Πλήρης τίτλος
« Από τη Μεγάλη Ιδέα στις εθνικές διεκδικήσεις -Τα εθνικά θέματα στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο»
Μεταπτυχιακή εργασία που εκπονήθηκε στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστημίου,
Αθήνα 2007
Ολόκληρη η εργασία εδώ:
http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/272/1/Leventakou.+X.pdf
Προλογικό Σημείωμα [σελ.4 έως 6]
Αντικείμενο μελέτης του παρόντος εγχειρήματος αποτελεί το πλαίσιο των εθνικών διεκδικήσεων που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, λαμβάνοντας ως όριο της ιστορικής περιοδολόγησης την τελική έκφρασή τους στο Συνέδριο Ειρήνης των Παρισίων το καλοκαίρι του 1946.
Μολονότι η χρονική αφετηρία της συγκεκριμένης μελέτης εκτείνεται πέρα από τα όρια που έχει θέσει ο αντικειμενικός στόχος της ερμηνευτικής μας πρότασης, θεωρήσαμε αναγκαία μια αναφορά προηγουμένως στις εθνικές διεκδικήσεις που προέβαλε η χώρα στην ειρηνευτική συνδιάσκεψη των Παρισίων το 1919. Το πλέγμα των εδαφικών διεκδικήσεων που προέβαλε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο συνέδριο ειρήνης του 1919, ως προϋπόθεση για την εκπλήρωση του μεγαλοϊδεατικού οράματος και των «εθνικών πόθων» του ελληνισμού, σε συνδυασμό με την μετέπειτα κατάρρευση του ιδεολογικού τους πυρήνα με τη μικρασιατική ήττα, στοιχειοθετούν την ερμηνευτική πρόταση της ανάδυσής τους με παραπλήσια ορμή τη δεκαετία του 1940. Σε αυτό το πλαίσιο η παρούσα μελέτη θα επιχειρήσει στο εισαγωγικό μέρος της, να αναλύσει τη διαμόρφωση, αλλά και τις μεταλλάξεις που γνώρισαν τα εθνικά θέματα στην Ελλάδα μέχρι την αναζωπύρωσή τους με την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Σε επόμενο στάδιο θα εξεταστούν οι φορείς διαμόρφωσης και έκφρασης εδαφικών αξιώσεων από τους πρώτους μήνες της έναρξης του δευτέρου μεγάλου πολέμου για την Ελλάδα. Ως πρωτογενές υλικό σε αυτό το στάδιο χρησιμοποιήθηκε ο αθηναϊκός Τύπος της εποχής, απομνημονεύματα πολιτικών ηγετών της περιόδου, ημερολογιακές καταγραφές, καθώς και διπλωματικά έγγραφα του Foreign Office.
Η έναρξη της κατοχικής περιόδου για την Ελλάδα και η μετάβαση της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή σηματοδοτεί μια νέα περίοδο για τις ελληνικές διεκδικήσεις. Το ενδιαφέρον αυτής της μελέτης είναι κατεξοχήν στραμμένο σε αυτήν την πρώτη περίοδο διαμόρφωσης των εθνικών διεκδικήσεων, ο βασικός πυρήνας των οποίων θα διατηρηθεί αναλλοίωτος μέχρι την τελική παρουσίασή τους στο συνέδριο ειρήνης. Θεμελιώδη πτυχή αυτής της περιόδου συστήνουν οι διπλωματικές ενέργειες των εξόριστων ελληνικών κυβερνήσεων, με προεξάρχουσα την κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού, προς την προώθηση του ζητήματος των εθνικών αιτημάτων.
Η λήξη του πολέμου εκτινάσσει στα ύψη το δημόσιο διάλογο για τις εθνικές διεκδικήσεις που θα προβάλει η Ελλάδα στην επικείμενη ειρηνευτική συνδιάσκεψη. Το αίτημα για «εδαφική ολοκλήρωση» του έθνους επανεμφανίζεται, λαμβάνοντας εντούτοις νέες διαστάσεις αυτή τη φορά εξαιτίας της θεμελίωσής του, όχι μόνο στη βάση των εθνολογικών και ιστορικών δικαίων του ελληνισμού, αλλά σε όρους αμιγώς οικονομικούς και κοινωνικούς.
Απέναντι στο έργο της προώθησης των εθνικών αιτημάτων η μεταπολεμική ελληνική ηγεσία της χώρας εμφανίζεται σύμφωνη. Ακόμα και το ΚΚΕ, μολονότι όσον αφορά στην προάσπιση των εδαφικών αξιώσεων εκκινά από την ανάγκη να αντιπαρέλθει τις κατηγορίες των πολιτικών του αντιπάλων για προδοσία και εθνική μειοδοσία, επί της ουσίας υπερασπίζει έναν εκτεταμένο κατάλογο εδαφικών αιτημάτων.
Κατά τη διετία 1945‐1946 η αρθρογραφία στον αθηναϊκό Τύπο, όπως επίσης και η εκδοτική παραγωγή μπροσούρων και μελετημάτων με αναφορά στα εθνικά δίκαια του ελληνισμού φτάνει στο απόγειό της. Οι εθνικές διεκδικήσεις αντιμετωπίζονται ως συνώνυμο της αυτάρκειας, εσωτερικής σταθερότητας και ανόδου του βιοτικού επιπέδου. Στόχος του παρόντος εγχειρήματος είναι να ιχνηλατηθεί το νόημα των κειμένων και μπροσούρων και να παρουσιαστούν πτυχές του θέματος των εθνικών διεκδικήσεων μέσα από βιβλιογραφία της περιόδου 1945‐1946.
Σε ένα επόμενο στάδιο, το ζήτημα των εθνικών διεκδικήσεων μονοπωλεί ένα σημαντικό τμήμα της θεματολογίας των πρώτων μεταπολεμικών εκλογών στην Ελλάδα. Η υποβάθμιση του κοινωνικού απέναντι στο εθνικό υπήρξε το χαρακτηριστικό γνώρισμα των πρώτων μεταπολεμικών εκλογών το Μάρτιο του 1946, καθώς και του πολιτικού κλίματος που διαμορφώθηκε μέχρι την τέλεση του δημοψηφίσματος το Σεπτέμβρη του ίδιου έτους. Προς επίρρωση της παραπάνω θέσης, αντλήσαμε πρωτογενές υλικό από προσωπικά αρχεία πολιτικών προσωπικοτήτων της περιόδου, τον αθηναϊκό Τύπο, απομνημονεύματα, ημερολογιακές καταγραφές και δευτερευόντως, από βιβλία και μελέτες για την εποχή.
Η τελευταία ενότητα του παρόντος εγχειρήματος πραγματεύεται το χρονικό της παρουσίασης των εθνικών διεκδικήσεων στο συνέδριο ειρήνης του 1946. Οι κύριες πηγές για αυτήν την ενότητα αντλήθηκαν σχεδόν στην πλειονότητά τους από το αρχείο του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, πρωθυπουργού και αρχηγού της ελληνικής αποστολής την περίοδο διεξαγωγής της ειρηνευτικής συνδιάσκεψης.
Στο επιλογικό κομμάτι του παρόντος εγχειρήματος επιχειρείται μια παρουσίαση των πρώτων βημάτων προς μια ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Η επίκληση σε ένα ευρύ πρόγραμμα εθνικών διεκδικήσεων τελούνταν παράλληλα με τα πρώτα εγχειρήματα για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. […………………]
[σελ. 90 έως 93]
Το περίεργο βέβαια στη νέα αυτή τομή δεν είναι, ότι δημιουργείται από την εθνικόφρονα παράταξη, αλλά ότι οι κατηγορίες για αντεθνική δράση που εκτοξεύονται κατά της εαμικής αριστεράς στοιχειοθετούνται όχι με βάση τις μεταπολεμικές αποφάσεις του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, αλλά βάσει αποφάσεων του Μεσοπολέμου. Το ΚΚΕ μνημονεύονταν χαρακτηριστικά ως ο «Δούρειος Ίππος του Πανσλαβισμού» στην Ελλάδα. Το επίθετο «εαμοβούλγαρος» που προσδιόριζε τους αριστερούς τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου είναι χαρακτηριστικό των προθέσεων και αντιλήψεων των κυβερνητικών παρατάξεων. Το ΚΚΕ προβάλλεται από ένα τμήμα συγγραφέων να λειτουργεί αποσχίσθηκα και αντεθνικά, μολονότι το Κόμμα έχει ήδη από 1935 εγκαταλείψει το σύνθημα της «ενιαίας και αδιάσπαστης Μακεδονίας», εντούτοις κατηγορείται εν έτη 1945 για αντεθνική πολιτική με βάση το μεσοπολεμικό του σύνθημα[1].
Υπό τις συνεχείς κατηγορίες που δέχεται από τους πολιτικούς τους αντιπάλους, το ΚΚΕ, ιδιαίτερα μετά το 1945, οπότε έχει χάσει μέρος της αίγλης του παλιού εαμικού μπλοκ, αναγκάζεται επανειλημμένα να διατυπώνει τις θέσεις του στα εθνικά ζητήματα.[2] Μεσούντος ακόμα του πολέμου, εν έτη 1943, το ΚΚΕ υποστηρίζει την απελευθέρωση όλων των εδαφών που προπολεμικά ανήκαν στο ελληνικό κράτος και προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα αξιώνει διαρρύθμιση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων.[3] Σύμφωνα με το ΚΚΕ, η ΕΣΣΔ παρείχε στην Ελλάδα τη μοναδική εγγύηση για να αποκτήσει η χώρα ξανά τις καταπατημένες ελευθερίες της, να αποκαταστήσει την ανεξαρτησία της και να προασπίσει την εδαφική της ακεραιότητα.[4] Όσον αφορά στο ζήτημα των διεκδικήσεων που προβάλλει το ΚΚΕ γίνεται λόγος για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, παραχώρηση των Δωδεκανήσων και λύση του βορειοηπειρωτικού ζητήματος στη βάση της αυτοδιάθεσης των λαών. Επιπλέον, σχετικά με το ζήτημα της ανατολικής Θράκης, αυτό θα αποτελέσει θέμα συζήτησης κατά τη ρύθμιση του ζητήματος των Στενών[5].
Τον Ιούνη του ’45, λίγο μετά αφότου επιστρέφει ο Ζαχαριάδης από το Νταχάου, η κομμουνιστική ηγεσία προβαίνει σε νέο άνοιγμα όσον αφορά στα εθνικά θέματα. Με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής της 1ης Ιουνίου 1945, το ΚΚΕ σπεύδει να διαβεβαιώσει ότι είναι διατεθειμένο να υιοθετήσει στο ακέραιο τα εθνικά αιτήματα. Διατυπώνει την αξιώση για εφαρμογή της αυτοδιάθεσης των λαών στην περίπτωση της Κύπρου, των Δωδεκανήσων και της Βορείου Ηπείρου. Μάλιστα, όσον αφορά στο βορειοηπειρωτικό ζήτημα, αν η πλειοψηφία του λαού αποφαινόταν για μια άμεση στρατιωτική κατάληψη της Β. Ηπείρου από τον ελληνικό στρατό, το ΚΚΕ θα διατύπωνε τις αντιρρήσεις του, μα θα πειθαρχούσε.[6] Σύμφωνα με την Elizabeth Barker, ο Ζαχαριάδης σε συνέντευξη που της παραχώρησε το 1946, ισχυρίστηκε, ότι η δήλωσή του για το βορειοηπειρωτικό ήταν μια κίνηση στρατηγικής, η οποία είχε ως στόχο να καθησυχάσει τις μη κομμουνιστικές ομάδες του εαμικού συνασπισμού.[7]
Τον Ιούνιο του ’45 ο Ζαχαριάδης διατυπώνει επίσης την περίφημη «θεωρία των δύο πόλων» και επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο «άνοιγμα» προς τη Μεγάλη Βρετανία.[8] Εντούτοις, ούτε αυτός ο ελιγμός του ΚΚΕ «προς απόδειξιν των εθνικών του φρονημάτων» δεν εισακούστηκε από την εθνικόφρονα παράταξη, η οποία συνέχισε να εξαπολύει στο ΚΚΕ κατηγορίες για προδοσία και ενδοτισμό. Ακόμα και η μετριοπαθής Ελευθερία εκτοξεύει από τις στήλες της κατηγόριες προς το ΚΚΕ για προδοτική στάση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυσπιστίας των αστικών πολιτικών δυνάμεων αποτελεί η ακόλουθη φράση κυρίου άρθρου της: «Το ΚΚΕ θα χρειασθή έτη πολλά συνεχούς και συνετής προσπαθείας διά να δυνηθή να ανακτήση την πολιτικήν νομιμότητα, όχι έναντι του κράτους, αλλά εις την συνείδησιν του λαού».[9] Σε άρθρο βέβαια στις 31 Μαΐου του ’45 αναγνωρίζει, ότι το ΚΚΕ προέβη σε διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου, εντούτοις διατηρεί έναν ειρωνικό τόνο απέναντι του σημειώνοντας ότι «το ΚΚΕ έμαθε την ιστορίαν της Ελλάδος εντός 10 ημερών, ανατρέψαν όλα τα ρεκόρ της φιλομαθείας».[10]
Στις 16 Ιουνίου του ’45 ο Ριζοσπάστης στο ανυπόγραφο κύριο άρθρο του αναλύει τις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις. Αποκηρύσσει τις εδαφικές διεκδικήσεις που έχουν εκφραστεί εις βάρος της εδαφικής επικράτειας της Γιουγκοσλαβίας και σημειώνει την ανάγκη να παρασχεθούν διαβεβαιώσεις εθνικής ισοτιμίας στους Σλαβομακεδόνες της βορείου Ελλάδας.[11]
Στη 12η Ολομέλεια που έλαβε χώρα στο διάστημα 25 με 27 Ιουνίου του ’45 το ΚΚΕ διατύπωσε για μια ακόμα φορά την αντίθεσή του σε κάθε εδαφική διεκδίκηση που διατυπώνεται εις βάρος της Ελλάδας από οποιαδήποτε πλευρά. Παράλληλα, βέβαια, καταδίκασε το σοβινιστικό παραλήρημα των τυχοδιωκτών της Δεξιάς που σπρώχνουν τη χώρα σε αντεθνικές καταστροφικές περιπέτειες και πρότεινε ότι με τη συμπαράσταση της Αγγλίας και της ΕΣΣΔ, η χώρα θα μπορέσει να αναπτύξει ένα κλίμα αδελφικής συνεννόησης και δημοκρατικής συνεργασίας με τους βόρειους βαλκανικούς της γείτονες.[12]
Το διάστημα μεταξύ 1943‐1946 η ελληνική κομμουνιστική ηγεσία προσπάθησε με συνεχείς διαβεβαιώσεις να καταδεικνύει την προσήλωσή της στα εθνικά αιτήματα της χώρας. Παράλληλα, όμως στην προσπάθειά της να μην απεμπολήσει ολοκληρωτικά τις διεθνιστικές επιταγές της και πιθανότατα τρέφοντας ενοχικά συναισθήματα απέναντι στα υπόλοιπα βαλκανικά κομμουνιστικά κόμματα συνέπεια των σοβινιστικών ελληνικών διεκδικήσεων έπεφτε συχνά σε αντιφάσεις.[13] Στις 29 Ιουνίου του ’45 ανακοίνωση του Πολιτικού Γραφείου, μετά από δημοσίευμα του βρετανικού περιοδικού “Cavalcade”, σπεύδει να δηλώσει, ότι «από καμια επίσημη πλευρά καμιας βαλκανικης χώρας δε διατυπώθηκαν εδαφικές βλέψεις εις βάρος της Ελλάδας». Σε άλλο σημείο βέβαια, αποκηρύττει για μια ακόμα φορά οποιαδήποτε εδαφική αξίωση εις βάρος της χώρας, από όπου κι αν προέρχεται αυτή.[14]
Τα κοινωνικά αιτήματα που προβάλλονται από το ΚΚΕ μέχρι την έναρξη του εμφυλίου πολέμου εκλαμβάνονται ως διαλυτικά της κοινωνικής συνοχής και σταθερότητας. Οι κοινωνικές ανισότητες των δύο πρώτων μεταπολεμικών χρόνων αιτιολογούνταν από την ύπαρξη «εθνικών εκκρεμοτήτων» και κατά συνέπεια η υλοποίησή τους εξαρτώνταν από την εδαφική ολοκλήρωση της χώρας. Το σχήμα «εθνική ολοκλήρωση – κοινωνική ευημερία» που προκρίνεται από κείμενα της διετίας 1945‐6 δεν αποτελεί μόνο μια υποθετική συνεπαγωγή, αλλά και μια ακολουθείσα τακτική από τις πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις. Εν ονόματι αυτής της στρατηγικής, η εαμική αριστερά αποβάλλεται ως «ξένο σώμα», παρ’ όλες τις αποδείξεις «εθνικής νομιμότητας», στις οποίες προβαίνουν κατά καιρούς ηγετικά στελέχη της. «Το ΚΚΕ παρ’ όλες τις δηλώσεις «εθνικής πίστης», δυσκολευόταν να ξεφύγει από το καθεστώς του διαρκούς απολογούμενου λόγω της ιδεολογικής του συγγένειας με άλλα κομμουνιστικά κόμματα της Βαλκανικής» σημειώνει ο Μιχάλης Λυμπεράτος.[15]
[1] Με το 6ο συνέδριο του ΚΚΕ το Σεπτέμβριο του 1935 εγκαταλείπεται το σύνθημα για «εναία και ανεξάρτητη Μακεδονία» και αντικαθίσταται από το αίτημα για «πλέρια ισοτιμία στις μειονότητες». Βλ. Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τόμ. 4, Σύγχρονη Εποχή 1975, σ. 296‐7 και Γρηγόρης Φαράκος, «Το ΚΚΕ απέναντι στους βαλκανικούς ανταγωνισμούς» στο Η Ελλάδα 1936‐1949, Από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο, Τομές και συνέχειες, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2003, σ. 53‐72.
[2] Γρηγόρης Φαράκος, Ο.π., σ. 59.
[3] Η διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς τον ίδιο χρόνο έδωσε στο ΚΚΕ μεγαλύτερα όρια αυτονομίας. Ο.π., σ. 59 και ΚΚΕ, Το Εθνικό μας πρόβλημα και το ΚΚΕ, Αθήνα, έκδ. ΚΟΜΕΠ, αρ.4, 1943
[4] Βλ. Γιάννη Πετσόπουλου, Τα εθνικά ζητήματα και οι Έλληνες κομμουνιστές, (χ.ε.), Αθήνα 1946, σ. 24.
[5] Ο.π., σ. 25‐26.
[6] Βλ. Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τόμ. 6, Σύγχρονη Εποχή 1987, σ. 16‐18 και Ριζοσπάστης, 2/06/1945. Η δήλωση αυτή για το βορειοηπειρωτικό χαρακτηρίστηκε αργότερα από τον ίδιο το Ζαχαριάδη ως σοβαρό λάθος. Βλ. Basil Kondis, “Greek National Claims at the Paris Peace Conference of 1946”, Balkan Studies, vol. 32, part 2, 1990, σ. 316, υπ. 38 και βλ. επίσης Γρηγόρης Φαράκος, Ο.π., σ. 59‐60.
[7] Elizabeth Barker, «Η Ελλάδα στο πλαίσιο των ελληνοσοβιετικών σχέσεων 1941‐1947» στο Από την Αντίσταση στον Εμφύλιο Πόλεμο, επιμέλεια Μάριον Σαράφη, Αθήνα 1982, σ. 51.
[8] Ριζοσπάστης, 5/06/1945.
[9] Ελευθερία, 3/03/45.
[10] Στο ίδιο, 12/06/45.
[11] Ριζοσπάστης, 16/06/1945.
[12] Ριζοσπάστης, 30/06/1945.
[13] Βλ. Γρηγόρης Φαράκος, Ο.π., σ. 60.
[14] Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τόμ. 6, Σύγχρονη Εποχή 1987, σ. 40‐41.
[15] Βλ. Μιχάλη Λυμπεράτου, «Το ιδεολογικό υπόστρωμα του εμφυλίου πολέμου» στο περιοδικό Τα Ιστορικά, τχ 34, 2001, σ. 208.

