πυροσβεστική υπηρεσία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πυροσβεστική υπηρεσία < → δείτε τις λέξεις πυροσβεστική και υπηρεσία
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]πυροσβεστική υπηρεσία θηλυκό
- δημόσιος φορέας οργανωμένος για την πρόληψη και κατάσβεση πυρκαγιών, καθώς και την παροχή βοήθειας σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πυροσβεστική υπηρεσία