Μια απειροελάχιστη ταλάντωση σε μεγάλα ύψη
(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Στάχτες, για τη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης, στις 12 Μαρτίου 2014)
Δίπλα στα σπήλαια του Όρεγκον, στο Φορτ Ροκ και στο Πέισλεϊ. Εκεί θα ζούμε. Σε ένα ισόγειο σπίτι με κήπο και μια ξύλινη βεράντα με θέα προς την ανατολή. Τα πρωινά θα χαζεύουμε τον ποταμό Κολούμπια που θα μεταφέρει γιγάντιους κορμούς δέντρων, σάπια λάστιχα αυτοκινήτων και νεαρούς κάστορες που θα ακροβατούν από τη μια όχθη στην άλλη, και τα άσπρα σύννεφα στον γαλάζιο αμερικάνικο ουρανό. Θα χαιρετάμε τα ποταμόπλοια που δεν θα μας βλέπουν, θα τα βλέπουμε όμως εμείς και θα μας φτάνει. Θα ζούμε επιτέλους μια αμέριμνη, αληθινή ζωή. Αυτό που έλεγες πάντα. Θα έχουμε μάθει τις καλλιέργειες και τα αρδευτικά συστήματα της περιοχής και θα εξασφαλίζουμε την τροφή μας. Τα γύρω χωράφια θα είναι γεμάτα καλαμπόκια, γλυκοπατάτες, μαρούλια και ηλιόσπορο. Όλα θα τα περιποιούμαστε εμείς οι ίδιοι, με τα χέρια μας. Δεν θα μας νοιάζει να λερωθούμε. Θα τα πουλάμε μετά στη λαϊκή του Φορτ Κλάτσοπ, που θα γίνεται κάθε Τετάρτη δίπλα στο χειμερινό σταθμό ανεφοδιασμού και θα παίρνουμε φρούτα, παστό και όσπρια από κείνα που προτιμάς.
(το υπόλοιπο κείμενο εδώ)
Καθαρά Δευτέρα
Στο χτήμα είχαν στρώσει τραπέζια στη σειρά, με άσπρα, χάρτινα τραπεζομάντηλα, κανάτες με κρασί, πιάτα και ποτήρια.
Η νύχτα ήταν σαν αραχνιασμένο δωμάτιο.
Οι γυναίκες έφερναν απ’ την κουζίνα πιάτα με καλαμάρια, σαλάτες και χταπόδια.
Θυμάμαι τις γάμπες τους κάτω απ’ τα τσίτια, τι όμορφα που άλλαζαν στο βηματισμό.
Οι άντρες έπιναν καθισμένοι στη σειρά κι έκαναν αστεία και θόρυβο. Με τις κοιλιές τούρλα.
Εμείς τα παιδιά προσπαθούσαμε να πετύχουμε τους γλόμπους πάνω απ’ τα κεφάλια μας με κάτι κλαριά δέντρων που κατέβαιναν ως χαμηλά.
‘Η πετάγαμε πέτρες και σβώλους ψωμί στη γάτα που ξερογλειφόταν.
Η γυναίκα του Ανέστη, ξεχνάω πώς τη λέγανε, έβαζε λαϊκά και ρεμπέτικα στο ράδιο και κάπνιζε κρυφά πίσω απ΄την κουρτίνα.
Την έβλεπα μέσα απ’ το πατζούρι της κουζίνας, όπου η μάνα μου και οι θείες έψηναν τηγανόψωμα και μελιτζάνες.
Όταν τέλειωσαν τις δουλειές και κάθισαν μαζί μας, τα μισά πιάτα ήταν κρύα και τα άλλα μισά φαγωμένα.
Ένιωσα κάπως ντροπιασμένος που οι γυναίκες θα έτρωγαν μόνες τους όμως δεν άνοιξα το στόμα να πω λέξη.
Προσπάθησα να ξεχάσω τη γαϊδουριά, επειδή ήξερα πως ο μόνος τρόπος για να μη νιώθεις τύψεις είναι να διαγράψεις από τη μνήμη σου το συμβάν.
Ο παππούς δεν μιλούσε. Έκανε σα να μην ήταν καν εκεί. Ο παππούς μισούσε τα Κούλουμα και την Καθαρά Δευτέρα.
Όταν σηκώθηκε η γυναίκα του Ανέστη και η θεία Ελπίδα να χορέψουν ένα μικρασιατικό, έμεινα μαρμαρωμένος μπροστά στη θέα των χεριών τους.
Μου θύμιζαν φίδια, ή πλοκάμια χταποδιού που μπλέκονταν μεταξύ τους και έκαναν την αραχνιασμένη νύχτα να ευωδιάζει γυναικείο ιδρώτα.
Το στέρνο της θείας Ελπίδας γυάλιζε με μια γυαλάδα ζεστή, και οι γάμπες της μου έφερναν ταραχή και στομαχόπονο.
Δίπλα μου τα ξαδέλφια τρώγανε ταραμάδες και λαγάνες που τα άλειφαν σαν παγωτό.
Εγώ δεν ήθελα να φάω. Πήρα στη ζούλα ένα κρασοπότηρο και το άδειασα μονορούφι.
Μετά από λίγο όλα ήταν λιγότερο βαριά, κι εγώ σε ελεύθερη πτώση.
Εκείνη τη νύχτα ο παππούς χάθηκε στο χτήμα.
Η γυναίκα του Ανέστη δεν βγήκε να τον ψάξει μαζί με τους άλλους.
Έμεινε στο σπίτι και κάπνιζε, κάπνιζε κι έπινε ουίσκι μέχρι το πρωί.
Για ποιον γράφτηκε ο Εθνικός Ύμνος και λίγοι στίχοι
(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς στις 14 Φεβρουαρίου 2014)
.
Τότε εσήκωνες το βλέμμα μες στα κλάιματα θολό, και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα πλήθος αίμα ελληνικό.
Για την Ελευθερία που έχει πρόσωπο και κρατά σπαθί στο χέρι. Για την Ελλάδα των γυμναστικών επιδείξεων, της λιτανείας του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτη, της παρέλασης της 25ης Μαρτίου.
Του αγιασμού, της σχολικής φωτογραφίας, της μπλε ποδιάς. Της μπάντας στην πλατεία. Του Μινιόν και του Λαμπρόπουλου, της καθαρεύουσας και του πολυτονικού. Του Τσεκλένη και του Πατίστα. Της γραμματικής και της ορθογραφίας. Το ύψιλον δασύνεται, μακρό προ βραχέως περισπάται. Της Μεγάλης Εβδομάδας και των Χαιρετισμών, της ορθόδοξης βάπτισης νεογνών σε μπρούτζινη κολυμπήθρα. Του Δεκαπενταύγουστου και του Ψυχοσάββατου, του θυμιατού πάνω στο μνήμα.
Εκεί μέσα εκατοικούσες πικραμένη, εντροπαλή,κι ένα στόμα εκαρτερούσες, «έλα πάλι», να σου πεί.
Των λαϊκών ασμάτων του μεσημεριού και του ακάλυπτου που μυρίζει καλαμαράκια. Του Νεοφύτου, του Αγάθωνος, της Αθανασίας, της Κυριακής των Προπατόρων. Του τούρκικου καφέ, των τούρκικων λέξεων, της τουρκοκρατίας. Των Ιονίων νησιών και της Θράκης. Της Μεταπολίτευσης και του Πολυτεχνείου. Του Ρετιρέ και του Λούνα Παρκ, πέντε κρίκοι ένα τάλιρο, δραχμές στο βιβλιάριο της Εθνικής Τραπέζης. Του Τσαρούχη, του Πετρόπουλου, του Κουν, της Μελίνας. Του παπά, του δάσκαλου, του γιατρού και του δικηγόρου. Της εκδρομής με το αυτοκίνητο στη Βουλγαρία. Της Αλεξίου, του Νταλάρα, του Σαββόπουλου, του Νικολαΐδη. Της νύφης με τα τούλια και του αρραβώνα με τα στέφανα πάνω στο εικόνισμα σταυρωτά. Των πεθερικών στη μπροστινή θέση.
Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή, δεν είν’ εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλεί.
Των κρατικών νοσοκομείων με τις βάρδιες κάτω από τις νέον λάμπες, τις γόπες Καρέλια πίσω από τη σκάλα, τις νοσοκόμες με τα πεταλούδα γυαλιά. Του φαγητού της μαμάς, της προίκας, της δασκάλας με τα χρυσά μάτια και του λεβέντη της Τρούμπας. Του τσαμπουκά, του φιλότιμου, της φραπεδιάς, της ελληνικής φιλοξενίας. Των αμετάφραστων εννοιών και των ηχοποιημένων λέξεων. Του Οδυσσέα του Πολυμήχανου και του Ευγένιου Αρανίτση. Του Μελιγαλά και του Κρυφού Σχολειού, του ΕΑΜ, του Ζέρβα, της Ιοκάστης και του Φλωράκη. Της Καίτης Γαρμπή και της Νένας Βενετσάνου. Της σπανακόπιτας, του κομπολογιού και του Παστίτσιου. Του Λουκή και της Μαλβίνας, του Τσιτσάνη και του Μάρκου. Των σεισμών.
Ταπεινότατη σου γέρνει η τρισάθλια κεφαλή,σαν πτωχού που θυροδέρνει κι είναι βάρος του η ζωή.
Της Έλλης Λαμπέτη, του Δημήτρη Χορν και της Τίνας Σπάθη. Του σταυρού κάτω απ΄ τα εικονίσματα, του σταυρού κάτω απ΄ τα κύματα, της ευχής της μάνας. Της Αγίας Λαύρας και του Κρυφού Σχολειού. Του αιώνιου φοιτητή, του φλώρου, του ροκά, του φρικιού, της ακμής στο κούτελο μέχρι τα τριάντα. Των Εξαρχείων, των ουζερί, των παραλιακών οδών, της εθνικής οδού Αθηνών-Κορίνθου. Των ιερομαρτύρων και των μπράβων, των λαϊκών μαγαζιών στο πλάι του δρόμου, των κοριτσιών που τις νύχτες βάζουν κουφέτα κάτω απ’ το μαξιλάρι τους.
΄Ολοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν χαιρετώντας σε θερμά,και τα στόματα εφωνάξαν όσα αισθάνετο η καρδιά.
Των καρδιαγγειακών επεισοδίων, της μεσογειακής διατροφής, του οίνου που ευφραίνει καρδίας. Της πιτυρίδας, της ονυχοφαγίας, των υπέρβαρων παιδιών. Της Αρκαδίας. Του Καραμανλή, του Παπανδρέου, των Δώδεκα Θεών. Των γιασεμιών και της αστακομακαρονάδας, της πολυκατοικίας χωρίς πετρέλαιο, του Εκράν και της Ριβιέρα, του Ντεπό. Της εποχής των δολοφόνων και της εποχής των παχιών αγελάδων.
Τόση η μάνητα κι η ζάλη, που στοχάζεσαι μη πως από μία μεριά και απ’ άλλη δεν είν΄ ένας ζωντανός.
Του Βαλκανιζατέρ. Των πλακάτ, των μολότοφ, της Lacta και των Ζωνιανών. Της συγκίνησης και του κόμπου στο λαιμό μπροστά σε όλους. Της φωνής, της χειρονομίας, του ξερόλα, του κουβαρντά, της Κατίνας. Της πρέφας και του ταβλιού, του νυχτερινού μπάνιου. Της Αγια Σοφιάς. Του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, της Ευρώπης, της ρεζέρβας. Του μπουζουκιού, του Χαμένου Αδελφού, του Μεγαλέξαντρου και της γοργόνας.
Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις, και αγκαλά δεν είν’ πολλές, πολεμώντας, άλλα διώχνεις, άλλα παίρνεις, άλλα καις.
Του Δροσίνη. Της λεμονιάς, της ελιάς, του γλυκού του κουταλιού και του άρπα κόλλα. Του Χατζιδάκι. Του δε βαριέσαι και του έλα να σε πάρω αγκαλιά. Του σου ορκίζομαι στα μάτια μου, του αττικού ουρανού, του Πλάτωνα και της γαλανόλευκης. Του σήκω χόρεψε κουκλί μου. Της εθνικής παλιγγενεσίας. Της εξόδου του Μεσολογγίου. Της Σπάρτης και της Αθήνας. Του Βασανίζομαι.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
Ο βραστήρας
(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης, του περιοδικού Στάχτες)
Στο βορρά η μέρα ξημερώνει σαν νύχτα. Η πόλη ξυπνάει επειδή δεν μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη, σαν τις αρκούδες. Αλλιώς θα το έκανε. Η γυναίκα κάθεται στο παράθυρο και κοιτάζει το δρόμο. Ton sur ton τα γκρίζα και τα ασημιά. Σαν λέπια. Αποφασίζει να κατέβει στο περίπτερο να αγοράσει τσιγάρα. Και μια σοκολάτα αμυγδάλου, μπορεί και ρυζιού. Αφήνει στο περβάζι την κούπα με τον καφέ της και ρίχνει πάνω της ένα πορτοκαλί σάλι με κρόσσια.
Ο άντρας που πέρασε πριν από αυτήν στις σκάλες μύριζε μέντα, ή κάτι σχετικό. Ξέρει ποιος είναι. Κατεβαίνει τα σκαλιά εισπνέοντας βαθιά τα ίχνη της μυρωδιάς του που αιωρούνται πίσω από τα κάγκελα της κουπαστής και κρέμονται στους τοίχους. Τις νύχτες, από το διπλανό διαμέρισμα, τον ακούει να μιλάει Γαλλικά. Η φωνή του έχει κάτι πολύ καθησυχαστικό. Η προφορά του τον προδίδει σε μερικά σημεία.
Αυτός ο άντρας είναι Νότιος, όμως δεν θέλει να το συζητάει. Δεν της πέφτει λόγος για όλα αυτά – εξάλλου το μόνο που θέλει από αυτόν είναι να συνεχίσει να μιλάει τις νύχτες και να αφήνει άρωμα μέντας στα σκαλιά τα γκρίζα πρωινά.
Πληρώνει τη σοκολάτα αμυγδάλου, τα τσιγάρα της και ένα αδιάφορο περιοδικό και διασχίζει το δρόμο. Αποφεύγει τις λακκούβες με τα λασπόνερα της νύχτας, παρόλα αυτά μερικές πιτσιλιές κάνουν τις γάμπες της να παγώνουν. Σπρώχνει την μεταλλική εξώπορτα και μπαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Η μυρωδιά είναι ακόμα εκεί.
Ανεβαίνει τα σκαλιά και αφουγκράζεται τις φωνές των ενοίκων στα ξένα κατώφλια. Κάποιος ακούει αφρικάνικη μουσική, μια γυναίκα μιλάει στο τηλέφωνο και ένα μωρό τσιρίζει. Όταν φτάνει στον όροφό της, η γυναίκα βγάζει από την τσέπη της τα κλειδιά και ανοίγει μαλακά την πόρτα. Το κρύο μέταλλο κάνει τα δάχτυλά της να σκιρτήσουν.
Μπαίνει στο δωμάτιο και βλέπει πως το στρίφωμα της κουρτίνας σέρνεται στο πάτωμα κι έχει λερωθεί από τη σκόνη. Μικρές μπαλίτσες από χνούδια περιφέρονται στις γωνίες του δωματίου καθώς διασχίζει το χώρο για να φτιάξει καινούριο καφέ. Ο παλιός έχει κρυώσει και η μέρα παραμένει σκοτεινή. «Πριν από το θαύμα η θλίψη, η αγωνία και της φθοράς η διαρκής δοκιμασία«, σκέφτεται ένα στίχο που δεν θυμάται από ποιο ποίημα είναι και ποιος τον έγραψε.
Βάζει το βραστήρα να κοχλάσει και χτυπάει στο φλιτζάνι μια κουταλιά ζάχαρη και μια κουταλιά καφέ. Έπειτα στέκεται πάνω από το αχνιστό νερό, φτιάχνει τον καφέ και αφήνει τα γυαλιά της να θαμπώσουν από τους υδρατμούς. Μερικές φορές ο κόσμος είναι πολύ πιο όμορφος μέσα από τα μικρά αυτοσχέδια σύννεφα ενός βραστήρα.
Φαρενάιτ
.
Με στεναχωρούν λιγάκι οι άνθρωποι που βγάζουν φωτογραφίες τον εαυτό τους. Μερικές φορές το κάνω κι εγώ. Με στεναχωρώ κι εγώ, όπως όλοι οι άλλοι. Ένα βράδυ ονειρεύτηκα φωτογραφίες. Πολλές φωτογραφίες, έγχρωμες κι ασπρόμαυρες. Ξεχείλιζαν αγάπη και Φαρενάιτ. Και γελούσαν λίγο μεθυσμένες καθώς έπιναν κάπως περισσότερο ροζέ. Μετά, οι φωτογραφίες μου είπαν «Βάλε μας στη σειρά», κι εγώ τις έβαλα τη μία δίπλα στην άλλη. Η καλύτερή μου, όπως οι κάρτες ποδοσφαιριστών που κάνουν συλλογή τα παιδιά στην Στ’ Δημοτικού, ήταν εκείνη που στεκόσουν πλάτη και μου έλεγες χωρίς να μιλάς «Μπράβο που σκότωσες το θηρίο, το είχα βάρος στη συνείδησή μου, αλλά τώρα είμαστε οκ». Αναρωτήθηκα πώς γινόταν και οι φωτογραφίες είχαν φωνή, αλλά μετά κατάλαβα πως στα όνειρα όλα επιτρέπονται και πως αν δεν την ακούω ούτε κει τη φωνή σου δεν θα την ακούω πουθενά, και αυτή η ιδέα μου φάνηκε αβάσταχτη, και τότε ένιωσα μια τεράστια ευγνωμοσύνη για τον ύπνο που μας δίνει όνειρα κι έτσι μέσα από αυτά μπορώ να κοιτάζω παλιές φωτογραφίες σου με φωνή και να ακούω ξανά ένα μπράβο από το δικό σου στόμα, που μιλάει όπως θυμάμαι μόνο εγώ, και με μια φωνή που μυρίζει Φαρενάιτ.
Το ξενοδοχείο της οδού Μαυρομιχάλη
(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην bibliotheque στις 27 Ιανουαρίου 2015)
Παρότι με τον αθλητισμό δεν τα πήγα ποτέ καλά, όταν έμενα στο Πεδίον του Άρεως μου άρεσε να βγαίνω για περπάτημα. Το κέντρο της Αθήνας ήταν ανέκαθεν η τρυφερή ιδιωτική μου ζούγκλα. Και λέω ιδιωτική, εφόσον όσα συνέβαιναν γύρω μου παρακινούσαν μέσα μου διάφορα θηρία και τέρατα να ξυπνήσουν και να πιάσουν δουλειά. Το περιβάλλον παρέμενε πάντοτε το ίδιο. Το πλαίσιο δεν άλλαζε. Στον έξω κόσμο, τα Εξάρχεια ήταν τα Εξάρχεια. Μια πλατεία με άγαλμα, συνθήματα, δέντρα, περίπτερα, τζάνκια και τσίκνα. Μέσα στο κεφάλι μου τα Εξάρχεια ήταν επίσης τα Εξάρχεια. Μόνο που δεν είχαν άγαλμα, συνθήματα, δέντρα, περίπτερα, τζάνκια και τσίκνα. Είχαν την ερωτεύσιμη ασχημόφατσα της Γώγου την ώρα που έφτυνε στα μούτρα τον Άσιμο κρατώντας ένα σπασμένο μπουκάλι, τον Ry Cooder που χτυπούσε στα μελίγγια του Σιδηρόπουλου όσο έκανε ακροβατικά στο παράθυρο της Όστριας, το Dada και τις μοιραίες σαραντάρες Εμμανουέλλες στα σκαμπό του, κάποια σκίτσα του Enki Bilal σε μια μεταμοντέρνα εποχή όπου η Μπλε πολυκατοικία είχε μετατραπεί σε καταφύγιο μεταλλαγμένων τρυφερών ζόμπι με τα μάτια της Ναστάζια Κίνσκυ, και άλλες τέτοιες ομορφιές. Ένιωθα καλά. Η βόλτα στη ζούγκλα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μου άνοιγε δρόμους. Πάνω σε έναν από τους περιπάτους μου ανακάλυψα κι εκείνο το ξενοδοχείο κάπου ανάμεσα στις οδούς Μαυρομιχάλη και Τρικούπη, στο ύψος της Αλεξάνδρας. Μετά, κάθε φορά που περνούσα από κει προσπαθούσα να διακρίνω κάτι μέσα από τη τζαμαρία του. Χωρίς να κοντοστέκομαι ιδιαίτερα, βεβαίως. Λόγω φυσικής συστολής και εξαιτίας του συνήθη δισταγμού μου, απέφευγα να ενδώσω στις ηδονοβλεπτικές μου τάσεις. Αυτή τη βόλτα την έκανα συνήθως απογεύματα, που η φωτεινή επιγραφή του ξενοδοχείου είχε ήδη αρχίσει να αναβοσβήνει. Κόκκινο – μπλε. Κόκκινο φλογερό και μπλε ελεκτρίκ, από κείνο που με ξεκουφαίνει, μιας και είμαι από αυτούς που όχι μόνο βλέπουν αλλά και ακούν, πολύ συχνά, τα χρώματα. Το όνομα του ξενοδοχείου δεν το θυμάμαι πια. Είναι από κείνα τα πράγματα που τα ξεχνάω όταν δυσκολεύομαι να τα θίξω εκ των υστέρων. Ή όταν με λυπούν πολύ και προτιμώ να τα κάνω να σωπάσουν επειδή δεν αντέχω να τους παραχωρώ φωνή και λόγο. Ένα βράδυ, νωρίς, είχε μόλις αρχίσει να σουρουπώνει, είδα για πρώτη και τελευταία φορά ένα ζευγάρι να ανεβαίνει τα σκαλιά της εισόδου. Ήταν πιασμένοι χέρι χέρι και έδειχναν ευτυχείς. “Οι εραστές του ντελικάτου ξενοδοχείου”, σκέφτηκα παραφράζοντας τον Αρανίτση, καθώς η στάση των σωμάτων, η κίνηση, μια ελαφριά έξαψη στα πρόσωπα, που την διέκρινα φευγαλέα, ή έστω δίψασα να την διακρίνω, απέκλειαν οποιουδήποτε άλλου είδους σχέση μεταξύ τους. Δεν ξέρω τι ακριβώς ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Αν με έτσουξε ένα τσίμπημα ζήλειας ή η άγρια αδρεναλίνη του ανεπίδοτου ηδονικού ενθουσιασμού μου. Ήμουν 45 χρονών, ολομόναχος και παραιτημένος. Σε ένα τέτοιο ξενοδοχείο δεν είχα καταφέρει να πάω ποτέ. Πάντα είχα και ακόμη διατηρώ την ψευδαίσθηση πως ακόμα και σε ξενοδοχεία σαν αυτό, οι άνθρωποι οφείλουν να πηγαίνουν από ανάγκη και έρωτα, κι όχι από απλή λαγνεία. Στα όνειρά μου προσπαθούσα να μοιραστώ λίγη από τη θεόπνευστη, λασπώδη αίγλη των στρωμάτων και των σεντονιών του. Λίγη από την ευωδιαστή αποφορά του ιδρώτα των ντελικάτων εραστών που είχαν την τύχη να φωλιάσουν μέσα του έστω και πρόσκαιρα. Να πουν αλήθειες και ψέματα, να γίνουν τρυφεροί ή απολύτως χυδαίοι, να ζήσουν κάποιες ώρες μέσα σε έναν πρόστυχο ναό που μπορούσε να εξευμενίσει ακόμα και τα πιο ιερά ή τα πιο βάναυσα ένστικτά τους. Η λαγνεία ήταν ανέκαθεν το αγαπημένο μου θανάσιμο αμάρτημα. Ακριβώς επειδή μέσα στη σούπα του μυαλού μου την συνδύαζα πάντα με το ετεροθαλές αδελφάκι της, τον έρωτα, που πάντα βάδιζε αγκαζέ με την ανάγκη. Έτσι σκεφτόμουν και αφηνόμουν να παραπλανιέμαι εκουσίως, με τον τρόπο που πιπιλίζει το μαρτύριό του ο μαζοχιστής νομίζοντας πως γεύεται μια καραμέλα κεράσι. Η αλήθεια είναι πως τα αισθήματα και οι σκέψεις μου δεν είχαν κάτι μεταφυσικό. Δεν είχα θεολογικές ή υπαρξιακές αγωνίες. Ένας απλός καβλωμένος άντρας ήμουν. Πεινούσα για μια μπουκιά αμαρτωλής χαράς σε ένα κατώφλι δωματίου του με μια αγαπημένη γυναίκα. Για ένα κοφτό, άγριο βλέμμα της ρεσεψιονίστ με το σταυρόλεξο και τα ροζ νύχια. Για την κραυγή από μια λουριδιά πάνω σε δυο γυναικείες γάμπες ή για τα βογκητά του οργασμού ενός καταπιεσμένου νοικοκύρη. Μια μέρα, παλιά, όταν μπορούσα και ήθελα ακόμη να ελπίζω σε μια εφικτή πραγματικότητα, κάναμε μαζί τη βόλτα μας, εκείνη κι εγώ. Η Ρίτα. Το κορίτσι με τα καστανά μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη. Ο τελευταίος μεγάλος έρωτάς μου. Της είχα ζητήσει να μπούμε κι εμείς. Να δούμε πώς είναι οι ναοί για ντελικάτους. Να της αφεθώ να με παιδέψει πάνω στα τραχιά σεντόνια του. Πριν προλάβω να αποσώσω τη φράση μου, γύρισε και είπε:
“Μαζί σου δεν θα περάσω ποτέ κάποιο κατώφλι. Όλα μοναχός σου θα τα διαβείς. Τα τέρατα που ζουν στο πίσω μέρος του μυαλού σου εξυπηρετούν μια δική σου διαστροφή. Εγώ δεν έχω πια καμία δουλειά μαζί τους”. Νόμισα πως κάποιος με είχε περιλούσει με ζεματιστό νερό που κυλώντας πάνω μου πάγωνε και μετατρέπονταν σε σταλακτίτες. Μου φάνηκε πως αυτό που συνέβαινε ήταν ό, τι χειρότερο και συνάμα ό, τι ιδανικότερο μπορούσα να διανοηθώ. Η Ρίτα ήξερε. Με είχε ανιχνεύσει εξαρχής όπως ανιχνεύουν τα μυρμήγκια τη ράτσα τους. Είχε συμφωνήσει να μοιραστούμε γούστα και πρακτικές. Και τώρα, ξαφνικά, είχε αποφασίσει να αποστασιοποιηθεί. Ήμουν ο τελευταίος βασιλιάς της σαδομαζοχιστικής της περιόδου. Η απόλυτη ερωτική συντριβή, που σηματοδότησε τον μετέπειτα μοναστικό μου βίο, διαδραματίστηκε στα σκαλιά ενός ξενοδοχείου για ντελικάτους εραστές, στο κέντρο της Αθήνας. Πονούσα βαθιά και ηδονικά. Ένιωθα πως ήμουν έτοιμος να εκσπερματώσω. Δεν μίλησα. Δεν της είπα λέξη, θυμάμαι. Δεν εξέτασα κανένα ενδεχόμενο. Γιατί τότε, γιατί εκεί. Γιατί διάλεξε την πιο σκληρή στιγμή μέσα στη νύχτα και τις πιο ανεξήγητες γεωγραφικές συντεταγμένες της Αθήνας για να αλλάξει γνώμη. Γιατί θέλησε να γίνει τόσο σκληρή μια δυο στιγμές πριν καταφέρουμε κι εμείς να διαβούμε το κατώφλι του ξενοδοχείου των ντελικάτων εραστών και να βυθιστούμε στον παράδεισό του. Ποτέ δεν κατόρθωσα να ξανανιώσω μια τόσο έντονη, διεστραμμένη και θεϊκή ηδονή. Από κείνο το βράδυ που συνέβησαν όλα αυτά στα σκαλιά του ξενοδοχείου της οδού Μαυρομιχάλη, έχω μείνει ολομόναχος με τον γυμνό εαυτό μου.








































