close
The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20200629084239/http://emfilios.blogspot.com/search/label/%CE%94%CE%9F%CE%A1%CE%94%CE%91%CE%9D%CE%91%CE%A3%20%20%CE%A3%CE%A4%CE%A1%CE%91%CE%A4%CE%9F%CE%A3%20%20%C2%AB%CE%97%20%CE%93%CE%95%CE%A1%CE%9C%CE%91%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%97%20%CE%A3%CE%A4%CE%9F%CE%9B%CE%97%20%CE%A3%CE%A4%CE%97%20%CE%9D%CE%91%CE%A6%CE%98%CE%91%CE%9B%CE%99%CE%9D%CE%97%20-%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%92%CE%99%CE%A9%CE%A3%CE%95%CE%99%CE%A3%20%CE%A4%CE%9F%CE%A5%20%CE%94%CE%9F%CE%A3%CE%99%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%A3%CE%9C%CE%9F%CE%A5%20%CE%A3%CE%A4%CE%97%20%CE%9C%CE%91%CE%9A%CE%95%CE%94%CE%9F%CE%9D%CE%99%CE%91%201945-1974%C2%BB
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΡΔΑΝΑΣ ΣΤΡΑΤΟΣ «Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΤΟΛΗ ΣΤΗ ΝΑΦΘΑΛΙΝΗ -ΕΠΙΒΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΟΣΙΛΟΓΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 1945-1974». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΡΔΑΝΑΣ ΣΤΡΑΤΟΣ «Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΤΟΛΗ ΣΤΗ ΝΑΦΘΑΛΙΝΗ -ΕΠΙΒΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΟΣΙΛΟΓΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 1945-1974». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Στράτος Ν. Δορδανάς

Παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του

Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη.

Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στη Μακεδονία, 1945-1974

ΟΜΙΛΗΤΕΣ:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

και ο συγγραφέας ΣΤΡΑΤΟΣ ΔΟΡΔΑΝΑΣ

Διεθνής Έκθεση βιβλίου Θεσσαλονίκης

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011, 18.00’ – 19.00’

Αίθουσα Οδυσσέα Ελύτη (περίπτερο 13)

Ιστορίες δοσίλογων: «Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη»

Τι απέγιναν όσοι το 1941 προτίμησαν αντί της αντίστασης να παίξουν το χαρτί των Ναζί;

αναδημοσίευση από: http://www.tovima.gr/blogs/article/?aid=397968

Μάρκος Καρασαρίνης (ΤΟ ΒΗΜΑ, 29/4/2011)

Εβδομήντα χρόνια πριν, έξι μέρες μετά την παράδοσή του στον γερμανικό στρατό Κατοχής, ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου σχημάτιζε στις 29 Απριλίου 1941 την πρώτη από τις τρεις κυβερνήσεις-ανδρείκελα των Ναζί που θα γνώριζε η Ελλάδα ως την απελευθέρωση. Στη «Νέα Τάξη Πραγμάτων» που έφερνε το υποτιθέμενα «χιλιόχρονο Ράιχ» κάποιοι βρήκαν ότι απαιτούνταν προσαρμογή, συνεργασία και καλή διάθεση.

Όχι ότι η Ελλάδα πρωτοτύπησε. Η δικαιολογία του κινηματογραφικού «μαυροκουκουλάκη» Αρτέμη Μάτσα «οι Γερμανοί είναι φίλοι μας. Είναι πιο δυνατοί από μας» υιοθετήθηκε από περίπου 300.000 Γάλλους, 300.000 Βέλγους και 90.000 Νορβηγούς, σύμφωνα με στοιχεία των μεταπολεμικών δικών. Μια ιδέα για το γιατί μόνο 2.225 Έλληνες πέρασαν από τα Ειδικά Δοσιλογικά Δικαστήρια και για το ποια υπήρξε η εν συνεχεία πολιτεία τους αποκτά κανείς από την έρευνα του ιστορικού Στράτου Ν. Δορδανά στο βιβλίο Η Γερμανική στολή στη ναφθαλίνη. Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στη Μακεδονία, 1945-1974 (Εστία, 2011).

Οι μύθοι που ο Δορδανάς ξεδιαλύνει είναι πολλοί. Ο δοσιλογισμός δεν υπήρξε ούτε αμελητέου μεγέθους ούτε περιορισμένης έκτασης φαινόμενο. Στα Τάγματα Ασφαλείας, σε σχηματισμούς όπως το εθελοντικό σώμα του Γεώργιου Πούλου ή η «Πανελλήνια Οργάνωσις Εθνικιστικών Ταγμάτων» του Αντώνιου Βήχου, εντάχθηκαν χιλιάδες οι οποίοι ακόμη και το 1943, έτος ίδρυσής τους, πόνταραν στην κατίσχυση της γερμανικής Νέας Τάξης.

Η μεταπολεμική αποκατάσταση των περισσότερων από αυτούς δεν υπήρξε συνειδητή πράξη συμφιλίωσης, αλλά αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής. Στη συγκυρία του Εμφυλίου θεωρήθηκε ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν «χρήσιμα σκεύη εις την ελευθέρα κοινωνία» (σ. 195). Τέτοια «σκεύη» ήταν μεταξύ άλλων ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, συναρχηγός του «Εθνικού Ελληνικού Στρατού» με τον οποίο είχε προβεί σε κοινές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις με τον γερμανικό στρατό, βουλευτής από το 1946 ως το 1964 ή ο διαφυγών στη Γερμανία με τη Βέρμαχτ και καταδικασμένος σε θάνατο για δοσιλογισμό Ξενοφών Γιοσμάς, ο οποίος εξέτισε μόλις πέντε έτη από την ποινή του προτού επανακάμψει στη Θεσσαλονίκη και καταστεί διάσημος το 1963 ως αρχηγός παρακρατικής οργάνωσης, ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη.

Τέλος, η επικρατέστερη «τεχνική επιβίωσης» που ακολούθησαν οι πρώην συνεργάτες δεν ήταν η συσκότιση του παρελθόντος τους, αλλά η ανασημασιοδότησή του. Η διολίσθηση στην εμφύλια σύγκρουση επέτρεψε την εκ των υστέρων κατασκευή του προτύπου «ενός άλλου αγωνιστή, που ελάχιστα ως καθόλου είχε σχέση με την αντίσταση εναντίον των κατακτητών αλλά πρωτίστως με την “αντίσταση” εναντίον του εσωτερικού εχθρού» (σ. 368).

Μεταθέτοντας έντεχνα το διακύβευμα της Κατοχής από την αντίσταση στον αντικομμουνισμό οι δοσίλογοι μετατράπηκαν σε «εθνικόφρονες δοσίλογους», σβήνοντας το δεύτερο συνθετικό αναβαπτίστηκαν σε σκέτους «εθνικόφρονες», η γερμανική στολή μπήκε στη ναφθαλίνη, όσοι τη φόρεσαν ενσωματώθηκαν γρήγορα σε διάφορες αποχρώσεις της δεξιάς παράταξης. Και το μόνο καταβληθέν αντίτιμο από τότε και στο εξής ήταν ένα κάποιο low profile – για τον πρότερο ανέντιμο βίο τους.

ΔΟΡΔΑΝΑΣ ΣΤΡΑΤΟΣ «Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΤΟΛΗ ΣΤΗ ΝΑΦΘΑΛΙΝΗ -ΕΠΙΒΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΟΣΙΛΟΓΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 1945-1974»

αναδημοσίευση από: http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.article&id=269650

Στράτος Ν. Δορδανάς

Το φαινόμενο του ελληνικού δωσιλογισμού αποτελεί σήμερα ένα από τα πλέον παρθένα ερευνητικά πεδία, που μόλις τα τελευταία χρόνια έχει συγκεντρώσει το ενδιαφέρον των ερευνητών, καθώς και τα φώτα ενός δημόσιου διαλόγου αλλά και μιας αναπόφευκτης δημοσιότητας. Για δεκαετίες εκατοντάδες φάκελοι των Ειδικών Δικαστηρίων Δωσιλόγων παρέμεναν ερμητικά κλειστοί, ενώ και από την πλευρά της η ελληνική κοινωνία εμφανιζόταν απρόθυμη να αναμετρηθεί με το πρόσφατο παρελθόν της. Ο Εμφύλιος Πόλεμος και οι μετέπειτα πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις είχαν μετατρέψει το ζήτημα της συνεργασίας με τον κατακτητή σε ταμπού, θέτοντας ασφυκτικούς περιορισμούς, με το βασικό επιχείρημα πως η αναμόχλευση των παθών και των τραυματικών βιωμάτων του πολέμου ήταν, αφ' ενός, άσκοπη και αφ' ετέρου, πολιτικά επικίνδυνη. Ωστόσο, όσα η ίδια η κοινωνία και οι ηγετικές της ελίτ τα θέτουν διαχρονικά κάτω από το χαλί της Ιστορίας, σε μια προσπάθεια να παραμείνουν εκεί καλά κρυμμένα, είναι καταδικασμένες να τα συναντούν συνεχώς στον δρόμο τους, έως ότου η ίδια η έρευνα, η επιστημονική τεκμηρίωση και η νηφαλιότητα της ιστορικής γραφίδας έρθουν να απαντήσουν στα γιατί και στα πώς της Ιστορίας, χωρίς κραυγές και δικαστικές τηβέννους.

Η Γερμανική στολή στη ναφθαλίνη πιάνει την άκρη του νήματος από εκεί που την άφησαν οι Έλληνες εναντίον Ελλήνων και ξετυλίγει το κουβάρι μιας πολυεπίπεδης διήγησης, θέτοντας στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος περισσότερα δρώντα υποκείμενα εντός του διευρυμένου χρονικού πλαισίου 1945-1974. Συγκρίνει την ευρωπαϊκή εμπειρία της συνεργασίας με τον κατακτητή με την ελληνική πρακτική, παρακολουθεί τις εσωτερικές εξελίξεις την επαύριον της Απελευθέρωσης και τις πρώτες προσπάθειες να αποδοθεί δικαιοσύνη από τους εκάστοτε φορείς διαχείρισης της εξουσίας, τις πρώτες επίσης εμπλοκές που παρουσιάστηκαν στη δικαστική εκκαθάριση των δωσιλογικών υποθέσεων εξαιτίας της εμφύλιας σύρραξης, της κατίσχυσης του σχήματος της εθνικοφροσύνης και της παρεμβολής του πολιτικού παράγοντα. Παράλληλα, ακολουθεί «κατά πόδας» πολλούς από τους πρωταγωνιστές, σε μια προσπάθεια να αναζητήσει τα ίχνη τους μετά το τέλος του πολέμου και να συγκεντρώσει πληροφορίες για τη μετέπειτα πορεία τους, περιγράφει τις τεχνικές επιβίωσης και όλους εκείνους τους αστάθμητους παράγοντες που κατέστησαν πολλούς κατηγορούμενους απρόσβλητους για τη Δικαιοσύνη, ενώ διαγράφει τις διαδρομές όσων επανενεργοποιήθηκαν στον δημόσιο βίο και με τη δράση τους ζημίωσαν για ακόμη μια φορά εαυτούς και αλλήλους.

Η μελέτη προβάλλει το βασικό επιχείρημα ότι η γερμανική στολή τοποθετήθηκε αμέσως μετά το τέλος της Κατοχής στη ναφθαλίνη και παρέμεινε εκεί καλά διατηρημένη. Υποστηρίζω, με άλλα λόγια, πως ανασύρθηκε από τα «μπαούλα» όσο και όποτε η τρέχουσα κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα επέτρεπε κάτι τέτοιο, έχοντας δομηθεί με βάση τα χαρακτηριστικά και τους όρους του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Η μη έγκαιρη και εν τέλει ατελέσφορη διαδικασία της απόδοσης δικαιοσύνης επέτρεψε στα φαντάσματα του παρελθόντος να στοιχειώνουν επί μονίμου βάσεως τη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία, συμπεριλαμβανομένης και της πολιτικής σκηνής. Ακόμα και σήμερα η ένδυση με τη «γερμανική στολή» αποδίδεται ως κατηγορία ένθεν κακείθεν, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητά της στον χρόνο. Πρόκειται, δυστυχώς, για μια ερμηνευτική προσέγγιση του παρόντος, των προβλημάτων και των στρεβλώσεών του, που αξιοποιεί τις παρελθοντικές αναγωγές ως όχημα για να διατηρεί στο πολιτικό προσκήνιο μια κοινωνική διαιρετική τομή μεταξύ «πατριωτών» και «προδοτών», μεταξύ «καλών» και «κακών» Ελλήνων.

Η χρονική «οροφή» της μελέτης είναι το 1974, γιατί η εφτάχρονη δικτατορία των Συνταγματαρχών πριμοδότησε ποικιλοτρόπως, παρείχε διά νόμου αφειδώς συγχωροχάρτια και επέστρεψε στη δεκαετία του '40 για να στηρίξει τον διαχωριστικό κορμό σε «πατριώτες» και «μιάσματα». Στα δύο τελευταία κεφάλαια η διήγηση επιστρέφει στην άκρη του νήματος και στον τόπο του «εγκλήματος», σε μια προσπάθεια να μιλήσει για τη μνήμη των γεγονότων και τον απόηχό τους σήμερα, να τα επικαιροποιήσει, για να αξιολογήσει τους σημερινούς μηχανισμούς διαχείρισης και διάχυσης της ατομικής και συλλογικής μνήμης, να διακρίνει το προνομιακό πεδίο της δημόσιας ιστορίας και τον τρόπο που οι φορείς της αντιλαμβάνονται το παρελθόν.