φιλελληνικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]φιλελληνικά < φιλελληνικ(ός) + -ά.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fi.le.li.niˈka/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φι‐λελ‐λη‐νι‐κά
Επίρρημα
[επεξεργασία]φιλελληνικά (τροπικό επίρρημα)
- με φιλελληνικό τρόπο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φιλελληνικά
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]φιλελληνικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φιλελληνικός