έχουν πλήρη επίγνωση ότι έχουν βγάλει έναν και μόνο δίσκο και αυτόν πριν 30+ χρόνια
Η φωνή αναλλοίωτη, η ενέργεια ανάλογη της ηλικίας, το χαμόγελο όμως όλων, πάνω και κάτω από την σκηνή, μέχρι τα αυτιά.
Τον ρυθμό παρόλα αυτά τον έδιναν καμιά εικοσαριά πιτσιρικάδες πάνκηδες που και τα περισσότερα τραγούδια ήξεραν και με το pogo τους μας κράτησαν όλους σε ένταση.
Έπαιξαν καμιά ώρα, το Another Day, Another Death δύο φορές, το αγαπημένο μου I Hear You Laughing στο encore, όλα ωραία και καλά και με το τέλος όλοι οι μεσήλικες έτρεχαν (ευχαριστημένοι βέβαια) να φύγουν γιατί το πρωί ξυπνούσαν για δουλειά (όσοι έχουν ακόμα).
Είναι το δεύτερο live που πάω στο Gaia και έχω περάσει και τις δύο καλά. Ο χώρος είναι ιδανικός για τέτοιου είδους live. (Η τιμή της (απλής) μπύρας πάντως στα 4€, με κάθεται ολίγον στο στομάχι).
Ωραία.
Φέτος η Ελλάδα είναι η Florida της (μουσικής) Ευρώπης.
Στην Florida ως γνωστόν πάνε οι Αμερικάνοι συνταξιούχοι για να φάνε το εφάπαξ τους.
Στην περίπτωση μας έρχονται για να βγάλουν το εφάπαξ τους.
Κοιτούσα τα live του καλοκαιριού και με έναν πρόχειρο υπολογισμό, ο μέσος όρος ηλικίας των καλλιτεχνών που θα μας έρθουν πρέπει να είναι λίγο πάνω από τα 50!!!
Deep Purple, Marianne Faithful, Iron Maiden, Twisted Sister, Buena Vista Social Club, Roger Waters, Nick Cave, όλοι ανάμεσα στα 53 και…70!!!
Η γενιά των ’90s που αποφάσισε και αυτή να κάνει την αρπαχτή της δεν ρίχνει τον μέσο όρο πολύ παρακάτω.
David Albarn 43 (το πιπίνι της παρέας, με τις πάνες λέμε), Brett Anderson 44, Jarvis Cocker 48, Bobby Gillespie 49 και πάει λέγοντας.
Ακόμα και τα λίγα live της γενιάς των ’00s, Interpol, Editors είναι όλοι πάνω από τα 30 (και παίζουν μουσική των 50δων, ’80s you know).
Nice!
Πάρτε βιταμίνες, υπογλώσσια (αχρείαστα να ΄ναι αλλά η ηλικία βλέπεις), Viagra αν είστε…μερακλήδες, κανά καρεκλάκι για τα διαλείμματα και ξεκινήστε.
Τους Motorama τους αγάπησα με την μία και το έγραψα ΕΔΩ.
Ενθουσιάστηκα όταν έμαθα ότι θα έρθουν και δεν με απογοήτευσαν.
Η αλήθεια είναι ότι όταν πας να ακούσεις ένα γκρουπ που έχει βγάλει μόλις έναν δίσκο, ξέρεις ότι θα ακούσεις τον δίσκο, άντε και καμιά διασκευή. Είχα και το κακό προηγούμενο των White Lies που επίσης είχαν έναν δίσκο, έπαιξαν τα τρία χιτ τους στην αρχή και μετά βαρέθηκαν και αυτοί και εμείς.
Με τους Motorama όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά.
Καταρχήν ήταν το «όνομα» της βραδιάς. ο περισσότερος κόσμος ήξερε σχεδόν όλα τα τραγούδια τους, χόρευε, τραγουδούσε και γούσταρε και επιπλέον υπάρχει μία ιδιαιτερότητα σε αυτήν την μπάντα. Είναι μία μπάντα που αυτό που είναι στην Ελλάδα (ότι και να είναι αυτό) δεν το επέβαλε καμία εταιρία. Τους Motorama τους κάναμε εμείς. Ο απλός κόσμος και οι bloggers, πράγμα που μας κάνει να τους βλέπουμε και λίγο «παιδιά μας».
Η συναυλία ξεκίνησε κάπως κρύα και αυτό οφείλονταν μάλλον στην κούραση της μπάντας, κυρίως λόγω της αναμονής.
Από τις 21:30 περιφέρονταν μέσα και έξω από τον χώρο και τελικά έπαιξαν μετά την μία!
Στα τελευταία τέσσερα κομμάτια των Electric Litany καθόταν δίπλα μας στον εξώστη και είχαν ένα ύφος τύπου «κόβω φλέβα».
Σύντομα πάντως και κυρίως λόγω του κόσμου, ο πάγος έλιωσε (χοχοχο ωραία έκφραση αυτή όταν μιλάς για μία μπάντα από την Σιβηρία) και άρχισαν να δίνουν δείγματα του δυναμισμού τους.
Εντάξει. Οι τύποι παίζουν Joy Division. Μάλλον το ξέρουν, αν και ο τραγουδιστής φαίνεται «πηγαίο ταλέντο».
Στην κοσμάρα του.
Τραγουδούσε εξαιρετικά (κάποιες στιγμές έκανε την πρώτη ΚΑΙ τις δεύτερες φωνές μόνος του!!!), χόρευε ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΑ, τόσο απαράδεκτα που ήταν χάρμα οφθαλμών, δεν είχε την παραμικρή επαφή με το κοινό και αμφιβάλω αν κοίταξε καν προς τα κάτω (πολύ κάτω μιας και ήταν γύρω στα δύο μέτρα).
Καταπληκτικός.
Καλή και δεμένη και η υπόλοιπη μπάντα. Με τα χορευτικά τους, τις τσαχπινιές τους, με τα όλα τους.
Πέρασα υπέροχα. Σαν να βλέπω τα παιδιά μου (κυριολεκτικά αυτήν την φορά, πρέπει να έχω τουλάχιστον τα διπλά τους χρόνια), να παίζουν την μουσική που άκουγα εγώ σαν παιδί.
Δίχως πλάκα τώρα, από τις μπάντες που έχουν αντιγράψει επηρεαστεί από τους Joy Division οι συμπαθείς Ρώσοι είναι μακράν η πιο πιστή κόπια και όχι μόνον αυτό. Καταφέρνουν δίχως πολλά μαραφέτια να βγάζουν εξαιρετικά σφιχτό και δεμένο ήχο. Εάν το επόμενο βήμα τους είναι κάπως πιο έξω από αυτό που κάνουν τώρα, θα κάνουν μεγάλη καριέρα.