close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐγκεκορδυλημένος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Image Μετοχή

[επεξεργασία]

ἐγκεκορδυλημένος, -η, -ον

γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἐγκεκορδυλημένος ἐγκεκορδυλημένη τὸ ἐγκεκορδυλημένον
      γενική τοῦ ἐγκεκορδυλημένου τῆς ἐγκεκορδυλημένης τοῦ ἐγκεκορδυλημένου
      δοτική τῷ ἐγκεκορδυλημέν τῇ ἐγκεκορδυλημέν τῷ ἐγκεκορδυλημέν
    αιτιατική τὸν ἐγκεκορδυλημένον τὴν ἐγκεκορδυλημένην τὸ ἐγκεκορδυλημένον
     κλητική ! ἐγκεκορδυλημένε ἐγκεκορδυλημένη ἐγκεκορδυλημένον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἐγκεκορδυλημένοι αἱ ἐγκεκορδυλημέναι τὰ ἐγκεκορδυλημέν
      γενική τῶν ἐγκεκορδυλημένων τῶν ἐγκεκορδυλημένων τῶν ἐγκεκορδυλημένων
      δοτική τοῖς ἐγκεκορδυλημένοις ταῖς ἐγκεκορδυλημέναις τοῖς ἐγκεκορδυλημένοις
    αιτιατική τοὺς ἐγκεκορδυλημένους τὰς ἐγκεκορδυλημένᾱς τὰ ἐγκεκορδυλημέν
     κλητική ! ἐγκεκορδυλημένοι ἐγκεκορδυλημέναι ἐγκεκορδυλημέν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἐγκεκορδυλημένω τὼ ἐγκεκορδυλημέν τὼ ἐγκεκορδυλημένω
      γεν-δοτ τοῖν ἐγκεκορδυλημένοιν τοῖν ἐγκεκορδυλημέναιν τοῖν ἐγκεκορδυλημένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λελυμένος' όπως «λελυμένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές