ἐγκεκορδυλημένος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]ἐγκεκορδυλημένος, -η, -ον
- μετοχή μεσοπαθητικού παρακειμένου (ἐγκεκορδύλημαι) του ρήματος ἐγκορδυλέω
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στίχ. 10 (8-10)
- ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὁ χρηστὸς οὑτοσὶ νεανίας | ἐγείρεται τῆς νυκτός, ἀλλὰ πέρδεται | ἐν πέντε σισύραις ἐγκεκορδυλημένος.
- Και νύχτα δε σηκώνεται ούτε τούτο | τ᾽ αγόρι το σπουδαίο· τις αμολάει | μέσα σε πέντε κάπες τυλιγμένος.
- Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greek‑language.gr
- ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὁ χρηστὸς οὑτοσὶ νεανίας | ἐγείρεται τῆς νυκτός, ἀλλὰ πέρδεται | ἐν πέντε σισύραις ἐγκεκορδυλημένος.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στίχ. 10 (8-10)
Κλίση
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἐγκορδυλέω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἐγκορδυλέω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- ἐγκεκορδυλημένος - ΜΟΡΦΩ (στα αγγλικά) Μορφολογικό ευρετήριο για την αρχαία ελληνική γλώσσα του Πανεπιστημίου του Σικάγου.
- μορφολογία@perseus.tufts.edu
Κατηγορίες:
- Αρχαία ελληνικά
- Μετοχές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές μεσοπαθητικού παρακειμένου (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές με κλίση 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)